Supreme Court dismisses appeal against land registry decision regarding ownership and area errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court decision regarding land ownership and area discrepancies. The State argued procedural violations regarding public documents and jurisdiction, but the Court found these arguments baseless. Consequently, the lower court's ruling was upheld, and the State was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2, 440, and 559 of the Code of Civil Procedure; The Code of Civil Procedure provisions defining jurisdiction and evidentiary rules are procedural in nature, and public documents constitute full proof only regarding the authority of the issuer, not the substantive truth of the underlying facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1148 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1148/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μ. Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Εισηγήτρια, Μ. Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Σ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατίνα-Μ. Στεφάνου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της προσβαλλόμενης 22/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ασκήθηκαν: Α) η από 9.12.2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, Ι.
Π., στρεφόμενη κατά έντεκα εναγομένων (φυσικών προσώπων), μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με την οποία ο ενάγων εξέθετε ότι έχει καταστεί κύριος με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία) του περιγραφομένου σε αυτήν αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." της Τοπικής Κοινότητας ...
της Δημοτικής Ενότητας ..., του Δήμου ..., εκτάσεως 5.148,73 τμ., καθώς και ότι κατά τη διαδικασία της ήδη περατωθείσας κτηματογράφησης στην εν λόγω περιοχή, από παραδρομή δεν υπέβαλε σχετική δήλωση, με αποτέλεσμα το ακίνητό του με ΚΑΕΚ ... να καταχωρηθεί στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", και επί πλέον με εμβαδόν 4.400 τμ., ήτοι μικρότερο από αυτό που πράγματι έχει μέσα στα υλοποιημένα όριά του.
Επικαλούμενος δε ο ενάγων, ότι η ως άνω εσφαλμένη εγγραφή διορθώθηκε μεν με την ... αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο το εν λόγω γεωτεμάχιο ως ιδιοκτησία του, πλην όμως με εσφαλμένο εμβαδόν και όρια, ήτοι με εμβαδόν 4.400 τμ., αντί του ορθού των 5.148,73 τμ., διότι δύο τμήματα αυτού έχουν περιληφθεί και καταχωρηθεί εσφαλμένα, στα όμορα γεωτεμάχια, ήτοι το μεν ένα που καταλαμβάνει το δυτικό-βορειοδυτικό και το βορειοανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας του, εμβαδού 670 τμ., περιλήφθηκε εσφαλμένα στο όμορο γεωτεμάχιο, εμβαδού 8.848 τμ, με ΚΑΕΚ ..., το οποίο κατά τις αρχικές εγγραφές καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Μ.
Ρ. και β) το δε έτερο τμήμα που καταλαμβάνει μέρος του βορείου ορίου της ιδιοκτησίας του, εμβαδού 78,68 τμ., περιλήφθηκε εσφαλμένα στο όμορο γεωτεμάχιο, εμβαδού 5.732,46 τμ., το οποίο κατά τις αρχικές εγγραφές καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία της Χ. -Λ. Ν.., ζήτησε, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί των ως άνω επιδίκων εδαφικών τμημάτων και να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα, να καταχωρηθεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης ενιαίου ακινήτου 5.148,73 τμ., με τη συνένωση αυτών στην ιδιοκτησία του.
Β) Η από 1.2.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ι. Π. και των μη διαδίκων Μ. χήρας Μ. Ρ. και Ε. Ρ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Μ. Ρ., (οι οποίες περιλαμβάνονταν στους εναγομένους της παραπάνω αγωγής του Ι. Π.). Με την αγωγή αυτή το ενάγον εξέθετε, ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης στην ίδια περιοχή, καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., με ΚΑΕΚ ..., το ως άνω γεωτεμάχιο, εμβαδού 8.848 τμ., ως ιδιοκτησία του Μ.
Ρ., ενώ τούτο ανήκει στην κυριότητά του καθόσον αποτελούσε ανέκαθεν τμήμα ευρύτερης δασικής έκτασης και ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί αυτού και να διορθωθεί ανάλογα η ανακριβής πρώτη κτηματολογική εγγραφή ώστε να καταχωρηθεί το ίδιο ως κύριος του εν λόγω γεωτεμαχίου. Επί αμφοτέρων των ως άνω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 127ΤΜ/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
με την οποία η αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου έγινε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε αυτός ως κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο περιλαμβάνονται και τα δύο ως άνω γεωτεμάχια των 670, 04 τμ και των 78,68 τμ., και διατάχθηκε η αιτούμενη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... - ..., η δε αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου έγινε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε το ίδιο κύριο σε ποσοστό 100% του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται το ως άνω τμήμα των 670,04 τμ., και διατάχθηκε η διόρθωση της αιτούμενης ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 22/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το μέρος της που αφορούσε την πρώτη ως άνω αγωγή του αναιρεσίβλητου Ι.
Π. και ως κατ'ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος της που αφορούσε τη μερική απόρριψη της δικής του αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής, όσον αφορά την εν μέρει απόρριψη της αγωγής του, στρέφεται η υπό κρίση από 31.5.2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2-3, 4 παρ. 1, 6 παρ. 1-2, 7, 11 και 17 του Ν..2664/1998, όπως ισχύει προκύπτουν τα εξής : α) Στο Εθνικό Κτηματολόγιο καταχωρούνται νομικές και τεχνικές πληροφορίες που αποσκοπούν στον ακριβή καθορισμό των ορίων των ακινήτων και στη δημοσιότητα των εγγραπτέων στα κτηματολογικά βιβλία δικαιωμάτων και βαρών, με τρόπο που διασφαλίζει τη δημόσια πίστη, προστατεύοντας κάθε καλόπιστο συναλλασσόμενο που στηρίζεται στις κτηματολογικές εγγραφές, β) Από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου σε καθεμία από τις κατά το ν. 2308/1995 κτηματογραφούμενες περιοχές αντικαθίσταται το υφιστάμενο έως τότε στις περιοχές αυτές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών...
γ) Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρούνται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες. δ) Οι πρώτες εγγραφές, επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, αποτελούν πράξη δημόσιας αρχής με διαπιστωτικό χαρακτήρα των υφισταμένων εμπράγματων δικαιωμάτων, που μετά την οριστικοποίηση τους παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας.
ε) Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία, αναφορικά με το δικαιούχο κυριότητας ενός ακινήτου, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον (ο πραγματικός κύριος, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ο δανειστής του κλπ), να ζητήσει με αγωγή, που απευθύνεται ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπο Πρωτοδικείου, την αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο και για μόνιμους κατοίκους εξωτερικού ή εργαζόμενους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της πενταετούς προθεσμίας, για τους οποίους η προθεσμία άσκησης της αγωγής είναι επτά (7) έτη.
στ) Οι πρώτες εγγραφές, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η ακρίβεια δικαστικά εντός της αναφερόμενης στο νόμο αποκλειστικής προθεσμίας καθίστανται άμεσα οριστικές και παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας υπέρ των αναγραφομένων ως δικαιούχων κυριότητας, ενώ σε περίπτωση δικαστικής τους αμφισβήτησης, οριστικοποιούνται μόλις καταστεί αμετάκλητη η δικαστική απόφαση που απορρίπτει την αγωγή, ή αν αντίθετα γίνει ολικά ή μερικά δεκτή η ασκηθείσα αγωγή, μόλις καταστεί αμετάκλητη η σχετικώς εκδοθείσα απόφαση, διορθώνονται αντίστοιχα οι πρώτες εγγραφές και έκτοτε παράγουν αμάχητο τεκμήριο ακρίβειας.
Κρίσιμος χρόνος για την ύπαρξη εμπράγματου δικαιώματος, που προσβάλλεται με τις ανακριβείς πρώτες εγγραφές είναι αυτός της έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή όπως καθορίζεται με σχετική απόφαση του ... και όχι αυτός της έγερσης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2. του ΑΚ και 12 παρ. 1 ζ' του Ν. 2664/1998. (ΑΠ 1412/2021, ΑΠ 239/2021, ΑΠ 582/2018, ΑΠ 148/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του νόμου της 7ης ... 1274(1856), οι γαίες στο Οθωμανικό Κράτος διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής κυριότητας (εραζίτ μεμλουκέ, "μούκλια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες) των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, δηλαδή γαίες εξουσιαζόμενες λόγω κυριότητας, β) τις δημόσιες γαίες (εραζίτ μιριγέ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (εραζίτ μεβκουφέ), δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (εραζίτ μετρουκέ, οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε)τις νεκρές γαίες (εραζίτ μεβάτ, τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Στο οθωμανικό κράτος ολόκληρη η γη ήταν δημόσια εκτός από τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας που καθορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου της 7ης ... και που παραχωρούνταν κατά κυριότητα σε ιδιώτες με αυτοκρατορικά (σουλτανικά) φιρμάνια (διατάγματα), ενώ δεν χωρούσε κατάλυση του χαρακτήρα της δημόσιας γης με κτητική παραγραφή (άρθρο 1248 ...).
Μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 συνθήκης της ... το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γης. 'Ετσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά τον ως άνω οθωμανικό νόμο περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την διαδοχή αυτή να θιγούν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των δημοσίων γαιών.
Το ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσεις απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου με αμάχητο τεκμήριο μόνον την κυριότητα εκείνων των ιδιοκτήτων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με τη ρητή αναφορά στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22.3.1829 με τον παράτιτλο "Ο. Σ. και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την ... νήσοι, η ... και αι κοινώς καλούμεναι ...
θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος του Κράτους" .'Όμως οι διατάξεις των ως άνω πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της ..., δια των οποίων περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, δικαιώματι πολέμου, οι αναφερόμενες σε αυτά γαίες, δεν έθιξαν τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ") τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.
Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις .... Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε ... κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών, χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης ...
έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου. Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της ... (Α.Π 200/1934, Α.Π. 466/1957, Α.Π. 1810/2009).
Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της ..., για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.
Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίσθηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το Ελληνικό Κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (Ολ ΑΠ 1/2013, ΑΠ241/2021, ΑΠ 1228/2020, ΑΠ 749/2019, ΑΠ 27/2019).
Εξάλλου, για τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1937, ότι ανήκουν στο Δημόσιο, με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίσθηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντορωμαϊκού δικαίου των ν. 1,23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδεσπότων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Γα την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ (ΑΠ 974/2008).
Επίσης, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΒΔ της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίσθηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες οι οποίες πριν από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι "εξουσιάσεως" θα αναγνωρίζονταν από την Γραμματεία και Οικονομικών, κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου.
Από τις διατάξεις αυτές του ΒΔ της 17/29-11-1836 συνάγεται ότι, για τα δάση που δεν αναγνωρίσθηκαν, κατά την διαγραφόμενη ειδικότερα στο άρθρο 3 του ίδιου β.δ/τος διαδικασία, ως ιδιωτικά, δημιουργείται νόμιμο τεκμήριο ότι ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο. Προϋπόθεση όμως εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 303/2015, ΑΠ 975/2008).
Το ως άνω μαχητό τεκμήριο του Δημοσίου επί των δασών που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 62 του Ν. 998/1979, δεν εφαρμόζεται στις ..., την Κρήτη, τα ... και ..... και στους νομούς ..., .... Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς ότι επί των δασών, που προβλέπεται στο ως άνω Β.Δ., στα νησιά των Κυκλάδων (και των λοιπών προαναφερομένων), δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών των εν λόγω περιοχών μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ'αυτήν, αλλά πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο( ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018, ΑΠ 1182/2018).
Κατά δε το άρθρο 1 του Β.Δ. της15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις ..., δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.
Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ..., κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ..., κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων.
Επομένως η ανωτέρω διάταξη του β.δ/τος εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, ως προς το οποίο ισχύουν αναλογικά αυτά που ισχύουν για το αντίστοιχο τεκμήριο που αφορά στα δάση (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 266/2010, ΑΠ 471/2008). Σύμφωνα δε με τις έχουσες εφαρμογή, κατ` άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.
χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινοραωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, (σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/18-5-1926, "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" του άρθρου 60 του ν. ΣΟΖ`/1855 και του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ'/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί δημοσίων κτημάτων, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση και τα λιβάδια του Δημοσίου από ιδιώτες, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής, πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, επί τριακονταετία μέχρι και την 11 Σεπτεμβρίου 1915.
Επί συμπληρωθείσας ως άνω μέχρι και την 11-9-1915 έκτακτης χρησικτησίας δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή επί της δι' αυτής κτηθείσας κυριότητας οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος", και του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του αν.
ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του αν.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί Δασικού Κώδικος" με τις οποίες ορίζεται ότι επί των δημοσίων εν γένει δασών θεωρείται νομεύς το Δημόσιον, έστω και αν δεν ενήργησε επ` αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή επί δημοσίων δασών κλπ ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013 ).Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1717/2022, ΑΠ 652/2022, 561/2022, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 148/2020 ΑΠ 50/2020, ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ1 103/2011).
Ο από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί, θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. (ΑΠ 1183/2021, 548/2021, 540/2021, 894/2020, ΑΠ 1141/2019).
Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Εάν όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αλλά εφόσον ο ισχυρισμός αυτός περί ύπαρξης δεδικασμένου είχε προταθεί ιδρύεται ο από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναιρετικός λόγος διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. (ΑΠ 154/2022,ΑΠ 81/2020, ΑΠ612/2018, ΑΠ1797/2013) Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης [εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης] (ΑΠ 154/2022, ΑΠ 1574/2021, ΑΠ 81/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, με την 22/2021 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του αναιρεσίβλητου, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων ενώπιόν του αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στον Μ.
Ρ. του Α., γεννηθέντα στη ... το έτος 1936, κάτοικο ... ..., περιήλθε από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 5-11-1982 πατέρα του, Α. Τ. Ρ., δυνάμει της υπ'αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ..., Μ. Τ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ'αριθμ. 289/1982 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε νομότυπα με την υπ'αριθμ. ...
Δήλωση Αποδοχής, του συμβολαιογράφου ... ..., Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα..., μεταξύ άλλων, και τα περιγραφόμενα ως ακολούθως ακίνητα "2ον) Έν χωράφιον κείμενον κατά την θέσιν "...", εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσεως 1 και 1/2 στρέμματος, επωνομαζόμενο "...", συνορευόμενο ήδη σήμερον με κτήματα Μ. Α. Ρ., κληρονόμων Μ. Ρ., Α.
Π. Ρ., Μ. Τ. Ρ. και Ι. Π. Ρ., περιελθόν στον κληρονομούμενο δυνάμει του υπ'αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ... και 3ον ) Σκληροχωράφιο μετά συνεχόμενης αμπέλου, κείμενα κατά την θέσιν "...", συνολικήςεκτάσεως, κατά δήλωση του αποδεχόμενου, 25 περίπου στρεμμάτων, συνορεόμενα γύρωθεν σήμερον με παραλία και με κτήματα Ε.
Γ. Ρ., Ι. Γ. Ρ., Α. Γ. Ρ., Μ. Τ. Ρ. και Α. Π. Ρ.". Ο δε δικαιοπάροχος πατέρας του, Α. Τ. Ρ., με το νομίμως μεταγραφέν υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., Λ. Α., είχε αγοράσει από τον Μ. Ρ., δύο αγροτικά κτήματα στη θέση "..." ... ..., που αποτελούσαν μία κτηματική ομάδα και ειδικότερα : α) ένα σκληροχώραφο έκτασης 1 και 1/2 ζευγαριάς, που περιέχει 4 συκόδεντρα και συνορεύει γύρωθεν με κτήματα Ν.
Ξ. (πρώην Φ. Ρ.), Τ. Ρ.. και παραλία και με συνεχόμενο αμπέλι (δεύτερο κτήμα) και β) ένα αμπέλι έκτασης 1 ζευγαριάς, που συνορεύει γύρωθεν με κτήματα Τ. Ρ.., Α. Ρ., Φ. Ρ. και με το υπό α' σκληροχώραφο. Στον δε δικαιοπάροχό του, Μ. Ρ., τα ως άνω κτήματα είχαν περιέλθει από τους Μ. Ρ. και Β. Ρ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...
προικοσυμφώνου, στο οποίο τα μεταβιβαζόμενα ακίνητα περιγράφονται, όπως ακριβώς και στο προαναφερόμενο ... συμβόλαιο. Το προαναφερόμενο υπό στοιχείο (3) ακίνητο, στη θέση "...", που σύμφωνα με το από 24-8-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ν. Ζ., έχει συνολικό εμβαδόν 29.641 τμ (αφειρουμένης της τεκμαρτής ζώνης αιγιαλού), ο ανωτέρω Μ.
Ρ., το κατέτμησε σε τέσσερα διαιρετά τμήματα, τα οποία εμφαίνονται στο ίδιο τοπογραφικό με τους αριθμούς 1,2,3 και 4, εμβαδού εκάστου αντίστοιχα 5.200 τμ, 10.246 τμ, 5.215και 8.980 τμ, εκ των οποίων μεταβίβασε τρία (τα με τους αριθμούς 1, 2 και 3), με τα υπ'αριθμ. ... αντίστοιχα αγοραπωλητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου ..., Μ.
Τ.-Χ.. Ειδικότερα, με το, εκ των άνω, υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο πούλησε προς την Χ.-Λ. Ν.... (τέταρτη εναγομένη στην προαναφερόμενη με στοιχεία (Α) αγωγή), το με αριθμητικό στοιχείο (3) διαιρετό τμήμα, εκτάσεως 5.215 τμ, που βρίσκεται προς τη βορειοανατολική πλευρά του ενιαίου ακινήτου, το οποίο, σύμφωνα με την αναφερόμενη στο συμβόλαιο περιγραφή, με βάση το άνω τοπογραφικό διάγραμμα, συνορεύει, από <<νότια-νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Π. (πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου) και από νότια με το υπόλοιπο του αρχικού ακινήτου που παραμένει στην κυριότητα του πωλητή, καθώς και με το υπό στοιχείο (2) τμήμα της ίδιας αρχικής έκτασης, από δυτικά, επίσης με το υπόλοιπο του ακινήτου που παραμένει στην κυριότητα του πωλητή και από νότια-νοτιοδυτικά, επίσης με το υπό στοιχείο 2 του ακινήτου, συνιδιοκτησίας ήδη Χ.-Λ.
Ν. και Μ.-Κ. Ν.>>, ενώ στο ίδιο συμβόλαιο, για το όλο ακίνητο αναφέρεται ότι : "έχει εμβαδό 29.641 τμ, οριοθετείται καθόλη την περίμετρό του με εμφανή ξερολιθιά, περιέχει ένα μικρό ασκεπές κτίσμα (μαντρί) και συνορεύει από βόρεια με πρώην ιδιοκτησία Ε. Ρ.. και ήδη Δ. και Θ. Μ., επί συνεχόμενων τεθλασμένων γραμμών του διαγράμματος...
με πρώην ιδιοκτησία Ι. Ρ., και ήδη Σ. Λ. και Δ. Λ. και επί πλευρών διαγράμματος.... Με ιδιοκτησία Γ. και Ά. Κ., από ανατολικά επί πλευρών διαγράμματος... με την ίδια άνω πρώην ιδιοκτησία Ι. Ρ., επί πλευρών διαγράμματος... με την ίδια ως άνω ιδιοκτησία Γ. και Ά. Κ., ενώ επί πλευρών διαγράμματος... με ιδιοκτησία Π. (πρώτου εναγομένου εφεσίβλητο) και νότια, επί πλευρών διαγράμματος...
με την ίδια ως άνω ιδιοκτησία Π., ενώ επί πλευρών διαγράμματος... με ιδιοκτησία Ά. Π. Ρ. και τέλος από δυτικά, επί συνεχόμενων τεθλασμένων γραμμών διαγράμματος με βραχώδη ακτή και θάλασσα... Σημειώνεται ότι για το προκείμενο ακίνητο έχει εκδοθεί η με αριθμό ... Πράξη Χαρακτηρισμού της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων, σύμφωνα με την οποία η έκταση αυτή (εκτός ενός τμήματος εμβαδού 8.980 τμ) που βρίσκεται στη νότια πλευρά του και εξαιρείται της παρούσας μεταβίβασης), έχει τεθεί οριστικά εκτός του πλαισίου προστασίας των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, διότι είναι αγροτικού χαρακτήρα της παρ. 6α του άρθρου 3 του Ν. 998/79, συνεπώς αυτή διέπεται από τις διατάξεις του Αγροτικού και Αστικού Κώδικα, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, όπως προκύπτει από το υπ'αριθμ.
πρωτ. 2535/11-4-2001 έγγραφο της άνω Υπηρεσίας..." ... Πράγματι δε, ο ανωτέρω Μ. Ρ. του Α., υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων, την από 1010-2000 αίτηση για το χαρακτηρισμό του εν λόγω ενιαίου ακινήτου, προσκομίζοντας ως τίτλο του την άνω υπ'αριθμ. ... Δηλωση Αποδοχής Κληρονομίας και το από ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Γ.
Σ., σύμφωνα με το οποίο "το τοπό στοιχεία (1,2,3... 33,34,1) γήπεδο (σκληροχώραφο), στη θέση "...", έχει συνολικό εμβαδόν 32.250,49 τμ" και συνορεύει νοτιοανατολικά με <<Ι..... Π..>>... Με βάση το εν λόγω τοπογραφικό και μετά από διενέργεια αυτοψίας και ερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988 από το δασοπόνο Θ. Α., εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. ...
Πράξη Χαρακτηρισμού (άρθρο 14 του Ν. 998/79) του Διευθυντή Δασών Νομού Κυκλάδων, σύμφωνα με την οποία και με βάση την απεικόνιση του ακινήτου, με τα στοιχεία (1,2,3.... 33,34,1) στο προσκομισθέν από ... τοπογραφικό διάγραμμα... "επί της εκτάσεως εμβαδού 32.250,49 τμ, που βρίσκεται στη θέση ''...'' του Δήμου ...: 1)Τμήμα της εν λόγω έκτασης με εμβαδόν Ε1= 23.270,49 τμ (καφέ περίγραμμα)" έχει τεθεί οριστικά εκτός πλαισίου προστασίας των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, διότι είναι αγροτικού χαρακτήρα της παρ. 6α του άρθρου 3 του Ν. 998/79, καθώς, όπως διαπιστώθηκε και κατά την αυτοψία, αλλά και από τις Α/Φ 1945, 1960 και 1988, είναι εγκαταλελειμμένος αγρός, με διαχρονικά αναγνωρίσιμα στοιχεία της μορφής αυτής, όπως βαθμίδες, βάθος εδάφους καλό κλπ. 2) Το υπόλοιπο τμήμα της εν λόγω έκτασης εμβαδού Ε2= 8.980 τμ (πράσινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο της Πράξης τοπογραφικό διάγραμμα), διέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, διότι είναι δασικού χαρακτήρα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/79, καθώς, όπως διαπιστώθηκε και κατά την αυτοψία, αλλά και από τις Α/φ των ετών 1945, 1960 και 1988, αποτελεί δασική έκταση με ποσοστό δασοκάλυψης 30% περίπου, αποτελούμενη από σχίνους κύρια και μερική αρκένθους, η κλίση είναι έντονη και το έδαφος σαθρό με γκρεμνά, ενώ διαχρονικά είχε τη μορφή χορτολιβαδικής έκτασης, χωρίς στοιχεία καλλιέργειας".
Σύμφωνα δε με το ΑΠ 2535/11-7-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Κυκλάδων, που απευθύνεται προς τον, Μ. Ρ., η εν λόγω Πράξη Χαρακτηρισμού κατέστη τελεσίδικη ... Έτσι, με την ως άνω τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού, το διαιρετό τμήμα εκ της άνω ενιαίας έκτασης με το στοιχείο (4), εμβαδού 8.980 τμ, που απέμεινε στον ανωτέρω, Μ.
Ρ., μετά τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις των λοιπών διαιρετών τμημάτων, χαρακτηρίσθηκε τελεσίδικα ως δασικής διαχρονικά μορφής έκταση παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/79. Μάλιστα και στον, επί του προαναφερομένου από 24-8-2002 τοπογραφικού διαγράμματος του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ν. Ζ. <<ΠΙΝΑΚΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΩΝ>>, το εν λόγω τμήμα υπό το στοιχείο (4), εκτάσεως 8.980 τμ, αναγράφεται ως <<ΔΑΣΙΚΟ ΤΜΗΜΑ>>, όπως και στην επ' αυτού Υπεύθυνη Δήλωση του μηχανικού ότι "το τμήμα 4 αποτελεί δασική έκταση"...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, με την υπ'αριθμ. ... απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ 836Β'/17-9-1997) κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση ο τότε Δήμος ... του Νομού Κυκλάδων, στα πλαίσια εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995. Ακολούθως, με την υπ'αριθμ. 338/2/14.11.2005 απόφαση του Δ.Σ του Ο.Κ.Χ.Ε.
διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα της περιοχής του Δημοτικού Διαμερίσματος ... (πρώην Δήμος ...) του Δήμου ... του Νομού Κυκλάδων και με την υπ'αριθμ. 339/16-11-2005 (ΦΕΚ Β' 1626/24-11-2005) απόφαση του Δ.Σ του Ο.Κ.Χ.Ε., ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η 24η Νοεμβρίου 2005.
Κατά τη διαδικασία αυτή της Κτηματογράφησης στην εν λόγω περιοχή, όπως προκύπτει και από το σχετικό απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, το εν λόγω επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο), στη θέση "..." του Δήμου ..., που έλαβε ΚΑΕΚ ..., με αναγραφόμενη έκταση 8.848 τμ, συνορεύει βόρεια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., βορειοανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., νοτιοανατολικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., νοτιοδυτικά με ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
και δυτικά με ΚΑΕΚ ... και ΚΑΕΚ .... Καταχωρήθηκε δε, κατά τις αρχικές εγγραφές, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, ως αποκλειστικής κυριότητας του Μ. Ρ. του Α., κατόπιν σχετικής δηλώσεώς του, με τίτλο κτήσης την προαναφερόμενη υπ'αριθμ. ... Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς, του συμβολαιογράφου ... ..., Ι. Π., υπό τις ακόλουθες παρατηρήσεις: "το συνολικό τμήμα του ακινήτου διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο-Διεύθυνση Δασών Νομού Κυκλάδων".
Ενόψει αυτού και της άνω τελεσίδικης Πράξης Χαρακτηρισμού, ο Μ. Ρ. του Α., άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., κατά του Ελληνικού Δημοσίου, την από 13-4-2007 ...αγωγή, ζητώντας να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 8.980 τμ και κατά τις κτηματολογικές εγγραφές 8.848 τμ, "όπως τούτο αποτυπώθηκε στο από 24-8-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Ν.
Ζ., με τα στοιχεία " 20-21-22.... 28-70-69-68....52-49-50-51-19, εκτάσεως 8.980 τμ, που συνορεύει.... και με την επί πλέον αναφορά ότι, "το ως άνω ακίνητο, το οποίο αποτελούσε και μία ενιαία κτηματική ομάδα μετά του υπολοίπου, το οποίο υπόλοιπο μεταβιβάστηκε από εμένα με τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια, ήταν ανέκαθεν περίφρακτο και σαφώς διαχωριζόμενο των ομόρων αυτού ιδιοκτησιών...".
Επί της αγωγής αυτής, συζητούμενης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 38ΤΜ/27-4-2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με τις ακόλουθες αποδεικτικές παραδοχές...". Ακολουθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι παραδοχές της ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως και το συμπέρασμα του ως πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του ή ότι αυτός κατέστη κύριος αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και στη συνέχεια διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής : "...
Κατά της αποφάσεως αυτής ο ενάγων, Μ. Ρ., άσκησε την από ...... έφεση, επί της οποίας συζητούμενης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 185/30-6-2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, ... κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο και ως εκ τούτου η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη.
Συνεπώς κρίθηκε με ισχύ δεδικασμένου ότι το επίδικο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του ενάγοντος Μ. Ρ., και των δικαιοπαρόχων του ή ότι αυτός κατέστη κύριος αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ακολούθως, ο ανωτέρω Μ. Ρ.ς του Α., που καταχωρήθηκε στις αρχικές εγγραφές, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, ως αποκλειστικός κύριος του επιδίκου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ...
και αναγραφόμενη έκταση 8.848 τμ, απεβίωσε στις ..., χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του, Μ. χήρα Μ. Ρ., το γένος Λ. Ρ. και από την κόρη του τρίτη εφεσίβλητη-εναγομένη, Ε. Ρ.., οι οποίες, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παριστάμενες μόνο κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (ενώ στη συνεκδικασθείσα μετ'αυτής υπό στοιχείο Α αγωγή, δικάσθηκαν ερήμην), με τις κατατεθείσες από 17-5-2017 προτάσεις τους ανέφεραν και ότι : "αρνούμαστε την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, μόνο για το άνω τμήμα των 670,04 τμ του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., γιατί το τμήμα αυτό δεν περιλαμβάνονταν ποτέ μέσα στα όρια της ιδιοκτησίας του Μ.
Ρ. και δεν ήταν επίδικο στην αντιδικία του με το Ελληνικό Δημόσιο, αντίθετα ανήκει στην όμορη ιδιοκτησία του Ι. Π. με ΚΑΕΚ ..., με την οποία πρέπει να συνενωθεί, γιατί ούτε ο αποβιώσας Μ. Ρ., ούτε εμείς προβάλλαμε ποτέ οποιοδήποτε δικαίωμα κυριότητας στο τμήμα αυτό και αναγνωρίζουμε την κυριότητα του Ι.Π. επ' αυτού.
Η ιδιοκτησία του Μ. Ρ., που χαρακτηρίστηκε σαν δασική έκταση, αναφέρεται στην αμετάκλητη 185/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και επί της οποίας δεν προβάλλουμε δικαίωμα, είναι αυτή που αποτυπώνεται με το στοιχείο 4 στο από 24-8-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού, Ν. Ζ. και δεν περιλαμβάνεται το άνω τμήμα της ιδιοκτησίας του Ι.
Π." και ότι, "Η αγωγή που είχε ασκήσει εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, ο Μ. Ρ., απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 185/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, την οποία αποδέχθηκε και είναι αμετάκλητη. Όμως το επίδικο της δίκης αυτής δεν είχε καμία σχέση με το άνω τμήμα της ιδιοκτησίας του Ι. Π., γιατί οι δύο ιδιοκτησίες χωρίζονται με σταθερά ορόσημα σε όλο το κοινό τους όριο, δηλ.
με ξερολιθιά και συρματόπλεγμα, ανέκαθεν και μέχρι σήμερα και ήταν τελείως ξεχωριστές ιδιοκτησίες". Τα ίδια, μάλιστα, επαναλαμβάνουν και με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έγγραφες προτάσεις τους και ειδικότερα ότι, "ως προς το υπόλοιπο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., για το οποίο έγινε δεκτή η αγωγή, την συνομολογήσαμε, ενώ την αρνηθήκαμε αιτιολογημένα μόνο για τμήμα εμβαδού 670,04 τμ, του ίδιου άνω γεωτεμαχίου, για το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, καθώς το τμήμα αυτό δεν περιλαμβάνονταν ποτέ στα όρια του άνω γεωτεμαχίου, το οποίο είναι καταχωρημένο στις αρχικές εγγραφές στην κυριότητα του συζύγου και πατέρα μας αντίστοιχα, αλλά περιλαμβάνεται αναμφίβολα μέσα στα όρια της προς ανατολάς όμορης ιδιοκτησίας του Ι.
Π., με ΚΑΕΚ ..., με την οποία η ως άνω ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου μας, διαχωρίζεται με υλοποιημένα όρια, τα οποία υπάρχουν μέχρι και σήμερα..."... Ο δε πρώτος -εφεσίβλητος- εναγόμενος, Ι. Π.., με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από 20-4-2017 προτάσεις του, ... ισχυρίσθηκε ότι το εν λόγω τμήμα των 670,04 τμ, που συμπεριλήφθηκε εσφαλμένα στο όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του με ΚΑΕΚ ..., όπως εμφαίνεται και στο από Ιουλίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών και δεν υπήρξε ποτέ επίδικ στη δικαστική διένεξη του Μ.
Ρ. με το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενος κυριότητα και επί του τμήματος αυτού, ως μέρους του όλου ακινήτου του τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, κατ' αντιστοιχία και με όσα ανέφερε στην υπό στοιχείο (Α) αγωγή του, που συνεκδικάσθηκε με την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου...
Με βάση τα ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, το μεν έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή του εκκαλούντος-ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου και αναγνωρίστηκε η κυριότητα αυτού επί του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., "στο οποίο όμως, δεν περιλαμβάνεται το τμήμα εμβαδού 670,04 τμ, όπως εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών...
το οποίο ορίζεται περιμετρικά με τις συντεταγμένες κορυφών 16-17-18.... 35-36-64-50-49-48-47-46-45-44-43-16" και βάσει αυτού, διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής. Αναφορικά δε με το επίδικο άνω τμήμα των 670,04 τμ, το οποίο και μόνο αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Το εν λόγω επίδικο τμήμα εμβαδού 670,04 τμ.....
καταλαμβάνει τα δυτικό-βορειοδυτικό όριο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ 2... και περιλαμβάνεται μέσα στα υλοποιημένα όριά του. Κατά τη διαδικασία της ήδη περατωθείσας κτηματογράφησης στην εν λόγω περιοχή ... καταχωρήθηκε, κατά τις αρχικές εγγραφές, στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., με εμβαδόν 4.400 τμ και ως ''αγνώστου ιδιοκτήτη'', πλην όμως κατόπιν αιτήσεως του πρώτου εναγομένου, Ι.
Π., που από παραδρομή δεν υπέβαλε σχετική δήλωση, η εσφαλμένη αυτή εγγραφή του ''αγνώστου ιδιοκτήτη'', διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. ... ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με αριθμό ... και καταχωρήθηκε το εν λόγω γεωτεμάχιο, εμβαδού 4.400 τμ, ως ιδιοκτησία του, με τίτλο κτήσης το υπ' αριθμόν ...
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., Ε. Σ.-Β., που μεταγράφηκε στις 3-7-1995, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...,... σε συνδυασμό και με την υπ'αριθμ, ... συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος και άρσεως διαλυτικής αιρέσεως, της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρήθηκε με αριθμό ... στο οικείο κτηματολογικό φύλλο.
Σύμφωνα με το άνω υπ'αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ο πρώτος εναγόμενος, Ι. Π.., αγόρασε από την Ε.-Σ. χήρα Μ. Ρ., το γένος Α. Ρ., γεννηθείσα το έτος 1922 στο ... ..., όπου και κατοικούσε, το περιγραφόμενο ως ακολούθως ακίνητο: " αγροτικό ακίνητο κτήμα, κείμενο στη θέση ''...'', της διοικητικής περιφέρειας του Δήμου ....
Πρόκειται για ένα σκληροχώραφο χωρίς κτίσματα, επονομαζόμενο ''του ...'', το οποίο, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως έχει εμβαδόν 4.000 τμ και συνορεύει πάντα κατά τον τίτλο κτήσεως - με ιδιοκτησίες Α. Γ. Ρ., Μ. Α. Ρ., Ά. Π.Ρ. και Α. Μ. Π., με δικαίωμα διαβάσεως πεζή και δια ζώων μέσω των γειτονικών κτημάτων, που ανήκαν άλλοτε στον Γ.
Μ. Ρ.. Το αγροτικό αυτό ακίνητο κτήμα, σήμερα, από πρόσφατη ακριβή καταμέτρηση, βρέθηκε να έχει εμβαδόν 5.040 τμ., απεικονίζεται περιμετρικά στο από 14-6-1991 και με ημερομηνία θεώρησης 13-6-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ε. Φ., υπό τα κεφαλαία γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α και σύμφωνα με αυτό συνορεύει....
Γίνεται μνεία ότι υπέρ του προπεριγραφέντος αγροτικού ακινήτου, βάσει του υπ'αριθμ. ... προικοδωρητηρίου συμβολαίου, του τότε συμβολαιογράφου Ερμουπόλεως, Μ. Π., νόμιμα μεταγραμμένου ..., σε συνδυασμό με έκτακτη χρησικτησία, αλλά και δυνάμει της υπ'αριθμ. 2.521/1-8-1994 πράξεως μου συστάσεως, αναγνωρίσεως ήδη υφισταμένων και τροποποιήσεως τρόπου ασκήσεως πραγματικών δουλειών διόδου, νόμιμα μεταγραμμένου..., πραγματική δουλεία διόδου, σε βάρος παρακείμενων αγροτικών κτημάτων, ιδιοκτησίας σήμερα Δ., Γ.
και Ά. Κ. (πρώην Α. Γ. Ρ.), Μ. Γ. Ρ., κληρονόμων Γ. Γ. Ρ. και Ε. Γ. Ρ....". Όπως δε ρητά αναφέρεται και στο συμβόλαιο αυτό, στην άνω πωλήτρια, το ακίνητο αυτό περιήλθε " από εκ διαθήκης κληρονομιά του κατά την 24η Φεβρουαρίου 1985 θανόντος συζύγου της, Μ. (ή Μ.) Ρ. του Τ. και της Μ., δυνάμει της υπ'αριθμ... δημόσιας διαθήκης του, συνταγείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου ...
Μ. Τ. και νομίμως δημοσιευθείσης...., σε συνδυασμό και με την, μεταγραφείσα νόμιμα... υπ'αριθμ. ... Πράξη Αποδοχής Κληρονομίας, του ίδιου άνω συμβολαιογράφου. Στον δε δικαιοπάροχο σύζυγό της περιήλθε το ακίνητο αυτό, δυνάμει, του νόμιμα μεταγραμμένου... προικοδωρητηρίου συμβολαίου, του τότε συμβολαιογράφου ..., Μ.
Π.... Με το προαναφερόμενο υπ'αριθμ ... προικοδωρητήριο συμβόλαιο, περιήλθαν στον Μ. Τ. Ρ. (...) από τον πατέρα του,... γεωργοκτηματία, κάτοικο του χωρίου ... της ..., τα περιγραφόμενα ως ακολούθως ακίνητα : << 1) Μία άμπελος (και ήδη χωράφιο) τοιχογυρισμένη, κείμενη στη θέση ''...'' του χωρίου ..., εκτάσεως μιας ημέρας ζευγαριάς μετά συνεχόμενης πρώτης επάνω σκάλας του παρακείμενου χωραφίου του ίδιου δωρητού, εκτάσεως μιας ώρας ζευγαριάς μεθ'ης αποτελεί εν και το αυτό κτήμα, πλησιάζον γύρωθεν με έτερο κτήμα του ιδίου Μ. ...
εκ δύο πλευρών, 2) Εν χωράφιον κείμενο στην αυτή θέση ''...'', εκτάσεως μιας ημέρας ζευγαριάς, συνορευόμενο ήδη γύρωθεν με κτήματα Γ. Μ. Ρ., Τ. Ρ.., Π. Ζ. Ρ., Τ. Μ. Ξ. και κληρονόμων Μ. Τ. Ρ.., με το δικαίωμα να μεταβαίνει ο δωρεοδόχος ούτος πεζή και δια ζώων... δια των κτημάτων δι'ών από τριακονταετίας και πλέον μετέβαινεν ούτος (δωρητής) και μεταβαίνει μέχρι σήμερα και άτινα (κτήματα) ανήκουν ήδη στον Γ.
Μ. Ρ., 3) ... Τα ως άνω ακίνητα κτήματα περιήλθαν σε αυτόν (δωρητή) δυνάμει του υπ'αριθμόν ... προικοσμφώνου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου Ερμουπόλεως, Σ. Α., μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών... Με το άνω δε υπ'αριθμόν ... προικοσύμφωνο συμβόλαιο, στον Τ. Μ. Ρ., από τους γονείς του Μ. Τ. Ρ. και τη σύζυγό του Β. Μ.
Ρ., '' λόγω προίκας '' τα περιγραφόμενα ακίνητα κτήματα μεταξύ των οποίων και " ....2) Μία άμπελος κείμενη στη θέση '' ...'' εκτάσεως ημισείας ζευγαριάς... 3) εν χωράφιον κείμενο στη θέση '' ...'' εκτάσεως δύο ημερών ζευγαριάς, περιέχον μια συκιά, πλησιάζον με κτήματα... 4) μία άμπελος τοιχογυρισμένη στην αυτή θέση... εκτάσεως μιας ημέρας ζυγαριάς, πλησιάζουσα με κτήματα Μ.
Ρ., 5)εν χωράφιον κείμενο στην αυτή θέση..., εκτάσεως μιας ημέρας ζευγαριάς, πλησιάζον γύρωθεν με κτήματα Τ. Ξ., Τ. Ξ. και Μ. Ρ., 6) εν χωράφιο κείμενο στην αυτή θέση, εκτάσεως ημίσειας ζευγαριάς, περιέχον δώδεκα συκόδεντρα, πλησίον των κτημάτων Μ. Γ. Ρ., δημόσιο δρόμο, 7) διάφορα σκληροχώραφα μετά σκληρής, κείμενα στην αυτή θέση '' ... '', εκτάσεως μιας ημέρας ζευγαριάς, πλησιάζοντα με κτήματα...
Ακολούθως, ο ανωτέρω εναγόμενος, Ι. Π.., υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων, την από 20-7-2007 αίτηση για το χαρακτηρισμό του εν λόγω ακινήτου του, συνολικής εκτάσεως 5.130 τμ. βάσει του προσκομισθέντος από 19-7-2007 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού, Γ. Φ. και μετά από διενέργεια αυτοψίας και ερμηνεία αεροφωτογραφιών, εκδόθηκε η με αριθμό πρωτ. ...
Πράξη Χαρακτηρισμού (άρθρο 14 του Ν. 998/79) του Διευθυντή Δασών Νομού Κυκλάδων, σύμφωνα με την οποία,... η εν λόγω έκταση των 5.130 τμ << δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 5 του άρθρου 3 του Ν. 998/79, είναι αγροτικής μορφής (εγκατελειμμένος αγρός) με διαχρονικά αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής (μέτρια κλίση, έδαφος βαθύ, βαθμίδες, πλατώματα, ξερολιθιά, ευρύτερη αγροτικής μορφής), εμπίπτουσα συνεπώς στις διατάξεις της παρ. 6 α του άρθρου 3 του Ν. 998/79>>.
Σύμφωνα δε με το ΑΠ 4190/13-10-2003 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Ν. Κυκλάδων (απαντητικό στην από 23-9-2003 αίτηση του άνω εναγομένου ), η άνω Πράξη Χαρακτηρισμού, <<κατέστη τελεσίδικη και η παραπάνω αναλυτικά περιγραφόμενη έκταση (των 5.130 τμ) έχει τεθεί οριστικά εκτός του πλαισίου προστασίας των περί Δασών Νόμων και Διαταγμάτων, διότι είναι αγροτικού χαρακτήρα, της παρ. 6 α του άρθρου 3 του Ν. 998/79 και συνεπώς αυτή διέπεται από τις διατάξεις του Αγροτικού και Αστικού Κώδικα>>...
Η εν λόγω ιδιοκτησία του εναγομένου, που πάντοτε ήταν εξ ολοκλήρου περίφρακτη με σαφή υλοποιημένα όρια, τα οποία δεν μεταβλήθηκαν και δη σε όλο το βόρειο, μέρος του δυτικού και όλο το νότιο όριό της με ξερολιθιά, ενώ το υπόλοιπο δυτικό και ανατολικό της όριο με συρματόπλεγμα, καθισταμένης έτσι μη αμφισβητήσιμης της ταυτότητας και της χωροταξικής ένταξής της στην περιοχή, ταυτοποιείται διαχρονικά και σε σχέση με τις όμορες ιδιοκτησίες από τις οποίες διαχωρίζεται σαφώς και ειδικότερα:
κατά την αποτύπωση στο από Ιούλιο 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του αγρον'μου τοπογράφου μηχανικού, Α. Λ., ... σε συνάρτηση και με τις κτηματολογικές εγγραφές και διαγράμματα, το όλο αυτό ακίνητο, με την ένδειξη "ΚΑΕΚ ..., Ι..... Π..", που έχει εμβαδόν 5.148,73τμ (καταχωρηθέν στο Κτηματολόγιο ως εμβαδού 4.400 τμ)...
συνορεύει ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ... με το επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (καταχωρηθέν ως ιδιοκτησία Μ. Ρ., ... ΒΟΡΕΙΑ ... με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (καταχωρηθέν ως ιδιοκτησία Χ. - Λ. Ν. (4ης εναγομένης στην άνω υπό στοιχείο Α αγωγή του νυν εναγομένου Ι. Π.) ... ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ εν μέρει με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (καταχωρηθέν ΣΥΝΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Α.
και Γ. Κ....) και εν μέρει με γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (καταχωρηθέν ιδιοκτησίας ... AE) μεταξύ των οποίων αποτυπώνεται και δουλεία διόδου πλάτους 5,00 μέτρων, ΝΟΤΙΑ και ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (καταχωρηθέν ιδιοκτησίας Ε. Ε. Τ.), ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΑ με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... (καταχωρηθέν ιδιοκτησίας Σ. Γ.) και ΔΥΤΙΚΑ - ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑ ...
με το επίδικο γεωτεμάχιο ... Αναφορικά δε με τις όμορες αυτές ιδιοκτησίες και σύμφωνα με τους προσκομιζόμενους κατωτέρω τίτλους : 1) το από ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ επίδικο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., καταχωρηθέν ως ιδιοκτησία Μ. Ρ.... Οι προαναφερόμενοι κτητικοί τίτλοι του αναφέρουν διαχρονικά σαν όμορη την άνω ιδιοκτησία του εναγομένου και δη στα συμβόλαια ...
και ... αναφέρεται σαν όμορος ο απώτερος δικαιοπάροχός του Τ. Ρ., ο οποίος την απέκτησε με το προικοσύμφωνο ..., στο οποίο αναφέρεται σαν όμορος και ο (προικοδότης πατέρας του), Μ. Τ. Ρ.., δηλ. ο κοινός τους δικαιοπάροχος, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του... προικοδότησαν με το άνω ... προικοδωρητήριο συμβόλαιο τον δικαιοπάροχό του Μ.
Τ. Ρ. (ή ..., για να διακρίνεται από τον παππού του). Επίσης οι προαναφερόμενοι κτητικοί τίτλοι του πρώτου εναγομένου αναφέρουν διαχρονικά σαν όμορο ιδιοκτήτη, τον Μ. Τζ. Ρ., τον Μ. Μ. Ρ.., τον Α. Τ. Ρ. και τέλος τον άνω Μ. Αντ. Ρ.. Πρέπει να σημειωθεί ότι εκ των ανωτέρω τίτλων τους προκύπτει ότι οι κοινοί απώτατοι δικαιοπάροχοί τους ήταν ο Μ.
Τ. Ρ. και η σύζυγός του Β., το γένος Μ. Β., οι οποίοι ως κύριοι, πολύ προ του έτους 1900, μιας ευρύτερης ιδιοκτησίας στην περιοχή την προικοδότησαν διαιρετά στα παιδιά τους από του έτους 1906 και εντεύθεν..." . Συνεχίζοντας το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου αναφέρεται σε σειρά των προικοσυμφώνων με τα οποία οι ως άνω μεταβίβασαν τα περιγραφόμενα σε αυτά ακίνητα στις θέσεις αντίστοιχα μεταξύ άλλων ''Δανί'' και ''Χερόνησο'' και ακολούθως διαλαμβάνει στις παραδοχές του ότι : "Σχετικό και το ...
συμβολαιο δωρέας εν ζωή με το οποίο ο Γ. Μ. Ρ. (ή Αντίχειρας) δώρησε προς τον γυιό του Α. Γ. Ρ. (ή Αντίχειρα) τα περιγραφόμενα ακίνητα στη θέση ....." Μετά δε από την αναλυτική περιγραφή των ως άνω ακινήτων, ομόρων του επιδίκου ακινήτου, κατά θέση έκταση και όρια, καθώς και των τοπογραφικών τους διαγραμμάτων, του τρόπου που περιήλθαν στους ήδη καταχωρημένους στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ...
ιδιοκτήτες τους, με αναφορά των συνόρων τους και των ΚΑΕΚ που έχουν ήδη λάβει, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι από την αντιπαραβολή των προαναφερόμενων τοπογραφικών διαγραμμάτων προκύπτουν τα εξής : << α) Στον άνω κτητικό τίτλο του πρώτου εναγομένου, ήτοι το υπ'αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, προσαρτήθηκε το από 14-6-1991 και με ημερομηνία θεώρησης 13-6-1995 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.
Φ., σύμφωνα με το οποίο το μεταβιβαζόμενο ακίνητο έχει εμβαδόν 5.040 τμ, ... απεικονίζεται περιμετρικά ... και σύμφωνα με αυτό συνορεύει.... 'Όπως αναγράφει επί του τοπογραφικού αυτού ο αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Α. Λ. "έγινε επίθεση των ορίων του από Ιουλίου 2016 τοπογραφικού διαγράμματος γεωμετρικών μεταβολών, που συνέταξε επί του τοπογραφικού διαγράμματος του Ε.
Φ., που επισυνάπτεται στον τίτλο κτήσης του ακινήτου" και φαίνεται, με την κόκκινη διάστικτη περιγράμμιση, η απόλυτη ταύτιση με τα σημερινά όρια, συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι το τοπογραφικό του τίτλου συνετάγη προ πολλών ετών, χωρίς τη χρήση των σύγχρονων και απόλυτης ακρίβειας οργάνων τοπογραφίας και χωρίς εξάρτηση στο σύστημα συντεταγμένων ... .
β) Η όλη ενιαία αρχικά ιδιοκτησία του Μ. Ρ., όπως και το εναπομείναν σε αυτόν διαιρετό τμήμα μετά την κατάτμηση του ενιαίου ακινήτου και την προαναφερόμενη μεταβίβαση των τριών διαιρετών της τμημάτων, που κατά τις Κτηματολογικές εγγραφές αποτελεί το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., καταχωρηθέν με εμβαδόν 8.848 τμ., εμφαίνεται, στο συνταχθέν κατ'εντολή του από 24-8-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.
Ζ., κατά το οποίο η αρχική ενιαία έκταση έχει συνολικό εμβαδόν 29.641τμ (αφαιρουμένης της τεκμαρτής ζώνης αιγιαλού) και το εναπομείναν σε αυτόν με το στοιχείο (4) διαιρετό τμήμα, έκταση 8.989 τμ, που ορίζεται περιμετρικά... και συνορεύει νοτιοανατολικά με το άνω ακίνητο του πρώτου εναγομένου με ΚΑΕΚ .... Το τμήμα αυτό ήταν και το επίδικο της προαναφερόμενης αντιδικίας του με το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν άσκησης της από 13-4-2007...
αγωγής αναγνωριστικής της κυριότητάς του για το οποίο, με βάση το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα εκδόθηκαν οι αμετάκλητες πλέον αποφάσεις, ήτοι η με αριθμό 38ΤΜ/27-4-2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία η ... έφεσή του απορρίφθηκε κατ'ουσίαν, καθώς κρίθηκε ότι το επίδικο αυτό τμήμα "δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του ή ότι αυτός κατέστη κύριος αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία."., υπό την επί πλέον παραδοχή ότι και μορφολογικά "το επίδικο ακίνητο δεν έχει διαχρονικά τη μορφή χωραφιού ή αμπέλου, ώστε να δικαιολογείται η ταύτισή του με τα περιγραφόμενα στους άνω τίτλους κτήματα ...
Επί πλέον από το ίδιο άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Ν. Ζ. προκύπτει ότι οι όμορες αυτές ιδιοκτησίες έχουν σαφώς και εμφανώς υλοποιημένο το κοινό τους όριο και διαχωρίζονται μεταξύ τους (και μάλιστα όπως αποδείχθηκε διαχρονικά) με περίφραξη, εν μέρει με ξερολιθιά και εν μέρει με συρματόπλεγμα. Από την αντιπαραβολή δε αυτή και άνω κόκκινη διαγράμμιση προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα των 670,04 τμ, που περιλαμβάνεται στις κτηματολογικές εγγραφές στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., δεν ανήκει σε αυτό, αλλά αποτελεί τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου με ΚΑΕΚ ......
Η εκδοθείσα, κατόπιν της από 10-10-2000 αιτήσεως του Μ. Ρ.... Πράξη Χαρακτηρισμού ... του Διευθυντή των Δασών Νομού Κυκλάδων, στηρίζεται στο προσκομισθέν από τον άνω αιτούντα και συνταχθέν κατ'εντολή του, από ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Σ., σύμφωνα με το οποίο "το υπό στοιχεία 1,2,3... 33,34,1) γήπεδο (σκληροχώραφο) στη θέση "..." έχει συνολικό εμβαδόν 32.250,49 τμ" και συνορεύει νοτιοανατολικά με <<Ι.....
Π..>> . Με βάση το ως άνω τοπογραφικό και μετά από διενέργεια αυτοψίας και ερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1988, από το δασοπόνο Θ. Α. εκδόθηκε η άνω τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού, ... με βάση την οποία το τμήμα αυτό της εν λόγω έκτασης εμβαδού Ε2= 8.980 τμ (πράσινο περίγραμμα στο προσαρτώμενο της Πράξης τοπογραφικό διάγραμμα) χαρακτηρίσθηκε δασικού χαρακτήρα της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/79...
Όπως αναγράφει επί του τοπογραφικού αυτού (από ... του πολιτικού μηχανικού, Γ. Σ.), ο αγρονόμος μηχανικός, Α. Λ. "έγινε επίθεση των ορίων του από Ιουλίου 2016 τοπογραφικού διαγράμματος γεωμετρικών μεταβολών, που συνέταξε επί του τοπογραφικού διαγράμματος του Γ. Σ." και φαίνονται με κόκκινη διάστικτη διαγράμμιση τα πραγματικά όρια της όμορης ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου με ΚΑΕΚ ..., έτσι όπως το αποτύπωσε στο τοπογραφικό του ο Γ.
Σ.. Από την αντιπαραβολή δε αυτή και άνω κόκκινη διαγράμμιση προκύπτει ότι το επίδικο τμήμα των 670,04 τμ, που περιλαμβάνεται κατά τις κτηματολογικές εγγραφές στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., δεν ανήκε ποτέ σε αυτό, αλλά αποτελεί τμήμα της όμορης ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου με ΚΑΕΚ ..., των οποίων όμορων ιδιοκτησιών το κοινό όριο παρέμεινε διαχρονικά σταθερό και αναλλοίωτο...
δ)...Η εκδοθείσα .... με αριθμό πρωτ. ... Πράξη Χαρακτηρισμού ... του Διευθυντή Δασών Νομού Κυκλάδων, στηρίζεται στο προσκομισθέν ... από 19-7-2007 τοπογραφικού διαγράμματος του μηχανικού Γ. Φ.... Με βάση το εν λόγω τοπογραφικό και μετά από διενέργεια αυτοψίας και ερμηνεία αεροφωτογραφιών εκδόθηκε η άνω τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού, με την οποία όλη η έκταση των 5.130 τμ χαρακτηρίσθηκε ως διαχρονικά αγροτικής μορφής, ήτοι ότι "δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση,...
γιατί είναι αγροτικής μορφής (εγκαταλειμμένος αγρός) με διαχρονικά αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής (μέτρια κλίση, έδαφος βαθύ, βαθμίδες, πλατώματα, ξερολιθιά, ευρύτερη αγροτικής μορφής)...
Συνεπώς, η όλη αυτή ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου χαρακτηρίσθηκε ως αγροτικής μορφής (εγκαταλειμμένος αγρός) με διαχρονικά αναγνωρίσιμα τα στοιχεία της μορφής αυτής, ενώ η όμορη ιδιοκτησία του Μ. Ρ. χαρακτηρίσθηκε ως δασικού χαρακτήρα... Η μορφολογική αυτή διαφορά των ιδιοκτησιών αυτών καταφαίνεται και από τα ακόλουθα :
α) στο υπ'αριθμ. 1784/12-1-2017 έγγραφο της Διευθύντριας Δασών Ν. Κυκλάδων αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Το ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 8.847,98 τμ και το ΚΑΕΚ ... εμβαδού 5.732 τμ. (αφορά το διαιρετό τμήμα που ο Μ. Ρ. πούλησε στην H. N.), εμπίπτουν εντός ευρύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού 32.250 τμ, που βρίσκεται στη θέση ''...'' ή ''...'' ..., για την οποία η Υπηρεσία μας ...
εξέδωσε την ... Πράξη Χαρακτηρισμού, η οποία κατέστη τελεσίδικη. Σύμφωνα με αυτήν το ΚΑΕΚ ... εμπίπτει στη δασική έκταση διότι είναι ''δασικού χαρακτήρα'', ενώ το ΚΑΕΚ ... εμπίπτει στην αγροτική έκταση... Για την επαλήθευση των ανωτέρω πραγματοποιήσαμε και νέο έλεγχο του επικαιροποιημένου δασικού χάρτη, ορθοφωτοχαρτών του συστήματος GIS της Υπηρεσίας μας και των σχετικών ζευγών Α/Φ 1945,1960 και 1988, για το επίδικο για το οποίο προκύπτουν τα εξής :
πρόκειται για διαχρονικά άγονη και ακαλλιέργητη έκταση με βραχισμούς κατά θέσεις, κλίσεις μέτριες ως μεγάλες που καταλήγει σε βραχώδη ακτή, χωρίς να αναγνωρίζονται ικανά στοιχεία παλαιότερης αγροτικής καλλιέργειας και δασική βλάστηση σε ποσοστό 30% περίπου από σχίνο και έρκευθο. Διαφοροποιείται δε, ως προς τη μορφή, από την υπόλοιπη έκταση που χαρακτηρίσθηκε ως αγροτική έκταση με εμφανή πλατώματα, ήπιες κλίσεις και στοιχεία παλαιότερης καλλιέργειας.
Επισημαίνουμε ότι οι ενδιαφερόμενοι αποδέχθηκαν το δασικό χαρακτήρα της έκτασης, καθώς κατέθεσαν δικαιολογητικά για την έκδοση τελεσιδικίας... β) Στους προσκομιζόμενους από το Ελληνικό Δημόσιο, ορθοφωτοχάρτες των ετών 1945 και 1996 (αλλά και στην αεροφωτογραφία Κτηματολογίου ..., διακρίνεται η δασική μορφή της ιδιοκτησίας Μ.
Ρ., με έντονες κλίσεις και βραχισμούς, που τη διαφοροποιούν τελείως από την όμορη ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, η οποία εμφανίζεται με αμιγώς αγροτική μορφή, με τους εμφανείς αναβαθμούς, αλλά και ενταγμένη σε μια ευρύτερη αγροτική περιοχή, με δρόμους και έντονη πλέον ανθρωπογενή δραστηριότητα, σε αντίθεση με την προς δυσμάς όμορη ιδιοκτησία που είναι επικαλυμμένη με δασική βλάστηση στο σύνολό της, χωρίς αναβαθμούς κλπ.
Στους ίδιους ορθοφωτοχάρτες, επί των οποίων τοποθετήθηκε από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., έτσι όπως ακριβώς καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό διάγραμμα, αποτυπώνεται καθαρά η θέση του επιδίκου τμήματος των 670,04 τμ και η μορφολογική διαφορά του από την υπόλοιπη έκταση του γεωτεμαχίου αυτού, που χαρακτηρίσθηκε ως δασική...
Από τη συγκριτική αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων προκύπτουν συμπερασματικά τα ακόλουθα: το επίδικο τμήμα των 670,04 τμ, όπως αποτυπώνεται στο από Ιούλιος 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του τοπογράφου μηχανικού Α. Λ.,...., καταλαμβάνει το δυτικό-βορειοδυτικό και βορειοανατολικό όριο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... (καθόλο το μήκος του αποτελεί το κοινό διαχωριστικό όριο με το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ...) και περιλαμβάνεται μέσα στα διαχρονικά υλοποιημένα όριά του.
Το εν λόγω ακίνητο, μετά του άνω επιδίκου τμήματος των 670,04 τμ., το οποίο είναι και ήταν διαχρονικά εξ ολοκλήρου περίφρακτο, με σαφή και αμετάβλητα υλοποιημένα όρια, περιήλθε στον πρώτο εναγόμενο, Ι. Π., με το άνω υπ'αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, κατόπιν αγοράς από την Ε.-Σ. χήρα Μ. Ρ., το γένος Α. Ρ., ως "αγροτικό ακίνητο κτήμα (σκληροχώραφο χωρίς κτίσματα, επονομαζόμενο ''του ...'' ) κείμενο στη θέση ''...'', το οποίο, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως της δικαιοπαρόχου του, έχει εμβαδόν 4.000 τμ και κατά πρόσφατη ακριβή καταμέτρηση, εμβαδόν 5.040 τμ, όπως απεικονίζεται περιμετρικά στο από 14-6-1991 και με ημερομηνία θεώρησης 13-6-1995 τοπογραφικό διάγραμμα, του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Ε.
Φ.. Στη δε άνω δικαιοπάροχό του περιήλθε από εκ διαθήκης κληρονομιά του αποβιώσαντος, στις 24-2-1985 συζύγου της, Μ. (ή Μ.) Ρ. ..., την οποία αποδέχθηκε νομότυπα ..., ενώ στο δικαιοπάροχο σύζυγό της περιήλθε το ακίνητο αυτό από τον πατέρα του Τ. Μ. Ρ., δυνάμει του νόμιμα μεταγραμμένου υπ'αριθμ. ... προικοδωρητηρίου συμβολαίου και στον τελευταίο από τους γονείς του Μ.
Τ. Ρ. και τη σύζυγό του Β. Μ. Ρ., δυνάμει του υπ'αριθμόν ... προικοσυμφώνου συμβολαίου. Η εν λόγω ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, περιλαμβάνουσα και το επίδικο τμήμα, ταυτοποιείται διαχρονικά κατά θέση, όρια, τόσο με την εφαρμογή και των αναφερομένων τίτλων του και υπό σταθερά υλοποιημένα όρια, όσο και με την εφαρμογή των αναφερθέντων τίτλων των όμορων ιδιοκτησιών, αλλά και εκ της φύσεως και της αναλλοίωτης μορφολογίας της, φέρουσα διαχρονικά αμιγώς αγροτικό χαρακτήρα, ίδιο με αυτόν της ευρύτερης αγροτικής περιοχής, αποτελούμενης από ιδιοκτησίες της ίδιας διαχρονικά γεωμορφολογίας, και άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, τούτος αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα από τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου,...
Τέλος, η καταμετρηθείσα συνολική έκταση της ενιαίας αυτής ιδιοκτησίας του εναγομένου, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λαμβανομένων υπόψη και των ανωτέρω στοιχείων, όπως προέκυψαν από την ακολουθία των άνω τίτλων και συγκεκριμένα του είδους και της μορφής της, της θέσεως στην οποία εκτείνεται, της ύπαρξης διαχρονικά εξ ολοκλήρου σταθερής και μη μεταβαλλόμενης περιμάνδρωσης αυτής, όπως και των ευρύτερων ιδιοκτησιών και την ταυτοποίησή της έναντι των αναφερομένων στους άνω τίτλους κτήσης ορίων.
Σημειώνεται δε ότι η αναφορά του εμβαδού σε όλους τους άνω παλαιούς τίτλους ιδιοκτησίας (που ανάγονται από το έτος 1906), γινόταν, ελλείψει υποχρέωσης σύνταξης και προσκόμισης τοπογραφικού διαγράμματος την εποχή εκείνη, κατ'εκτίμηση από τους συμβαλλομένους, με αναφερόμενη ως μονάδα μέτρησης τη "ζευγαριά", γεγονός που περιορίζει την αξιοπιστία των σχετικών μετρήσεων και καθιστά επισφαλή τα αποτελέσματα που κομίζουν.
Επομένως, ως κρίσιμο κριτήριο για την πιστοποίηση της ταυτότητας ενός ακινήτου δεν θα πρέπει να υιοθετείται (μόνο) η έκτασή του, όπως αυτή προκύπτει από τη σύγκριση των παλιών και των πιο πρόσφατων τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά τα όριά του, που, εφόσον προσδιορίζονται κατά τρόπον αναντίρρητον επιτρέπουν την ακριβή μέτρησή τους.
Ως εκ τούτου, πιστοποιείται η αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται και στους ανωτέρω τίτλους, η οποία μάλιστα περιβάλλεται, από άλλες, ίδιας ακριβώς μορφολογίας ιδιοκτησίες ιδιωτών (πλην του προαναφερθέντος προς βορρά όμορου γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., που έχει χαρακτηρισθεί τελεσίδικα δασικής μορφής έκταση, χαρακτηρισμό που αποδέχθηκε ο Μ.
Ρ. και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, πλην όμως, για την πραγματική έκτασή του), και όχι από άλλες δημόσιες εκτάσεις και συνεπώς αποδεικνύεται ότι πρόκειται για καθαρή γαία που ήταν ανέκαθεν ιδιωτική και όχι για δασική ή χορτολιβαδική έκταση. Τέλος, από την παραπάνω διαδοχή τίτλων προκύπτει ότι οι άνω δικαιοπάροχοι του εναγομένου (άμεση και απώτεροι) διατηρούσαν διαχρονικά στην περιοχή, τουλάχιστον πολύ προ του έτους 1906, την εν λόγω ιδιοκτησία, χωρίς ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς την περιγραφή της από τίτλο σε τίτλο και με σταθερές αναφορές του κάθε τίτλου στους χρονικά προγενέστερούς του και χωρίς διαφοροποιήσεις ως προς τους κατονομαζόμενους όμορους ιδιοκτήτες, γεγονός που πιστοποιεί την αδιάβλητη ιστορική συνέχεια της εν λόγω ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται στους ανωτέρω τίτλους.
Όλοι δε οι παραπάνω αναφερόμενοι (απώτεροι και άμεση) δικαιοπάροχοι του εναγομένου, όπως και αυτός από της αγοράς του ακινήτου (με το άνω υπ'αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο), νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, διαδοχικά και με αδιάσπαστη σειρά, βάσει νομίμων και μεταγεγραμμένων τίτλων, το εν λόγω ακίνητο, το οποίο περιελάμβανε ενιαία και το επίδικο τμήμα, ασκώντας, με την πεποίθηση ότι ενεργούν ως κύριοι, με την προσμέτρηση στη νομή επ'αυτού καθενός από αυτούς και της νομής του προηγούμενου και τέλος με τη προσμέτρηση όλων αυτών (δικαιοπαρόχων του) στη δική του νομή επ'αυτού, τουλάχιστον πολύ προ του έτους 1906, όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και μορφολογία του και με την εδραία πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής τους δεν προσβάλλεται κατ'ουσία το δικαίωμα κυριότητος τρίτων και ιδίως του εκκαλούντος - εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου.
Συγκεκριμένα, επέβλεπαν και διαφύλατταν τα όρια της έκτασης που αποτελούσε αρχικά μέρος ευρύτερης ιδιοκτησίας τους στην περιοχή, οριοθέτησαν εξ ολοκλήρου το ακίνητο με ξερολιθιές (αλλά και συρματόπλεγμα), τις οποίες συντηρούσαν ανέκαθεν οι εκάστοτε διαδοχικά ιδιοκτήτες του, εξασφάλισαν την οδική πρόσβαση προς αυτό, δια συμπράξεως και στην κατάρτιση των σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, προέβησαν στη σύνταξη των αντιστοίχων συμβολαίων και σε συνακόλουθες δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές κλπ.
Όλες δε αυτές τις διακατοχικές πράξεις τις ασκούσαν δημόσια και φανερά, αναγνωριζόμενοι ως διαχρονικά κύριοι αυτής από τους όμορους ιδιοκτήτες, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως από το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ουδέποτε κατέλαβε τη νομή του επιδίκου τμήματος, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό.
Ως εκ τούτου ο εναγόμενος που από της κτήσεως του εν λόγω ακινήτου, κατείχε και νεμόταν συνεχώς το επίδικο αυτό τμήμα, ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου του, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, όπως προηγουμένως και οι άνω δικαιοπάροχοί του (άμεση και απώτεροι), κατέστη κύριος αυτού, τόσο με παράγωγο τρόπο, όσο και με πρωτότυπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), κατόπιν προσμέτρησης στο δικό του χρόνο νομής και του απαιτουμένου προς τούτο χρόνου της με τα ίδια προσόντα νομής των αντίστοιχα δικαιοπαρόχων του, κατά τους βάσιμους περί τούτων ισχυρισμούς, που προέβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τους επαναλαμβάνει και ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με τις έγγραφες προτάσεις του.
Αντίθετα, το εκκαλούν - ενάγον, Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου τμήματος, διότι όπως αποδείχθηκε το επίδικο αυτό τμήμα των 670,04 τμ, δεν περιλαμβάνονταν ποτέ στα όρια της όμορης ιδιοκτησίας του Μ. Ρ., η οποία χαρακτηρίσθηκε δασική έκταση και, όπως, κρίθηκε τελικά με τις άνω αμετάκλητες αποφάσεις δεν αποτελούσε καν ιδιοκτησία του ανωτέρω, αλλά αποτελούσε πάντοτε τμήμα του άνω ακινήτου του πρώτου εναγομένου, υπό σταθερά και αμετάβλητα υλοποιημένα όρια, έχοντας διαχρονικά αμιγώς αγροτικό χαρακτήρα, όπως τούτος αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα, από τα αρμόδια όργανα του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου....
Ούτε αποδείχθηκε ότι το άνω ακίνητο του εναγομένου, στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο τμήμα, τύγχανε κτήμα Οθωμανών (1821-1830). Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι, ...
οι γαίες των νησιών των Κυκλάδων χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο, ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7 Ραμαζών έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των "καθαρής ιδιοκτησίας" ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου και επομένως τα ακίνητα των νησιών αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της ....
Τούτο, όμως, συμβαίνει καθόσον πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση, περί γης καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η ...ς, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις, που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου ...., το οποίο όμως δεν συμβαίνει, κατά τα παραπάνω στην προκειμένη περίπτωση.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του ΒΔ της 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας" ...Ούτε αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο θέσεως σε ισχύ του ΒΔ της 3/15-12-1833 αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο, το οποίο αυτό κατείχε και δεν ανήκε μέχρι τότε σε ιδιώτες, δεδομένου από τα αποσπάσματα ορθοφωτοχαρτών των ετών 1945 και 1960, πιστοποιείται η μη χορτολιβαδική μορφή του επιδίκου, κατά τα έτη αυτά και τα αμέσως προηγούμενα.
Σημειώνεται δε ότι,... σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α' και β' και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η ...ς δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων . Ούτε αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν αείποτε αδέσποτη ή κατέστη σε κάποια στιγμή αδέσποτη, είτε δηλαδή πριν τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, είτε μετά και την ισχύ του Ν. 21-6/10-71837, δεδομένου ότι,...
πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης ... 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ'ευθείας ή δια εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητας και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή...
ή ότι τούτο θεωρήθηκε εγκαταλειμμένο και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, κατ'άρθρο 34 παρ. 8 του α.ν. 1539/1938 με τη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης και την παρέλευση δεκαετίας. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού,... ανέκαθεν δεσπόζονταν, ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου τους, από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απώτατους) του εφεσίβλητου - εναγομένου.
Τέλος και εν όψει των προαναφερόμενων αποδεικτικών παραδοχών για την εκ μέρους του εναγομένου και των δικαιοπαρόχων του (άμεσης και απώτερων) συνεχή και αδιακώλυτη νομή του επιδίκου τμήματος, ως μέρος του ευρύτερου ακινήτου τους, διανοία κυρίου, με καλή πίστη και με βάση τους προαναφερόμενους κατά ατομική περίπτωση νόμιμους τίτλους, από προ του 1906 και συνέχεια μέχρι σήμερα, ευθέως και εκ των πραγμάτων αποκλείεται οποιουδήποτε επ'αυτού διακατοχική πράξη από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο και κατά συνέπεια απόκτησή του από αυτό με τα προσόντα της τακτικής ή της έκτακτης χρησικτησίας.
Πέραν του ότι, το τελευταίο δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο, προς ουσιαστική θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού. Κατ'ακολουθία, εφόσον αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται στο ευρύτερο ακίνητο του πρώτου εναγομένου, που διαχρονικά αποτελούσε ιδιωτική καλλιεργήσιμη αγροτική έκταση, αναγνωρισθείσης της μορφής του αυτής τελεσίδικα από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, ήτοι αποτελούσε γη καθαρής ιδιοκτησίας, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, οι επαναφερόμενοι με τους αντίστοιχους λόγους της κρινόμενης εφέσεως αγωγικοί ισχυρισμοί του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου...", τους οποίους ισχυρισμούς περί κτήσεως της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με τους προαναφερόμενους τρόπους από το Ελληνικό Δημόσιο, επαναλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια το Εφετείο διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις εξής παραδοχές: " ... κατά τη διαδικασία της, ήδη περαιωθείσας Κτηματογράφησης στην εν λόγω περιοχή, ο εναγόμενος δεν υπέβαλε σχετική Δήλωση για την άνω ιδιοκτησία του, με συνέπεια, κατά τις αρχικές εγγραφές, στα οικεία Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... ..., να καταχωρηθεί αυτή ως γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., με εμβαδόν 4.400 τμ και ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", πλην, όμως, κατόπιν αιτήσεώς του, η εσφαλμένη αυτή εγγραφή του "αγνώστου ιδιοκτήτη" διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. ...
ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που καταχωρήθηκε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο με αριθμό ... και καταχωρήθηκε το εν λόγω τεμάχιο ως ιδιοκτησία του, με τίτλο κτήσης το υπ'αριθμόν ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., Ε. Σ.-Β., που μεταγράφηκε... σε συνδυασμό και με την υπ'αριθμ. ...
συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος και άρσεως διαλυτικής αιρέσεως της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρήθηκε με αριθμό ... στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, πλην, όμως, με το ίδιο εσφαλμένο εμβαδόν και όρια, ήτοι με εμβαδόν 4.400 εμ αντί του ορθού των 5.148,73 τμ. Και τούτο διότι δύο τμήματα αυτού έχουν περιληφθεί και καταχωρηθεί εσφαλμένα στα όμορα γεωτεμάχια με αντίστοιχα ΚΑΕΚ ...
και ... και ειδικότερα: α) το άνω επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας του, που καταλαμβάνει το δυτικό-βορειοδυτικό τμήμα της, εμβαδού 670,04 τμ, περιλήφθηκε εσφαλμένα στο όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ... και εμβαδόν 8.847,99 τμ, το οποίο, στις αρχικές εγγραφές καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία του Μ. Ρ., με τίτλο κτήσης της υπ'αριθμ. ...
Πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου ..., Ι. Π., ο οποίος, στη συνέχεια, απεβίωσε στις ..., χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από την πρώτη εναγομένη σύζυγό του... κατά 1/4 εξ αδιαιρέτου και από τη δεύτερη εναγομένη, θυγατέρα το... κατά 3/4 εξ αδιαιρέτου. β) το περιγραφόμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του, που καταλαμβάνει μέρος του βόρειου ορίου της, εμβαδού 78,68 τμ., περιλήφθηκε εσφαλμένα στο όμορο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., το οποίο, στις αρχικές εγγραφές καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία της Χ.-Λ.
Ν...... Προς διόρθωση των άνω εσφαλμένων εγγραφών, ο ήδη πρώτος εφεσίβλητος, Ι. Π.. άσκησε την προαναφερθείσα από 9-12-2016 ... αγωγή εκ του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998, κατά των αναφερομένων έντεκα εναγομένων (φυσικών προσώπων) μεταξύ των οποίων και η δεύτερη ήδη εφεσίβλητη-πρώτη εναγομένη, Μ. χήρα Μ. Ρ. και η τρίτη ήδη εφεσίβλητη-δεύτερη εναγομένη, Ε.
Ρ.. του Μ. (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ... Μ. Ρ. του Α., εγγεγραμμένου ως δικαιούχου του δικαιώματος που αφορά η ανακριβής αρχική εγγραφή), η οποία, αφού συνεκδικάστηκε με την ένδικη από 1-2-2017... αγωγή του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, έγινε καθ'ολοκληρίαν δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, το μεν λόγω της, εκ της ερημοδικίας των προαναφερόμενων εναγομένων, συναγόμενης σιωπηρής ομολογίας των αντίστοιχων ιστορικών βάσεων της αγωγής, το δε λόγω της ρητής ομολογίας της παρασταθείσας τρίτης εναγομένης, περί του ότι το επίδικο τμήμα των 78,68 τμ., που έχει καταχωρηθεί στην ιδιοκτησία της με ΚΑΕΚ ..., ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα.
Έτσι, αναγνωρίστηκε ο άνω ενάγων κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο περιλαμβάνονται: α) το επίδικο τμήμα του ΚΑΕΚ ..., όπως εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Λ., εμβαδού 670,04 τμ, το οποίο ορίζεται περιμετρικά με τις συντεταγμένες κορυφών 16-17-18.... 35-36-64-50-49-48-47-46-45-44-43-16 και β) τμήμα του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., όπως εμφαίινεται στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα, εμβαδού 78,68 τμ...
και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... ..., ώστε τα ανωτέρω περιγραφόμενα τμήματα.... Να αποκοπούν και να ενσωματωθούν στο ακίνητο με ΚΑΕΚ .... Η δε μετ'αυτής συνεκδικασθείσα, ένδικη από 1-2-2017... αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, έγινε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, και κατά το διατακτικό της αναγνωρίστηκε το ενάγον κύριο, σε ποσοστό 100% του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο, όμως, δεν περιλαμβάνεται το τμήμα εμβαδού 670,04 τμ., όπως εμφαίνεται στο από Ιουλίου 2016 τοπογραφικό διάγραμμα....
και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ώστε το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., όπως αυτό οριοθετήθηκε ανωτέρω, να αναγραφεί ως κύριος, σε ποσοστό 100% το ενάγον, με αιτία και τίτλο κτήσης το νόμο(Ν. 998/1979). Και τούτο διότι, κατά το αποδεικτικό της πόρισμα, κρίθηκε ότι "τα πραγματικά όρια του, αγροτικού χαρακτήρα, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την με αριθμ.
πρωτ. ... Πράξη χαρακτηρισμού ακινήτου με ΚΑΕΚ ... περιλαμβάνουν και τα 670,04 τμ, γεγονός που ομολόγησαν και οι συνεναγόμενές του, ενώ το ενάγον δεν απέδειξε την κυριότητά του επί του τμήματος αυτού και υπό την επισήμανση ότι το κατά το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 998/1979 (ήδη άρθρο 37 παρ. 1 του Ν. 4280/2014), τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων, δεν ισχύει στις ..."...
Μετά ταύτα, εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε στο ίδιο (ορθό) διατακτικό, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, πρέπει, κατ'άρθρο 534 ΚΠολΔ, αφού συμπληρωθούν οι εντελώς ελλείπουσες αιτιολογίες της εκκαλουμένης αποφάσεως με τις άνω αιτιολογίες της παρούσας απόφασης και αναφορικά με τους επαναφερθέντες με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης εφέσεως, ισχυρισμούς του εκκαλούντος περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου τμήματος, ως κατά τεκμήριο δημοσίου, λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτού και του ευρύτερου ακινήτου στο οποίο περιλαμβάνεται, άλλως με τους προβαλλόμενους νόμιμους τρόπους, να απορριφθούν οι ελεγχόμενοι πρώτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα ως αβάσιμοι...." Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε τα ακόλουθα ως προς τους προβληθέντες ενώπιόν του ισχυρισμούς του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος : "...το εκκαλούν ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του β.δ.
της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" και τις αναφερόμενες λοιπές προϊσχύσασες του ΑΚ διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, και το επίδικο τμήμα, ως δασική έκταση, ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, αλλά και (παραβίασε) με την εφαρμογή τους τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 62 του Ν. 998/1979 περί δασών κ.λ.π., οι οποίες, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, υποπίπτον στην πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ως προς τους προταθέντες από το ίδιο αγωγικούς ισχυρισμούς ιδίας κυριότητάς του επί του επιδίκου τμήματος.
Ο λόγος αυτός της έφεσης είναι αβάσιμος... αφ' ενός μεν διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο αποτελεί δασική έκταση, πράγμα το οποίο δεν δέχθηκε ούτε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι το επίδικο τμήμα των 670,04 τμ, το οποίο εσφαλμένα περιλήφθηκε στο γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., ήταν διαχρονικά καλλιεργήσιμος αγρός, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την Α.Π. ...
Πράξη Χαρακτηρισμού, ήτοι ότι ανήκε στα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας αφ' ετέρου δε και εν πάση περιπτώσει, όπως ορθά αναφέρεται και στην εκκαλουμένη απόφαση, επειδή στα νησιά των Κυκλάδων, στα οποία ανήκει και η ...ς, όπου το επίδικο, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων ...
μόνη η δασική μορφή της έκτασης, δεν αποτελεί απόδειξη ή τεκμήριο για τη θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά το Δημόσιο ισχυριζόμενο ότι η δασική έκταση είναι δημόσια οφείλει να το αποδείξει, επικαλούμενο τον ειδικό λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους πριν ή μετά τον Αστικό Κώδικα (μετά την 23.2.1946) τρόπους κτήσης κυριότητας, τους οποίους το ενάγον, παρ'ότι τους επικαλέστηκε δεν τους απέδειξε, κατά τα ανωτέρω..." .Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί την αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, Ι.
Π., αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, τον ίδιο κύριο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο περιλαμβάνεται και το εδαφικό τμήμα των 670, 04 τμ και είχε διαταχθεί η αιτούμενη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... - ..., ενώ είχε δεχθεί εν μέρει και την συνεκδικαζόμενη με την αγωγή του αναιρεσίβλητου αγωγή του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως κατ'ουσίαν βάσιμη και είχε αναγνωρίσει το ίδιο κύριο σε ποσοστό 100% του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., με τη μνεία ότι σε αυτό δεν περιλαμβάνεται το ως άνω επίδικο τμήμα των 670,04 τμ.
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία νεμόμενος, συνεχώς το επίδικο αυτό τμήμα, ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου του, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, όπως το νέμονταν και προηγουμένως και οι άνω δικαιοπάροχοί του (άμεση, απώτεροι και απώτατοι) και κατόπιν προσμέτρησης στο δικό του χρόνο νομής και του απαιτουμένου προς τούτο χρόνου της με τα ίδια προσόντα νομής των αντίστοιχα δικαιοπαρόχων του, καθώς και ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ουδέποτε απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου τμήματος των 670,04 τμ, καθόσον αυτό δεν περιλαμβάνονταν ποτέ στα όρια της όμορης ιδιοκτησίας του Μ.
Ρ., η οποία χαρακτηρίσθηκε δασική έκταση και, όπως, κρίθηκε τελικά με αμετάκλητες αποφάσεις το επίδικο εδαφικό τμήμα ουδέποτε αποτελούσε ιδιοκτησία του ανωτέρω Μ. Ρ., αλλά, αντιθέτως πάντοτε περιλαμβανόταν στο ως άνω μείζον ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, υπό σταθερά και αμετάβλητα υλοποιημένα όρια, είχε δε διαχρονικά αμιγώς αγροτικό χαρακτήρα, όπως τούτος αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα, από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα το Εφετείο, για να καταλήξει στο ως άνω συμπέρασμα διέλαβε στις παραδοχές του : α) ότι το επίδικο ακίνητο των 670,04 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο από Ιούλιος 2016 τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Λ., καταλαμβάνοντας το δυτικό-βορειοδυτικό όριο του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., αποτελεί τμήμα αγροτικού ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "..." της τοπικής Κοινότητας ...
της δημοτικής ενότητας ... του δήμου ...-... συνολικού εμβαδού 5.148,73 τμ, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, από την αληθή κυρία αυτού Ε.-Σ. χήρα Μ. Ρ., το γένος Α. Ρ., δυνάμει του 3.709/1.7.1995 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Ε. Σ. - Β. νόμιμα μεταγεγραμμένου, 2) ότι στη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου Ε. - Σ., χήρα Μ.
Ρ. το εν λόγω μείζον ακίνητο είχε περιέλθει, κατά πλήρη κυριότητα, από εκ διαθήκης κληρονομιά του αληθούς κυρίου αυτού, θανόντος στις 24.2.1985, συζύγου της Μ. (ή Μ.) Ρ. του Τ. και της Μ., δυνάμει της 10.543/21.12.1984 δημόσιας διαθήκης που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 108/10.5.1985 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., την οποία κληρονομία αυτή αποδέχθηκε νόμιμα με την ...
Πράξη Αποδοχής Κληρονομίας του συμβολαιογράφου ... Μ. Τ., στον ως άνω δε δικαιοπάροχό της είχε περιέλθει από μείζον ακίνητο με το 889/13.10.1939 νόμιμα μεταγραμμένο προικοδωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... ... Μ. Π. από τον αληθή κύτιο αυτού, πατέρα του, Τ. Μ. Ρ., και στον τελευταίο, είχε περιέλθει το ίδιο από τους γονείς του Μ.
Τ. Ρ. και σύζυγό του Β. Μ. Ρ., δυνάμει του 7217/14.10.1906 προικοσυμφώνου συμβολαίου, του συμβολαιογράφου ... Σ. Α., οι οποίοι το νέμονταν και το κατείχαν πολύ πριν από το έτος 1900, 3) ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του (άμεση, απώτεροι και απώτατοι) νέμονταν άπαντες την ως άνω μείζονα έκταση, της οποίας τμήμα αποτελεί το επίδικο ακίνητο, πολύ πριν από το έτος 1900 και με βάση τους προαναφερόμενους κατ' ατομική περίπτωση νόμιμους τίτλους, συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση της διακατοχικές πράξεις νομής, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, την οριοθέτησαν αρχικά εξ ολοκλήρου με ξερολιθιές και συρματόπλεγμα, τις οποίες συντηρούσαν, εξασφάλισαν την οδική πρόσβαση προς αυτήν, δια συμπράξεως στην κατάρτιση σχετικών συμβολαιογραφικών πράξεων, προβαίνοντας φανερά και χωρίς να ενοχληθούν από κανένα στη σύνταξη αντιστοίχων συμβολαίων και σε συνακόλουθες δηλώσεις στις αρμόδιες αρχές, 4) ότι η μείζων εδαφική έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, ήταν ανέκαθεν ιδιωτική ιδιοκτησία, οριοθετημένη διαχρονικά εξολοκλήρου με σταθερή και μη μεταβαλλόμενη περιμάνδρωση της, ταυτοποιημένη με τα αναφερόμενα στους ως άνω τίτλους όριά της 5) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα στο επίδικο, καθώς αυτό δεν περιλαμβάνονταν ποτέ στα όρια της όμορης ιδιοκτησίας του Μ.
Ρ., η οποία χαρακτηρίσθηκε δασική έκταση, αντιθέτως κρίθηκε με αμετάκλητες αποφάσεις ότι το επίδικο ακίνητο των 670.04 τμ., αποτελεί τμήμα του μείζονος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, υπό σταθερά και αμετάβλητα υλοποιημένα όρια, έχοντας διαχρονικά αμιγώς αγροτικό χαρακτήρα, 6) ότι το μείζον ακίνητο του αναιρεσιβλήτου στο οποίο περιλαμβάνεται το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο με το δικαίωμα πολέμου, δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον αυτό μέχρι την επανάσταση του 1821 δεν ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, τα οποία κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και δήμευσε (1821-1830), εφόσον το επίδικο ακίνητο, ευρισκόμενο στη νήσο των Κυκλάδων ..., ανήκε στην κατηγορία των "καθαρής ιδιοκτησίας" γαιών, τα οποία και κατά την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους στα νησιά των Κυκλάδων, εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των τότε κυρίων αυτών κατά πλήρη κυριότητα . 5) ότι το επίδικο δεν είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά το έτος 1833, ούτε ποτέ νεμήθηκε τούτο το αναιρεσείον, ούτε αυτό ως τμήμα της μείζονος ως άνω έκτασης υπήρξε αείποτε αδέσποτο ή κατέστη σε κάποια χρονική στιγμή αδέσποτο, εφόσον καταρχήν, αυτό ανέκαθεν δεσπόζονταν ως τμήμα του ευρύτερου ακινήτου τους από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, και β) ότι ανεξαρτήτως του ότι το επίδικο δεσπόζονταν ανέκαθεν από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, αποτελώντας ιδιωτική αγροτική έκταση, αυτό δεν αποδείχθηκε και ότι υπήρξε αδέσποτο είτε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, είτε μετά την ισχύ του Ν. 21-6/10.7.1837, δεδομένου ότι πριν από την απελευθέρωση από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της νήσου ...
το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης ... περί γαιών) αν συντρέχει κάποιος από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, ο κύριος αυτού δεν καλλιεργήσει τούτον απ'ευθείας ή δι'εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται διαθέσιμος και μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητας και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, ή ότι τούτο θεωρήθηκε εγκαταλειμμένο και περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατ'άρθρο 34 παρ. 8 του α.ν. 1539/1938 με τη σύνταξη πρωτοκόλλου κατάληψης και την παρέλευση δεκαετίας, περιστατικά που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στις ως άνω συνθήκες των πρωτοκόλλων της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των ερμηνευτικών του εν λόγω πρωτοκόλλου κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1/7 (19-8) 1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της ..., τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του Ν.
της 21.6/3.7. 1837 "περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων", του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15.12.1833 " περί διορισμού φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" και του Ν. 21-6/10.7.1937, των διατάξεων του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/3.7.1837 με το οποίο καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι τα αδέσποτα ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με τον προαναφερόμενο παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, εφόσον το επίδικο ακίνητο αποτελούν τμήμα μείζονος ακινήτου, ήταν ανέκαθεν ιδιωτική γαία "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκε δηλαδή πριν από το 1900 στους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, οι οποίοι νέμονταν αυτό αδιαλείπτως ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες δεν εφάρμοσε, δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε ανέκαθεν ιδιωτική γαία και ουδέποτε υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους, κατά την εκτίμησή τους, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον υπό την επίκληση της παραβίασης των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με τις αιτιάσεις, ότι το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, που έκρινε κατά τα προαναφερόμενα ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου (γεωτεμαχίου) εμβαδού 670,04 τμ., και ότι πρέπει να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου ... ..., ώστε το εδαφικό αυτό τμήμα να αποκοπεί από το ακίνητο με ΚΑΕΚ 2901521006 όπου είχε αναγραφεί ως κύριος ο μη διάδικος Μ.
Ρ.ς και να ενσωματωθεί στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο να αναγραφεί ως ιδιοκτήτης του δικαιώματος κυριότητας ο αναιρεσίβλητος, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 7 του ν. 2664/1998, καθώς και τις διατάξεις περί δεδικασμένου. Ειδικότερα στο σκέλος αυτό του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως το αναιρεσείον αναφέρει τα εξής:
Με την 38ΤΜ/27.4.2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., που εκδόθηκε επί αγωγής του μη διαδίκου στην προκειμένη δίκη Μ. Ρ., κατά του ίδιου (Ελληνικού Δημοσίου) με την οποία ο ως άνω ενάγων επεδίωκε να αναγνωρισθεί κύριος ακινήτου εκτάσεως, κατά τις κτηματολογικές εγγραφές 8.848 τμ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 670,04 τμ., κρίθηκε ότι το μείζον αυτό ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης του εκεί ενάγοντος (Μ. Ρ.) ούτε των δικαιοπαρόχων του, ούτε ο ίδιος κατέστη κύριος του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, αλλά ότι αυτό αποτελεί δασική έκταση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, με τις παραδοχές δε αυτές απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή, ενώ τα ίδια έγιναν δεκτά και κρίθηκαν και με την 185/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που εκδόθηκε επί εφέσεως του Μ.
Ρ. κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με συνέπεια να οριστικοποιηθεί η κτηματολογική εγγραφή για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφικό τμήμα των 670, 04 τμ. Με βάση τα παραπάνω, αιτιάται το αναιρεσείον υπό την επίκληση των αριθμών 1 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εφόσον με την προαναφερόμενη 185/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, την οποία μνημονεύει στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκε αμετάκλητα ο δασικός χαρακτήρας του μείζονος ακινήτου των 8.848 τμ, και οριστικοποιήθηκε η πρώτη ανακριβής εγγραφή, για το ως άνω ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, ο οποιοσδήποτε τρίτος, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος, δεν είχε τη δυνατότητα να αιτείται τη διόρθωση αυτής, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει στον αναιρεσίβλητο και προέβη στη σχετική διόρθωση της πρώτης εγγραφής του στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την ως άνω 185/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου κρίθηκε αμετάκλητα ότι κύριος του επιδίκου ακινήτου των 8.848 τμ., είναι το Ελληνικό Δημόσιο, και διορθώθηκε η ανακριβής εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, ώστε το ακίνητο αυτό με ΚΑΕΚ ..., με φερόμενο κύριο τον μη διάδικο, Μ.
Ρ., να καταχωρηθεί με κύριο το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η ως άνω απόφαση εκδόθηκε κατ'έφεση επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του Μ. Ρ., η οποία απορρίφθηκε τελεσίδικα, κατά τα προαναφερόμενα, με το σκεπτικό ότι ο Μ. Ρ. ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με οποιονδήποτε τρόπο. Σημειώνεται, ότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στο ως άνω ακίνητο, στο οποίο φερόταν ως ιδιοκτήτης ο Μ.
Ρ., αναγνωρίστηκε τελεσίδικα για πρώτη φορά με την προσβαλλόμενη απόφαση και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο ίδιο ακίνητο, ώστε σε αυτό να αναγραφεί ως κύριος σε ποσοστό 100% το αναιρεσείον με αιτία και τίτλο κτήσης το νόμο (Ν. 998/1979), ήτοι ως δασική έκταση, πλην του επίδικου γεωτεμαχίου των 670,04 τμ, το οποίο κρίθηκε ότι δεν περιλαμβάνεται στην έκταση αυτή και δεν έχει δασικό χαρακτήρα.
Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, : α) αβάσιμος και διότι, όπως συνάγεται από τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, αφού η ως άνω τελεσίδικη (ήδη αμετάκλητη) απόφαση από την οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος προκύπτει δεδικασμένο, έχει εκδοθεί μεταξύ του Μ.
Ρ. και του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, μεταξύ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του αναιρεσίβλητου, Ι. Π., ήτοι δεν υφίσταται η προϋπόθεση του δεδικασμένου της ταυτότητας των διαδίκων, ούτε εκείνη της ταυτότητας του αντικειμένου της διαφοράς, κατά τα προαναφερόμενα, β) απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, καθόσον δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το ακριβές αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, ούτε οι παραδοχές του Εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αναφέρεται μόνο ο αριθμός της τελεσίδικης και ήδη αμετάκλητης απόφασης από την οποία, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος προκύπτει το δεδικασμένο, καθώς και ο αριθμός της πρωτόδικης απόφασης, με τη μοναδική μνεία, ότι με αυτές κρίθηκε αμετάκλητα ο δασικός χαρακτήρας του ως άνω ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωσή του.
Η δε ποιοτική αοριστία δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται αντιστοίχως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1319/2020, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 1089/2019).
Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 2060/2022, ΑΠ 1597/2018, 165/2018, ΑΠ 1274/2017, ΑΠ 862/2015). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των άρθρων 974,1045, 1046, 1051 και 1094 ΑΚ, 1,3,4 παρ. 1, 70 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα-πραγματικό δικαιούχο κυριότητας την έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, μεταξύ άλλων, ότι ο πραγματικός δικαιούχος είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και δη έκτακτη χρησικτησία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ασκώντας συνεχώς επί εικοσαετία ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοί του τη φυσική εξουσίαση επί του ακινήτου με διάνοια κυρίου (νομή), δηλ.
να αναφέρει ο ενάγων εμφανείς υλικές πράξεις επί αυτού, που να είναι δηλωτικές της βούλησής του καθώς και της βούλησης των δικαιοπαρόχων του να εξουσιάζουν τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά τη βούλησή του προορισμό του ακινήτου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας. (ΑΠ 911/2019, ΑΠ 336/2019).
Ο ενάγων οφείλει να επικαλεσθεί συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915 μόνο εφόσον πρόκειται για δημόσιο κτήμα, όχι όμως και όταν δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, οπότε αρκεί να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό του έως την άσκηση της αγωγής ή στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του έως το χρόνο της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής δεν απαιτείται να επικαλεσθεί ο ενάγων ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και όταν το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.2015 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα το οποίο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ισχυρισμού η απόδειξη του οποίου βαρύνει το Δημόσιο (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 643/2017).
Ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 335/2020, ΑΠ120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης .
Επί πλέον, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1780/2022, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009) . Επί πλέον, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος αποδείξεως, τον προσδιορισμό) δηλαδή ;από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Κατά συνέπεια, δεν τίθεται πλέον θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος αποδείξεως και, συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 Κ.Πολ.Δ., σχετικός λόγος αναιρέσεως. Τον λόγο αυτό αναιρέσεως, όμως, μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως που υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα (ΑΠ 984/2021, ΑΠ 186/2018, ΑΠ 193/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 998/1979 "περί δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" (ήδη άρθρο 37 παρ. 1 Ν. 4280/2014) το, κατά την παράγραφο 1 εδάφιο α' του ίδιου άρθρου, μαχητό τεκμήριο του Δημοσίου επί των δασών που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους δεν εφαρμόζεται στις Ιόνιες Νήσους, τις ..., την Κρήτη, τα ...
και ..... και στους νομούς ..., .... Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς ότι επί των δασών που προβλέπεται στο Β.Δ. της 17.11./1.12. 1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, στα νησιά των Κυκλάδων (και των λοιπών προαναφερομένων) δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών των εν λόγω περιοχών μόνη η επίκληση από το Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σε αυτήν, αλλά να πρέπει το Δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο (ΑΠ 567/2020, ΑΠ 695/2018, ΑΠ 1182/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω ποσοτικής αοριστίας της, στηρίζοντας τον αναιρετικό αυτό λόγο στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Προς τούτο επικαλείται ότι η αναγνωριστική αγωγή κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με το επί πλέον αίτημα της διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις (των απωτέρων και απωτάτων) δικαιοπαρόχων του μέχρι πρωτοτύπου κτήσεως της κυριότητος και δη υπό τις προϋποθέσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου συμπληρωμένες μέχρι την 11.9.1915, δεδομένου μάλιστα του προβαλλόμενου ισχυρισμού του, τόσο με τους λόγους έφεσής του, όσο και με τις εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα.
Αιτιάται δε ειδικότερα το αναιρεσείων, ως προς την υποστήριξη της αοριστίας της αγωγής, ότι σε αυτήν δεν αναφέρεται ούτε συμπληρώθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε ποιον ανήκε η κυριότητα του ακινήτου πριν το έτος 1906, ποια ήταν η μορφολογία του κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας και κατά τον χρόνο ισχύος των επικαλούμενων από το ίδιο Πρωτοκόλλων και Συνθηκών και του β.δ.
της 3/15.12.1833, ποιο ήταν το ιδιωτικό δικαίωμα (τεσσαρούφ) που είχε παραχωρηθεί επί τουρκοκρατίας στους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντα και πως μετεξελίχθηκε σε δικαίωμα κυριότητας και με ποιο συγκεκριμένο τρόπο ήτοι εμφανείς επιτρετές υλικές πράξεις νομής οι δικαιοπάροχοί του είχαν νεμηθεί το επίδικο επί τριάντα χρόνια πριν από την 11.9.1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Όμως, ο λόγος αυτός, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι το αναιρεσείον, το οποίο με την αίτηση αναιρέσεώς του προσβάλλει απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως εκκαλούν το οποίο είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, δεν αναφέρει σε αυτήν για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, ως έδει, κατά τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, ότι ο περί αοριστίας συγκεκριμένος ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από το ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, χωρίς να αρκεί η επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως του ζητήματος του ορισμένου της αγωγής, αφού ο περί αοριστίας αυτής ισχυρισμός δεν ανήκει σε εκείνους, οι οποίοι κατ'εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, έστω και αν δεν είχαν προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας .
Επί πλέον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, το αναιρεσείον ουδόλως είχε παραπονεθεί με λόγο έφεσης για την αοριστία της αγωγής, αλλά είχε αναφερθεί γενικά στο ότι εσφαλμένα η πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας τους δικούς του ισχυρισμούς περί αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με τους ως άνω τρόπους ήτοι κατά διαδοχή του Τουρκικού δημοσίου δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος από 3-2, 4/16-6 και 19-6/1.7.1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 Συνθήκης της ..., είτε ως δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος βάσει των άρθρων 1,2 και 3 του β.δ. 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και του άρθρου 1 του από 3/15.12.1833 β.δ., είτε ως αδέσποτο, βάσει των διατάξεων του από 10.7.1837 β.δ. (νόμου) "περί διακρίσεως κτημάτων", κλπ.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αποτελούσε δημόσιο κτήμα, ήτοι δάσος ή λιβάδι, ή αδέσποτο, για τα οποία, όπως εκτέθηκε υφίσταται το μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο, οπότε ο ενάγων όφειλε να επικαλεσθεί σε αυτήν συμπλήρωση του τριακονταετούς χρόνου χρησικτησίας έως και την 11η.9.1915, ενώ με την ένδικη αγωγή, όπως αναφέρθηκε, ο ενάγων δεν επικαλείται τέτοια ιδιότητα για το επίδικο ακίνητο, αλλά ενάγει το Δημόσιο επειδή του αμφισβητεί την κυριότητά του επί αυτού, το οποίο, λόγω της φύσης του ως αγροτικού ακινήτου, αποτελούσε καθαρή γαία, εξουσιαζόμενη ανέκαθεν από ιδιώτη, οπότε αρκούσε να επικαλείται συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό του ή του δικαιοπαρόχου του έως την άσκηση της αγωγής, όπως δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αναγνωριστικής αγωγής να επικαλεσθεί ότι η χρησικτησία συμπληρώθηκε έως και την 11η.9.1915, ακόμη και στην περίπτωση που το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του.
Τούτο δε διότι, η επίκληση της αποκτήσεως χρησικτησίας μέχρι τις 11.9.1915 προϋποθέτει δημόσιο κτήμα, πράγμα, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν συντρέχει στην παρούσα περίπτωση. Αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, με τα ως άνω που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι ο ενάγων δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει ότι είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας και τη νομή επί αυτού των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11.9.1915, αλλά τους δικούς του ισχυρισμούς περί της φύσης του επιδίκου ως μη δεκτικού εξουσίασης, ή αδέσποτου, ή δάσους ή χορτολίβαδου είχε την υποχρέωση να αποδείξει το αναιρεσείον, πράγμα που δεν έπραξε, ορθά εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).
Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του απέδωσε αυξημένη δύναμη παρότι την είχε κατά νόμο. (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 477/2019, ΑΠ174/2019) .Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 309/2020).
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΟλΑΠ 11/2005, ΑΠ 103/2021, ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1294/2018). Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438,439, 440 και 441 ΚΠολΔ .(ΑΠ 563/2020, ΑΠ 1409/2019, ΑΠ 1207/2019).
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ίδιου Κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στα άρθρα 438 και 439 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη.
Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 440 ΚΠολΔ. είναι συμπληρωματική της πρώτης και ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκείνες που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο ορισμένο γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, οπότε ναι μεν υπάρχει και πάλι πλήρης απόδειξη, πλην όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί το έγγραφο για πλαστότητα, όπως αντιθέτως συμβαίνει επί ενεργειών στις οποίες προέβη εκείνος που συνέταξε το έγγραφο ή περί γεγονότων που έλαβαν χώρα ενώπιόν του (ΑΠ 348/2021, ΑΠ 445/2019).
Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).Με τη διάταξη δε του άρθρου 95 παρ. 1 περ.
α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.
Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το Ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.
και άρθρο 45 παρ. 1 Π.Δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 280/2016, ΑΠ 854/2009). Επί πλέον, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...
γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δύνανται να ελέγχουν τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων, δηλαδή την αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα ή τους νόμους, εφόσον από το κύρος τους εξαρτάται η διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς ιδιωτικού δικαίου.
Η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρ. 2 KΠολΔ αλλά και τον διαφορετικό σκοπό, που επιδιώκει η διοικητική σε σχέση με την πολιτική δίκη. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 369/2021,ΑΠ 447/1984, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 229/2016).
Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.
Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχομένη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 1366/2018, 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010 ).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπάγονταν στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 369/2021,ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 659/2016).
Τέλος, για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικού ή μη χαρακτήρα αρμόδια είναι τα κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας όργανα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που αυτή προβλέπει, η δε έννοια του δάσους έχει προσδιορισθεί με την 27/1999 απόφαση του ΑΕΔ, ενώ τα πρόσθετα για τον προσδιορισμό του στοιχεία που απαιτήθηκαν κατά το άρθρο 1 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 3 του Ν. 998/1979, έχουν κριθεί αντισυνταγματικά (ΟλΣτΕ 34/2013, ΑΠ 596/2016).
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 του Ν. 3208/2003, που αντικατέστησε το άρθρο 14 του Ν. 998/1979, θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία για τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, με σκοπό την επίλυση του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο για τη διοίκηση όσο και για τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες (ΣτΕ 885/2008) .
Οι αποφάσεις του Δασάρχη και των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας (άρθρο 10 παρ. 3 Ν. 998/1979) σχετικά με τον χαρακτήρα ορισμένης έκτασης ως δασικής ή μη συνίσταται στη διαπίστωση υφιστάμενης πραγματικής (φυσικής) κατάστασης και των τυχόν προσφάτων αλλοιώσεών της.
Η σχετική διαπίστωση ανάγεται και στο παρελθόν, όταν η μεταβολή του δασικού χαρακτήρα οφείλεται σε καταστροφή ή παράνομη εκχέρσωση. Οι Επιτροπές είναι αρμόδιες, μεταξύ άλλων, να επιλύουν διαφορές ως προς τον χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως χορτολιβαδικής ή μη κατά την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979,ανεξάρτητα από το εάν αυτή είναι δημόσια ή ιδιωτική, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3,8,14 και 74 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Η επίλυση της σχετικής δασικής αμφισβήτησης ανάγεται μόνο στον προσήκοντα χαρακτηρισμό ορισμένης έκτασης και δεν εκτείνεται σε θέματα αναγνώρισης της κυριότητας ή της διαχείρισης των χορτολιβαδικών εκτάσεων (ΑΠ 10/2020, ΑΠ749/2019, ΑΠ 1104/2019, ΑΠ 1182/2018). Ήδη με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά την εκτίμησή του το αναιρεσείον προσάπτει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επικουρικά τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα αιτιάται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο παραβίασε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, αλλά και τη γενική αρχή του διοικητικού δικαίου περί νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, αφού αγνόησε κατ'ουσίαν και ουδόλως έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση είναι καθαρή ιδιωτική γαία, το γεγονός ότι το γεωτεμάχιο με ΚΑΕΚ ..., στο οποίο εμπεριέχεται και το επίδικο τμήμα των 670,04 τμ, έχει εκδοθεί η τελεσίδικη πλέον με ΑΠ ...
Πράξη Χαρακτηρισμού του άρθρου 14 του Ν. 998/1979, σύμφωνα με την οποία το συνολικό αυτό ακίνητο εμπίπτει στην ευρύτερη δασική έκταση, διότι είναι δασικής μορφής, εμπίπτον στην παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, η εν λόγω δε Πράξη, η οποία έχει συνταχθεί από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του (κατ'άρθρο 14 του Ν. 998/1979), σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, μέχρι σήμερα δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί, και κατά συνέπεια, η εν λόγω Πράξη τεκμαίρεται νόμιμη και παράγει πλήρη απόδειξη αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνονται και την ουσιαστική κρίση του οργάνου που την εξέδωσε (αρχή νομιμότητας της διοίκησης) .
Αιτιάται εισέτι το αναιρεσείον ότι η εν λόγω ουσιαστική εκτίμηση του αρμοδίου διοικητικού οργάνου για την πραγματική κατάσταση του επιδίκου, όπως αποτυπώνεται στην προαναφερόμενη Πράξη Χαρακτηρισμού και τη σχετική βεβαίωση τελεσιδικίας, δηλαδή όσον αφορά στο δασικό χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, ήταν δεσμευτική για το πολιτικό δικαστήριο που δίκασε την προκειμένη υπόθεση, το οποίο όφειλε, μετά τη διενέργεια του παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας της Πράξης Χαρακτηρισμού, να την λάβει υπόψη προσηκόντως, πράγμα που δεν έπραξε,, παραβιάζοντας ευθέως τόσο τα άρθρα 2 και 440 ΚΠολΔ, όσο και το τεκμήριο νομιμότητας που αναπτύσσουν οι διοικητικές πράξεις και δη οι τελεσίδικες πράξεις χαρακτηρισμού, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης αντιρρήσεων κατ'αυτών.
Επί πλέον, όπως ήδη εκτέθηκε, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται (επικουρικά) την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων Συγκεκριμένα με τον λόγο αυτό, αναφέρει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ότι από τα προσκομιζόμενα μετ'επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου έγγραφα ήτοι:
την έκθεση φωτοερμηνείας και τις αεροφωτογραφίες ετών λήψης 1945.1996 και 2007-2009, την ενσωματωμένη στο με αριθμό πρωτοκόλλου ΔΥ/20.3.2001 έγγραφο έκθεση αυτοψίας του Δασοπόνου Θ. Α. και το με αριθμό πρωτοκόλλου ... έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών περί τελεσιδικίας της παραπάνω Πράξης Χαρακτηρισμού αναφορικά με τον δασικό χαρακτήρα της μείζονος έκτασης εμβαδού (της οποίας τμήμα αποτελείτο επίδικο), και τη συνημμένη στο ίδιο ΔΥ/20.3.2001 έγγραφο έκθεση φωτοερμηνείας του ίδιου ως άνω Δασοπόνου προκύπτει ότι, κατά τα έτη 1945 και 1960 η συγκεκριμένη έκθεση που απεικονίζεται στην έκθεση αυτοψίας με πράσινο χρωματισμό, εμφανίζεται ως δασική έκταση χωρίς καθόλου στοιχεία καλλιέργειας, το ίδιο δε συμβαίνει και κατά το έτος 1988 όπου η έκταση εμφανίζεται επίσης ως δασική.
Αιτιάται δε, ότι ενώ τα προαναφερόμενα δημόσια έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη ως προς τα όσα βεβαιώνουν περί του ουσιώδους γεγονότος ότι ο ενάγων -αναιρεσίβλητος δεν απέκτησε δικαίωμα ιδιοκτησίας στο επίδικο ακίνητο και ότι αυτό είναι δασική έκταση που ανήκει στην ιδιοκτησία του (αναιρεσείοντος), το Εφετείο δεν τους προσέδωσε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχουν, αλλά, αντιθέτως, έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο (γεωτεμάχιο) έχει αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα .
Ως προς τα ως άνω ζητήματα, το Μονομελές Εφετείο Αιγαίου, επιλαμβανόμενο σχετικού με αυτά λόγου εφέσως του Ελληνικού Δημοσίου, διέλαβε στις παραδοχές της 22/2021 προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα εξής : "... Ο ελεγχόμενος αυτός λόγος έφεσης, κατά το μέρος που αφορά την επικαλούμενη δεσμευτικότητα του προμνησθέντος άρθρου 14 του Ν. 998/79, είναι αβάσιμος, αφού...
η κρίση της Διοικήσεως (Δασάρχου, Πρωτοβαθμίου Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων) κατά την αυτή διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 998/1979) ως προς το δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως, δεν είναι δεσμευτική για το αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο θα κρίνει κατά νόμο τον ιδιοκτησιακό χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως, δεδομένου ότι, κατά τη διαδικασία αυτή, απαγορεύεται η θέση ή η προβολή θεμάτων ιδιοκτησίας, η δε οριστική επίλυση της ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης, μπορεί να διαταχθεί μόνο με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής.
Προσέτι, και ο, περιλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο έφεσης, ισχυρισμός του, περί του ότι, από δημόσια έγγραφα και συγκεκριμένα από την ως άνω τελεσίδικη Πράξη Χαρακτηρισμού, με την επισυναπτόμενη έκθεση αυτοψίας και τη βεβαίωση τελεσιδικίας, προκύπτει κατά πλήρη απόδειξη και δεσμευτικά, ο δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, είναι αβάσιμος, διότι, ....
τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτήν την βεβαίωση, επίσης τα εν θέματι έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, για το οποίο επιτρέπεται ανταπόδειξη.
Εν προκειμένω, ούτε η περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 438 ΚΠολΔ συνέτρεξε, αλλά ούτε πρόκειται για εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 440 ΚΠολΔ, αφού το δικαστήριο της ουσίας ( το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο για την αναγνώριση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου) μέσω της αποδεικτικής διαδικασίας (με επιτρεπόμενη ανταπόδειξη) συνεκτιμά, (ελεύθερα), όλα τα ενώπιόν του με επίκληση εκατέρωθεν προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω έγγραφα.
Τέλος, ..." αποφάνθηκε το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, περί του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη τη δικαιοδοσία του "... αποφαινόμενο περί του μη δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, κατά παράβαση του άρθρου 2 ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των διοικητικών αρχών και, συγκεκριμένα, του αρμόδιου κατά τόπο Δασάρχη, των Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, και πρωτοβάθμιαςκαι δευτεροβάθμιας και τελικά των διοικητικών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει των ανωτέρω αναφερθέντων πρόκειται για ιδιωτική διαφορά, η οποία υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, στο πλαίσιο δε της δίκης αυτής το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ερευνήσει, έστω και παρεμπιπτόντως, κάθε ζήτημα, ακόμα και διοικητικής φύσης, που αποτελεί πρόκριμα και είναι αναγκαίο για την επίλυση της ενώπιόν του ιδιωτικής διαφοράς. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ότι η διαδικασία του άρθρου 14 του Ν. 998/1979 ως προς το δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα της επίδικης εκτάσεως, δεν είναι δεσμευτική για το αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο, το οποίο έχει τη δυνατότητα να κρίνει κατά νόμο τον ιδιοκτησιακό χαρακτήρα αυτής, δεδομένου ότι, κατά τη διαδικασία του ως άνω άρθρου 14 του Ν. 998/1979, απαγορεύεται η θέση ή η προβολή θεμάτων ιδιοκτησίας, η δε οριστική επίλυση της ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης, μπορεί να διαταχθεί μόνο με αμετάκλητη δικαστική απόφαση του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 998/1979 και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο το αναιρεσείον υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος (δεύτερος ) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση : α) για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος καθόσον ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναφέρεται στην παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δεν ιδρύεται για παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 768/2019, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 1001/2018), όπως, προδήλως, είναι οι μνημονευθείσα ως άνω διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, η οποία ως ορίζουσα τα όρια δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων έχει καθαρά δικονομικό χαρακτήρα. (ΑΠ 1366/2018).
β) για παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 440 ΚΠολΔ, καθόσον και αυτή η διάταξη που ρυθμίζει θέματα της αποδεικτικής διαδικασίας έχει δικονομικό χαρακτήρα. Ακόμη και αν εκτιμηθεί από παρόν Δικαστήριο, όπως έχει τη δυνατότητα, ότι με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, μέμφεται αυτήν για την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της υπέρβασης της δικαιοδοσίας του ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω.
Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικά για παραβίαση του αριθμού 12 του άρρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα. αποτελούν μεν γενικώς δημόσια έγγραφα, υπό την έννοια ότι έχουν εκδοθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημοσίους υπαλλήλους και πρόσωπα που ασκούν δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, συνιστούν όμως πλήρη απόδειξη μόνο ως προς τα όσα βεβαιώνονται ότι προέρχονται από τα πρόσωπα που εκδίδουν ή υπογράφουν αυτά, τα οποία ήταν καθ'ύλη και κατά τόπο αρμόδια να κάνουν αυτή τη βεβαίωση, για τα όσα όμως βεβαιώνονται σχετικά με το διαφιλονικούμενο ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου επί του επίδικου ακινήτου (γεωτεμαχίου), την αλήθεια των οποίων όφειλαν να διαπιστώσουν εκείνοι που τα συνέταξαν, εφόσον τα βεβαιούμενα σε αυτά εκφράζουν κατά κύριο λόγο τη γνώμη τους περί του γεγονότος αυτού, επιτρέπεται ανταπόδειξη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία ως άνω νομική σκέψη, και, συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο συνεκτιμώντας τα προαναφερόμενα έγγραφα ισοδύναμα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι αυτά δεν ήσαν ικανά να προσπορίσουν κυριότητα στον αναιρεσείοντα, δεν υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 31.5.2021 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 22/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.5.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 22/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ