Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning and failure to consider facts under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment regarding a labor contract dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts about the employer's authorized representative, but the court ruled these were merely arguments rather than independent facts. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 19, Art. 559 para. 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning or failure to consider facts is inadmissible if the contested points are merely arguments derived from evidence evaluation rather than independent factual claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1160 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1160/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: M. L. του A., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας Λειβιδιώτη- Σαξώνη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στις ..., έχει εγκαταστήσει νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αποστόλου Μπουρνέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-12-2013 και 6-4-2014 δύο αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμούς .../31-12-2013 και ...24-4-2014, αντίστοιχα. Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 692/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων κατ’ αυτής από αμφότερα τα διάδικα μέρη, η 159/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) είναι αλλοδαπή εταιρία, που εδρεύει στις ...
και έχει εγκαταστήσει νόμιμα γραφείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 89/1967 και 378/1968, όπως ισχύουν. Ότι έχει ως αντικείμενο την κατασκευή και επισκευή αποβάθρων, προβλητών, μόλων, λιμενοβραχιόνων και πάσης φύσης επιθαλάσσιες και υποθαλάσσιες κατασκευές και τοποθετήσεις επιθαλασσίως ή και υποθαλασσίως αντικειμένων.
Ότι το γραφείο, που έχει εγκαταστήσει στην Ελλάδα, ασχολείται αποκλειστικά με το συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των παραπάνω αναφερομένων δραστηριοτήτων της εταιρίας εκτός Ελλάδος και απαγορεύεται ρητά να πραγματοποιεί εμπορική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο.
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), υπήκοος Τυνησίας, περί τα τέλη του έτους 2007, προσλήφθηκε από την πλοιοκτήτρια εταιρία του πλοίου "...", το οποίο είχε ελλιμενισθεί στη θαλάσσια περιοχή του όρμου των ..., ως ναυτόπαις (μέλος κατωτάτου πληρώματος) με περιορισμένα καθήκοντα (λόγω του ελλιμενισμού του πλοίου και της μη πραγματοποίησης πλόων) και δη στη φόρτιση των συσσωρευτών (μπαταριών), καθώς και τη θέση σε κίνηση της βοηθητικής ηλεκτρογεννήτριας και ορισμένες φορές ο ενάγων έκανε περιορισμένης έκτασης "ματσακονισμούς" (αποχρωματισμούς, αφαίρεση σκουριάς) και ελαιοχρωματισμούς.
Ότι διέμενε σε καμπίνα του πληρώματος του ως άνω πλοίου, επιλύοντας έτσι και το πρόβλημα στέγασής του, καθόσον, λόγω οικονομικής ένδειας, δεν διέθετε κατοικία. Ότι πριν την ως άνω εργασία, ο ενάγων διέμενε σε αποθηκευτικό χώρο συνεργείου του Ι. Μ., που ασχολείτο με ελασματουργικές εργασίες, στο οποίο τον είχε προσλάβει ο τελευταίος, προκειμένου να κάνει βοηθητικές εργασίες (μεταφορά υλικών και εργαλείων κλπ).
Ότι ο ενάγων, μερικές φορές, βοηθούσε και κάποια συνεργεία, τα οποία είχαν αναλάβει εργασίες συντήρησης δύο πλοίων, που ήταν ελλιμενισμένα πλησίον του πλοίου "...". Ότι πέραν των ανωτέρω εκτεθέντων, δεν μπορεί στο ίδιο πρόσωπο να συμπίπτει η ιδιότητα του εργατοτεχνίτη και του φύλακα, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου ότι ο εργατοτεχνίτης είναι ή ελεύθερος επαγγελματίας ή μέλος επισκευαστικού συνεργείου, ενώ ο φύλακας σε πλοίο είναι πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες φύλαξης, σε εκτέλεση σύμβασης εξαρτημένης χερσαίας εργασίας, που έχει συνάψει με τον πλοιοκτήτη ή με εκπρόσωπό του.
Ότι ο ενάγων με τις κρινόμενες αγωγές του ισχυρίζεται ότι η εναγομένη είναι ανώνυμη κατασκευαστική και εμπορική εταιρία, μεταξύ των σκοπών της οποίας ανήκει η παροχή υπηρεσιών φύλαξης και επισκευής πλοίων, πλην όμως, με αντικείμενο την εν λόγω επιχειρηματική δραστηριότητα, που κατά τις αγωγές φέρεται να έχει η εναγομένη, δεν μπορεί να εδρεύει στην αλλοδαπή και να έχει εγκατεστημένο γραφείο στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των α.ν. 89/1967 και 378/1968.
Ότι επιπλέον ο ενάγων δεν κατονομάζει στις αγωγές ποιος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, με τον οποίο κατήρτισε προφορικά, όπως εκθέτει, την επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο πρώτος προσλήφθηκε για να εργασθεί στην εναγομένη με την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη και του φύλακα.
Ακολούθως, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης (η έφεση του ενάγοντος απορρίφθηκε), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι δύο ένδικες αγωγές και είχαν επιδικασθεί στον ενάγοντα τα ποσά των 10.743,32 ευρώ και 12.438,14 ευρώ, αντίστοιχα, ως αμοιβή για παροχή εργασίας Σάββατα και Κυριακές και για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις και αφού δίκασε εκ νέου τις αγωγές, τις απέρριψε ως ουσία αβάσιμες.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του συνοπτικές αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του νόμου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί εάν ορθώς ή όχι αποκλείσθηκε η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648 επ., 656, 669 παρ.2 ΑΚ, 1, 5 παρ.1 ν. 2112/1920, 7 ν. 3198/1955 και ν. 2874/2000 και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττεται η γενόμενη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες.
3. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 22/2005).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων προς υποστήριξη των απόψεών τους, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (πραγματικά επιχειρήματα) ή από τον νόμο (νομικά επιχειρήματα), ούτε η επίκληση του περιεχομένου εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 918/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι η εναγομένη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με λόγο έφεσης, αμφισβήτησε τη σύναψη της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αυτός με τις πρωτόδικες, αλλά και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις, αμυνόμενος κατά της έφεσης της εναγομένης, προσδιόρισε σαφώς την ταυτότητα του νομίμου εκπροσώπου της, το δε Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος θεμελιώνει τη βάση της αγωγής περί σύναψης της επίμαχης σύμβασης και δεν απάντησε εάν ο κατονομασθείς εκ μέρους του νόμιμος εκπρόσωπος αυτής είχε την εξουσία να προβεί στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας και αν συμβλήθηκε ή όχι μαζί του προς σύναψη της σύμβασης.
Ο εξεταζόμενος λόγος δεν ιδρύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα που δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 159/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ