Supreme Court partially allows appeal against second defendant, remanding case for further examination regarding legal representation fees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by the second defendant, a company, against the Athens Court of First Instance's judgment. While the court rejected the company's arguments regarding the plaintiff's legal representation and dismissed the supplementary grounds, it found merit in the first appellant's claim. Consequently, the court annulled the appellate court's decision concerning the first appellant and remanded the case for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 556, 559, 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal by a party who lost partially requires a valid legal interest, and if the appeal succeeds on some grounds, the decision is annulled and the case remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 598 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 598/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., και 2)εταιρείας "... LIMITED", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Και οι δύο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Φιλιππόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Η., συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6666/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/3/2015 αίτησή τους και τους από 23/9/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 27/10/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος) λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, την παραδοχή των πρώτου και τρίτου (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος) από 23/9/2015 προσθέτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 556 Κ.Πολ.Δ. δικαίωμα αναιρέσεως έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών και ο εφεσίβλητος, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο (ΑΠ 42/2015, 224/2015), η ύπαρξή του δε κρίνεται κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ1935/2009). Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ... LIMITED’ ‘ ζητεί την αναίρεση της 6.666/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής, καθώς και η έφεσή της, και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου κατ’ αυτής ως παθητικά ανομιμοποίητη. Με βάση τα ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον η ως άνω αναιρεσείουσα εταιρεία είναι η νικήσασα διάδικος και δεν επικαλείται στο αναιρετήριο έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκηση της αιτήσεως κατά του προαναφερθέντος αναιρεσιβλήτου, παρά την ιδιότητά της αυτή.
2. Eπειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των πρόσθετων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από το γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών.
Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2, 3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η άσκηση των πρόσθετων λόγων ολοκληρώνεται με την κατάθεση αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και την επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο εντός της ίδιας προθεσμίας.
Η ως άνω προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη δε της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, αλλά και της κοινοποίησής τους πριν από την ανωτέρω προθεσμία σε όλους τους διαδίκους, επάγεται το απαράδεκτο αυτών λόγω έλλειψης προδικασίας, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους.
Προς τούτο το δικαστήριο ερευνά και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων (Ολ ΑΠ 143/1984, ΑΠ 949/2015, 168/2014, 1099/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση της 6666/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω Εφετείου στις 18-3-2015, ενώ με την από 23-3-2015 πράξη του Αντιπροέδρου του Β2 πολιτικού τμήματος ορίσθηκε ως χρονολογία συζήτησης αυτής η 10-11-2015.
Στις 25-9-2015 ο αναιρεσείων Π. Τ. κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, με αριθμό ...2015, το από 23-9-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι αντίγραφο των πρόσθετων αυτών λόγων επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, στον αναιρεσίβλητο, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται με τις προτάσεις του έκθεση αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, από την οποία να αποδεικνύεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο και μάλιστα τριάντα ημέρες πριν από την αρχικά ορισθείσα προς συζήτηση της υπόθεσης δικάσιμο της 10-11-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, οι ανωτέρω πρόσθετοι λόγοι, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 ‘ ‘ Κώδικας περί Δικηγόρων’ ‘ , όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, ‘ ‘ Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον’ ‘ , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.
β’ αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980), ‘ ‘ Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ’ ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικάς εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος’ ‘ . Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του, ανεξάρτητα αν είναι διάδικος, ή του αντιπροσώπου του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ’ ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 957/2014, 1309/2012).
Η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης (ΑΠ 556/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 480 ΑΚ, ‘ ‘ Αν περισσότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν περισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή παροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος’ ‘ . Κατά δε το άρθρο 481 ΑΚ, ‘ ‘ Οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει, όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας απ’ αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να υπάρξει ενοχή εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση καθενός των περισσοτέρων δανειστών ή η υποχρέωση καθενός των περισσοτέρων οφειλετών να αφορά την ίδια παροχή και, επιπλέον, οι περισσότερες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις) που αφορούν τους περισσότερους δανειστές ή οφειλέτες να έχουν μεταξύ τους καθολική συνδετική σχέση, δηλαδή να συνδέονται με τον ίδιο κοινό σκοπό και τον ίδιο γενεσιουργό λόγο.
Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται ως κανόνας στις πολυπρόσωπες ενοχές , οι οποίες αφορούν διαιρετές παροχές, η κατ’ ισομοιρία ευθύνη και το κατ’ ισομοιρία δικαίωμα, αντίστοιχα, ενώ η εις ολόκληρον ενοχή και, ειδικότερα, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αυτή συνιστάται με αναμφίβολη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται από το νόμο.
Τέτοια εκ του νόμου παθητική εις ολόκληρον ενοχή καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 167 και 168 του Κώδικα Δικηγόρων, οι οποίες προβλέπουν την αμοιβή του δικηγόρου όταν οι πράξεις ή εργασίες έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 168 ορίζεται ότι ‘ ‘ Επί πλειόνων εντολέων έκαστος τούτων είναι εις ολόκληρον υπόχρεος προς πληρωμήν της όλης αμοιβής είτε της συμπεφωνημένης είτε της κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου οφειλομένης’ ‘ .
Εξάλλου, η σχετική ως άνω συμφωνία μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέως του δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 εδ. α’ του Κώδικα Δικηγόρων, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται καταργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του Εισ.
ΝΚΠολΔ και, συνεπώς, επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ. 1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου (ΑΠ 1.309/2012, 1.308/2004).
Σημειωτέον ότι μόνο κατ’ εξαίρεση η περί εργολαβίας δίκης συμφωνία πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως και να γνωστοποιείται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που πρόκειται για διαφορές από μισθούς, ημερομίσθια, αποδοχές αδείας, πρόσθετες αμοιβές για υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές, δώρα, αποζημίωση από καταγγελία της σύμβασης και γενικά κάθε απαίτηση αναγόμενη στην εργασιακή σύμβαση εργατών, υπαλλήλων και υπηρετών (ΑΠ 1309/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων παρέπεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο δικηγόρος ζητεί την επιδίκαση της αμοιβής που συμφωνήθηκε με τον εντολέα του για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, συναφείς με το δικηγορικό επάγγελμα, μετά την εκτέλεση αυτών, αρκεί στο δικόγραφο αυτής να μνημονεύονται η συμφωνία περί εντολής και του ύψους της αμοιβής και η εκτέλεση της εντολής, με την ενέργεια των αναγκαίων για τη διεκπεραίωση της ανατεθείσας υποθέσεως δικαστικών και εξώδικων πράξεων, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση κάθε μιας από τις επί μέρους ενέργειες, στις οποίες προέβη ο δικηγόρος και ότι αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, αφού η μνεία των στοιχείων αυτών είναι αναγκαία μόνο στη συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 556/2009, 374/2007,57/2005).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ ΑΠ 18/1998).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 119/2014, 2048/2013, 220/2012).
Ανεξάρτητα, πάντως, από το είδος της αοριστίας πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης ( ΑΠ 119/2014, 220/2012).
4. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη, από 21-12-2010, αγωγή, η οποία παραδεκτά, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται από το Δικαστήριο τούτο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε τα ακόλουθα: Ότι είναι δικηγόρος Αθηνών και τον Ιούνιο του έτους 2001 ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), ενεργώντας ατομικά αλλά και κατ’ εντολή και για λογαριασμό των υπολοίπων εναγομένων, που ασκούσαν από κοινού με τον πρώτο τη διοίκηση και διαχείριση της τετάρτης εναγομένης εταιρείας, με την επωνυμία ‘ ‘ ...
LIMITED ‘ ‘ , του ανέθεσε με προφορική συμφωνία το δικαστικό και εξώδικο χειρισμό της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ της παραπάνω εταιρείας και της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... INC’ ‘ από την επισκευή ενός πλοίου με το όνομα ..., αποκλειστικής κυριότητας της τετάρτης εναγομένης. Ότι για αμοιβή αυτού και για τα εν γένει έξοδά του, για το σύνολο των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών του μέχρι το πέρας της υποθέσεως, οι εναγόμενοι του πρότειναν το ποσό των 150.000 ευρώ, αλλά αυτός επιφυλάχθηκε ως προς την αποδοχή του ποσού αυτού, επειδή επρόκειτο για μία περίπλοκη υπόθεση.
Ότι, εκτός από τη διεκπεραίωση της ανωτέρω υποθέσεως, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι του έδωσαν την εντολή να ασχοληθεί και με τη λύση της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...‘ ‘ και τη μεταβίβαση του περιγραφόμενου ακινήτου αυτής στους εταίρους της. Ότι η αμοιβή του για την υπόθεση αυτή συμφωνήθηκε να περιληφθεί στην τελική αμοιβή, στην οποία θα περιλαμβάνονταν και η αμοιβή του από την προηγούμενη υπόθεση.
Ότι αυτός (ενάγων) προέβη στις αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για τη διεκπεραίωση των ανατεθεισών ως άνω υποθέσεων. Ότι τελικά η οριστική συμφωνία περί του ύψους της αμοιβής του καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και των εναγομένων φυσικών προσώπων τον Ιούνιο του έτους 2005 στο ποσό των 100.000 ευρώ.
Ότι τον Οκτώβριο του έτους 2007 οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι του ζήτησαν να περιορίσει την αμοιβή του σε 85.000 ευρώ και υποσχέθηκαν την καταβολή του τελευταίου αυτού ποσού εντός δύο μηνών. Ότι την πρόταση αυτή αποδέχθηκε ο ενάγων, υπό τον όρο ότι το ποσό των 85.000 ευρώ θα καταβληθεί εντός δύο μηνών, άλλως συμφωνήθηκε ότι θα του καταβληθεί το ποσό των 100.000 ευρώ.
Ότι, εφόσον οι εναγόμενοι δεν τήρησαν την ως άνω υποχρέωση που ανέλαβαν, πρέπει να υποχρεωθούν δικαστικά να του καταβάλουν το ποσό των 100.000 ευρώ και μάλιστα εις ολόκληρον ο καθένας απ’ αυτούς, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2006, που περαιώθηκαν οι εργασίες, άλλως από την 12-11-2007, που αναγνώρισαν την απαίτησή του και εντελώς επικουρικά από την επίδοση της αγωγής.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι κατά παράβαση των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1, 98 παρ. 1, 99, 100, 107επ.,116 επ. και 173 του Κώδικα Δικηγόρων κρίθηκε ορισμένη η αγωγή, μολονότι σ’ αυτή δεν γίνεται λεπτομερής και αναλυτική παράθεση των επί μέρους αμοιβών και εξόδων του ενάγοντος, δεν υπάρχει κοστολογημένος πίνακας των αμοιβών αυτού, με αναλυτική παράθεση των επιμέρους δικαστικών και εξώδικων εργασιών που εκτέλεσε στα πλαίσια των εντολών, δεν διευκρινίζεται σε τι ποσό ανέρχεται η αμοιβή του για κάθε εντολή ξεχωριστά, αν κατέβαλε μεγάλη ή μικρή επιστημονική προσπάθεια για την εκτέλεση των σχετικών εντολών, αν απαιτήθηκε λίγος ή πολύς χρόνος για την εκτέλεση των εντολών αυτών, ποιο ήταν το οικονομικό αντικείμενο κάθε δίκης, δεν εξειδικεύονται χρονολογικά οι κατ’ ιδίαν πράξεις αυτού, δεν διευκρινίζεται σε ποιες δίκες παρέστη ο ίδιος ο ενάγων, ποια από τα αναφερόμενα δικόγραφα υπέγραψε αυτός, από ποια στοιχεία ιδρύεται η εις ολόκληρον οφειλή των εναγομένων και δεν αναφέρονται, τέλος, στην αγωγή οι διατάξεις του καταστατικού της τετάρτης εναγομένης, από τις οποίες να προκύπτει αν ο πρώτος αναιρεσείων έχει κάποια σχέση με αυτή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ορισμένη με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και αν ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. 5.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται γενικώς η ελευθερία της σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικών για τους συμβαλλομένους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος του από ορισμένη αιτία.
Η σύμβαση αυτή, η οποία διαφέρει από τη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 873-875 ΑΚ αναιτιώδη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, καταρτίζεται ατύπως όταν είναι απλώς επιβεβαιωτική του υπάρχοντος χρέους, με την έννοια ότι τα μέρη δεν θέλησαν να δημιουργήσουν μ` αυτή νέα αυτοτελή ενοχή, αλλά απέβλεψαν είτε στη δημιουργία απλού αποδεικτικού μέσου με τη μορφή της εξώδικης ομολογίας (άρθρο 352§2 ΚΠολΔ) είτε στη διακοπή της παραγραφής (άρθρο 260 ΑΚ) ή σε ανάλογα νομικά αποτελέσματα κατά τα άρθρα λ.χ. 156, 272§2 ΑΚ, είτε γενικότερα στην αποσαφήνιση ή στη διασφάλιση της βασικής ενοχής από τυχόν ελαττώματα και ενστάσεις, από τις οποίες γίνεται έτσι ρητή ή σιωπηρή παραίτηση (ΑΠ 304/2010).
Κατά κανόνα, όμως, με την αιτιώδη αναγνώριση χρέους επιδιώκεται η δημιουργία νέας ενοχής, είτε παράλληλα με την παλαιά είτε σε αντικατάσταση της παλαιάς (άρθρα 421, 436 ΑΚ) και απαλλαγμένης συνεπώς από τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν στο πλαίσιο εκείνης, η οποία, νέα ενοχή, δεν υπόκειται επίσης σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 1.663/2013, 1.279/2012, 962/2012).
Γενικότερα αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας της συγκεκριμένης σύμβασης, αν η επερχόμενη μ` αυτή αιτιώδης αναγνώριση υπάρχοντος χρέους αντικαθιστά ή όχι την αρχική σχέση ή απλώς την αλλοιώνει και αν στην περίπτωση αυτή ενέχει πλήρη ή μερική παραίτηση από ενστάσεις που αφορούν την αρχική σχέση, η οποία πρέπει κατ` αρχήν να είναι έγκυρη (άρθρο 437 ΑΚ).
Αιτία αναγνώρισης υπάρχοντος χρέους μπορεί να είναι και ο συμβιβασμός (ΑΠ 1.663/2013, 1.095/2013, 1.306/2010, 1912/2008), προϋπόθεση του οποίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 871 ΑΚ, η ύπαρξη έριδας ή αβεβαιότητας γύρω από κάποια έννομη σχέση και η διάλυσή της με αμοιβαίες υποχωρήσεις των συμβαλλομένων. Έριδα, κατά την έννοια του νόμου, υπάρχει όταν ο ένας ή και οι δύο συμβαλλόμενοι αμφισβητούν την ύπαρξη απαίτησης του άλλου, έστω και αν η βασιμότητα αυτής είναι βέβαιη, η δε αμφισβήτηση μπορεί να οφείλεται και σε απλή κακοβουλία.
Αμοιβαίες υποχωρήσεις αποτελούν κάθε είδους αμοιβαίες θυσίες, όπως όταν συμφωνείται ο οφειλέτης να εξοφλήσει το χρέος του τμηματικά, με δόσεις, σε μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται όμως συγχρόνως ότι οφείλει τόκους τόκων, τους οποίους αυτός αμφισβητεί. Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύνεται με υποχώρηση μόνον του ενός από τα μέρη, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαίτησης, η άφεση χρέους, η παραίτηση, η δωρεά κλπ. (ΑΠ 1.663/2013, 1044/2007, 42/2006).
Η σύμβαση του συμβιβασμού είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, που σημαίνει ότι τα μέρη δεν μπορούν να προβάλλουν αξιώσεις από τις οποίες παραιτήθηκαν με το συμβιβασμό και αν κάποιο από τα μέρη τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την ανατρεπτική ένσταση της σύναψης του συμβιβασμού.
Δηλαδή, με τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πλέον να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε μ` αυτόν, το δε δικαστήριο, αν προταθεί η ένσταση του συμβιβασμού, οφείλει να διατυπώσει το διατακτικό της απόφασής του σύμφωνα με το περιεχόμενό του. Κατά την έννοια αυτή ο συμβιβασμός ενδέχεται να έχει αναγνωριστικό απλώς χαρακτήρα της υφιστάμενης ήδη παλαιάς ενοχής, οπότε αυτή διατηρεί τη φύση και τις ασφάλειές της, ενδέχεται όμως να έχει δημιουργικό ή ανανεωτικό χαρακτήρα, εφόσον πάντως από το περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης συνάγεται σαφώς σκοπός ανανέωσης, δηλαδή κατάργηση της υφισταμένης ενοχής και αντικατάστασή της με τη συνιστώμενη με το συμβιβασμό νέα ενοχή (ΑΠ 990/2007).
Εξ άλλου, οι δηλώσεις βουλήσεως και οι πράξεις των μερών αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση όμως για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε σύμβαση συμβιβασμού υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και, συνεπώς, σε περίπτωση σφάλματος ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραβίαση της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 871 ΑΚ (Ολ ΑΠ 578/1980, ΑΠ 1.663/2013, 1.306/2010, 990/2007).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1εδ.α’ του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Ολ ΑΠ 15/2006, 1/1999).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνον οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.
Αν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά πλεοναστικά διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ` ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. 6.
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής κρίσιμα, όσον αφορά τους λόγους της κρινόμενης αίτησης, πραγματικά περιστατικά: Ότι ο ενάγων είναι δικηγόρος Αθηνών, εξειδικευμένος σε υποθέσεις ναυτιλιακού δικαίου.
Ότι τον Ιούλιο του έτους 2001 ο πρώτος εναγόμενος, Π. Τ., ενεργώντας επ’ ονόματι και για λογαριασμό της τέταρτης των εναγομένων αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ... MARITIME LIMITED’ ‘ , τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και του ανέθεσε την εντολή χειρισμού της διαφοράς που αυτή είχε με την εταιρεία υπό την επωνυμία ‘ ‘ ...
INC’ ‘ . Ότι, συνεπώς, κατ’ αρχήν, υπόχρεος για την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής είναι ο πρώτος των εναγομένων, διότι υπήρξε ο εντολέας του ενάγοντος. Ότι, έτσι, ο μεν ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικώς, ο δε πρώτος των εναγομένων παθητικώς στην έγερση της ένδικης αγωγής. Ότι στην έγερση αυτής δεν νομιμοποιείται παθητικά η τέταρτη των εναγομένων ως άνω εταιρεία, αν και κυρία της υποθέσεως, διότι δεν ήταν η εντολέας.
Ότι, κατά την ανάθεση της ανωτέρω εντολής, παρέμεινε εκκρεμές το ύψος της αμοιβής. Τούτο έγινε με συμφωνία του πρώτου εναγομένου και του ενάγοντος, μετά από επεξήγηση του τελευταίου ότι δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει ακόμη το εύρος των απαιτούμενων νομικών ενεργειών. Ότι, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα μη συνάψεως της συμβάσεως έμμισθης εντολής, αφενός μεν διότι δεν υπήρξε έλλειψη συμφωνίας ως προς το σημείο του ύψους της αμοιβής, παρά μετάθεση του χρονικού σημείου καθορισμού του ύψους, αφετέρου δε διότι συνάγεται πως η σύμβαση δεν θα καταρτίζονταν αν τα μέρη δεν κατέληγαν σε συμφωνία ως προς την αμοιβή.
Ότι, από την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος δεν αποδεικνύεται ότι η τρίτη των εναγομένων (Ε. Τ.) ανέθεσε, μαζί με τον πρώτο εναγόμενο, την ανωτέρω εντολή στον ενάγοντα, οι δε επισκέψεις αυτής στο γραφείο του ενάγοντος για τη λήψη σχετικών με την υπόθεση εγγράφων, η θέση του όρου καταβολής της αμοιβής μεταγενέστερα στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ’ αυτού έγγραφο και η παρακολούθηση της υποθέσεως, δεν αποδεικνύουν ανάθεση εντολής, αλλά οφείλονται στην ιδιότητά της ως δικηγόρου και στην συγγενική της σχέση με τον πρώτο εναγόμενο και, συνεπώς, η τρίτη των εναγομένων δεν νομιμοποιείται παθητικά στην έγερση της ένδικης αγωγής.
Ότι κατά το έτος 2004 ο πρώτος των εναγομένων ανέθεσε στον ενάγοντα την εντολή λύσης της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...‘ ‘ , συμφωνήθηκε δε η αμοιβή του ενάγοντος να συμπεριληφθεί σε αυτή που θα καθορίζονταν, κατά τα ανωτέρω, στο μέλλον. Ότι, ως προς τη σχετική αμοιβή, υπόχρεος είναι ο πρώτος των εναγομένων, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι έδωσε τη σχετική εντολή και η τρίτη των εναγομένων.
Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι ως προς την πρώτη των ως άνω εντολών, ο ενάγων συνεργάσθηκε με τα αγγλικά δικηγορικά γραφεία S. L. and co., H. J. P., καθόσον η διαφορά της τετάρτης των εναγομένων είχε αχθεί σε διαιτησία στο Λονδίνο. Ότι ειδικότερα ο ενάγων απέστειλε στα ανωτέρω δικηγορικά γραφεία διαδικαστικά έγγραφα, παρείχε πληροφορίες σχετικά με τη διαφορά αυτή και παρέστη στη διαδικασία της διαιτησίας.
Ότι εκδόθηκαν τρεις διαιτητικές αποφάσεις, όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, οι οποίες ήταν σε βάρος της τέταρτης των εναγομένων. Ότι, συνεπεία των αποφάσεων αυτών, τέθηκαν ζητήματα εκτελέσεως σε βάρος της εναγομένης εταιρείας και του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ήταν εγγυητής των οφειλών αυτής.
Ότι, συνεπώς, κατά το μέρος που ο πρώτος εναγόμενος ήταν εγγυητής ήταν και εντολέας και κύριος της υποθέσεως. Ότι προς αντιμετώπιση των ανακυψάντων ζητημάτων έλαβαν χώρα νομικές ενέργειες σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, οι οποίες, αυτές καθ’ εαυτές, δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Ότι ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα σχετικά δικόγραφα, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, έχουν συνταχθεί, υπογραφεί και κατατεθεί από άλλους δικηγόρους και συγκεκριμένα τους Ν.
Φ., Δ. Κ. και Ν. Α. και ότι ο ενάγων συνέταξε, υπέγραψε δικόγραφο και παρέστη μόνο στη δίκη της ανακοπής της τέταρτης των εναγομένων κατά της αιτήσεως που άσκησε η εταιρεία ‘ ‘ ... INC’ ‘ προς αναγνώριση της εκτελεστότητας αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Ότι, όσον αφορά τις νομικές ενέργειες ενώπιον των δικαστηρίων των Αθηνών, ο ενάγων είχε συνεργασία με το δικηγόρο Ν.
Φ. και ενώπιον των δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης με το δικηγόρο Ν. Α.. Ότι η συνεργασία αυτή ήταν γνωστή στον πρώτο εναγόμενο και ετύγχανε της συναίνεσής του, αλλά δεν ισχυρίζεται αυτός ότι έδωσε τις σχετικές εντολές προς τους εν λόγω δικηγόρους. Ότι, όσον αφορά τις νομικές ενέργειες ενώπιον των δικαστηρίων του Πειραιά, ο πρώτος εναγόμενος προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να πράξει τούτο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την από 9-10-2014 δήλωση του δικηγόρου Αθηνών Δ.
Κ., σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος έλαβε την εντολή, συνέταξε και υπέγραψε την με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 11.026/2001 ανακοπή κατά της ... BANK, στη συνέχεια την με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 56/2004 έφεση κατά της απορριπτικής επί της αιτήσεως ανακοπής κατά της 3.615/2003 πρωτόδικης απόφασης, καθώς και ότι υπέγραψε και κατέθεσε την με αριθμό καταθέσεως δικογράφου .../2001 αγωγή της τέταρτης των εναγομένων κατά της εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...
INC’ ‘ και ότι δεν συνεργάσθηκε με άλλο δικηγόρο και την αμοιβή του για τις ανωτέρω δικαστικές ενέργειες κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος. Ότι η εν λόγω δήλωση αφορά σε δύο μόνο από τις έντεκα συνολικά ενέργειες που έγιναν ενώπιον των δικαστηρίων του Πειραιά, τις οποίες ο ενάγων παραθέτει στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, ενώ ο Δ.
Κ. δεν δηλώνει ότι έλαβε εντολή από τον πρώτο των εναγομένων προς εκτέλεση των λοιπών εννέα ενεργειών. Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο ότι ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει την από 14-11-2006 ανυπόγραφη επιστολή, στην οποία εμφαίνεται ως αποστολέας ο πρώτος εναγόμενος και στην οποία αναγράφεται δακτυλογραφημένα:
‘ ‘ Αγαπητέ Γ.. Αναφερόμενος στις προφορικές συμφωνίες που κάναμε τον Ιούλιο του 2005 μεταξύ μας, επιθυμώ και εγγράφως να επιβεβαιώσω τα εξής: το εκκρεμές συνολικό υπόλοιπο του λαβείν σου από έξοδα και αμοιβές, μετά από τις καταβολές που σου έχω κάνει ποσού 26.000 ευρώ για τις νομικές υπηρεσίες που προσφέρει το γραφείο σου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, μέχρι σήμερα σε μένα προσωπικά και στις εταιρείες ‘ ‘ ...
LIMITED’ ‘ και ‘ ‘ ...‘ ‘ , ανέρχεται στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Το ποσό αυτό θα σου εξοφλήσουμε αμέσως μετά την πώληση του ακινήτου επί των οδών ..., από το τίμημα της πωλήσεως, και πάντως το αργότερο μέχρι τις 31 Μαρτίου 2007. Με φιλικούς χαιρετισμούς Π. Τ.‘ ‘ . Ότι ο ενάγων απέστειλε στον πρώτο των εναγομένων την από 18-12-2006 επιστολή, στην οποία, μεταξύ άλλων, σημειώνει:
‘ ‘ Όπως πολύ καλά γνωρίζεις, με πρωτοβουλίες του γραφείου μου κατορθώθηκε η ‘ ‘ απελευθέρωση’ ‘ ενός σημαντικού ποσού από το εκπλειστηρίασμα το οποίο και ανέλαβες’ ‘ . Ότι στο σημείο αυτό γίνεται μνεία ότι ο πλειστηριασμός αυτός αφορούσε το πλοίο με την ονομασία ‘ ‘ ...‘ ‘ , το οποίο αποτελούσε το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ της τετάρτης εναγομένης και της ‘ ‘ ...
INC’ ‘ . Ότι στη συνέχεια ο ενάγων σημειώνει στην ανωτέρω επιστολή: ‘ ‘ Από το ποσό αυτό το γραφείο μου ούτε ένα σεντ δεν πήρε, παρά το γεγονός ότι τον Ιούλιο του 2005 συμφωνήσαμε, μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις, να μου καταβάλεις για έξοδα και αμοιβές, μετά από τις καταβολές των 26.000 ευρώ, το υπόλοιπο ποσό του λαβείν μου, ευρώ 100.000, για τις νομικές υπηρεσίες που προσφέρει το γραφείο μου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μέχρι σήμερα, σε σένα προσωπικά και στις εταιρείες ...
κλπ’ ‘ . Ότι στην επιστολή αυτή ο ενάγων επισυνάπτει πίνακα των νομικών ενεργειών, τις οποίες επικαλείται στην ένδικη αγωγή. Ότι σχεδόν ένα έτος μετά την επιστολή αυτή ο ενάγων συντάσσει το από 1-11-2007 σχέδιο απόδειξης, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: ‘ ‘ Αγαπητέ Γ.. Αναφερόμενος στις προφορικές μας συμφωνίες, που κάναμε τον Ιούλιο 2005 μεταξύ μας, επιθυμώ και εγγράφως να επιβεβαιώσω τα εξής:
Το εκκρεμές συνολικό υπόλοιπο του λαβείν σου από έξοδα και αμοιβές, για τις νομικές υπηρεσίες που προσέφερε το γραφείο σου μέχρι σήμερα σε μένα προσωπικά και στις εταιρείες ‘ ‘ ... LIMITED’ ‘ και ..., ανέρχεται στο ποσό των ευρώ ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000)’ ‘ . Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι το κείμενο του εν λόγω σχεδίου αποδείξεως έχει ως βάση το κείμενο της από 14-11-2006 επιστολής, ενώ διαφοροποιείται ως προς το ποσό, από εκατό σε ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ.
Ότι ακολούθως το κείμενο έχει ως εξής: ‘ ‘ Από το ποσόν αυτό πενήντα χιλιάδες (50.000) κατεβλήθησαν σήμερα, της παρούσης επέχουσας θέσης αποδείξεως και το υπόλοιπο ποσό ευρώ τριάντα πέντε χιλιάδες θα σου εξοφλήσω το αργότερο μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2008. Με φιλικούς χαιρετισμούς Π. Τ.- Δηλώ το σύμφωνον Γ. Μ.‘ ‘ .
Ότι το σχέδιο αυτό, το οποίο προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, είναι δακτυλογραφημένο και δεν έχει υπογραφεί από κάποιο διάδικο. Ότι η δεύτερη παράγραφος του κειμένου αυτού, η οποία αναφέρεται στους όρους καταβολής του ποσού των 85.000 ευρώ, είναι διαγραμμένη και κάτωθι του δακτυλογραφημένου ονόματος του ενάγοντος έχει, δια χειρός της τρίτης εναγομένης, σημειωθεί το εξής:
‘ ‘ Το ποσό θα εξοφληθεί σε δόσεις με επιταγές ανάλογα με την οικονομική μου ευχέρεια. Με την υπογραφή του παρόντος θα καταβληθεί ποσό 5000 (πέντε χιλιάδων) ευρώ’ ‘ . Ότι, από τον συνδυασμό των ανωτέρω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: α) Παρότι ανυπόγραφη η από 14-11-2006 επιστολή αποτελεί αναγνώριση του πρώτου εναγομένου ότι οφείλει στον ενάγοντα για τις νομικές υπηρεσίες που πρόσφερε στο πλαίσιο των επίδικων εντολών το ποσό των 100.000 ευρώ ως αμοιβή, β) μεταξύ ενάγοντος και πρώτου εναγομένου επήλθε συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής, κατά μήνα Ιούλιο του έτους 2005, το δε ύψος της αμοιβής ήταν 126.000 ευρώ και αφορούσε και στην εντολή περί λύσεως της εταιρείας ‘ ‘ ...‘ ‘ , γ) ότι, παρά την αναγνώριση της οφειλής της αμοιβής ύψους 100.000 ευρώ και τη δέσμευσή του για την καταβολή της, ο πρώτος εναγόμενος δεν την κατέβαλε, δ) ότι, περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2007, μεταξύ των εναγομένων- εφεσιβλήτων - εκκαλούντων επήλθε προφορική συνεννόηση για καταβολή αμοιβής ύψους 85.000 ευρώ και για τους όρους καταβολής αυτής, ε) ότι οι όροι καταβολής άλλαξαν με την παρέμβαση της τρίτης εναγομένης και έγιναν αποδεκτοί από τον ενάγοντα, στ) ότι μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου επήλθε συμβιβασμός ως προς το ύψος της αμοιβής περί τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2007 και, επομένως, η ένδικη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 30-10-2010, δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 190 του Κώδικα Δικηγόρων, ζ) ότι δεν υπήρξε συμφωνία περί καταβολής αμοιβής ύψους 100.000 ευρώ, σε περίπτωση που δεν καταβάλλονταν εντός διμήνου το ποσό των 85.000 ευρώ, διότι αυτό θα είχε αποτυπωθεί στο ως άνω έγγραφο και η) ουδόλως προκύπτει από το εν λόγω έγγραφο ότι η τρίτη των εναγομένων (Ε.
Τ.) υπήρξε εντολέας του ενάγοντος. Ότι, συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε αναγνώριση χρέους, ότι επήλθε συμβιβασμός και, βάσει αυτού, η οφειλόμενη αμοιβή συμφωνήθηκε σε 85.000 ευρώ. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση που άσκησε ο ενάγων, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των εναγομένων πρώτου και τέταρτης (ως προς το δεύτερο εναγόμενο είχε καταργηθεί η δίκη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της τρίτης εναγομένης, ως προς την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την τελευταία απόφαση και, αφού δίκασε την αγωγή ως προς την εναγομένη Ε.
Τ., απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211 και 871 ΑΚ, καθώς και εκείνη του άρθρου 91 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων. Ειδικότερα, η παραβίαση αυτή έγινε με την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: α) ο αναιρεσείων Π. Τ. ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο την εντολή επίλυσης των διαφορών μεταξύ των εταιρειών ‘ ‘ ...
LIMITED’ ‘ KAI ‘ ‘ ... INC’ ‘ ενεργώντας κατ’ εντολή και για λογαριασμό της πρώτης των ως άνω εταιρειών, δηλαδή ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής, αλλά, παρά ταύτα, υποχρεώνει αυτόν ατομικά να καταβάλει στον αναιρεσείοντα δικηγόρο την επίμαχη αμοιβή και για την υπόθεση αυτή και β) ότι συνήφθη εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων στις 14-11-2006, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της, υπήρξαν μεν έριδες μεταξύ των αντιδίκων μερών ως προς το ύψος και την έκταση της αμοιβής του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, αλλά από τις ίδιες παραδοχές δεν προκύπτει ότι έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις, αναγκαίο στοιχείο της σύμβασης του συμβιβασμού, κατά τα προεκτεθέντα, καθόσον υποχώρηση δέχεται ότι έκανε μόνο ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος περιόρισε το ύψος της οφειλόμενης αμοιβής του από το ποσό των 100.000 ευρώ στο ποσό των 85.000 ευρώ.
Αντίθετα, δεν παραβίασε το Εφετείο την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε άτυπη σύμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία είναι απλώς επιβεβαιωτική της υπάρχουσας οφειλής, καθόσον η αναγνώριση αυτή, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν αποτελεί αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, εφόσον τα μέρη δεν θέλησαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, ούτε όμως και αιτιώδη αναγνώριση χρέους, με την έννοια της δημιουργίας νέας, αυτοτελούς, ενοχής ανεξάρτητης της αιτίας, άλλωστε ούτε στην αγωγή γίνεται λόγος για κατάρτιση τέτοιας σύμβασης.
Η αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής, ότι οι εναγόμενοι ανεπιφύλακτα αναγνώρισαν ότι το ποσό της αμοιβής του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου ανέρχεται σε 100.000 ευρώ, έχει την έννοια της απλής επιβεβαίωσης της οφειλής από τη σύμβαση της εντολής, η οποία και παραμένει θεμέλιο της αξίωσης αυτού. Εξάλλου, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την υποχρέωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή της επίδικης δικηγορικής αμοιβής, αφού: 1) δεν αιτιολογεί επαρκώς με ποια ιδιότητα ή κατ’ εντολή ποίων προσώπων η Ε.
Τ. πρόσθεσε την χειρόγραφη σημείωση στο από 1-11-2007 σχέδιο αποδείξεως, που είχε συντάξει ο ενάγων, εφόσον δέχεται ότι δεν υπήρξε εντολέας του ενάγοντος, ούτε πως δεσμεύονται από τη χειρόγραφη αυτή προσθήκη ο αναιρεσείων και ο αναιρεσίβλητος, 2) δεν αιτιολογεί αν στο ποσό που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα περιλαμβάνονται ή όχι τα χρήματα που δέχεται ότι έδωσε ο αναιρεσείων στο δικηγόρο Αθηνών Δ.
Κ. για το χειρισμό των αναφερόμενων δύο υποθέσεων, 3) δεν καθίσταται σαφές από τις εφετειακές παραδοχές ποιο ποσό αμοιβής, από το συνολικό ποσό των 85.000 ευρώ, αντιστοιχεί στην πρώτη εντολή (για τις υποθέσεις της εταιρείας ‘ ‘ ... LIMITED’ ‘ ) και ποιο ποσό στη δεύτερη εντολή (σχετικά με τη λύση της εταιρείας ‘ ‘ ...ΕΠΕ’ ‘ ), 4) κατά το μέρος που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων Π.
Τ. υπήρξε ατομικά εντολέας του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, σχετικά με υποθέσεις από τις οφειλές της εναγομένης εταιρείας, των οποίων την πληρωμή είχε εγγυηθεί ο πρώτος, ουδόλως αιτιολογείται πότε και μεταξύ ποίων συνήφθη η σύμβαση εγγυήσεως, αν αυτή ήταν έγγραφη, για ποιο ποσό εγγυήθηκε ο ανωτέρω και ποιες ήταν οι οφειλές της πρωτοφειλέτριας, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 847επ.
ΑΚ, ούτε σε τι ποσό αντιστοιχεί η συμφωνηθείσα αμοιβή για τις προσωπικές υποθέσεις του αναιρεσείοντος, 5)ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο Π. Τ., ενεργώντας επ’ ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας ‘ ‘ ... LIMITED’ ‘ ανέθεσε στον ενάγοντα δικηγόρο την εντολή της επίλυσης των διαφορών που είχε αυτή με την προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα - άμεσο αντιπρόσωπο στην καταβολή της δικηγορικής αμοιβής, αντί να υποχρεώσει την αντιπροσωπευόμενη εταιρεία στην καταβολή αυτού.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνονται τα παραπάνω και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Αντίθετα, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ήτοι ότι έχει ελλειπείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση επειδή α) δεν προσδιορίζεται αν υπεγράφη από αυτόν έγγραφη σύμβαση αναγνώρισης χρέους ή αν καταρτίσθηκε άτυπη συμφωνία περί αναγνώρισης χρέους, β) δεν αιτιολογείται επαρκώς αν ο πίνακας νομικών ενεργειών, που απέστειλε ο αναιρεσίβλητος με την από 26-11-2006 επιστολή, είναι κοστολογημένος ή όχι και αν περιλαμβάνει στοιχεία αναλυτικά για κάθε κύκλο υποθέσεων, γ) αν η από 14-11-2006 ανυπόγραφη επιστολή, στην οποία στηρίχθηκε το Εφετείο για να αιτιολογήσει το ύψος της δικαιούμενης δικηγορικής αμοιβής, εστάλη από τον αναιρεσείοντα, δ)δεν αιτιολογείται αν η επικαλούμενη σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι αιτιώδης ή αναιτιώδης, ε) ότι δεν καταρτίσθηκε με τις από 14-11-2006, 18-12-2006 και 1-11-2007 επιστολές σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και στ) δέχεται αναιτιολόγητα ότι ο ενάγων παρέστη στη διαιτητική διαδικασία στο Λονδίνο, όμως από τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε, προέκυπτε το αντίθετο, είναι απορριπτέες.
Συγκεκριμένα, με τις ανωτέρω αιτιάσεις πλήττεται, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, που αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο. Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα παραπάνω σημεία. 7.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ.1 β’ , 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ’ ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.
Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθεμένες προτάσεις, απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ‘ ‘ ως γενόμενα κατά τη συζήτηση’ ‘ σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής.
Η καταχώριση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 799/2013,585/2011,190/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη είναι απαράδεκτη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν είχαν προταθεί στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν ο προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ.
Ο διάδικος που ως εκκαλών προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους. Ακόμη, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν, επίσης, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως ‘ ‘ πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 14/2004, 3/1997, ΑΠ 87/2013).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι:1)το Εφετείο δέχθηκε την κατάρτιση σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ των διαδίκων, ενώ η αγωγή δεν περιείχε βάση από τέτοια σύμβαση, 2) δεν έλαβε υπόψη την ένσταση εξοφλήσεως του ενάγοντος με την καταβολή ποσού 26.000 ευρώ για τις νομικές υπηρεσίες που πρόσφερε στην εταιρεία ‘ ‘ ...
LIMITED’ ‘ , την οποία παραδεκτά πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και 3) δεν έλαβε υπόψη την ένσταση εξοφλήσεως του ενάγοντος, με την καταβολή ποσού 1.778,75 ευρώ, για τις νομικές υπηρεσίες που είχε παράσχει στη λύση της εταιρείας με την επωνυμία ... ΕΠΕ’ ‘ , την οποία επίσης είχε παραδεκτά προτείνει ενώπιον των παραπάνω δικαστηρίων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ένδικη αγωγή πράγματι δεν έχει βάση από τη σύμβαση του εξώδικου συμβιβασμού, σύμφωνα με την οποία, κατά τα διηγηματικά αναφερόμενα από τον ενάγοντα, η οφειλή των εναγομένων περιορίσθηκε μετά από συμβιβασμό μεταξύ τους στο ποσό των 85.000 ευρώ και υπό τον όρο αυτό να καταβληθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών, όρο τον οποίο δεν τήρησαν οι εναγόμενοι, με συνέπεια την ανατροπή των αποτελεσμάτων του εν λόγω συμβιβασμού και για το λόγο αυτό ο ενάγων θεμελιώνει το νόμω βάσιμο της αγωγής του μόνο στις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και στις διατάξεις των άρθρων 715 και 716 ΑΚ και όχι στο άρθρο 871 ΑΚ, όπως δέχεται το Εφετείο.
Εξάλλου, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένσταση εξοφλήσεως του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, που πρότειναν παραδεκτά οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου(με δήλωση στα πρακτικά και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις τους) και του Εφετείου (με λόγο έφεσης και με τις προτάσεις),όσον αφορά τις απαιτήσεις αυτού από τις υποθέσεις που χειρίσθηκε της δεύτερης αναιρεσείουσας, αλλά δέχθηκε ότι η αμοιβή που εδικαιούτο ο ενάγων ανερχόταν συνολικά σε 126.000 ευρώ (βλ.
σελίδα 22 της προσβαλλόμενης απόφασης) και το ποσό των 26.000 ευρώ, που δέχεται ότι έλαβε ο ενάγων έναντι της αμοιβής του,το αφαίρεσε τελικά από την αμοιβή αυτή, δηλαδή το Εφετείο απέρριψε εκ του πράγματος ως κατ’ ουσία αβάσιμη την ένσταση αυτή. Περαιτέρω, όσον αφορά την ένσταση εξοφλήσεως των υποχρεώσεων από την εντολή λύσης της εταιρείας ...
ΕΠΕ’ ‘ , όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός περιλαμβανόταν μεν στις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, αλλά δεν είχε αποτελέσει, επί πλέον, και αντικείμενο προφορικής πρότασης κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με συνοπτική καταχώρησή του στα πρακτικά της συζήτησης.
Η προβολή, επομένως, του ισχυρισμού αυτού δεν ήταν παραδεκτή ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι εναγόμενοι, τόσο ως εκκαλούντες, όσο και ως εφεσίβλητοι, επανέφεραν παραδεκτά την ένσταση αυτή ενώπιον του Εφετείου, με την επίκληση των έγγραφων αποδείξεων που αποδείκνυαν τη βασιμότητά της(άρθρο 269 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ), αλλά και ως εφεσίβλητοι, αμυνόμενοι κατά της εφέσεως του ενάγοντος.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ και πρέπει ο ως άνω λόγος αναίρεσης να γίνει δεκτός κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος ως βάσιμος και να απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς το δεύτερο σκέλος. 8.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 11γ’ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Ολ ΑΠ 2/2008, 14/2005, 42/2002).
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων κατ’ έφεση προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως και περί εξοφλήσεως της αμοιβής του ενάγοντος με την καταβολή του ποσού των 26.000 ευρώ, για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην δεύτερη αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα, προσκόμισε και επικαλέσθηκε: α) την από 7-5-2002, με ..., διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος, ποσού 3.000 ευρώ, στην οποία ενυπογράφως αναγνωρίζει ότι έλαβε από την εντολέα εταιρεία, δεύτερη αναιρεσείουσα, το ανωτέρω ποσό για ‘ ‘ υποθέσεις κατά της ...‘ ‘ , β) την από 12-11-2003, με ..., διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος, στην οποία ενυπογράφως αναγνωρίζει ότι έλαβε από τη δεύτερη αναιρεσείουσα εντολέα το ποσό των 435,78 ευρώ για παράσταση στο Εφετείο Πειραιά, γ) την από 25-2-2004, με ..., διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος, στην οποία ενυπογράφως αναγνωρίζει ότι έλαβε από την ίδια εταιρεία το ποσό των 4.466,40 ευρώ για νομικές συμβουλές και παράσταση στο Εφετείο Πειραιά, δ) την από 6-3-2006 βεβαίωση του Μητρώου Εταιρειών της ..., από την οποία προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν ενεργός την ως άνω ημερομηνία, ότι ο πρώτος αναιρεσείων ήταν διευθυντής της μέχρι τις 25-4-2002 και δεν ήταν μέτοχος αυτής, ε) την από 22-1-2007 βεβαίωση του Μητρώου Εταιρειών ..., από την οποία προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν εγγεγραμμένη στα ανωτέρω βιβλία ακόμη, αναφέρονταν ως εταίροι της τρίτα πρόσωπα και ότι διευθυντής της κατά τον ίδιο χρόνο ήταν ο Ι.
Κ. και στ) την από 4-5-2009 βεβαίωση του ίδιου Μητρώου Εταιρειών, από το οποίο προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν εγγεγραμμένη σ’ αυτό την ανωτέρω ημερομηνία, ότι μέτοχοί της είναι τρίτοι και διευθυντής της ο Γ. Κ.. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμός 11γ’ ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ‘ ‘ όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν’ ‘ , σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, η οποία μάλιστα δέχεται ότι ο ενάγων εισέπραξε από τους αναιρεσείοντες το ποσό των 26.000 ευρώ έναντι της αμοιβής του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα. 9.
Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου (κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος) λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνηση.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας που ηττάται, ενώ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Π. Τ., πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 6666/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία ‘ ‘ ... LIMITED’ ‘ .
Επιβάλλει σε βάρος αυτής τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Aπορρίπτει τους από 23-9-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Αναιρεί την 6666/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα Π. Τ..
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Π. Τ., το οποίο ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ