Legislator Case Law & Legislation
1152/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify evidence and lack of procedural representation.

Case Number 1152/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's final judgment. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence, but the court found the appeal vague as it did not identify the precise evidentiary claims or contents of the documents. Furthermore, the court noted the opposing party appeared only via a declaration, which the Supreme Court treats as valid presence under the law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), 94(1), 96(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal if the grounds are vague and fail to specify the evidence and claims, or if the opposing party's absence is cured by a valid declaration of presence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility vague grounds evidence specification declaration of presence costs allocation procedural representation Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1152 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1152/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Τριανταφυλλιά Πατρώνα και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Ψ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Ευάγγελου Φίλη του Θωμά, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λιανουλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) της υπό εκκαθάριση τελούσης ετερορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία "Ε.-Δ. Ε. Π. Ε.Ε." και τον δ.τ. "Ε. Ε.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ..., η οποία δεν παραστάθηκε και 2) Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Χριστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-01-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν η 2287/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 567/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-10-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011, 340/2011). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ.

β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσίβλητος είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ή τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς αναιρεσίβλητους (ΑΠ 721/2022, ΑΠ 93/2020, 661/2017, 47/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης των 1) Χ. Α. κλπ (σύν.2) για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.9.2020) έλαβε χώρα με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με την από 11.7.2022 έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αναίρεσης κάτω από το αντίγραφο αυτής του Γεωργίου Χριστόπουλου, πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...

και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ. Κ., προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, Γεώργιο Λιανουλόπουλο και προς τον Κ. Ι., εκκαθαριστή της 1ης αναιρεσίβλητης και υπό εκκαθάριση τελούσας ετερορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Ε.. - Δ. Ε. Π.

Ε.Ε." και υπό το διακριτικό τίτλο "Ε. Ε.Ε.", αντίστοιχα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων (Γεώργιος Χριστόπουλος) με την από 19.9.2022 δήλωσή του, δήλωσε ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος - Π. Μ. εξουσιοδότησε εγγράφως τον ως άνω δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στα πλαίσια της εν λόγω αναιρετικής δίκης. Τέτοια εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν υπάρχει στη δικογραφία από την 1η αναιρεσίβλητη προς τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χριστόπουλο, πλην όμως κλητεύθηκε νόμιμα, όπως προαναφέρθηκε, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα ( άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την από 14.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 919/103/15.10.2020 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων 1) Χ. Α. κλπ (σύν. 3), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 567/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και εν μέρει κατ' ουσίαν τόσο η από 19.6.2018 και με αριθμ.

κατάθεσης 676/454/2018 έφεση της 1ης αναιρεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "Ε. Ε.Ε.", όσο και η από 22.6.2018 και με αριθμό κατάθ. 209/142/2018 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων 1) Α. Χ. κλπ (σύν. 3) αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 2287/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε εν όλω η από 9-1-2016 και με αριθμό κατάθ. 413/228/2017 αγωγή των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα ως ουσία αβάσιμη κατά την κύρια βάση της ως προς την ευθύνη του β' εναγομένου, ως αόριστη κατά την κύρια βάση της ως προς την ευθύνη της α' εναγομένης, ως αόριστη κατά την επικουρική βάση της αγωγής περί ευθύνης των εναγομένων ένεκα της συστάσεως μεταξύ αυτών αφανούς εταιρείας, ως νόμω αβάσιμη κατά την επικουρική βάση της ως προς την ευθύνη της α' εναγομένης λόγω μεταβίβασης επιχείρησης, ως ουσία αβάσιμη κατά την επικουρική βάση της ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του β' εναγομένου και απορρίφθηκε σιωπηρά και το επικουρικό αίτημα περί αναγνωρίσεως της α' εναγομένης ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας "Α.

Μ. ΑΕ". Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγιναν εν μέρει δεκτές οι ως άνω εφέσεις των διαδίκων εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, 114/2017).

Ο εν λόγω λόγος αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ( Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2019, 295/2017, 247/2014, 1481/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν, κατά τη διάταξη του άρθρ. 61 του ΑΚ, να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρ. 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρ. 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο, ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρ. 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας του.

Ειδικότερα, η εταιρεία, ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρ. 5 § 1 και 12 §§ 1, 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.

άρθρ. 1 § 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 3604/2007, 41 § 2 ν. 959/1979, 43α ν. 3190/1955, που προστέθηκε με το άρθρ. 2 του π.δ. 279/1993), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδια της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητας τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτιση τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνιση τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεων του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων του, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμα της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλεια της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΟλΑΠ2/2013, ΑΠ 801/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά την βάση της περί άρσεως της νομικής αυτοτέλειας της 1ης εναγομένης και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, ως μη νόμιμη, με το εξής σκεπτικό: "Ότι οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων - αναιρεσειόντων με την μετέπειτα κηρυχθείσα σε πτώχευση ΑΕ και μη διάδικο, από τις οποίες πηγάζουν οι απαιτήσεις αυτών, λύθηκαν λόγω της απόλυσής τους την 12.10.2012 για τον πρώτο, την 14.5.2012 για τη δεύτερη και την 13.12.2011 για τον τρίτο, ήτοι πριν την ίδρυση της πρώτης εναγομένης - 1ης αναιρεσίβλητης, η οποία συστάθηκε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δυνάμει του από ...

καταστατικού και εγγράφηκε στο μητρώο του ΓΕΜΗ στις 7.8.2013, και ούτω δεν μετείχε κατ' ουδένα τρόπο στην εργασιακή σχέση των εναγόντων και της μη διαδίκου πρώην εργοδότριάς τους, δυνάμει της οποίας ζητείται η άρση της αυτοτέλειας του νομικού της προσώπου". Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί άρσεως της νομικής αυτοτέλειας νομικού προσώπου και τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί άρσεως της νομικής αυτοτέλειας της 1ης εναγομένης και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, καθ' όσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά ήτοι της μη συμμετοχής της 1ης αναιρεσίβλητης κατ' ουδένα τρόπο στην εργασιακή σχέση των αναιρεσειόντων, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το σκέλος του όμως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας στο ως άνω κρίσιμο ζήτημα, λόγω απορρίψεως της αγωγής τους ως μη νόμιμης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , καθ' όσον ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, δεν ιδρύεται εφ' όσον το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά τη βάση της αυτή ως μη νόμιμη.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12.7.2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου".

Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων.

Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχεία α' και γ').

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β').

Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχείο α' και β').

Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενο" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.

Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί.

Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, 997/2018, 1832/2017, 1319/2015, 14/2012).

Πρέπει, δε, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ.

επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, 997/2018, 1850/2006).

Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.

Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ.

ΔΕΚ 12.2.2009 C - 466/07 K.). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ.

κλπ (ΑΠ 575/2019, 647/2003). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920. Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.

Εξ άλλου, ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα, να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018).

Επομένως, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, 1378/2002, 1697/1998).

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ.

β'). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ' αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται).

Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης (ΑΠ 444/2019, 1188/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος.

Από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα, και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης χρέη, είτε από σύμβαση είτε από αδικοπραξία (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.

Με την έννοια αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο τη μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή, μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης.

Η αγωγή του δανειστή περί μεταβίβασης περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει: α) την ύπαρξη τέτοιας σύμβασης, β) τις εναντίον του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση γ) την μεταβίβαση του συνόλου ή σημαντικού μέρους της περιουσίας ή της επιχείρησης και δ) τη γνώση εκείνου που απέκτησε ότι μεταβιβάστηκε το σύνολο ή το πλέον σημαντικό μέρος της περιουσίας ή της επιχείρησης (ΑΠ1179/2020, 1987/2014, 909/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ( άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α.

Μ. Α.Ε. Ε. Κ. Π., Ε. Π. και Κ. Σ. - Κ. Τ.", από την 31.5.1999 ο πρώτος, την 26.6.2006 η δεύτερη και την 20.8.2007 ο τρίτος. Η ως άνω εταιρεία που ιδρύθηκε κατά το έτος 2004, είχε ως σκοπό την εμπορία και διανομή καπνοβιομηχανικών προϊόντων και ειδών περιπτέρου, την εμπορία και διανομή προϊόντων και παροχή υπηρεσιών κινητής και σταθερής τηλεφωνίας καθώς και υπηρεσιών διαδικτύου, εισαγωγές, εξαγωγές και παραγωγή των παραπάνω ειδών και οποιαδήποτε άλλη εργασία σχετιζόμενη με τους ανωτέρω σκοπούς.

Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας ήταν ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη 2ος αναιρεσίβλητος Π. Μ.... Οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων καταγγέλθηκαν από την εργοδότρια εταιρεία με συνέπεια την απόλυσή τους, την 12.10.2012 του πρώτου, την 14.5.20Ι2 της δεύτερης και την 13.12.2011 του τρίτου. Από την σχέση εργασίας τους με την εργοδότρια εταιρεία, οι ενάγοντες διατηρούσαν αξιώσεις τις οποίες διεκδίκησαν ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων.

Δυνάμει της με αριθμό 4938/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, επιδικάστηκε στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 22.123,10 ευρώ και η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 4.000 ευρώ, ενώ δυνάμει της με αριθμό 264/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης που άσκησε η πρώην εργοδότρια εταιρεία κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Στην δεύτερη ενάγουσα επιδικάστηκε τελεσίδικα με την με αριθμό 438/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το ποσό των 26.619,74 ευρώ, ενώ στον τρίτο ενάγοντα επιδικάστηκε δυνάμει της με αριθμό 859/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το ποσό των 9.000 ευρώ και η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 4.000 ευρώ.

Δυνάμει της με αριθμό 1729/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε αντιρρήσεις, μεταξύ άλλων, και των εναγόντων, κατά τη διαδικασία εξέλεγξης απαιτήσεων στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας της πρώην εργοδότριάς τους, αναγνωρίστηκε ο τρίτος ενάγων ως πτωχευτικός πιστωτής για το ποσό των 10.226,05 ευρώ, η δεύτερη ενάγουσα για το ποσό των 21.619,74 ευρώ και ο πρώτος ενάγων για το ποσό των 18.787,01 ευρώ, νομιμότοκα μέχρι την χρόνο κήρυξης της πτώχευσης.

Από τα ως άνω ποσά είχαν αφαιρεθεί τα ποσά των 4.000 ευρώ και 5.000 ευρώ που είχαν εισπράξει ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων (δυνάμει της εξαφανισθείσας πρωτόδικης απόφασης), πλην όμως παρά την ύπαρξη εκτελεστών τίτλων οι ενάγοντες δεν εισέπραξαν οποιοδήποτε άλλο ποσό και επομένως καθώς δεν έχουν ικανοποιηθεί οι τελεσιδίκως αναγνωρισμένες απαιτήσεις τους...

Περαιτέρω, προέκυψε ότι η εταιρεία "Α. Μ. ΑΕ" δραστηριοποιούνταν κυρίως στην πρακτορεία τσιγάρων και υπηρεσιών καρτών τηλεφωνίας. Σε ότι αφορά τον τομέα της πρακτορείας τσιγάρων και ειδών καπνού, πριν το Ν 3919/2011 οι καπνοβιομηχανίες και οι εισαγωγείς καπνικών προϊόντων, είχαν την υποχρέωση να πωλούν χονδρικώς τα προϊόντα τους σε επιχειρήσεις πρατηριούχων, όπως η εν λόγω ανώνυμος εταιρεία, οι οποίες εν συνεχεία μεταπωλούσαν τα προϊόντα στα λιανικά σημεία πώλησής τους.

Μετά την ισχύ του ως άνω νόμου, ο οποίος έδινε τη δυνατότητα στις καπνοβιομηχανίες να εγκαθιδρύσουν δικό τους δίκτυο διανομής, οι τελευταίες άρχισαν να καταγγέλλουν τις συμβάσεις που είχαν με την "Α. Μ.Α.Ε.". Έτσι, την 26.11.2012 η εταιρεία Π. Α. κατήγγειλε τη σύμβαση, με ισχύ της καταγγελίας την 31.5.2013, η "Ε. Α. Ε.

Α.", κατήγγειλε τη σύμβαση την 15.3.2013 με ισχύ της καταγγελίας από 15.9.2013, η εταιρεία "Ι. Τ. Ε. Α. Π. Κ.", κατήγγειλε την σύμβαση την 27.3.2013 με ισχύ της καταγγελίας από 30.9.2013, η εταιρεία "B. A. T.", κατήγγειλε την σύμβαση την 17.4.2013, με ισχύ της καταγγελίας την 31.10.2013, η εταιρεία "Κ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατήγγειλε τη σύμβαση την 3.6.2013, με ισχύ της καταγγελίας από 11.11.2013, η εταιρεία "Σ.

Κ. Ε. Σ. Α.Ε.", κατήγγειλε τη σύμβαση την 14.8.2013, με ισχύ της καταγγελίας από 14.2.2014, αποστερώντας από την εταιρεία μεγάλο μέρος του κύκλου εργασιών της. Παράλληλα οι εταιρείες κινητής τηλεφωνία μείωσαν το ποσοστό έκπτωσης που χορηγούσαν στις εταιρείες πώλησης, το οποίο είχε ξεκινήσει στο 20%, μειώθηκε σε 13% την 1.2.2001 και σε 4,5 το Νοέμβριο του 2013, γεγονός που μείωσε σημαντικά το κέρδος της εταιρείας "Α.

Μ. Α.Ε.". Επιπλέον οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας μείωσαν το χρόνο πίστωσης που παρείχαν για την εξόφληση των αγορών άυλου χρόνου ομιλίας, από τις 45 στις 30 ήμερες επισημαίνοντας ότι επιταγές της εταιρείας με χρόνο λήξης πέραν των τριάντα ημερών δεν θα γίνονται δεκτές και κατά συνέπεια δεν θα εκτελούνται οι παραγγελίες της, επιδεινώνοντας το πρόβλημα της ήδη πληγείσας ρευστότητας της ως άνω εταιρείας.

Προσπάθεια της ανώνυμης εταιρείας, μετά τις πρώτες καταγγελίες των καπνοβιομηχανιών προς αναδιοργάνωση, με αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου μετά από απόφαση της ΓΣ των μετόχων την 7.9.2012 κατά 75.000 ευρώ με την έκδοση 2.500 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών οι οποίες καλύφθηκαν από την κόρη του δεύτερου εναγόμενου, όπως προκύπτει από το με αριθμό 19/7.9.2012 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της ΑΕ δεν μπόρεσε να ανακόψει την πτωτική οικονομική πορεία της εταιρείας.

Εν συνεχεία την 31.7.2013 η ανώνυμη εταιρεία ζήτησε και της χορηγήθηκε δάνειο από την Τ. E. E. AE, ποσού 300.000 ευρώ, με το οποίο αποπλήρωσε μέρος των υποχρεώσεών της κυρίως στους προμηθευτές καρτών κινητής τηλεφωνίας, χωρίς όμως να μπορέσει να είναι ενήμερη στην καταβολή των δόσεων αποπληρωμής. Την 1.8.2014 κατατέθηκε αίτηση πτώχευσης της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθμό 682/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, σύμφωνα με το σκεπτικό της οποίας, η εταιρία είχε ανεξόφλητα χρέη ποσού 1.600.000 ευρώ προς τους προμηθευτές της, 100.000 ευρώ από ανάληψη υποχρεώσεων εξ αξιογράφων, ποσού 300.000 ευρώ προς πιστωτικά ιδρύματα, ποσού 1.000 ευρώ προς το Δημόσιο, ποσού περίπου 4.300 ευρώ προς ασφαλιστικούς οργανισμούς και μετά το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού που τηρούσε στην Τ.

E., οφειλή ποσού 1.453.034,57 ευρώ. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας οφειλόταν, σε αντικειμενικούς παράγοντες, ήτοι στη μείωση του κύκλου εργασιών της λόγω των καταγγελιών των συμβάσεων από τις συνεργαζόμενες καπνοβιομηχανίες και την πτώση των εσόδων λόγω της αντίστοιχης μείωσης του περιθωρίου κέρδους της από τις εταιρείες προμηθευτές καρτών τηλεφωνίας και με αποτέλεσμα την αδυναμία της να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις.

Στην πτώχευση αυτή, δεν συντέλεσε κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ίδρυση και η λειτουργία της πρώτης εναγόμενης. Ότι ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι με το με ημερομηνία ... ιδιωτικό συμφωνητικό, συστήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία "Ε.. - Δ. Ε. Π. Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ε. ΕΕ", δεύτερη εναγομένη, και ήδη 1η αναιρεσίβλητη, με ομόρρυθμο εταίρο και διαχειριστή τον Ε.

Κ. και ετερόρρυθμους εταίρους τον δεύτερο εναγόμενο και τον Μ. Μ., με κεφάλαιο 20.000 ευρώ από το οποίο συνεισέφεραν ο μεν δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 12. 000 ευρώ και οι δύο λοιποί το ποσό των 4.000 ευρώ έκαστος συμμετέχοντας κατά ποσοστό 60% ο δεύτερος εναγόμενος και κατά ποσοστό 20% έκαστος των λοιπών στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρείας.

Σκοπός της εταιρείας αυτής ορίστηκε το Εμπόριο και η διανομή ειδών καπνιστού, η αποθήκευση και διανομή των ανωτέρω προϊόντων, η παροχή υπηρεσιών συναφών με τις προηγούμενες δραστηριότητες και αν τυχόν στο μέλλον καταστεί εφικτό και οικονομικά συμφέρον η εταιρεία η εμπορία και διανομή και άλλων ειδών περιπτέρου και προϊόντων καπνού.

Σε σχέση με τον σκοπό της εταιρείας αυτής παρατηρείται ότι απουσιάζει τελείως από αυτόν, η πρακτόρευση υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας και η εμπορία τσιγάρων, η οποία προβλέφθηκε πάντως ως δυνατότητα εμπορίας στο μέλλον και πράγματι αποδείχθηκε ότι σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, Μάιο του έτους 2015, η πρώτη εναγομένη προμηθευόταν περιστασιακά προς διάθεση τσιγάρα, προς εξυπηρέτηση όμως έκτακτων αναγκών των πελατών της και όχι σε σταθερή βάση, γεγονός που εμμέσως επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας των εναγόντων καταθέτοντας ότι προμήθευσε την πρώτη εναγομένη με μικρές ποσότητες τσιγάρων, έτσι ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή προέβαινε σε χονδρική εμπορία προϊόντων καπνού.

Συνεπώς η ως άνω εταιρεία κατά την ίδρυσή της δεν μπορούσε να λειτουργήσει ανταγωνιστικά με την ΑΕ, αφού δεν δραστηριοποιούνταν στους ίδιους τομείς εμπορίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ως έδρα της πρώτης εναγόμενης - 1ης αναιρεσίβλητης ορίστηκε ήδη από την ίδρυσή της, η οδός ... 45 στη ..., σε μίσθιο ακίνητο, ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "Α.

Μ. Α.Ε.", μη διάδικος πλέον, η οποία επί σειρά ετών έδρευε επί της οδού ... και ... 135-139 στη ..., ενώ μεταφέρθηκε στην οδό ... στο ιδιόκτητο ακίνητο αυτής, την 22.1.2014, όταν ήδη είχαν καταγγελθεί οι συμβάσεις των καπνοβιομηχανιών, για λόγους εξοικονόμησης δαπανών. Παρά τις διαφορετικές διευθύνσεις πρόκειται, περί ενιαίου ακινήτου, το οποίο έχει πρόσοψη και στις δυο παράλληλες οδούς που το περικλείουν, ήτοι και στην οδό ...

στο ύψος του αριθμού 18Α και στην οδό ... στο ύψος του αριθμού 45, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, χωρίς όμως να αποδεικνύεται ότι οι δύο εταιρείες στεγάζονταν και λειτουργούσαν στον ίδιο χώρο και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχαν την ίδια έδρα, ούτε ότι χρησιμοποιούσαν τον ίδιο εξοπλισμό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.

Ομοίως δεν αποδείχθηκε ότι οι δυο εταιρίες είχαν κοινό προσωπικό καθώς όπως προκύπτει από την παραβολή του πίνακα προσωπικού των δυο επιχειρήσεων, ο Ν. Ζ. και ο Μ. Κ., που ήταν υπάλληλοι της ανώνυμης εταιρείας μέχρι τον Νοέμβριο του 2011, φαίνονται να απασχολούνται ως υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης την 5.11.2013 χωρίς όμως να προκύπτει ότι απασχολούνταν ταυτόχρονα και στις δυο εταιρείες.

Την λογιστική παρακολούθηση της πρώτης εναγόμενης είχε αναλάβει ο λογιστής Γ. Α., ο οποίος ανά καιρούς είχε συνεργαστεί και με την "Α. Μ. Α.Ε.", γεγονός το οποίο δεν ασκεί έννομη επιρροή στις σχέσεις των δυο εταιρειών, καθώς δεν είναι ασύνηθες ένας λογιστής να παρακολουθεί περισσότερες εταιρείες, ούτε από το γεγονός αυτό μπορεί να συναχθεί άνευ άλλου τινός, ότι οι δυο εταιρείες είχαν το ίδιο λογιστήριο.

Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω δυο εταιρίες, έχοντας διαφορετικό σκοπό, λειτουργούσαν ως διακριτές νομικές προσωπικότητες, με ξεχωριστές, έδρες, εξοπλισμό, προσωπικό, εμπορική και οικονομική δραστηριότητα, απορριπτομένων των αντίθετων ισχυρισμών των εναγόντων. Ακόμα αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος παράλληλα με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "Α.

Μ. Α.Ε.", ουσιαστικά ασκούσε την διοίκηση της πρώτης εναγομένης, καθώς όχι μόνο κατείχε μερίδιο τριπλάσιο των υπόλοιπων εταίρων, αλλά είχε και την σχετική εμπειρία, λόγω της πολύχρονης ενασχόλησής του με την εμπορία εν γένει, ενώ ο Ε. Κ. που ορίστηκε ως ομόρρυθμος εταίρος της πρώτης εναγομένης ήταν πριν την ίδρυση της πρώτης εναγομένης υπάλληλος και δη πωλητής στην εταιρεία "Α.

Μ. Α.Ε.". Την κυρίαρχη δε θέση του δεύτερου εναγόμενου στη διοίκηση της πρώτης εναγομένης επιβεβαίωσε με την κατάθεσή του στο ακροατήριο και ο μάρτυρας των εναγόντων, συναλλασσόμενος και με τις δύο εταιρίες, ενώ ο ίδιος εμφανίζεται ως διαχειριστής αυτής σε καταγραφή σελίδας στο διαδίκτυο (findbiz), κατά χρόνο που δεν προκύπτει επακριβώς πάντως μεταγενέστερο του Ιανουάριου του έτους 2015, χωρίς η παραδοχή αυτή να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες καθώς σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχική μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης είναι απόλυτα θεμιτό ένας επιχειρηματίας να δραστηριοποιείται σε περισσότερες επιχειρήσεις, υπό τον όρο της αποφυγής κατάχρησης της νομικής τους προσωπικότητας.

Όπως δε αποδεικνύεται από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της πρώτης εναγομένης, αυτή σημείωσε ζημίες ύψους 8.878,89 ευρώ κατά το οικονομικό έτος 2013-2014 και ύψους 16.037,98 ευρώ) κατά το οικονομικό έτος 2014-2015 και επομένως τυγχάνει απορριπτέος ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο δεύτερος εναγόμενος οδήγησε την ανώνυμη εταιρεία μεθοδευμένα σε πτώχευση, αφού προηγουμένως σύστησε την πρώτη εναγομένη καθοδηγώντας τις εργασίες και την πελατεία της κηρυχθείσας σε κατάσταση πτώχευσης ΑΕ στην πρώτη εναγομένη, συνεχίζοντας να εξοικονομεί μεγάλα κέρδη από τη λειτουργία αυτής.

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε μετά την αποχώρηση του δεύτερου εναγομένου τον Μάιο του έτους 2015, η εταιρεία συνέχισε την λειτουργία της μέχρι την 25.7.2018. οπότε τέθηκε σε εκκαθάριση, (βλ. ... ανακοίνωση του Προέδρου του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς), της οποίας οι εργασίες ολοκληρώθηκαν, πλην όμως επαναλαμβάνονται αυτοδικαίως, ενόψει των ενδίκων απαιτήσεων.

Σύμφωνα με τα ως άνω πραγματικά περιστατικά τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες οι αγωγικές βάσεις της αγωγής με τις οποίες επιχειρείται να εδραιωθεί η ευθύνη του δεύτερου εναγομένου στην άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της κηρυχθείσας σε πτώχευσης εταιρείας "Α. Μ. ΑΕ", και στην αδικοπραξία αυτού, συνιστάμενη στην μεθόδευση της χρεωκοπίας της ανώνυμης εταιρείας και της διοχέτευσης της πελατείας και των εργασιών αυτής στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, καθώς αποδείχθηκε ότι η τελευταία παρά το γεγονός ότι ουσιαστικά διοικούνταν από τον δεύτερο εναγόμενο, τουλάχιστον μέχρι την αποχώρησή του τον Μάιο του έτους 2015, είχε αυτόνομη οργάνωση και λειτουργία, σε σχέση με την ανώνυμη εταιρεία, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος διοχέτευσε τη δραστηριότητα της ανώνυμης εταιρείας στην πρώτη εναγομένη, όπως ορθά έκρινε αν και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες η εκκαλουμένη και να απορριφθούν οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης των εκκαλούντων".

Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων Α) ως προς την 1η αναιρεσίβλητη: ως προς την κύρια βάση της για άρση της νομικής αυτοτέλειας της 1ης αναιρεσίβλητης ως αόριστη και ως αόριστη επίσης κατά την πρώτη επικουρική της βάση λόγω σύστασης αφανούς εταιρείας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ως μη νόμιμη ως προς τη δεύτερη επικουρική βάση της, ως καθολική διάδοχος και Β) ως προς τον 2ο αναιρεσίβλητο:

ως αόριστη ως προς την πρώτη επικουρική της βάση και ως ουσία αβάσιμη ως προς τις λοιπές, απέρριψε, την αγωγή ως προς τους αναιρεσιβλήτους ,ως ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του Α) ότι ο τρόπος λειτουργίας και συνεργασίας των εταιρειών ήτοι της μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.

Μ. ΑΕ" και της 1ης αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση τελούσας ετερόρρυθμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "Ε. Ε.Ε.", κατά την άσκηση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων με διαφορετικό αντικείμενο, διαφορετική οργάνωση, άσκηση διοίκησης μέσω του 2ου αναιρεσιβλήτου - Π. Μ., Προέδρου και Διευθύντος Συμβούλου της ως άνω ανώνυμης εταιρείας και ετερόρρυθμου εταίρου της 1ης αναιρεσίβλητης Ε.Ε., δεν συνιστά κατάχρηση του θεσμού του νομικού προσώπου αλλά θεμιτό τρόπο εξυπηρέτησης των συμφερόντων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, ορθά έκρινε, ότι δεν έχουν εφαρμογή οι πιο πάνω διατάξεις περί άρσεως της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της κηρυχθείσας σε πτώχευση και μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.

Μ. ΑΕ" και 281, 288ΑΚ, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 22α και 23 του ν. 2190/1920, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν.4548/2018, περί απαγορεύσεως ανταγωνιστικών πράξεων, καθ' όσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν χρησιμοποίηση εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσιβλήτου της νομικής προσωπικότητας της ανωτέρω εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους δανειστές και δη τους ενάγοντες ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, με συνέπεια να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου της εν λόγω εταιρείας καθώς και της παραβίασης των υποχρεώσεών του πίστης και ευθύνης του από τη διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων σε βάρος αυτής και των εναγόντων, και, συνεπώς, να μη δικαιολογείται η άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας αυτού, ώστε να θεμελιούται ευθύνη του δεύτερου αναιρεσιβλήτου έναντι των αναιρεσειόντων, και Β) ότι δεν συντρέχουν τα καθοριστικά στοιχεία περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη και τη διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του π.δ/τος 178/2002 και 6 του ν. 2112/1920, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων.

Και τούτο, διότι τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δηλαδή α) ότι η πτώχευση της μη διαδίκου "Α. Μ. ΑΕ" οφειλόταν σε αντικειμενικούς παράγοντες: μείωση κύκλου εργασιών της εξ αιτίας καταγγελιών των συμβάσεων από τις συνεργαζόμενες καπνοβιομηχανίες, πτώση εσόδων λόγω αντίστοιχης μείωσης του περιθωρίου κέρδους από τις εταιρείες προμηθευτές καρτών τηλεφωνίας, β) ότι η δραστηριοποίηση της 1ης αναιρεσίβλητης σε διαφορετικούς τομείς από την ως άνω μη διάδικο και πτωχεύσασα εταιρεία, γ) ότι είχαν διαφορετική έδρα και διάφορο προσωπικό οι ως άνω δύο εταιρείες, δ) ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος αποχώρησε από την 1η αναιρεσίβλητη τον Μάιο του έτους 2015 και αυτή (εταιρεία) συνέχισε τη λειτουργία της μέχρι τον 25.7.2018, οπότε τέθηκε σε εκκαθάριση, ε) στην 1η αναιρεσίβλητη πωλήθηκαν την άνοιξη του έτους 2014 τέσσερα φορτηγά κλειστού τύπου ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "Α.

Μ. ΑΕ" και δεν υπήρξε μεταβίβαση άλλων επί μέρους στοιχείων του εξοπλισμού αυτής, στ) ότι δύο (2) μόνο εργαζόμενοι από την ανώνυμη εταιρεία υπήρξαν εργαζόμενοι και της 1ης αναιρεσίβλητης εταιρείας, ζ) ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση άυλων αγαθών, όπως: πελατεία, σήμα, καθ' όσον οι καπνοβιομηχανίες ανέλαβαν την προμήθεια ειδών καπνού, με αποτέλεσμα οι σχετικοί πελάτες να στραφούν στις καπνοβιομηχανίες και επιπλέον στη δραστηριότητα της 1ης αναιρεσίβλητης δεν περιλαμβανόταν η πρακτορεία ειδών κινητής τηλεφωνίας με συνέπεια να μην υφίσταται απορρόφηση σχετικού τμήματος του πελατολογίου αυτής και επιπλέον η 1η αναιρεσίβλητη δεν χρησιμοποίησε ίδιο διακριτικό σήμα με την ανώνυμη εταιρεία, η) ότι οι δραστηριότητες της 1ης αναιρεσίβλητης ήταν παρεμφερείς με τις δραστηριότητες της ανώνυμης εταιρείας σε ότι αφορά τα είδη καπνιστών, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη και, ως εκ τούτου, η 1η αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται για τις αγωγικές αξιώσεις των αναιρεσειόντων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι μεταβιβάσθηκε η επιχείρηση της κηρυχθείσας σε πτώχευση μη διαδίκου ανώνυμης εταιρείας στην πρώτη εναγόμενη - 1η αναιρεσίβλητη, καταστάσα ούτω καθολική διάδοχος της κηρυχθείσας σε πτώχευση ανώνυμης εταιρείας, η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της, δέχθηκε τα εξής: "Ότι στην πρώτη εναγόμενη πωλήθηκαν την άνοιξη του 2014 τέσσερα φορτηγά κλειστού τύπου της ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας, χωρίς να αποδεικνύεται η μεταβίβαση οποιουδήποτε άλλου εξοπλισμού αυτής, ενώ όπως προαναφέρθηκε δύο μόνο πρώην εργαζόμενοι της "Α.

Μ. ΑΕ" από τους οποίους απασχολούσε στο αμέσως προηγούμενο της πτώχευσης χρονικό διάστημα, προσλήφθηκαν και εργάστηκαν στην πρώτη εναγόμενη, ήδη από τις αρχές της λειτουργίας της ως άνω εταιρείας κατά το έτος 2013, ήτοι ικανό χρόνο πριν την υποβολή της αίτησης πτώχευσης. Περαιτέρω, δεν μεταβιβάστηκε άυλη περιουσία της ανώνυμης εταιρείας, καθώς αφενός οι καπνοβιομηχανίες ανέλαβαν την προμήθεια των ειδών καπνού, με αποτέλεσμα η πελατεία που σχετιζόταν με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα της ανώνυμης εταιρείας να στραφεί σε εκείνες και αφετέρου στην δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης δεν περιλαμβανόταν η πρακτορεία ειδών κινητής τηλεφωνίας, ώστε να μην δύναται αντικειμενικά να απορροφήσει το σχετικό κομμάτι του πελατολογίου της ανώνυμης εταιρείας.

Επιπλέον ουδόλως αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη είχε ή χρησιμοποίησε ίδιο διακριτικό σήμα με την ανώνυμη εταιρεία, ή παρουσιάστηκε ως συνέχεια αυτής στους τρίτους συναλλασσόμενους. Οι δραστηριότητες των δυο εταιρειών ήταν παρεμφερείς σε ότι αφορά τα είδη καπνιστών όχι όμως ίδιες, και όπως προαναφέρθηκε η πρώτη εναγομένη διακινούσε περιστασιακά ποσότητες τσιγάρων, χωρίς όμως να προβαίνει σε χονδρικό εμπόριο αυτών, διαδεχόμενη τη δραστηριότητα της εταιρείας "Α.

Μ. ΑΕ". Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά εκτιμάται ότι δεν στοιχειοθετείται η μεταβίβαση της επιχείρησης της εταιρείας "Α. Μ. ΑΕ" στην πρώτη εναγομένη, επειδή ουσιαστικά στην ως άνω εταιρεία μεταβιβάστηκαν τα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιοκτησίας της πρώτης, που συνιστούσαν μεν σημαντικό περιουσιακό της στοιχείο, με δεδομένο ότι τα ακίνητα ιδιοκτησίας της έφεραν βάρη από την Τ.

E., και δύο υπάλληλοι της προσέφεραν μετέπειτα την εργασία τους στην πρώτη εναγόμενη, στοιχεία που δεν είναι ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι υπήρξε μεταβίβαση της ανώνυμης εταιρείας ως ενιαίο οικονομικό και περιουσιακό σύνολο, λόγω της έλλειψης μεταβίβασης της άυλης περιουσίας αυτής, και της διαφορετικότητας των αντικειμένων δραστηριοποίησής της.

Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η επικουρική βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία η πρώτη εναγομένη ευθύνεται εις ολόκληρον με την κηρυχθείσα σε πτώχευση εταιρεία για την ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγόντων ως καθολική διάδοχος αυτής, λόγω μεταβίβασης της περιουσίας της". Περαιτέρω το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ερειδόμενη στο άρθρο 479 ΑΚ βάση της αγωγής κατά το μέρος που στρέφονταν κατά της 1ης εναγομένης - 1ης αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι δεν στοιχειοθετείται - δεν υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης της μη διαδίκου εταιρείας "Α.

Μ. ΑΕ", δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της πραναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αρνητικό αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό ειδικότερες παραδοχές, ότι λόγω της έλλειψης μεταβίβασης της άυλης περιουσίας αυτής και της διαφορετικότητας των αντικειμένων δραστηριοποίησής της, δεν υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης της εταιρείας "Α.

Μ. ΑΕ", ως ενιαίο οικονομικό και περιουσιακό σύνολο, ενόψει του ότι μεταβιβάστηκαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη τέσσερα φορτηγά, ιδιοκτησίας της ανωτέρω εταιρείας και ακίνητα αυτής που έφεραν βάρη από την Τ. E.. Επομένως, ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 479 ΑΚ, με το να απορρίψει την αγωγή τους ως αβάσιμη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 447/2015, 1056/2014, 1663/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της 1ης εναγομένης - 1ης αναιρεσίβλητης, τα οποία είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι αναιρεσείοντες - εκκαλούντες ενώπιόν του, τα οποία, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι από τα κέρδη φορολογικού έτους 2013 ο 2ος αναιρεσίβλητος έλαβε καθαρό κέρδος 810,22 ευρώ, ο Μ.

Μ. 270,07 ευρώ και ο Κ. Ε. 270,07 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών αδιστάκτως έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 343/2017), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν Θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 1278/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α) ισολογισμούς της πτωχής ανώνυμης εταιρείας των ετών 2010-2014 και β) τιμολόγια πώλησης της εταιρείας "Κ.

ΑΕ". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στην αίτηση αναίρεσης προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ποιων κρισίμων ισχυρισμών προσκομίστηκαν τα ως άνω έγγραφα, ούτε εκτίθεται το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτοί ήταν ουσιώδεις και τα ως άνω έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη τους.

Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη, ως άνω έγγραφα.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.10.2020 αίτηση των 1) Α. Χ. κλπ (σύν. 3) για αναίρεση της 567/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ