Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and vague evidence claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the single-instance court of appeals' final judgment. The appellant argued the defendant was improperly summoned and that the lower court ignored new evidence, but the court found the summons valid and the evidence claims too vague. Consequently, the appeal was dismissed because the appellant failed to specify which evidence was disregarded and why it was critical.
Legislator headnote
AI generatedArticle 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 681 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 number 11 letter gamma of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines sua sponte the legality of summons if the defendant is absent, and an appeal based on ignored evidence is inadmissible unless the specific evidence and its impact on the outcome are clearly detailed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1148 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1148/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρανιώτη. Του αναιρεσιβλήτου: Η. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή και την με τις προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 50/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εξαφάνισε την 250/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, 156/2015 μη οριστική και 286/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-8-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εν προκειμένω, από την υπ' αριθ. ….0Ε/13-02-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Τρικάλων Ι. Σ. Α., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νομοτύπως και εμπροθέσμως επεδόθη στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, πρέπει, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να δικασθεί ερήμην, πλην όμως να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.
Κατά την παράγραφο 2 του περιλαμβανομένου στο κεφάλαιο για τις διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων άρθρου 681 Γ` του ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 38 του Ν. 2447/1996 και 19 παρ. 3 του Ν. 2521/1997 και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου ασκήσεως της αγωγής προ της αντικαταστάσεως του Τετάρτου Βιβλίου του ΚΠολΔ( άρθρα 591-681Δ) από τα άρθρα 591-645, σύμφωνα με το άρθρο1 άρθρο τέταρτο του Ν 4335/2015, "Στις ίδιες διαφορές καθιερώνεται στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης η οποία, στις περιπτώσεις, όπου φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, θα πρέπει να συνοδεύεται και υπό ψυχιατρική έκθεση.
Το Μονομελές ή Πολυμελές δικαστήριο είναι εξάλλου υποχρεωμένο, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της αγωγής και πριν από κάθε συζήτηση να προσπαθήσει, με την ποινή του απαραδέκτου, να επιλύσει συμβιβαστικά τη διαφορά, ύστερα από ακρόαση των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους. Ο συμβιβασμός πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου, αλλιώς δεν δεσμεύει το δικαστήριο".
Από τη λεκτική διατύπωση του πρώτου εδαφίου της ως άνω παραγράφου του άρθρου 681Γ του ΚΠολΔ, εν όψει και της παρ. 4 του άρθρου 19 ν. 2521/1997, κατά την οποία "...Στις περιπτώσεις αυτές, καθώς και όπου αλλού ο νόμος απαιτεί την υποβολή στο δικαστήριο και την υποχρεωτική συνεκτίμηση από αυτό έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας, αν η έκθεση αυτή δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση", σαφώς προκύπτει ότι η μη υποβολή, κατά τη συζήτηση, της εκθέσεως της κοινωνικής υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβιώσεως του ανηλίκου δεν δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο( ΑΠ 1967/2014, 1413/2011).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι δεν προσκομίσθηκε σ' αυτό έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβιώσεως του ανηλίκου τέκνου, όπως είχε διαταχθεί με προηγούμενη (μη οριστική απόφασή του), νομίμως προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος , κατά το πρώτο τμήμα αυτού, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και ο οποίος, κατά την εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ερείδεται (μόνον) στο άρθρο 559 αριθμ. 14 και όχι στον αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017,59/2017).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο τμήμα του ως άνω πρώτου λόγου τής αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια των λόγων αναιρέσεως των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και ειδικότερα ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος, 1511, 1510, 1512-1514 και 1518 ΑΚ, και εσφαλμένως υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, ενώ περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, και δη ως προς την κρίση του ότι το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου επιβάλλει να έχει την ορισθείσα επικοινωνία ο αναιρεσίβλητος πατέρας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "...Η εναγομένη χωρίς να καταλογίζει έλλειψη ενδιαφέροντος ή οποιαδήποτε αρνητική συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στο τέκνο τους που να δικαιολογεί την απαγόρευση της επικοινωνίας του με αυτό, αναφέρεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, πλην όμως οποιαδήποτε υπαιτιότητα του ενάγοντος για τη διάσπαση αυτή δεν αναιρεί το δικαίωμα της επικοινωνίας του με το τέκνο του.
Μάλιστα, το γεγονός ότι η εναγομένη προέβη μονομερώς στη βάφτιση του ανηλίκου αγνοώντας τον ενάγοντα καταμαρτυρεί την αδιάλλακτη στάση εκ μέρους της ώστε να παρεμποδίζεται οποιοδήποτε δικαίωμα γονικής μέριμνας έχει ο τελευταίος. Από δε την επικοινωνία που είχε στις 28.9.2016, το Δικαστήριο με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, κατά την επανάληψη της συζήτησης που διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 156/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για να ληφθεί, μεταξύ άλλων, υπόψη και η γνώμη αυτού ως προς το θέμα της επικοινωνίας του με τον πατέρα του, διαπιστώθηκε ότι το ανήλικο είναι σε θέση να εκφράσει με ελεύθερο τρόπο και αβίαστα ορισμένα γεγονότα σχετικά με τις μεταξύ των γονέων του διενέξεις κατά τη διάρκεια της οικογενειακής τους ζωής, οφειλόμενες σε υπαιτιότητα του πατέρα του, που είναι εμφανώς αποτέλεσμα επιδράσεων και υποβολών της μητέρας του, αφού για αυτά δεν ήταν δυνατόν να έχει, λόγω της τότε ηλικίας του, ιδία αντίληψη, δεδομένου ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικά σχεδόν αμέσως μετά τη γέννησή του, ενώ γίνονταν εκ μέρους του συχνές αναφορές στο πρόσωπο του νυν συζύγου της μητέρας του, με τον οποίο διατηρεί καλές σχέσεις.
Περαιτέρω, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων επιδεικνύει ενδιαφέρον για το ανήλικο τέκνο του, το οποίο περιβάλλει με αγάπη και αυτονόητο τυγχάνει το δικαίωμά του για προσωπική επικοινωνία του με αυτό. Η άσκηση του δικαιώματος του τελευταίου δεν είναι καταχρηστική, ούτε υπάρχουν καταστάσεις, που να δικαιολογούν αντίθετη ρύθμιση.
Άλλωστε, αποδοχή του αιτήματος της εναγομένης ότι πρέπει να γίνεται επικοινωνία του ενάγοντος με το τέκνο του σε μόνιμη βάση με την παρουσία της, θα οδηγούσε σε αντίθετα αποτελέσματα αφού, ενόψει των ιδιαιτέρως τεταμένων σχέσεών τους, η επ' ευκαιρία της επικοινωνίας επαφή τους θα οδηγούσε σε εντάσεις μεταξύ τους, γεγονός που θα ήταν τραυματικό για την ευαίσθητη ψυχοσύνθεση του ανηλίκου τέκνου τους.
Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η διανυκτέρευση του ανηλίκου στην οικία του πατέρα του θα δημιουργήσει σε αυτό οποιοδήποτε πρόβλημα, αντίθετα μάλιστα θα συμβάλει, όπως προαναφέρθηκε, στη δημιουργία ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού του ανηλίκου με τον πατέρα του. Εξάλλου, ενόψει της ηλικίας του ανηλίκου, το οποίο έχει ακόμη ανάγκη φροντίδας και περιποιήσεων, η μητέρα του ενάγοντος, η οποία είναι ηλικίας 68 ετών, συνταξιούχος εκπαιδευτικός και αγαπά τον εγγονό της, είναι πρόθυμη και το κατάλληλο πρόσωπο να προσφέρει τη βοήθεια της κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του ανηλίκου με τον ενάγοντα πατέρα του.
Συνακόλουθα, το Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου, επιβάλλει να μην αποξενωθεί αυτό ψυχικά από τον πατέρα του και προς τούτο είναι αναγκαία η μεταξύ αυτών επικοινωνία, προκειμένου να καλλιεργηθούν και να αναπτυχθούν με την πάροδο του χρόνου τα αμοιβαία μεταξύ τους αισθήματα στοργής και αγάπης, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη αισθήματος ασφάλειας και ψυχικής ισορροπίας του ανηλίκου.
Επίσης, με τον τρόπο αυτό παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα ενημέρωσης για τη διαβίωση και ανάπτυξη του τέκνου του και δεν δημιουργείται από αυτήν (επικοινωνία) κανένας κίνδυνος για τη ψυχική ηρεμία και γενικά την υγεία και την ανατροφή του τελευταίου. Ενόψει αυτών, για να ενδυναμωθεί η μεταξύ τους επικοινωνία και να αποφευχθεί ο κίνδυνος αποξένωσης και παράλληλα να μειωθούν οι συνέπειες της μη ομαλής εξέλιξης της έγγαμης σχέσης των γονέων του, κρίνεται ότι το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του πατέρα του με αυτό πρέπει να ρυθμιστεί, λαμβανομένης υπόψη της αλλαγής κατοικίας του προσφάτως, μετά την τέλεση δεύτερου γάμου της μητέρας του, στο ......".
Ακολούθως, το Εφετείο - το οποίο με την υπ' αριθ. 50/2013 προεκδοθείσα απόφαση του είχε δεχθεί την έφεση της νυν αναιρεσείουσας και είχε εξαφανίσει την πρωτόδικο απόφαση - δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του νυν αναιρεσιβλήτου και ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας τούτου με το ανήλικο τέκνο του, ορίζοντας αυτή σε δύο Σαββατοκύριακα μηνιαίως, τέσσερις(4) ημέρες κατά την διάρκεια των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και δέκα (10) ημέρες κατά την διάρκεια του Αυγούστου κάθε έτος και τηλεφωνική επικοινωνία καθημερινά.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά το αληθές συμφέρον του ανηλίκου, κατά τη ρύθμιση της επικοινωνίας τούτου με τον αναιρεσίβλητο πατέρα του.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα αυτού είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 841/2017).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν, και ειδικότερα δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη τηρήσεως του σταδίου υποχρεωτικής προδικασίας, που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 681Γ παρ 2 εδάφ.
α' ΚΠολΔ και περιλαμβάνει την υποβολή αναλυτικής εκθέσεως από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφ' όσον το Εφετείο, ως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης, έλαβε υπ' όψη τον ως άνω ισχυρισμό και έκρινε ότι δεν είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο δε διότι, παρά το γεγονός ότι δεν προσκομίσθηκε σ' αυτό έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας περί των συνθηκών διαβιώσεως τού ανηλίκου τέκνου, όπως είχε διαταχθεί με προηγούμενη (μη οριστική απόφασή του), νομίμως προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως, λόγω του ότι η μη τήρηση της προδικασίας αυτής δεν δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο, συμφώνως και προς τα προαναφερθέντα στον ανωτέρω σχετικό πρώτο λόγο, κατά το πρώτο τμήμα αυτού.
O εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, της λήψεως υπ' όψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, ιδρύεται, όταν λαμβάνεται υπ' όψη αποδεικτικό μέσο άλλο από εκείνα που καθορίζονται στα άρθρα 339 και 270 παρ. 2 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ. είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη, καθώς και όταν η χρήση του νόμιμου αποδεικτικού μέσου δεν είναι επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της φύσεως της υποθέσεως ή προβλέπεται απόδειξη μόνον με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008).Κατά τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εξ άλλου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 666 παρ. 1, 681B παρ. 1β και 681Γ παρ. 2 του ΚΠολΔ (ως ίσχυαν προ της αντικαταστάσεώς τους σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν 4335/2015) στις διαφορές για την άσκηση της γονικής μέριμνας του τέκνου , καθώς και για την επικοινωνία με το τέκνο, επιτρέπεται η λήψη υπ' όψη και μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 670 και 671παραγρ. 1-3 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται κατ' άρθρον 681 Β' του ιδίου Κώδικος και στις διαφορές οι οποίες αφορούν επιμέλεια τέκνων και με τα οποία ορίζεται, ότι στη διαδικασία των διαφορών αυτών δεν είναι απαραίτητο να εκδίδεται απόφαση περί αποδείξεως και ότι αν υπάρχει ανάγκη να γίνει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη, το Δικαστήριο ορίζει τα σχετικά με αυτές κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο με προφορική ανακοίνωσή του η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά, συνάγεται, ότι κατά τη διαδικασία αυτή δεν τηρούνται οι διατάξεις περί αποδείξεως της τακτικής διαδικασίας, ότι το Δικαστήριο και κατά τη διαδικασία αυτή δεν κρίνει χωρίς αποδείξεις, αλλά με τις αποδείξεις οι οποίες πρέπει να προσκομισθούν κατά τη συζήτηση και ότι απόκειται στην κρίση του, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, αν θα θεωρήσει τις αποδείξεις αυτές επαρκείς ή αν θα διατάξει συμπληρωματικώς αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1450/2012).
Από δε τις διατάξεις του άρθρου 368 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται κατ' αρχάς στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 194/1998, 1548/1995), εκτός αν ζητήθηκε από το διάδικο και το δικαστήριο δέχθηκε ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε είναι υποχρεωμένο να διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 827/1995, 1474/1990).
Τέλος, ανέλεγκτη αναιρετικώς είναι η εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως για συμπλήρωση των αποδείξεων ή παροχή επεξηγήσεων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 του ΚΠολΔ (ΑΠ 104/2012,1612/2006).
Εν προκειμένω, με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11, κατά το πρώτο μέρος και 14 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο τοιούτο, τρίτο λόγο αναιρέσεως( κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τούτων) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι ανεπιτρέπτως κατά νόμο έλαβε υπ' όψη την από 24/11/2015 ιατρική βεβαίωση του Α. Χ. για την ψυχική υγεία του αναιρεσιβλήτου, ενώ η διάταξη του άρθρου 681Γ του ΚΠολΔ προβλέπει ψυχιατρική έκθεση, και ότι παρά το νόμο απέρριψε το αίτημα διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, κατόπιν εκδόσεως παρεμπίπτουσας αποφάσεως για επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο.
Εφ' όσον, όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Γ του ΚΠολΔ, κατά την οποία εκδικάσθηκε η ένδικη αγωγή, ήταν επιτρεπτή η λήψη υπ' όψη και μη πληρούντων τους όρους του νόμου αποδεικτικών μέσων, η δε κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, για τη μη συνδρομή λόγου επαναλήψεως της συζητήσεως στο ακροατήριο και των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 368 παρ. 2 του ΚΠολΔ προς διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά τα προαναφερθέντα τμήματα αυτού, είναι απαράδεκτος.
Εξ άλλου, στον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι απαραδέκτως προσκομίσθηκαν νέα αποδεικτικά μέσα υπό του νυν αναιρεσιβλήτου, και νέοι ισχυρισμοί στην έκκλητη δίκη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφ' όσον ουδόλως προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα και οι ισχυρισμοί, που προσκομίσθηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, εφ' όσον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του άρθρου 529 του ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται οι διάδικοι να επικαλεστούν και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ` αυτό ως απαράδεκτα, διότι, κατά την κυριαρχική κρίση του, ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας η από βαριά αμέλεια, ενώ για το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου το Εφετείο δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία( ΑΠ 598/2017, 133/2012 ) και στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν απέκρουσε με την προσβαλλομένη απόφαση τα νέα αποδεικτικά μέσα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 204/2017, 7/2017).
Εν προκειμένω, με ισχυρισμό που διαλαμβάνεται στο ως άνω τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε καθ' όλου υπ' όψη τα προσαχθέντα και νομίμως επικληθέντα από αυτή σχετικά. Ο ισχυρισμός αυτός, που αφορά σε πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 εδ. γ` ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, εξ αιτίας της αοριστίας του, καθ' όσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα παραδεκτώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού. Περαιτέρω ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός περί του ότι δεν ελήφθη υπ' όψη η από 25-9-2016 Εξώδικη Δήλωση της αναιρεσείουσας προς την Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων και προς τον αναιρεσίβλητο είναι αβάσιμος, εφ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει αναμφιβόλως ότι αυτή έλαβε υπ' όψη την ανωτέρω εξώδικη Δήλωση, εφ' όσον σε αυτήν θεμελιωνόταν ο απορριφθείς ισχυρισμός περί απαραδέκτου της συζητήσεως λόγω μη τηρήσεως του σταδίου προδικασίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, ενώ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής δαπάνης, εφ' όσον ο αναιρεσίβλητος απολείπεται και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-8-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 286/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ