Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding specific substantive law errors in the lower court's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Third Instance Court of Patras regarding a property ownership dispute. The appellant argued for a violation of substantive law but failed to specify the exact legal error in interpreting the relevant articles. The court ruled that such vagueness renders the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1, 566 para. 1, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal alleging violation of substantive law must precisely identify the specific provision violated and the exact legal error committed by the court of first instance; otherwise, it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 114 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Χ. Μ., κατοίκου ..., 2) Ε. χας Χ. Μ., κατοίκου ..., 3) Χ. Χ. Μ., κατοίκου Φλώρινας, 4) Α. Χ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-1977 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/1978, 752/2004, 494/2007 μη οριστικές, 143/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 6/12/2018 (αρ. κατ. 39/2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 143/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, νυν αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. 143/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η κατ'αυτού από 25/8/1977 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων Η. Μ., ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και του αποβιώσαντος μετά την άσκησή της Χ. Μ., στη θέση του οποίου συνέχισαν την δίκη οι κληρονόμοι του, ήδη τρίτη, τέταρτος και πέμπτη αναιρεσίβλητοι.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, που δεν εμφανίσθηκαν, μολονότι είχαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον (βλ. την υπ'αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πατρών Κ. Κ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και επί εκ πλαγίου παραβίασης κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που συμβαίνει όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί μη συνδρομής τούτων η οποία αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι κατά νόμο αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου (ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της), καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, ή όταν η διατύπωση της αποφάσεως είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μη είναι αναμφίβολο.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως, όταν δηλαδή εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπάρκειας αιτιολογιών, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές, σαφούς όμως, πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561ΚΠολΔ.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στη προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς το ζήτημα του χαρακτήρα μερών της επίδικης έκτασης ως κοινοχρήστου (αιγιαλού) και ως αδεσπότου και εντεύθεν ανηκόντων στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.
Ειδικότερα σύμφωνα με το λόγο αυτό, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του "εδέχθη μεν ότι το βόρειο άκρο της επίδικης εκτάσεως βρίσκεται νοτιότερα από το σημείο που τοποθετήθηκε από τον πραγματογνώμονα Θ. Β., και ταυτόχρονα υιοθέτησε πλήρως τα συμπεράσματα της άνω πραγματογνωμοσύνης, με αποτέλεσμα με αντιφατικές αιτιολογίες να δεχθεί περιστατικά που αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων 967 και 972 ΑΚ σε ολόκληρη την έκταση των 20 στρεμμάτων".
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντας ζητούσαν με την αγωγή τους να αναγνωριστούν κύριοι του ανωτέρω αναφερόμενου τμήματος του αρχικού ακινήτου, το εμβαδόν του οποίου ανέρχεται, κατά τα αναγραφόμενα στην αγωγή τους, σε 40.756 τ.μ.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι τμήμα της όλης εκτάσεως των 40.756 τ.μ., συνολικού εμβαδού 20 στρεμμάτων, το οποίο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του επιδίκου και οριοθετείται "βόρεια με θάλασσα, νότια με καρόδρομο που επικοινωνεί με κτήματα Κ.
Μ., παλαιό αιγιαλό, παραλία και θάλασσα και δυτικό με παραλία, παλαιό αιγιαλό και βαλτώδη έκταση έκταση ανήκει κατά κυριότητα στο ελληνικό δημόσιο. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι το μεν δέκα στρέμματα εκ των ανωτέρω αποτελούν αδέσποτο, τα δε έτερα δέκα στρέμματα αποτελούν αιγιαλό και, επομένως, ανήκουν στην κυριότητά του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, πράγματι, εδαφικό τμήμα του ακινήτου, που απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο από 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του διορισθέντος από Δικαστήριο πραγματογνώμονος Θ. Β., τοπογράφου μηχανικού, το οποίο συνοδεύει την με αρ. ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αποτελεί παλαιό αιγιαλό, ενώ έτερο εδαφικό τμήμα, που απεικονίζεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα, με τα στοιχεία ...
ήταν αδέσποτο και, επομένως ανήκαν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προσδιόρισε, δε, το εμβαδόν των ως άνω τμημάτων σε 8.500 τ.μ.. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, βόρειο τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων θεωρήθηκε ο παλαιός καρόδρομος. Με την υπό κρίση έφεσή του το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο βάλλει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ισχυρίζεται ότι πράγματι ο καρόδρομος, κατά τα ανωτέρω, αποτελεί το βόρειο όριο του ακινήτου των εναγόντων, πλην όμως αυτός βρισκόταν πολύ νοτιότερα από τη θέση, που την τοποθέτησε ο ανωτέρω πραγματογνώμονος στο σχετικό σχεδιάγραμμα και, μάλιστα, σε απόσταση 165 μέτρων από τη θάλασσα, κατά το έτος 1974, τέμνοντας στη μέση το όλο ακίνητο των εναγόντων, αμέσως δε μετά την έγερση της υπό κρίση αγωγής, αυτοί (ενάγοντας) προέβησαν σε επιχωμάτωση της βαλτώδους έκτασης που υπήρχε εκτός των ορίων του ακινήτου τους, μεταβάλλοντας τον χαρακτήρα αυτής.
Ωστόσο, από την με αριθμό ... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ως άνω πραγματογνώμονα, ο οποίος μελέτησε προγενέστερες αεροφωτογραφίες της περιοχής, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο καρόδρομος βρίσκεται στην θέση που τον τοποθέτησε στο σχεδιάγραμμά του, αφού στην αεροφωτογραφία του 1973, ήτοι πριν την έκδοση της με αρ. 196/1974 απόφασης του Εφετείου Πατρών και την με αρ. 3/1979 απόφαση του Εισαγγελέα Πατρών, που το εναγόμενο επικαλείται προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο καρόδρομος φαίνεται στην ίδια θέση που βρίσκεται τόσο κατά το χρόνο σύνταξης της πρώτης πραγματογνωμοσύνης (1981) όσο και κατά το χρόνο σύνταξης του τοπογραφικού που συνοδεύει την δεύτερη πραγματογνωμοσύνη (2006).
Επομένως, ουδόλως προκύπτει "μεταφορά" του καρόδρομου, ώστε να αλλοιωθούν τα όρια του επιδίκου ακινήτου, τα οποία και το εκκαλούν - εναγόμενο αποδέχεται, με τις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του, ως το βόρειο άκρο αυτού." Εκ των ως άνω διαλαμβανόμενων στη προσβαλλόμενη, καθίσταται σαφές ότι τοιαύτη αντιφατική παραδοχή, που επικαλείται το αναιρεσείον προς επιστήριξη του προβαλλόμενου λόγου της αναίρεσης του, δεν υπάρχει.
Συνεπώς έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 967 και 972 ΑΚ, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.
ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μίας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου. Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, μεταξύ άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιές από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές, που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και, συνακόλουθα, μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί από το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, αλλά δεν τις εξειδίκευσε στο αναιρετήριο, μπορεί να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 967 και 972 του ΑΚ. Πλην όμως, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή, αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις προμνημονευόμενες διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της.
Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ενόψει των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του αναιρεσείοντος, καθόσον, λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν υπάρχει σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/12/2018 (αρ. κατ. 39/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 143/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ