Legislator Case Law & Legislation
768/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive argument regarding implied choice of law.

Case Number 768/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible for failing to address substantive issues. The appellant argued that the court ignored their claims regarding a specific choice of law clause, but the court determined these were merely evidentiary arguments rather than distinct legal grounds. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 KPolD; Art. 559 no. 8 KPolD: An appeal is inadmissible if the grounds raised are not distinct legal arguments but rather evidentiary assessments or re-examinations of facts already decided by lower courts.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal choice of law implied agreement evidentiary argument legal costs procedural dismissal substantive review

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 23 para. 1 of Regulation (EC) No 44/2001
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 495 para. 3 KPolD
Art. 176, 183 and 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 768 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 768/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "... AG", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθάνασιο Μιχελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5163/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 918/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομοτύπως, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει, από την υπ' αριθ. ..21Β'/7-2-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών - Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Δ. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσίβλητη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη για την αρχή της παρούσας δικάσιμο νομοτύπως και εμπροθέσμως επεδόθη στην αναιρεσείουσα. Επομένως, εφ' όσον η τελευταία αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, πρέπει, να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία αυτής, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000 "για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις" '' 1. Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία.

Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί : α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση• β) είτε υπό τύπο ανταποκρινόμενο στην πρακτική που έχουν καθιερώσει οι συμβαλλόμενοι στις μεταξύ τους σχέσεις• γ) είτε στο διεθνές εμπόριο, υπό τύπο ανταποκρινόμενο στις συνήθειες τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν ή οφείλουν να γνωρίζουν και οι οποίες είναι ευρέως γνωστές σ' αυτού του είδους την εμπορική δραστηριότητα και τηρούνται τακτικά από τους συμβαλλόμενους σε συμβάσεις, του είδους για το οποίο πρόκειται, στη συγκεκριμένη εμπορική δραστηριότητα''.

Συμφώνως προς την αρχή της αυτοτέλειάς των, το επιτρεπτό της καταρτίσεως και ο τύπος των συμφωνιών παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφ' όσον αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου 23 του Κανονισμού, διέπονται κατ' αρχάς αποκλειστικώς υπό τούτου, αποκλειομένης της εφαρμογής των αντίστοιχων διατάξεων του εθνικού δικονομικού δικαίου.

Η τήρηση τού υπό του άρθρο 23 § 1 του Κανονισμού επιβαλλόμενου τύπου συνεπάγεται άνευ ετέρου την κατάρτιση της συμφωνίας παρεκτάσεως, ούτως ώστε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου για τη διαπίστωση της συμπτώσεως των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Οι κανόνες του άρθρου 23 αποτελούν ουσιαστικούς κανόνες ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, των οποίων η εφαρμογή προηγείται της τυχόν εφαρμογής τόσο των κανόνων συγκρούσεως, όσο και των αντίστοιχων ουσιαστικών κανόνων του δικάζοντος δικαστηρίου.

Εξ άλλου, στις συμφωνίες παρεκτάσεως που εμπίπτουν στον Κανονισμό 44/2001 δεν είναι δυνατόν να αποκλεισθεί ολοσχερώς η εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δοθέντος ότι υφίστανται ζητήματα, η ρύθμιση των οποίων απαιτεί την εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς, για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων που αφορούν στο ουσιαστικό περιεχόμενο και κύρος της ρήτρας παρεκτάσεως, τα οποία δεν είναι δυνατό να ρυθμισθούν υπό των διατάξεων του άρθρου 23 του Κανονισμού, εφαρμόζονται (επί των ουσιαστικών προϋποθέσεών τους) οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της εννόμου τάξεως του δικάζοντος δικαστηρίου (lex fori) και κατ' επέκταση υπάγεται το σύνολο των προϋποθέσεων για την έγκυρη κατάρτιση των συμφωνιών παρεκτάσεως στους δικονομικούς και ουσιαστικούς κανόνες της εννόμου τάξεως του τελευταίου, εντεύθεν διευκολύνεται ο έλεγχος του κύρους τους.

Έτσι, εάν ασκηθεί αγωγή στο παρεκτεινόμενο δικαστήριο ("forum prorogatum"), τότε αυτό θα κρίνει το κύρος και την ισχύ της συμφωνίας παρεκτάσεως επί τη βάσει των δικονομικών και ουσιαστικών κανόνων της εννόμου τάξεως, στην οποία ανήκει, ενώ στην περίπτωση που η αγωγή ασκηθεί στο δικαστήριο, το οποίο κατά τη συμφωνία παρεκτάσεως στερείται της διεθνούς δικαιοδοσίας του ("forum derogatum"), τότε ο έλεγχος του κύρους της συμφωνίας θα γίνει κατά τους αντίστοιχους κανόνες της εννόμου τάξεως του τελευταίου.

Ο όρος "συμφώνησαν", τον οποίο περιέχει το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρ.23 του Κανονισμού, ερμηνεύεται αυτονόμως και δεν απαιτεί να είναι κατά τέτοιον τρόπο διατυπωμένη η ρήτρα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας, ώστε μόνον από το κείμενό της να δύναται να προσδιορισθεί το έχον την διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο.

Αρκεί η ρήτρα να προσδιορίζει τα αντικειμενικά στοιχεία, ως προς τα οποία τα μέρη ήλθαν σε συμφωνία, για να επιλέξουν το δικαστήριο ή τα δικαστήρια, στα οποία θέλουν να υποβάλουν τις διαφορές, που έχουν ανακύψει ή θα ανακύψουν( ΑΠ 822/2001). Τα στοιχεία αυτά, τα οποία πρέπει να είναι αρκούντως ακριβή για να παρέχουν στον δικάζοντα δικαστή τη δυνατότητα να καθορίσει αν κέκτηται διεθνή δικαιοδοσία, δύνανται εν ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθούν από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως.

Για να καθορισθεί το ακριβές περιεχόμενο μιας τοιαύτης συμφωνίας απαιτείται κατά κανόνα ερμηνεία της. Αυτή, κατ' αρχάς, πρέπει να γίνει αυτονόμως, με τα κριτήρια, τα οποία εκ της γραμματικής και τελεολογικής ερμηνείας του άρθρου 23 του Κανονισμού συνάγονται, δηλονότι βάσει της βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, όπως αποτυπώθηκε στη συμφωνία, η οποία έχει προτεραιότητα κατά τον Κανονισμό.

Σε αυτές τις περιπτώσεις η ερμηνεία της ρήτρας παρεκτάσεως πρέπει να γίνει κατά το εφαρμοστέο δίκαιο στο ουσιαστικό περιεχόμενο της ρήτρας, δηλ. κατά τα προαναφερθέντα, πρωτίστως υπό του ιδίου του Κανονισμού και δευτερευόντως υπό του δικαίου του δικάζοντος δικαστή ή τη lex fori του παρεκτεινομένου δικαστηρίου ή με αναφορά στο δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, στην οποία εμπεριέχεται η ρήτρα παρεκτάσεως.

Προσήκει μία διασταλτική ερμηνεία της ρήτρας παρεκτάσεως, ούτως ώστε να καταλαμβάνονται όλες οι διαφορές, οι οποίες ανακύπτουν σε σχέση με τη σύμβαση, στην οποία εμπεριέχεται η ρήτρα παρεκτάσεως . Σχετικώς προς την επάρκεια του ορισμένου της ρήτρας παρεκτάσεως το άρθρ. 23 παρ. 1 του Κανονισμού σαφώς διαλαμβάνει περί διαφορών που είτε ήδη έχουν προκύψει είτε πρόκειται στο μέλλον να προκύψουν.

Εν περιπτώσει αμφιβολίας πρέπει, κατά την αρχή της "favor validitatis" τής συμβάσεως, να προτιμάται η εγκυρότητα της ρήτρας. Και τούτο διότι βάσει της γενικής αρχής της αυτονομίας της βουλήσεως, οι διάδικοι με τη συμφωνία τους αυτή εκφράζουν τη βούλησή τους προβαίνοντες στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπον αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου και η συμφωνία τους αυτή είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νομίμου προσβολής της (ΟλΑΠ 4/1992).

Περαιτέρω, για να πληρούται η τυπική προϋπόθεση εγκυρότητας ρήτρας παρεκτάσεως που τίθεται από το άρθρο 23 παρ. 1 α) αρκεί η γραπτή επιβεβαίωση να προέρχεται μόνο από τον ένα συμβαλλόμενο, υπό την προϋπόθεση ότι η επιβεβαίωση αυτή περιήλθε στον αντισυμβαλλόμενο, ο οποίος δεν διετύπωσε εγκαίρως αντίρρηση.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε επιπλέον ότι η λύση αυτή προσήκει ακόμη και στην περίπτωση που ο συμβαλλόμενος που επιβεβαίωσε γραπτώς τη ρήτρα παρεκτάσεως είναι ο ωφελούμενος από τη ρήτρα αυτή".(ΔΕΚ. υπόθεση Berghoefer GMBH κατά FIRMA ASA S.A. C-221/84). Επίσης, η προβλεπόμενη στην διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 γ' του ως άνω Κανονισμού προϋπόθεση τυπικής εγκυρότητας ρήτρας παρεκτάσεως πληρούται κατά το ΔΕΕ, όταν ακολουθείται συμπεριφορά συγκεκριμένη, που τηρείται κατά κανόνα και τακτικώς κατά τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου τύπου από τους επιχειρηματίες του εμπορικού κλάδου στον οποίο ασκούν τη δραστηριότητά τους οι συμβαλλόμενοι.

Μεταξύ άλλων, η προϋπόθεση πληρούται, όταν οι εν λόγω συμβαλλόμενοι έχουν στο παρελθόν συνάψει εμπορικές σχέσεις μεταξύ των ή με άλλους συμβαλλόμενους που ασκούν δραστηριότητα στο συγκεκριμένο εμπορικό κλάδο, ή όταν, στον εν λόγω κλάδο, μια ορισμένη συμπεριφορά ακολουθείται κατά κανόνα και σταθερώς κατά τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου είδους, ώστε να δύναται να θεωρηθεί ως παγιωμένη πρακτική.

Για τη θεμελίωση "συνήθειας" δεν απαιτείται να αποδεικνύεται η ύπαρξη παρόμοιας συμπεριφοράς ούτε εντός συγκεκριμένων χωρών, ούτε εντός όλων των κρατών-μελών, ούτε και απαιτείται, περαιτέρω, η τυχόν δημοσιότητα που προσδίδουν ενδεχομένως ενώσεις ή ειδικευμένοι οργανισμοί στα έντυπα που περιλαμβάνουν ρήτρα παρεκτάσεως.

Επιπλέον, η ενώπιον δικαστηρίων αμφισβήτηση συμπεριφοράς, συστατικής μιας συνήθειας, δεν επαρκεί για να οδηγήσει στην απώλεια του χαρακτήρα της ως συνήθειας.. Επ' αυτού το ΔΕΕ δέχθηκε (στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν σε σκάφος ποταμίων μεταφορών) ότι εμπίπτει στις συνήθειες του διεθνούς εμπορίου η συνομολόγηση ρήτρας παρεκτάσεως μέσω της επανειλημμένης και αδιαμαρτύρητης εξοφλήσεως τιμολογίων, όταν στα έγγραφα αυτά εμπεριείχετο έντυπη μνεία περί δωσιδικίας.

Η εμπορική πρακτική έχει προσδιορίσει ιδιαίτερες εμπορικές συνήθειες που αναγνωρίζονται ως έγκυρες από πλευράς τύπου στις συναφείς συναλλαγές (ΔΕΚ 20.02.1997, υπόθ. C-106/95 (MSG). Τεκμαίρεται ότι δεσμεύεται από τους όρους αυτούς, διότι κάθε συμβαλλόμενος που δραστηριοποιείται στο συγκεκριμένο κλάδο οφείλει να γνωρίζει την γενικευμένη αυτή πρακτική. (Υπόθεση C-159/97 16ης Μαρτίου 1999. - Trasporti Castelletti Spedizioni Internazionali SpA κατά Hugo Trumpy SpA ).

Τέλος, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005).

Η εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχεται αναιρετικώς, κατ' αρχάς, δια μέσου της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ή 560) του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Υπό την έννοια αυτή, κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι διατάξεις των Κανονισμών της ΕΕ (πρώην ΕΚ), οι οποίοι, από τότε που τίθενται σε ισχύ, είναι άμεσης εφαρμογής - συμφώνως προς το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρώην άρθρο 249 Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και παλαιότερα Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας - και αποτελούν εσωτερικό ελληνικό δίκαιο (ΑΠ 93 /2017).

Εν προκειμένω, με το πρώτο λόγο τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 1 του Κανονισμού 44/2001, κρίνοντας ότι η συμφωνία παρεκτάσεως αρμοδιότητας είναι έγκυρη, μόνον εφ' όσον είναι έγγραφη και ειδική, και επομένως δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις κύρους, όταν μία τέτοια συμφωνία αναφέρεται σε έντυπους γενικούς όρους συναλλαγών, οι οποίοι περιέχονται σε τιμολόγια ή δελτία αποστολής εμπορευμάτων, και ότι εξ αιτίας της εσφαλμένης αυτής ερμηνείας το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών Δικαστηρίων ένεκα συμφωνίας των διαδίκων περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας υπέρ των αυστριακών Δικαστηρίων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την συμφωνία των διαδίκων περί παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας τα ακόλουθα: ''...Ο ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας περί του ότι συμφώνησε με την ενάγουσα εταιρεία εγγράφως ή, έστω, προφορικώς με έγγραφη επιβεβαίωση την παρέκταση της διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων και ιδία την αποκλειστική αρμοδιότητα του Εμπορικού Πρωτοδικείου της Βιέννης, σχετικά με την επίδικη διαφορά (άρθρο 23 παρ. 1 Καν 44/2001 ΕΚ), ισχυρισμός που συγκροτεί ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων ...

δεν αποδεικνύεται. Ειδικότερα από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την εναγόμενη τέσσερα (4) έγγραφα που φέρουν τον τίτλο "επιβεβαίωση παραγγελίας" (για τη μεταφορά των προπεριγραφόμενων προϊόντων της), τα με ημερομηνία 15-6-2009, 3-7- 2009 και 12-8-2009 αφορούν επιβεβαιώσεις παραγγελίας μεταφοράς προϊόντων, άλλης εταιρείας και συγκεκριμένα της εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε." που εδρεύει στην … ... το δε, με ημερομηνία 4-8-2009 ("επιβεβαίωση παραγγελίας"), ασχέτως, του ότι δεν συμπεριλαμβάνει ρήτρα αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας των αυστριακών δικαστηρίων (Εμπορικού Πρωτοδικείου Βιέννης) για την υπόψη ένδικη διαφορά, δεν σχετίζεται με κάποια από τις εξήντα επτά (67) και ήδη επίδικες παραγγελίες μεταφοράς, για τις οποίες εκδόθηκαν τα προαναφερόμενα, αντίστοιχα, τιμολόγια, αλλά, αφορά άλλη μεταφορά προϊόντων της εναγόμενης από τη Γαλλία στην Ολλανδία ...

Στην κρινόμενη υπόθεση από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας και ιδία από τα προσκομιζόμενα εκατέρωθεν έγγραφα (τιμολόγια και επιβεβαιώσεις παραγγελίας) δεν αποδεικνύεται η σύναψη κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 της προμνησθείσας Διεθνούς Συμβάσεως της σχετικής συμφωνίας, ιδία όσον αφορά τις (67) επίδικες συμβάσεις μεταφοράς.

Η σχετική κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα της εναγόμενης, ο οποίος επιβεβαιώνει τον ανωτέρω ισχυρισμό της τελευταίας, δεν κρίνεται πειστική... Άλλωστε, στην περίπτωση που η ενάγουσα, δεδομένης και της εμπειρίας της στις διεθνείς συναλλαγές, είχε θέσει ως όρο της συνεργασίας της με την εναγόμενη (παρεκτός της αποκλειστικής αρμοδιότητας των αυστριακών δικαστηρίων) του αυστριακού, ως εφαρμοστέου δικαίου, κρίνεται, ότι, θα είχε απαιτήσει την προηγούμενη, έγγραφη αποδοχή των ανωτέρω εκ μέρους της εναγόμενης και δεν θα αρκείτο στη σύναψη της σχετικής συμφωνίας μόνον προφορικά, όπως η εναγόμενη ισχυρίζεται...''.

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 23 παρ.1, περίπτωση α' του Κανονισμού 44/2001, δεχόμενο σαφώς τη δυνατότητα κατάρτισης ρήτρας παρεκτάσεως γραπτώς και προφορικώς με γραπτή ωστόσο επιβεβαίωση. Οι λοιπές αιτιάσεις αφορούν στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του ζητήματος της ρήτρας παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επισημαίνεται ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας ουδόλως εξέθεταν την οιαδήποτε πρακτική μεταξύ των μερών συνιστώσα αυτοτελή και ιδιαίτερο τύπο ρήτρας παρεκτάσεως, πέραν των προβλεπόμενων στο άρθρο 23 παρ. 1 περ. α' του Κανονισμού 44/2001, ούτε εξέθεταν ειδικώς την ύπαρξη ιδιαίτερου τύπου συμφωνίας παρεκτάσεως μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, ανταποκρινόμενο σε συνήθειες του διεθνούς εμπορίου, τηρούμενων τακτικώς από τους συμβαλλομένους, και δη στο είδος των συναφθεισών συμβάσεων παραγγελίας.

Με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ.2 και 451 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο δύναται να ζητήσει την επίδειξη, εφόσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 450 και 451 του ΚΠολΔ, οι σχετικές με την επίδειξη εγγράφων στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης (ΑΠ 771/ 2017).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε την διάταξη του άρθρου 450 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθ' όσον απέρριψε το αίτημα αυτής (αναιρεσείουσας) για την επίδειξη εγγράφου, περιέχοντος τους γενικούς όρους και τις ρήτρες των συναλλαγών, με το επιχείρημα ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι πρόσφορο για την άμεση ή έμμεση απόδειξη τού ισχυρισμού της περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφ' όσον ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται στη περίπτωση της παραβιάσεως της δικονομικού χαρακτήρα διατάξεως του άρθρου 450 παρ.2 ΚΠολΔ, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.

Το άρθρο 3 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 19-6-1980, ορίζει στο πρώτο εδάφιο ότι "η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη", στο δεύτερο εδάφιο ότι "η επιλογή αυτή πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται με βεβαιότητα από τις διατάξεις της σύμβασης ή τα δεδομένα της υπόθεσης" και στο τρίτο εδάφιο ότι "με την επιλογή αυτή οι συμβαλλόμενοι μπορούν να ορίσουν το εφαρμοστέο δίκαιο στο σύνολο ή σε μέρος της σύμβασης τους".

Με βάση, έτσι, την, απορρέουσα από αμφοτέρους τους ως άνω κανόνες, αρχή της αυτονομίας της βουλήσεως, η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή ή να αναφέρεται σε ορισμένο κλάδο ή τμήμα του εν λόγω δικαίου, έτσι ώστε αυτό να αποτελεί ηθελημένο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 1459/2014). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ως άνω διεθνής Σύμβαση της Ρώμης, εκτός από τη ρητή, αναγνωρίζει και τη σιωπηρή δήλωση βουλήσεως ως κύριο σύνδεσμο, για να διέπει μια ενοχική διεθνή δικαιοπραξία.

Πρόκειται για δήλωση βουλήσεως η οποία θα πρέπει να συνάγεται με βεβαιότητα και σαφήνεια. Είναι μια έμμεσα συναγόμενη βούληση, μια δήλωση βουλήσεως που προκύπτει από συμπερασματικά γεγονότα για το εφαρμοστέο δίκαιο, τα οποία πηγάζουν από την όλη συμπεριφορά των συμβαλλομένων, σε συνδυασμό και με διάφορα αντικειμενικά δεδομένα που οδηγούν στην εξεύρεση του δικαίου αυτού το ίδιο αποτελεσματικά, σαν να υπήρχε εκφρασμένη βούληση.

Σε μια σιωπηρή δήλωση βούλησης προϋποτίθεται η ύπαρξη του βουλητικού στοιχείου. Εξ άλλου, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αποτελούν και οι διατάξεις των άρθρων της ανωτέρω Διεθνούς Συμβάσεως, οι οποίες αποτελούν ειδικότερους περί συγκρούσεως νόμων κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (ΟλΑΠ 79/1995).

Επίσης, η ύπαρξη ή μη συμφωνίας περί του εφαρμοστέου δικαίου είναι πραγματικό και όχι νομικό ζήτημα, γι` αυτό και η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποτελούσα πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου. (ΑΠ 665/2011). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθορίζονται περιοριστικώς οι λόγοι αναιρέσεως.

Δεν περιλαμβάνεται δε σε αυτούς η εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, εκτός αν συνδυάζονται με άλλον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο. Όπως δε ορίζεται στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την απορριπτική κρίση του Εφετείου περί υπάρξεως συμφωνίας εφαρμογής αλλοδαπού δικαίου. Ειδικότερα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: "...το Εφετείο έπρεπε να ελέγξει και να εκφέρει κρίση ως προς το αν έλαβε χώρα σιωπηρώς η κατάρτιση μίας τέτοιας συμφωνίας (περί εφαρμοστέου δικαίου) και κατ' επέκταση να εξετάσει όχι μόνον τα εκδοθέντα τιμολόγια αλλά και το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων που εκτέθηκαν με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας και αφορούν στα συμβατικά κείμενα τα οποία διέπουν κατά τα συναλλακτικά ήθη τις συναλλαγές αυστριακών μεταφορέων, όπως εν προκειμένω η αναιρεσίβλητη, στο εξωτερικό. Τούτο παρέλειψε να πράξει το Εφετείο με συνέπεια να απορρίψει με ανεπαρκή αιτιολόγηση τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταρτίσεως (σιωπηρώς) συμφωνίας μεταξύ των Μερών για το εφαρμοστέο δίκαιο, χωρίς καν να εξετάσει εάν - με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τα όσα αποδείχθηκαν στην δίκη - είχε όντως καταρτισθεί σιωπηρώς τέτοια συμφωνία...".

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των προτάσεων, που κατέθεσε η εναγομένη- αναιρεσείουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως και της από 28-2-2014 εφέσεως αυτής, ο ισχυρισμός ότι, με βάση το σύνολο των περιστάσεων εν γένει μπορούσε να συναχθεί ότι συντρέχει σιωπηρή κατάρτιση της συμφωνίας παρεκτάσεως, δεν προβλήθηκε, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παραλλήλως, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις, υπό την επίκληση των διατάξεων του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ - και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα, καθώς και στην εκτίμηση του περιεχομένου και της αποδεικτικής ισχύος εγγράφων - πλήττεται ουσιαστικώς με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ως προς τις εν λόγω αιτιάσεις ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι(άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής (ΑΠ 1274/2018).

Εν προκειμένω, , με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι δεν έλαβε υπ' όψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα παραδεκτώς με τις προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίων και , με αποτέλεσμα να κρίνει μόνον εάν υπάρχει ρητή συμφωνία περί του εφαρμοστέου δικαίου και δεν εξέτασε αν συντρέχει σιωπηρή κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ισχυρισμοί του και συγκεκριμένως ότι : α) η αναιρεσίβλητη απέστελλε στην αναιρεσείουσα έγγραφη επιβεβαίωση της παραγγελίας, η οποία έφερε την ονομασία "Confirmation of Order" και ότι σε όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα αναφέρεται ρητώς ότι εφαρμοστέοι στις μεταξύ των μερών συναλλακτικές σχέσεις είναι οι κανόνες που περιλαμβάνονται στους "Γενικούς Όρους Συναλλαγών των Αυστριακών Οδικών Μεταφορέων" στις Γενικές Ρήτρες και τους Όρους Επιχειρηματικότητας της Αντιδίκου για τις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες μεταφοράς, οι οποίες φέρουν τον κωδικό ...08/09t.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθ' όσον όλες οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων και την αμφισβήτηση της βαρύτητας αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, καθ' όσον ο ισχυρισμός περί υπάρξεως συμφωνίας για το εφαρμοστέο στις επίδικες παραγγελίες δίκαιο εξετάσθηκε τόσο υπό το πρίσμα της ρητής καταρτίσεως της όσο και υπό το πρίσμα της σιωπηρής και σαφώς συναγόμενης από τα δεδομένα της υπόθεσης κατάρτισής της, δεδομένης της προηγούμενης εξέτασης από το Εφετείο των δεδομένων της υπόθεσης και ιδίως λαμβανομένων υπ' όψιν των αποδειχθεισών ως ουδέποτε καταρτισθεισών "επιβεβαιώσεων παραγγελιών" για τις επίδικες συμβάσεις και των Γενικών Όρων Συναλλαγών της εταιρείας Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 918/2016 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ