Legislator Case Law & Legislation
1147/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court improperly evaluated evidence regarding witness testimony and prior convictions.

Case Number 1147/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding a lease dispute and damages. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific prior court decisions concerning a witness's testimony and criminal conviction. The court ruled that the lower court had considered all submitted documents and was not required to explicitly reference each piece of evidence when applying the principle of free evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's review is limited to verifying the legality of the lower court's decision-making process, not re-evaluating the factual findings or the weight assigned to evidence, provided the lower court considered all relevant documents submitted by the parties.

Keywords

AI generated
appeal admissibility free evaluation of evidence lower court review witness testimony prior convictions civil procedure code appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 paragraph gamma of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1147 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1147/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αλεξάνδρου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: Ι. Κ. του Ε., πρώην κατοίκου ... και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "...", (πρώην "...", όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη Εταιρεία "..."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14/3/2003 και 14/10/2003 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 596/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/2/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 14-2-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην του δεύτερου εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 152/2018 τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 5-11-2014 έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 596/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει τις από 14-3-2003 και 14-10-2003 αγωγές της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, και αναγνώρισε αντίστοιχα ότι η τελευταία δεν οφείλει στην ως άνω δεύτερη εναγόμενη μισθώματα από τη μεταξύ τους σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης και υποχρέωσε την δεύτερη εναγόμενη της πρώτης αγωγής να καταβάλλει σ' αυτήν τα εκεί αναφερόμενα ποσά από αδικοπραξία, και επί πλέον υποχρέωσε με την δεύτερη αγωγή να καταβάλει η εναγόμενη-αναιρεσίβλητη στην ενάγουσα-αναιρεσείουσα το ποσό των 120.000 ευρώ λόγω κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν τις ως άνω αγωγές απέρριψε αυτές ως κατ' ουσία αβάσιμες.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Ωστόσο ως προς τον μη εμφανισθέντα κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο ούτε εκπροσωπηθέντα από πληρεξούσιο δικηγόρο πρώτο αναιρεσίβλητο η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης μεταξύ του απλού αυτού ομοδίκου σε σχέση με την παριστάμενη ομόδικό του, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτόν, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε σ' αυτόν ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο.

Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Τέλος αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος απ' αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους παρίστανται, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, 99/2017).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της το νομίμως προβληθέντα ουσιώδη ισχυρισμό του που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης για τη θεμελίωση της ευθύνης εξ αδικοπραξίας της δεύτερης εναγομένης στην από 14-3-2003 αγωγή συνιστάμενο στο ότι αυτή "την έπεισε να ανακαλέσει την επιστολή υπαναχώρησης για να δυνηθεί να παραλάβει το κινητό στην κατοχή της και ότι την διαβεβαίωσε παράλληλα ότι δεν θα κατέβαλε το τίμημα στον προμηθευτή πριν την παραλαβή του μηχανήματος, ενώ αυτή κατέβαλε το τίμημα στον προμηθευτή, μετά την εξασφάλιση της υπογραφής της για τη δήθεν παράδοση αυτού".

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος της, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε στην ουσία, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθόσον, όπως έκρινε: "η εκμισθώτρια, δεύτερη εναγομένη, πριν από την καταβολή του τιμήματος στον προμηθευτή και την υπογραφή του παραρτήματος της ένδικης σύμβασης παρέλαβε από την ενάγουσα το με αριθμό …/12-12-2002 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής για την πώληση του μηχανήματος, με υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας στη θέση του παραλαβόντος, αλλά και το σχετικό πρωτόκολλο παραλαβής του μηχανήματος, όπως προεκτέθηκε.

Την παραλαβή των εγγράφων αυτών ακολούθησε επιστολή της ενάγουσας που διαβιβάστηκε στην δεύτερη εναγομένη στις 18-12-2002 μέσω ΡΑΧ από το υποκατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας, στην οποία ο Α. Γ. δηλώνει ότι, παρά το γεγονός ότι έχει υπογράψει το πρωτότυπο του τιμολογίου-δελτίου αποστολής, εντούτοις δεν του παραδόθηκε το μηχάνημα και για αυτό ζητεί τη μη καταβολή του τιμήματος μέχρι την παράδοση και την τοποθέτηση του μηχανήματος σε λειτουργία.

Μετά τη δήλωση αυτή, την επομένη ημέρα (19-12-2002), ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας με επιστολή του προς την δεύτερη εναγομένη, ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία πληρωμής του μηχανήματος, ανακαλώντας την προηγούμενη επιστολή με την οποία ζητούσε το αντίθετο, ενώ τήν ίδια ημέρα η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε το τίμημα στον προμηθευτή.

Της ανάκλησης της επιστολής αυτής προηγήθηκε επικοινωνία μεταξύ του Α. Γ., του προμηθευτή Ι. Κ. και του Δ. Λ., υπεύθυνου πελατείας της δεύτερης εναγομένης, μετά την οποία ο Α. Γ. πείστηκε από τον τελευταίο υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης, ότι το μηχάνημα ήταν έτοιμο προς εκτελωνισμό και παράδοση και ότι προκειμένου να παραδοθεί είναι αναγκαία η ανάκληση της επιστολής μη πληρωμής του τιμήματος.

Όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη με παράνομη συμπεριφορά οφειλόμενη σε υπαιτιότητά της προκάλεσε στην ενάγουσα ζημία, ειδικότερα δε, προκάλεσε, ενίσχυσε ή διατήρησε στην ενάγουσα με κάθε μέσο ή τέχνασμα σφαλερή αντίληψη ως προς τα γεγονότα, εξαιτίας της οποίας η ενάγουσα της παρείχε την εντολή να καταβάλει το τίμημα στον προμηθευτή, υπέστη δε η ενάγουσα ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης και δη κατά τρόπο ώστε να ήταν ικανή κατά τον χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία Αντιθέτως δε, αποδείχθηκε ότι το μηχάνημα εστάλη από την κατασκευάστρια ιταλική εταιρία στην Πάτρα, από υπαιτιότητα όμως του πρώτου εναγομένου - προμηθευτή, Ι.

Κ., ο οποίος δεν ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του και δεν κατέβαλε το οφειλόμενο προς την κατασκευάστρια ιταλική εταιρία τίμημα, παρόλο που ο ίδιος εισέπραξε το συμφωνηθέν τίμημα από την δεύτερη εναγομένη εκμισθώτρια εταιρία, δεν παραδόθηκε ούτε στην εκμισθώτρια δεύτερη εναγομένη ούτε στην μισθώτρια ενάγουσα, αλλά επιστράφηκε στην Ιταλία...

Συνεπώς, αφενός μεν η δεύτερη εναγομένη δεν προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς την ενάγουσα, αφού δεν δήλωσε σε αυτήν ότι η ίδια είχε παραλάβει το μηχάνημα, αλλά ότι το είχε αγοράσει στα πλαίσια της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, το οποίο και είναι αληθές, πλην όμως αυτό δεν παραδόθηκε τελικά ούτε στη δεύτερη εναγομένη ούτε στην ενάγουσα εξ υπαιτιότητας του προμηθευτή Ι.

Κ., αφετέρου δε, δεν προέκυψε ούτε ενδεχόμενος δόλος της δεύτερης εναγομένης να βλάψει την περιουσία της ενάγουσας πείθοντας αυτήν να της παρέχει την εντολή να καταβάλει το τίμημα στον προμηθευτή, αντιθέτως δε αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη απέβλεπε απλώς στην ολοκλήρωση της διαδικασίας για την εκπλήρωση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που είχε συνάψει με την ενάγουσα, από την οποία ούτε η δεύτερη εναγομένη ούτε τρίτο πρόσωπο θα αποκόμιζε παράνομο περιουσιακό όφελος".

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, η τριγωνική σχέση που δημιουργείται μεταξύ δανειστή, οφειλέτη και Τράπεζας με αφορμή την εγγυητική επιστολή που εκδίδει η τελευταία, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.

ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις για την εγγύηση συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση. Με τη σύμβαση αυτή η Τράπεζα αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του δανειστή να του καταβάλει οφειλή τρίτου, λόγω δε του ενδοτικού χαρακτήρα των περί εγγυήσεως διατάξεων δεν αποκλείεται να περιληφθεί στη σύμβαση ρήτρα, κατά την οποία ο εγγυητής θα καταβάλει το ποσό της εγγυήσεως σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει το υπαρκτό και το νόμιμο του χρέους και να προβάλει την ένσταση δίζησης.

Πάντως η εγγυητική επιστολή δεν παύει να είναι εξασφαλιστική της βασικής σχέσης, που συνδέει τον οφειλέτη και τον δανειστή και συνεπώς, όταν η κύρια οφειλή αποσβεσθεί, ελευθερώνεται ο εγγυητής (ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 16/2008 ΝΟΜΟΣ). Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία περιελήφθη τέτοια ρήτρα στη σύμβαση χορήγησης εγγυητικής επιστολής, που συνήθως διατυπώνεται στο κείμενο της επιστολής με τη φράση ότι το εγγυημένο ποσό θα καταβληθεί "σε πρώτη ζήτηση" ή "μετά από απλή ειδοποίηση" ή ότι η Τράπεζα υπόσχεται ανεπιφύλακτα να πληρώσει "χωρίς αντίρρηση και απροφάσιστα", επέρχεται μεν ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρέωσης από τη βασική σχέση, δεν μεταπίπτει όμως η εγγυητική επιστολή σε αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον παραπάνω χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του δανειστή από τη βασική σχέση, η δε εγγυήτρια Τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή για απαίτηση που δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή.

Περαιτέρω, στην περίπτωση εγγυητικής επιστολής με μία από τι παραπάνω ρήτρες μετά την κατάπτωση αυτής και την καταβολή του ποσού της στον δανειστή υπέρ του οποίου δόθηκε, ο πρωτοφειλέτης, πελάτης της εγγυήτριας Τράπεζας, ο οποίος είναι αυτός που πράγματι θα καταβάλει το ποσό της εγγυητικής επιστολής, αφού η Τράπεζα το εισπράττει από αυτόν πραγματικά ή λογιστικά (αν έχει σε αυτή χρηματικό λογαριασμό), επικαλούμενος ότι δεν συντρέχει πραγματικός ή νομικός λόγος κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, δικαιούται να στραφεί εναντίον του δανειστή, που εισέπραξε το ποσό της εγγυητικής επιστολής, και να ζητήσει ό,τι ο τελευταίος εισέπραξε χωρίς νόμιμη αιτία.

Η αναζήτηση αυτή θα γίνει με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ) κατά την οποίαν όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, οι προϋποθέσεις δε για τη θεμελίωση σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη δίχως νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλ.

η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και περιουσιακής επιβάρυνσης, ή και αδικοπραξίας (άρθρα 914 και 919 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της τελευταίας. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής ως προς το ενδιαφέρον εδώ αναιρετικό μέρος : "Η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρία, δραστηριοποιείται στον τομέα των μαρμαρικών εργασιών, διατηρεί δε για την εξυπηρέτηση της δραστηριότητάς της αυτής εργαστήριο - μαρμαρογλυφείο στην ... ....

Το Σεπτέμβριο του έτους 2002, έχοντας την πρόθεση να προμηθευτεί εξοπλισμό προηγμένης τεχνολογίας για την επιχείρησή της, απευθύνθηκε στον προμηθευτή-πωλητή Ι. Κ., πρώτο εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί στο ... επιχείρηση εμπορίας μηχανών και υλικών κοπής για φυσικούς και τεχνητούς λίθους. Με τον τελευταίο ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Α.

Γ. κατάρτισε στο ..., την από 30-9-2002 σύμβαση, για την οποία συντάχθηκε το υπό την ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε η εισαγωγή από το εξωτερικό και η παράδοση στην ενάγουσα εντός προθεσμίας 60 ημερών, ήτοι μέχρι 30-11-2002, μέσω σύμβασης leasing),... ενός μηχανήματος υδροκοπής, τύπου ΤΕ 320 CNC TEORAMA "Β" με κινητή γέφυρα με τέσσερις άξονες, μοντέλο 2002.

Το τίμημα συμφωνήθηκε στο ποσό των 251.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%, ποσού 45.346,32 ευρώ, και συνολικά σε 297.270,32 ευρώ. Έναντι δε του τιμήματος, η ενάγουσα κατέβαλε κατά την υπογραφή της άνω σύμβασης σε μετρητά το ποσό των 45.000 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε ότι θα καταβληθεί μέσω σύμβασης leasing από την δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η οποία είναι εταιρία χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια του ν. 1665/1986.

Στη συνέχεια, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η με αριθμό .../25-11-2002 σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, με την οποία η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση εκμίσθωσης στην ενάγουσα του άνω μηχανήματος, αξίας 251.000 ευρώ, το οποίο θα αγόραζε η ίδια από τον προμηθευτή Ι. Κ. (πρώτο εναγόμενο), συνυπέγραψαν δε τη σύμβαση αυτή, ως εγγυητές, ο Α.

Γ. (νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας) και ο προμηθευτής Ι. Κ.. Ο συμβατικός χρόνος της άνω μίσθωσης ορίστηκε σε 60 μήνες, από την ημερομηνία υπογραφής του σχετικού παραρτήματος, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε σε 4.526,75 ευρώ, πλέον ΦΠΑ. Το μηχάνημα συμφωνήθηκε ότι θα παραδοθεί στην ενάγουσα μέχρι τις 4-12-2002, ως τόπος δε εγκατάστασης αυτού ορίστηκε η επιχείρηση της τελευταίας, στην ... ....

Σε εκτέλεση της παραπάνω συμφωνίας, στις 12-12-2002, ο προμηθευτής Ι. Κ., εξέδωσε το με αριθμό …/12-12-2002 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής για την πώληση του άνω μηχανήματος με αντισυμβαλλόμενη την δεύτερη εναγομένη, το οποίο, αφού υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, προσκομίστηκε στην δεύτερη εναγομένη προκειμένου να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες που απαιτούνταν για τη σύναψη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης με την πληρωμή του τιμήματος από την τελευταία.

Ταυτόχρονα δε προσκομίστηκε στην δεύτερη εναγομένη και σχετικό πιστοποιητικό παραλαβής του μηχανήματος. Ακολούθησε η κατάρτιση του παραρτήματος 1 της άνω σύμβασης, το οποίο υπογράφηκε από την ενάγουσα, το νόμιμο εκπρόσωπό της και τον Ι. Κ., υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες, στις 13-12-2002, και από την δεύτερη εναγομένη στις 16-12-2002, με το οποίο θεωρήθηκε ότι είχε λάβει χώρα η παράδοση του μηχανήματος στην ενάγουσα.

Με το άνω παράρτημα ορίστηκε η έναρξη της σύμβασης για τις 15-12-2002, ενώ όσον αφορά το μίσθωμα, συμφωνήθηκε το πρώτο αυτών στο ποσό των 37.650 ευρώ πλέον ΦΠΑ, το οποίο και. είχε ήδη καταβληθεί από την ενάγουσα κατά την κατάρτιση του άνω παραρτήματος, ενώ τα υπόλοιπα μισθώματα, ποσού 4.492,21 ευρώ το καθένα, πλέον ΦΠΑ, ορίστηκε ότι θα καταβάλλονται την 15η ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από 15-1-2003.

Επιπλέον, χορηγήθηκαν στην δεύτερη εναγομένη ως εξασφαλίσεις, εγγυητική επιστολή 60.000 ευρώ, που εκδόθηκε από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα ..., υπέρ του προμηθευτή Ι. Κ. και εγγυητική επιστολή, ποσού 120.000 ευρώ της ίδιας Τράπεζας υπέρ της ενάγουσας. Ωστόσο, παρά την έκδοση του πιο πάνω τιμολογίου-δελτίου αποστολής και την υπογραφή του όσον αφορά την παραλαβή του μηχανήματος από την ενάγουσα, το μηχάνημα δεν παραδόθηκε σε αυτήν.

Κατόπιν αυτού η τελευταία δια του νομίμου εκπροσώπου της, Α. Γ., με επιστολή της προς την δεύτερη εναγομένη που στάλθηκε σε αυτή μέσω ΡΑΧ στις 18- 12-2002 από το υποκατάστημα ... της Εμπορικής Τράπεζας, θυγατρική εταιρία της οποίας είναι η δεύτερη εναγόμενη, αφού ανέφερε το πιο πάνω γεγονός, ζήτησε από την τελευταία να μην καταβάλει το τίμημα.

Ακολούθησε επικοινωνία του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας με τον προμηθευτή Ι. Κ. και τον Δ. Λ., υπεύθυνο πελατείας της δεύτερης εναγομένης, κατόπιν της οποίας, στις 19- 12-2002, ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας με επιστολή του προς την δεύτερη εναγομένη, ζήτησε να προχωρήσει η διαδικασία πληρωμής του μηχανήματος, ζητώντας την ανάκληση της προηγούμενης επιστολής με την οποία ζητούσε το αντίθετο.

Την ίδια ημέρα η δεύτερη εναγομένη κατέβαλε για το τίμημα στον προμηθευτή, με κατάθεση στο λογαριασμό του στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ποσό 251.180 ευρώ, ενώ μεταγενέστερα η ενάγουσα κατέβαλε στην δεύτερη εναγομένη το μίσθωμα του μηνός Ιανουάριου 2003 και μέρος του μισθώματος του μηνός Φεβρουάριου 2003.

Όμως, παρά το γεγονός ότι ο προμηθευτής εισέπραξε το τίμημα του μηχανήματος, δεν παρέδωσε το μηχάνημα αυτό στην ενάγουσα. Περαιτέρω, με τους γενικούς όρους της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης αυτής, συνομολογήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) η παραγγελία και παράδοση των μισθίων εμπίπτουν αποκλειστικά και μόνο στη σφαίρα ευθύνης του μισθωτή.

Ειδικότερα, ο μισθωτής αναλαμβάνει την πρωτοβουλία και ευθύνη για την επιλογή των μισθίων, διεξάγει τις σχετικές διαπραγματεύσεις, ελέγχει την κατασκευή, λειτουργία, ποιότητα και καταλληλότητα των μισθίων, λαμβάνει τις τυχόν εγγυήσεις τεχνικής υποστήριξης από τον προμηθευτή και παρέχει οδηγίες αναφορικά με τις ιδιότητες και προδιαγραφές που επιθυμεί, χωρίς οποιαδήποτε ανάμειξη ή διαμεσολάβηση της εταιρίας.

Ο μισθωτής επίσης, συμφωνεί με τον προμηθευτή την αξία παραγγελίας, καθώς και το χρόνο και τόπο παράδοσης των μισθίων. Η εταιρία δεν δεσμεύεται, ούτε αναλαμβάνει υποχρεώσεις από τις διαπραγματεύσεις και γενικά τις πρωτοβουλίες ή ενέργειες του μισθωτή που αναφέρονται στο παρόν άρθρο (όρος 2.01), β) ο μισθωτής τέλος, φέρει την ευθύνη για την αυθεντικότητα και νομιμότητα της συναλλαγής με τον προμηθευτή και βεβαιώνει υπεύθυνα την εταιρία για την ακρίβεια και ειλικρίνεια των στοιχείων της, όπως ενδεικτικά της αξίας παραγγελίας (όρος 2.05), γ) σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο, έστω και αν αυτός οφείλεται σε τυχερά γεγονότα ή ανωτέρα βία, ο μισθωτής αρνηθεί να παραλάβει όλα τα μίσθια ή εάν όλα τα μίσθια δεν έχουν παραδοθεί μέσα στην προθεσμία που έχει οριστεί στους ειδικούς όρους τότε η εταιρία δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη μίσθωση, οπότε ο μισθωτής υποχρεούται κατ' επιλογή της εταιρίας, είτε α) να αγοράσει από την εταιρία τα μίσθια με τιμή ίση προς την τελική αξία κτήσης τους πλέον ΦΠΑ και τόκων υπερημερίας επί του ποσού αυτής που θα υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που αναφέρεται στο άρθρο 9 από την ημερομηνία πληρωμής από την εταιρία μέχρι την πώληση των μισθίων από την εταιρία και την είσπραξη του σχετικού τιμήματος, διαφορετικά θα υποχρεούται να καλύψει κάθε ζημία της εταιρίας από τη διάθεση των μισθίων σε τρίτους σε τιμή μικρότερη από την παραπάνω, είτε να αποζημιώσει την εταιρία για κάθε θετική ή αποθετική ζημία της που τυχόν θα υποστεί από την άρνηση του μισθωτή να παραλάβει τα μίσθια και να καλύψει κάθε ευθύνη της έναντι του προμηθευτή (όρος 3.04).

Επίσης, με τον 6.05 όρο των γενικών όρων της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, συνομολογήθηκε ότι "η εταιρία εκχωρεί και μεταβιβάζει στο μισθωτή κάθε αξίωση ή δικαίωμα, της γενικά που απορρέει από την αγορά των μισθίων από τον προμηθευτή, καθώς και από την τυχόν εγγύηση, όπως ενδεικτικά για αποζημίωση, διόρθωση των μίσθιων, μείωση της τελικής αξίας κτήσης τους ή αναστροφή της πώλησης.

Κάθε τέτοια αξίωση θα ασκείται δικαστικά ή εξώδικα από το μισθωτή με την ιδιότητα του εκδοχέα των σχετικών δικαιωμάτων της εταιρίας, αλλά για λογαριασμό της τελευταίας. Εάν οποιοδήποτε ποσό επιστραφεί ή αποδοθεί από τον προμηθευτή ως αποτέλεσμα της άσκησης των παραπάνω εκχωρημένων αξιώσεων, τούτο θα καταβάλλεται απευθείας από τον προμηθευτή στην εταιρία, η οποία διορίζεται αμετάκλητα για το σκοπό αυτό δεκτική καταβολής και θα επιφέρει αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, ανάλογη του ποσού που επιστράφηκε ή αποδόθηκε προς την τελική αξία κτήσης.

Κάθε δαπάνη, φόρος, τέλος, όπως και όλα τα έξοδα δικαστικά ή μη,αναφορικά με την εκχώρηση που συνομολογείται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων των εύλογων αμοιβών των συμβούλων και δικηγόρων της εταιρίας, θα βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο το μισθωτή". Δυνάμει του τελευταίου αυτού όρου, η ενάγουσα, λόγω του ότι ο πωλητής - προμηθευτής δεν παρέδωσε σε αυτήν το ως άνω μηχάνημα κατά τον καθορισμένο χρόνο, αλλά ούτε και μεταγενέστερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του από την ίδια, με την από 14-3-2003...

αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στρεφόμενη κατά του προμηθευτή Ι. Κ. και της εκμισθώτριας εταιρίας, που επιδόθηκε στους άνω εναγόμενους, στις 2-4-2003 και 3-4- 2003, αντίστοιχα, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση πώλησης, λόγω της υπαίτιας υπερημερίας του προμηθευτή περί την παράδοση του πράγματος.

Ειδικότερα, με την κρινόμενη αγωγή, ισχυριζόμενη ότι φέρει την ιδιότητα του "εκδοχέα" των αξιώσεων της δεύτερης εναγομένης κατά του άνω προμηθευτή από τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης, με βάση τον προαναφερθέντα όρο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και ότι το μηχάνημα ουδέποτε παραδόθηκε σε αυτή από τον προμηθευτή, δήλωσε ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση πώλησης για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να τάξει προθεσμία στον προμηθευτή, αφού τέτοια προθεσμία όπως προκύπτει από την όλη στάση του είναι άσκοπη, καθώς επίσης ότι μετά την άνω υπαναχώρηση, λόγω έλλειψης του δικαιοπρακτικού θεμελίου ανατρέπεται και η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, άλλως καταγγέλλει τη σύμβαση αυτή, ακολούθως δε ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος (προμηθευτής) να αποδώσει στη δεύτερη εναγόμενη, το καταβληθέν ποσό του τιμήματος και να αναγνωριστεί ότι η ίδια (ενάγουσα) δεν οφείλει μισθώματα στην δεύτερη εναγομένη.

Μετά την επίδοση της πιο πάνω αγωγής στην δεύτερη εναγομένη, η τελευταία με την από 16-4-2003 εξώδικη όχληση - προειδοποίηση - κλήση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα και το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής στις 22-4-2003, αποδεχόμενη τη δήλωση υπαναχώρησης από την αγοραπωλησία του μίσθιου μηχανήματος, αναφέροντας επί λέξει ότι: "επειδή, περαιτέρω, με την παραπάνω αγωγή σας "υπαναχωρείτε" από την αγοραπωλησία του μίσθιου μηχανήματος και τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης", δήλωσε ότι η μεταξύ τους σύμβαση λύεται και ότι κατόπιν τούτου οφείλουν σε αυτήν (η ενάγουσα και ο νόμιμος εκπρόσωπός της) το σύνολο της συμβατικής υπολειμματικής αξίας του μηχανήματος, την οποία προσδιόρισε στα ληξιπρόθεσμα μισθώματα, πλέον ΦΠΑ, που ήταν πληρωτέα στις 14-2- 2003, 14-3-2003 και 15-4-2003, ποσού 11.229,94 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και στα μη ληξιπρόθεσμα εναπομείναντα μέχρι τη συμβατική λήξη της μίσθωσης 56 μισθώματα, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, που κήρυξε ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, με αναγωγή στην αξία τους κατά το χρόνο επίδοσης της άνω εξώδικης όχλησης, ποσού 277.358,35 ευρώ και συνολικά ποσού 288.646,89 ευρώ, το οποίο τους κάλεσε να της καταβάλουν.

Στη συνέχεια, επί της από 10-10-2003 αίτησης της δεύτερης εναγομένης, εκδόθηκε η με αριθμό 10333/2003 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν η ενάγουσα ως μισθώτρια, ο Α. Γ., νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ως εγγυητής και ο προμηθευτής Ι. Κ., επίσης ως εγγυητής να καταβάλουν σε αυτήν (δεύτερη εναγομένη), καθένας εις ολόκληρον, το πιο πάνω ποσό των μισθωμάτων απομειωμένο, όμως, κατά το ποσό των 180.000 ευρώ, λόγω της κατάπτωσης στις 23-6-2003, των προαναφερθέντων δύο εγγυητικών επιστολών της Εμπορικής Τράπεζας, όπως η ίδια ζήτησε, ήτοι το ποσό των 108.646,89 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Ωστόσο, το μίσθιο μηχάνημα ουδέποτε παραδόθηκε στην ενάγουσα, όπως ήδη εκτέθηκε, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τον προμηθευτή Ι. Κ.. Κατόπιν αυτού, με την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος της υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης, ανατράπηκε από την κατάρτιση της η μεταξύ της δεύτερης εναγομένης και του προμηθευτή σύμβαση πώλησης.

Το σχετικό δε δικαίωμα ασκήθηκε από την ενάγουσα για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με τον προαναφερθέντα με αριθμό 6.05 όρο της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο η δεύτερη εναγομένη ""εκχώρησε" τα δικαιώματα της στην ενάγουσα με τη ρητή εντολή να τα ασκήσει για λογαριασμό αυτής (δεύτερης εναγομένης) και όχι για λογαριασμό της ενάγουσας, ορίζοντας μάλιστα ότι όποιο ποσό επιστραφεί θα το παραλάβει η ίδια (δεύτερη εναγομένη) ως δεκτική καταβολής.

Ο άνω όρος διαφοροποιείται σαφώς από τον αντίστοιχο όρο που τίθεται συνήθως στις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύμφωνα τον οποίο, σε αντιστάθμισμα της απαλλαγής της εκμισθώτριας εταιρίας από τον κίνδυνο όσον αφορά το πράγμα, εκχωρούνται τα δικαιώματα της από τη σύμβαση πώλησης στο μισθωτή, ο οποίος και ασκεί τα δικαιώματα αυτά στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό με βάση τη σύμβαση εκχώρησης.

Έτσι, - όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για εκχώρηση δικαιωμάτων της δεύτερης εναγόμενης προς την ενάγουσα, από τη μη εκπλήρωση της σύμβασης πώλησης, ώστε να καταστεί δικαιούχος η ενάγουσα για την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με το δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, ούτε και αποκτήθηκαν τέτοια δικαιώματα από μόνο το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης ως χρηματοδοτικής, αφού ο νόμος 1665/1986 ρυθμίζει το πλαίσιο λειτουργίας αυτής της σύμβασης, αφήνοντας στην πρωτοβουλία των συμβαλλομένων να διαμορφώσουν ελεύθερα (άρθρο 361 ΑΚ) το περιεχόμενο αυτής.

Μετά δε την άσκηση του δικαιώματος αυτού (υπαναχώρησης) και την αναδρομική ανατροπή της σύμβασης πώλησης, εκλείπει πλέον το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία δεν είναι νοητή χωρίς την πώληση και το αντικείμενο της πώλησης, η παραχώρηση της χρήσης του οποίου αποτελεί στοιχείο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, οπότε η ενάγουσα μισθώτρια αποδεσμεύεται πλέον από την υποχρέωση να καταβάλει μίσθωμα.

Και ναι μεν στις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συμφωνηθεί και συμφωνείται συνήθως ότι ο κίνδυνος ύπαρξης ελαττωμάτων ανήκει στη σφαίρα του μισθωτή, ο οποίος και επέλεξε το πράγμα σύμφωνα με τις δικές του αποκλειστικά επιθυμίες και ανάγκες και ως εκ τούτου η ανυπαρξία ελαττωμάτων δεν μπορεί να αποτελεί δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, πλην, όμως, δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συγκεκριμένης σύμβασης πρέπει να θεωρηθεί όχι η ανυπαρξία ελαττωμάτων, αλλά η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος.

Έτσι, αν η παραχώρηση αυτή ματαιωθεί ή ανατραπεί πρέπει και ο μισθωτής να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων στο μέλλον. Διαφορετικά θα διαταρασσόταν η σχέση μεταξύ παροχής και αντιπαροχής που διατρέχει τη ρύθμιση των αμφοτεροβαρών συμβάσεων (αρθρ. 364 επ,ΑΚ) και θα παραβιάζονταν θεμελιώδεις κανόνες του συμβατικού δικαίου.

Τα ανωτέρω δέχτηκε με δύναμη δεδικασμένου που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 4534/2012 απόφασή του με την οποία ακυρώθηκε τελεσίδικα η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 10333/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την ανωτέρω απόφαση (η ασκηθείσα κατά της οποίας αίτηση αναίρεσης από μέρους της εκμισθώτριας εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης, σημειωτέον, έχει ήδη απορριφθεί με την υπ' αριθ. 1597/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου) κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου η ανυπαρξία της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η ακυρωθείσα διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα κρίθηκε ότι μετά την άσκηση του προαναφερθέντος δικαιώματος υπαναχώρησης και την συνακόλουθη αναδρομική ανατροπή της σύμβασης πώλησης, εξέλιπε πλέον το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της επίδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, αφού δεν είναι νοητή, (χωρίς την πώληση και παράδοση του πράγματος), η παραχώρηση της χρήσης αυτού, η οποία (παραχώρηση) αποτελεί στοιχείο αυτής (σύμβασης), επομένως, η μη παράδοση της χρήσης του επίδικου πράγματος στη μισθώτρια, ανεξάρτητα από την προαναφερθείσα "εκχώρηση" σε αυτήν εκ μέρους της εκμισθώτριας εταιρείας των σχετικών αξιώσεών της κατά του προμηθευτή, επέφερε την απαλλαγή της από την υποχρέωση καταβολής μισθωμάτων.

Λόγω δε του δεδικασμένου που απορρέει από την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου, το οποίο έκρινε αναγκαίως τα εν λόγω ζητήματα, ήταν δε προς τούτο αρμόδιο, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν μπορεί να κριθεί άλλως το ίδιο ουσιαστικό ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης της εκκαλούσας εναγομένης από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (για την οποία και εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής που ακυρώθηκε)...

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι για την καλή εκπλήρωση των όρων της ένδικης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης εκ μέρους της ενάγουσας η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στις 21-11-2002 εξέδωσε υπέρ αυτής τη με αριθμό .../0701 εγγυητική επιστολή ποσού 120.000 ευρώ, στο κείμενο της οποίας αναφέρεται ότι το ποσό της εγγύησης θα καταβάλλεται ολικά ή μερικά κάθε φορά, χωρίς αντίρρηση ή άλλη πρόφαση, εντός τριών ημερών από τη λήψη απλής έγγραφης αίτησης της δανείστριας εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης που θα αναφέρει ότι η πρωτοφειλέτρια έχει παραλείψει να προβεί στην πληρωμή οιοιδήποτε ποσού που οφείλεται από την παραπάνω αιτία.

Κάνοντας χρήση του όρου αυτού η εναγομένη εταιρία με την από 11-6-2003 αίτηση - δήλωσή της προς την εγγυήτρια Τράπεζα ζήτησε την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και την καταβολή του ποσού αυτής. Πράγματι στις 23-6-2003 κατέπεσε η εγγυητική επιστολή και η Εμπορική Τράπεζα κατέβαλε στην εναγομένη εταιρία το ποσό των 120.000 ευρώ.

Όμως η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής επήλθε χωρίς νόμιμη αιτία, αφού ανετράπη η σχέση αξίας, ειδικότερα δε με την υπαναχώρηση της ενάγουσας από τη σύμβαση πώλησης για λογαριασμό της εναγόμενης εκμισθώτριας ανατράπηκε η σύμβαση πώλησης και εξέλιπε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης για την καλή εκπλήρωση των όρων της οποίας είχε εκδοθεί η ένδικη εγγυητική επιστολή και συνεπώς η εναγομένη κατέστη πράγματι αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ποσό της εγγυητικής επιστολής.

Ήδη η εγγυήτρια τράπεζα στράφηκε κατά της ενάγουσας αιτούμενη την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Ειδικότερα μετά την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής η εγγυήτρια Τράπεζα χρέωσε το ποσό της εγγυητικής επιστολής στον αλληλόχρεο λογαριασμό που αυτή τηρούσε στα πλαίσια της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας συναφθείσας υπ' αριθ. 8252/30-10-2002 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ποσού 150.000 ευρώ (σύμβαση που συνήφθη προκειμένου η παρεχόμενη πίστωση να χρησιμοποιηθεί ως άντληση καλύμματος της εγγυητικής επιστολής που ζητούσε η εκμισθώτρια εναγομένη).

Ακολούθως κατήγγειλε τη σύμβαση πίστωσης έκλεισε τον ανωτέρω λογαριασμό και ζήτησε από την ενάγουσα το κατάλοιπο αυτού ύψους 144.234,52 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, ήτοι το ποσό της εγγυητικής επιστολής των 120.000 ευρώ που εγγράφηκε ως χρεωστικό στον τηρούμενο για το σκοπό αυτό ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, πλέον τόκων και τοκοπρομηθειών.

Κατόπιν αιτήσεως της Τράπεζας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2006 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία διατάχθηκε η ενάγουσα να καταβάλει στην Τράπεζα το ποσό των 144.234,52 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Η ως άνω όμως διαταγή πληρωμής κατόπιν ασκήσεως ανακοπής της ενάγουσας ακυρώθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ 40/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής λόγω της μη νόμιμης κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, το ποσό της οποίας κατέστη κονδύλιο του ανοικτού λογαριασμού, δυνάμει του οποίου αυτή (διαταγή πληρωμής) εκδόθηκε για απαίτηση που δεν υφίσταται.

Ειδικότερα κρίθηκε ότι με την άσκηση κατά τα προαναφερόμενα από την ενάγουσα για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης (εταιρίας χρηματοδοτικής μίσθωσης) του δικαιώματος της υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης ανατράπηκε από την κατάρτισή της η μεταξύ της εκμισθώτριας δεύτερης εναγομένης και του προμηθευτή πρώτου εναγόμενου σύμβαση πώλησης, μετά δε την αναδρομική ανατροπή της σύμβασης πώλησης εξέλιπε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία δεν είναι νοητή χωρίς την πώληση και το αντικείμενο της πώλησης, η παραχώρηση της χρήσης του οποίου αποτελεί στοιχείο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, μετά δε την ανατροπή της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν υπήρχαν πλέον οι προϋποθέσεις κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, εφόσον η εγγυητική επιστολή δεν ενσωμάτωνε αυτοτελή και αυθύπαρκτη απαίτηση αλλά τελούσε σε συνάρτηση με την απαίτηση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, την εκτέλεση της οποίας διασφάλιζε και η οποία δεν ήταν κατά τον χρόνο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής υπαρκτή και ενεργός.

Εφόσον όμως τελεσίδικα ακυρώθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής και κρίθηκε ότι η εγγυήτρια τράπεζα δεν δύναται να αναζητήσει το ποσό της εγγυητικής επιστολής από την ενάγουσα, υπέρ της οποίας αυτή εκδόθηκε, γιατί κακώς κατέπεσε, δεν επήλθε με την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής περιουσιακή μετακίνηση σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας και ως εκ τούτου πρέπει η από 14-10-2013 αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού ο πλουτισμός της εναγομένης δεν επήλθε σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας".

Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 596/2014 πρωτόβαθμη απόφαση, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 14-10-2013 αγωγή της ενάγουσας και κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε αυτήν. Με αυτά που έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα ότι μετά την άσκηση από την ενάγουσα για λογαριασμό της δεύτερης εναγόμενης (εταιρείας χρηματοδοτικής μίσθωσης) του δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση πώλησης ανατράπηκε από την κατάρτισή της η μεταξύ της εκμισθώτριας δεύτερης εναγομένης και του προμηθευτή πρώτου εναγόμενου, στην από 14-3-2013 αγωγή, σύμβαση πώλησης, μετά δε την αναδρομική ανατροπή της τελευταίας εξέλιπε το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης και δεν υπήρχαν πλέον οι προϋποθέσεις για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και ότι συνεπεία της ακύρωσης με την υπ' αριθμ. 40/2014 τελεσίδικη απόφαση του τριμελούς Εφετείου Πατρών της υπ' αριθμ. 37/2006 διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος της ενάγουσας για τον πιο πάνω λόγο και ότι η εγγυήτρια τράπεζα δεν μπορεί να αναζητήσει το ποσό των εγγυητικής επιστολής από την ενάγουσα υπέρ της οποίας αυτή εκδόθηκε, δεν υπήρξε περιουσιακή μετακίνηση σε βάρος της τελευταίας και κατά συνέπεια η εναγόμενη της από 14-10-2013 αγωγή δεν έχει καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της, ουδόλως έσφαλε ως προς την μη συνδρομή των κατά νόμο προϋποθέσεων για την εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον τρίτο και τέταρτο λόγο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ένδικης αναίρεσης, όπως αυτοί εκτιμώνται συνολικά από το Δικαστήριο αυτό, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 735/2013 και 965/2014 αποφάσεις του τριμελούς πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας και τριμελούς Εφετείου Πατρών με τις οποίες ο μάρτυρας της δεύτερης αναιρεσίβλητης καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους διότι κατέθεσε ότι το επίμαχο μηχάνημα παραδόθηκε στην αναιρεσείουσα, τις οποίες (αποφάσεις) νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, γεγονός που αποδεικνύει την αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Όμως, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", εξαιρώντας ρητά μόνον όσα δεν προσκομίστηκαν απαράδεκτα, στα οποία δεν εντάσσονται τα προαναφερθέντα, και δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Ταύτα ανεξάρτητα από το ότι οι ως άνω αποφάσεις δεν προσκομίζονται όπως απαιτείται, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Συνεπώς, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Απορρίπτει την από 14-2-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 152/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ