Supreme Court dismisses appeal for admitting evidence without proof under civil procedure law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Pentas AE against the Third Instance Court of Lamia. The appellants argued that the lower court accepted facts as true without proper evidence, violating procedural rules. The court found that the Third Instance Court based its decision on sworn statements and witness testimony, thereby adhering to legal requirements for evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11 lett. a) C.Pol.D.; Art. 529 para. 1 lett. a) C.Pol.D.; Art. 17 para. 2 of Law 2915/2001; Art. 14 para. 1 of Law 2915/2001; Art. 270 C.Pol.D.: An appeal based on the admission of facts without evidence is inadmissible if the court explicitly relied on admissible evidence such as witness testimony or sworn statements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 85 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 85/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΕ ΑΕ - Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Τροφίμων, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Γενικά Καταναλωτικών Αγαθών" και το διακριτικό τίτλο "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Αρκουμάνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Π. του Σ. και 2) Μ. Π. του Σ., κατοίκων …, ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης στις 10-02-2016 μητέρας τους Β. χας Σ. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-05-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Β. χας Σ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, καθώς και η ήδη αποβιώσασα μητέρα τους, με την από 17-10-2014 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 205/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 9/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, που κατ' άρθρο 591 του ίδιου Κώδικα, ισχύει και στις ειδικές διαδικασίες των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση των άρθρων 646-681Δ' με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ.
Α' 87/23.7.2015) με έναρξη ισχύος από 01-01-2016 - άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο (άρθρο 614 ΚΠολΔ) οι μισθωτικές διαφορές υπάγονται πλέον στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών), αφού δεν αντιβαίνει προς τις ειδικές διατάξεις της ειδικής αυτής διαδικασίας "στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων", ενώ κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια".
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η εξουσία να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα νέα αυτά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σ' αυτό, εάν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 692/2017, ΑΠ 1356/2017).
Όταν το εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση", αποκρούει από τα πράγματα την από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική προς τούτο αιτιολογία.
Η κρίση του δε αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ως αναγόμενη σε πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 175/2017).
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ' αυτόν, την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' (και όχι της περ. β') του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απαραδέκτως έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, απαραδέκτως, έλαβε υπόψη, για το σχηματισμό της ουσιαστικής κρίσεώς του, το μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως συνταγέν μεταξύ αυτής και των αναιρεσιβλήτων από 27-09-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως, το οποίο δεν είχε προσκομισθεί στον πρώτο βαθμό και προσκομίστηκε από τους τελευταίους για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο έλαβε πράγματι υπόψη το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως, ως νέο αποδεικτικό μέσο. Από το γεγονός δε ότι το Εφετείο έκρινε ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό παραδεκτώς προσκομίζεται ενώπιόν του ως νέο αποδεικτικό μέσο, όπως τούτο συνάγεται από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφασή του έκφραση ότι έλαβε υπόψη "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα", σημαίνει ότι δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση απαραδέκτου προσκομίσεως αυτού, κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, ως αναγόμενος στη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα, εφόσον, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην οικεία νομική σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ εισάγεται ο δικονομικός κανόνας, ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, η κρίση δε του Εφετείου για το παραδεκτό ή μη της προσκομίσεως για πρώτη φορά ενώπιον του αποδεικτικών μέσων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 529 παρ.2 του ΚΠολΔ, πέραν βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητάς του, εφ' όσον, κατά τα εκτιθέμενα, το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως συνετάγη μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και, κατά λογική ακολουθίαν, δεν ήταν δυνατή η προσκόμισή του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1911/2006), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009).
Ειδικώς, όμως, προκειμένου περί των μνημονευόμενων στα άρθρα 270 παρ. 2, 650 παρ. 1 και 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων, ούτε των μαρτύρων, αλλά αποτελούν αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο, η παράλειψη ειδικής αναφοράς της δικαστικής αποφάσεως σ' αυτές καταφάσκει την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ απορρέουσα αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1253/2010). Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται ειδικώς στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν είχαν προσκομιστεί στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 314/2016). Εξ άλλου, δεν αποκλείεται να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς το ύψος του μισθώματος, το οποίο θα εισέπρατταν οι αναιρεσίβλητοι από την εκμίσθωση των ιδιοκτησιών τους, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις της, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση προς απόδειξη των ισχυρισμών της σχετικώς με το ως άνω ζήτημα (ύψος του μισθώματος, το οποίο θα εισέπρατταν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αν μίσθωναν σε άλλους τις ιδιοκτησίες τους). Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη:
(α) τα από 15-02-1995 (δύο) ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, με εκμισθωτές την Γενική Εμπορική Α.Ε. και τον Χ. Π., αντίστοιχα, που αφορούν μάλιστα σε προνομιακότερα των επιδίκων μισθίων χώρων μίσθια, που βρίσκονται στην ίδια πολυώροφη οικοδομή, όπου και οι επίδικοι μίσθιοι χώροι των εκμισθωτών - αναιρεσιβλήτων και
(β) την υπ' αριθμ. …/2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Χ. για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι: 1) η μισθωτική αξία των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων είναι η αναφερόμενη στα ως άνω προσκομισθέντα από αυτήν ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως και 2) "η αποθετική ζημία των αναιρεσιβλήτων συνίστατο σε μεγάλο βαθμό σε συντρέχον πταίσμα των ιδίων, καθώς παρότι τους έγινε πρόταση για αναμίσθωση των ιδιοκτησιών τους, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της αποθετικής ζημίας τους, αν όχι ολωσδιόλου, τουλάχιστον στο ελάχιστο, οι αντίδικοι την απέρριψαν εξ αρχής".
Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι η τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών. Ωστόσο, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από τη ρητή διαβεβαίωση αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη, εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του και "όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους, έγγραφα, μεταξύ των οποίων ........
και την υπ' αριθμ. …/2008 ένορκη βεβαίωση του Χ. Χ., που λήφθηκε επιμελεία της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων)", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα (μισθωτήρια συμφωνητικά και ένορκη βεβαίωση), που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί το Εφετείο η ήδη αναιρεσείουσα και τα οποία μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ των οποίων μάλιστα η μεν ένορκη βεβαίωση, ως αποτελούσα, κατά τα προεκτεθέντα, αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο, με ειδική αναφορά, τα δε μισθωτήρια συμφωνητικά με γενική αναφορά, χωρίς, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών (ιδιωτικών συμφωνητικών).
Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από το περιεχόμενο των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο υπ' αριθμ. 2 ισχυρισμός της αναιρεσείουσας (ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων) προβλήθηκε στο Εφετείο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 74/2008, ΑΠ 1419/2007), είναι απορριπτέος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του (υπ' αριθμ. 1 και 2), ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των αποδεικτικών αυτών μέσων, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν αρκεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αναιρέσεως η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στην διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου και η εκδοχή του αναιρεσείοντος για το προβαλλόμενο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει να περιέχεται με σαφήνεια και πληρότητα η ελάσσων πρόταση του οικείου νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την ουσιαστική βασιμότητα ή αβασιμότητα της αγωγής ή του αυτοτελούς ισχυρισμού και τα οποία αποτέλεσαν τη βάση της προβαλλομένης ευθείας παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, μόνο ενόψει αυτών των ουσιαστικών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 27-28/1998 και 32/1996, ΑΠ 670/2015).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για την θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (ΑΠ 209/2019, AΠ 148/2008, ΑΠ 938/2012).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραβίαση, ευθέως και πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 601, 336 και 342 του Α.Κ., διότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα: 1) χωρίς να λάβει υπόψη την υπ' αριθμ. ,,,/2008 ένορκη βεβαίωση, την οποία "αν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι αναιρεσίβλητοι με τις ενέργειές τους δεν συνετέλεσαν στο να περιοριστεί ή ακόμη και να εξαλειφθεί η αποθετική τους ζημία, αν και είχαν τη δυνατότητα προς τούτο" και 2) με το να γίνει δεκτό από αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ότι «πλην όμως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ποσά που αναφέρονται στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο ως προς τη μισθωτική αξία των ένδικων χώρων, καθ' όσον το συμφωνητικό αυτό συντάχθηκε εκ μέρους της εναγομένης υπό την πίεση της τυχόν αποβολής της από τους ένδικους χώρους, εκ μέρους των εκκαλούντων και άρα υπό την πίεση της οικονομικής της καταστροφής με την αποβολή από τα μίσθια με αποτέλεσμα να δεχθεί να συνάψει την πιο πάνω συμφωνία […]», διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού αφ' ενός μεν αναγνώρισε ότι το από 27-09-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεγράφη από αυτήν (αναιρεσείουσα) υπό καθεστώς πιέσεως και απειλής της τυχόν αποβολής της εκ των μισθίων, αφ' ετέρου δε στήριξε και θεμελίωσε τη δικανική της πεποίθηση περί αποθετικής ζημίας των αναιρεσιβλήτων - εκμισθωτών σ' αυτό το ίδιο το αμφιλεγόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, γιατί η μη λήψη υπόψη εγγράφου, που είχε προσκομισθεί νομίμως, μετ' επικλήσεως, δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, προεχόντως, γιατί δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή, τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, μη αρκούσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, της προαναφερόμενης εντελώς μεμονωμένης και κατ' επιλογήν αποσπασματικής παραδοχής της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την επισήμανση ότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η απόφαση στερείται, πέραν της προαναφερόμενης (αιτιολογίας), άλλων αιτιολογιών, ούτε προσδιορίζεται το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή ψευδή ερμηνεία, προσέτι δε δεν αναφέρονται οι ισχυρισμοί και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή τους, καθώς επίσης και η σύνδεσή τους με το διατακτικό, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/2008).
Ειδικότερα, η μη λήψη υπόψη των εγγράφων που συγκαταλέγονται στα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο, αλλά ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το εδάφιο γ' του οποίου, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με το συναφή τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, με την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα: 1) τα από 15-02-1995 (δύο) ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως, με εκμισθωτές την Γενική Εμπορική Α.Ε. και τον Χ. Π., αντίστοιχα, που αφορούν μάλιστα σε προνομιακότερα των επιδίκων μισθίων χώρων μίσθια, που βρίσκονται στην ίδια πολυώροφη οικοδομή, όπου και οι επίδικοι μίσθιοι χώροι των εκμισθωτών - αναιρεσιβλήτων και β) την υπ' αριθμ. 282/2008 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Χ. Χ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, τα οριζόμενα, περιοριστικώς, στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως.
Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή, όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 2081/2017, ΑΠ 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφασή του) αποδεικτικά μέσα, αφού έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρα ανταποδείξεως, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, μεταξύ των οποίων την υπ' αριθμ. …/2008 ένορκη βεβαίωση του Σ. Π., που λήφθηκε με επιμέλεια των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης και την υπ' αριθμ. …/2008 ένορκη βεβαίωση του Χ. Χ., που λήφθηκε επιμελεία της εναγομένης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγόντων. Επομένως, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και, συνακολούθως, ο από την ανωτέρω διάταξη, αντίθετος, τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν με τον ίδιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 01-01-2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.5.2018 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 5/2018 αίτηση για αναίρεση της 9/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ