Supreme Court partially allows appeal on interest on construction contract claims but upholds breach of delivery terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant successfully argued for interest on specific monetary claims, while the court upheld the lower court's finding that the respondent breached a contractual term regarding the timing of property delivery. Consequently, the judgment was modified to order the payment of interest on the disputed sums while maintaining the original ruling on the breach of delivery conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 and 694 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Interest on construction contract claims is lawful and accrues independently of the contractor's delay, but failure to pay agreed sums before delivery constitutes a breach of contract terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1142 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1142/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Ν., πρώην συζύγου Χ. Λ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπερδούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διαμαντή Μπιλιάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την ασκηθείσα με τις από 8-10-2012 προτάσεις ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1302/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1399/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Η αμοιβή, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε είδος, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση κάθε τμήματος, σε περίπτωση δε που η αμοιβή του εργολάβου συνίσταται σε χρήματα και δεν πιστώθηκε, είναι τοκοφόρα από την παράδοση του έργου.
Πρόκειται για νόμιμους υπό στενή έννοια τόκους, οι οποίοι γεννώνται και χωρίς όχληση του εργολάβου και ανεξάρτητα από τυχόν υπερημερία του (ΑΠ 2055/2017, ΑΠ 940/2002). Οι τυχόν εργασίες, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές (ΑΠ 728/2017).
Ως παράδοση νοείται η πλήρης εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου με την προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, το οποίο όμως πρέπει να είναι το προσήκον, δηλαδή να μην είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε, γιατί αλλιώς δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος εκπλήρωσε πρώτος την βαρύνουσα αυτόν υποχρέωση, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 346/2010).
Ο εργοδότης, που αν και κλήθηκε από τον εργολάβο, αρνείται να παραλάβει το έργο περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή (349 ΑΚ) (ΑΠ 1327/2014, ΑΠ 877/2013). Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων, και στην περίπτωση, που ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιώματά του, εμμένοντας στην μετά του εργοδότη σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του (ΑΠ 1587/2013), καθώς και στην περίπτωση ανεπιφύλακτης παραλαβής αυτού δυνάμει σχετικού όρου της εργολαβικής σύμβασης (πλασματική παραλαβή).
Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 ΑΚ προκύπτει ότι, επί συμφωνημένης με τη σύμβαση έργου ποινικής ρήτρας για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.
Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια των άρθρων 340, 341, 342 ΑΚ, ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των υπ' αριθμ. ...28/20-09-2000 και ...29/20-09-2000 αγοραπωλητηρίων συμβολαίων της Συμβολαιογράφου ….... οι διάδικοι απέκτησαν, κατά ποσοστό 51% εξ αδιαιρέτου η ενάγουσα...
ομόρρυθμη εταιρεία (αναιρεσίβλητη)... και κατά ποσοστό 49% η εναγομένη (αναιρεσείουσα) ..., την κυριότητα ενός οικοπέδου..., κειμένου στην περιοχή... της Κοινότητας ...,... Περί τις αρχές του έτους 2004, οι διάδικοι αποφάσισαν να ανεγείρουν επί του ως άνω οικοπέδου, ένα συγκρότημα αυτοτελών ιδιοκτησιών, με το σύστημα της αντιπαροχής.
Το έργο μάλιστα αυτό συμφώνησαν να αναλάβει η ενάγουσα εμπορική εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον τομέα των κατασκευών και αναλαμβάνει τέτοιου είδους εργασίες... Στις 13-05-2004 και αφού οι σχετικές μελέτες είχαν ολοκληρωθεί, οι διάδικοι προέβησαν στη σύναψη σύμβασης έργου, οι ειδικότεροι όροι της οποίας αποτυπώθηκαν στο υπ' αριθμ.
….00/13-05-2004 Προσύμφωνο Μεταβίβασης Ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και Εργολαβικό Ανεγέρσεως Συγκροτήματος Κατοικιών του Συμβολαιογράφου …....,. Βάσει δε της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξεως, η μεν ενάγουσα εργολήπτρια εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει επί του ως άνω οικοπέδου τέσσερις (4) αυτοτελείς ιδιοκτησίες σύμφωνα με τα σχεδιαγράμματα, που εκπονήθηκαν από τον...
Αρχιτέκτονα Μηχανικό Δ. K. Δ., τον από μηνός Μαρτίου 2004 Πίνακα Ποσοστών του ίδιου ως άνω Αρχιτέκτονος - Μηχανικού και την από 07-05-2004 Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων,... ήτοι τρεις... διώροφες κατοικίες, με υπόγειο και στέγη, και μία ισόγεια κατοικία, με υπόγειο, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την ημέρα εκδόσεως της οικοδομικής άδειας, επωμιζόμενη τις σχετικές δαπάνες, η δε εναγομένη, να της μεταβιβάσει, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, μέρος της ιδανικής μερίδας της συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου, που αναλογούσε στις δύο (2) κάθετες ιδιοκτησίες, τις οποίες θα ελάμβανε η ενάγουσα, ως αντιπαροχή.
Συγκεκριμένα, στο άρθρο 12 του ως άνω Προσυμφώνου Μεταβίβασης Ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και Εργολαβικού Ανεγέρσεως Συγκροτήματος Κατοικιών, η μεταβίβαση αυτή συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ως εξής: α) Με την έκδοση της άδειας διακόσια είκοσι χιλιοστά (220/1000) εξ αδιαιρέτου, β) Με το πέρας των επιχρισμάτων, πλην υπογείων, διακόσια χιλιοστά (200/1000) εξ αδιαιρέτου, γ) Με την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών των οικοπεδούχων και την ολοκλήρωση των κοινοχρήστων του όλου συγκροτήματος και με την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων καταστάσεων προσωπικού ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α.
των εργασθέντων και δηλωθέντων μέχρις αποπερατώσεως του όλου έργου και λοιπά ασφαλιστικά ταμεία, κυρίας και επικουρικής ασφαλίσεως και την παράδοση στους οικοπεδούχους υπεύθυνης δηλώσεως του Ν. 1599/1986, υπογεγραμμένης από τους εκπροσώπους της εργολήπτριας εταιρείας ότι έχουν εξοφληθεί όλες οι σχετικές οφειλές, εκατόν πενήντα χιλιοστά (150/1000) εξ αδιαιρέτου.
Στην ανωτέρω συμφωνία ετέθη εξαίρεση, καθώς παρασχέθηκε στην ενάγουσα εταιρεία το δικαίωμα να ζητήσει από τους οικοπεδούχους τη μεταβίβαση του τελευταίου σταδίου των 150/1000 εξ αδιαιρέτου, έστω και αν δεν ήταν πλήρως αποπερατωμένες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες, υπό τον όρο καταβολής εγγύησης, ποσού ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, στον καθένα από τους οικοπεδούχους, ποσό το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί ατόκως στην εργολήπτρια, με την αποπεράτωση του έργου και την παράδοση των ιδιοκτησιών στους οικοπεδούχους, προς χρήση και οίκηση.
Εξάλλου, στο άρθρο 10 του υπογραφέντος Προσυμφώνου... και με τον τίτλο "Τροποποίηση Οριζοντίων ιδιοκτησιών οικοπεδούχων", αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ότι: "οι οικοπεδούχοι δικαιούνται να ζητήσουν από την εργολήπτρια όπως η τελευταία προβαίνει με δαπάνες των οικοπεδούχων και κατά τους όρους της γενικής συγγραφής υποχρεώσεων, σε οποιαδήποτε κατά την επιθυμία των οικοπεδούχων εσωτερική διαρρύθμιση των ιδιοκτησιών που θα ανεγερθούν . . . .
Εάν διά των τροποποιήσεων και διαρρυθμίσεων τούτων είναι απαραίτητη οποιαδήποτε δαπάνη για τυχόν αναθεώρηση ή ενημέρωση του φακέλου ή επέρχεται υπέρβαση των εργασιών που προβλέπονται με το παρόν, καθώς και των προβλεπομένων από τα σχέδια και την γενική συγγραφή υποχρεώσεων, οι εργασίες με υπέρβαση θα βαρύνουν τους οικοπεδούχους και θα προκαταβάλλονται απ' αυτούς στην εργολήπτρια με βάση τα διαλαμβανόμενα στη γενική συγγραφή υποχρεώσεων.
Εάν με τις πρόσθετες εργασίες θα απαιτηθεί χρόνος επιπλέον του οριζομένου με το παρόν για την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών των οικοπεδούχων, τότε η προθεσμία παράδοσης σ' αυτούς θα παρατείνεται αναλόγως και μάλιστα κατά τον χρόνο που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση των προσθέτων εργασιών, χωρίς όμως να παρατείνεται και ο χρόνος μεταβιβάσεως των ποσοστών των οικοπεδούχων προς την εργολήπτρια",...
Επίσης, στο άρθρο 25 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και με τον τίτλο " Γενικοί όροι" παρατίθεται η ακόλουθη παράγραφος: "8. Όλες οι δαπάνες των ιδιοκτητών και οικοπεδούχων θα πρέπει να εξοφληθούν 1 μήνα πριν από την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί. .. Για τις έξτρα εργασίες και τροποποιήσεις των οριζοντίων ιδιοκτησιών δεν θα εκδίδονται τιμολόγια και θα εξοφλούνται σύμφωνα με τα ιδιωτικά συμφωνητικά (εντολές έξτρα εργασιών).
Εάν τα χρήματα δεν εξοφληθούν θα καθυστερεί η παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών μέχρι την εξόφληση των χρημάτων...". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μετά την σύναψη της ως άνω σύμβασης, με ενέργειες της ενάγουσας, εκδόθηκε η αναγκαία για την εκτέλεση του έργου υπ' αριθμ. ….10/07-06-2004 Άδεια Οικοδομής... και, αμέσως μετά, ξεκίνησαν οι σχετικές εργασίες ανέγερσης του συμφωνηθέντος συγκροτήματος κατοικιών.
Στις 30-07-2004, οι διάδικοι, ως συνιδιοκτήτες του οικοπέδου, όπου θα ανεγείρονταν οι αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες, υπήγαγαν αυτές στις διατάξεις των νόμων 3741/1929 και 1024/1971, συνταχθείσας σχετικώς της υπ' αριθμ. …..59/30-07-2004 Πράξης Σύστασης Οριζόντιας Ιδιοκτησίας και Κανονισμού Συγκροτήματος Κατοικιών του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου,...
Σύμφωνα με αυτήν, η ενάγουσα, ως οικοπεδούχος, θα ελάμβανε την οικοδομή που προσδιορίστηκε ως "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 3"...., ενώ η εναγομένη θα ελάμβανε την οικοδομή, που προσδιορίστηκε ως "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 4" και η οποία θα αποτελείτο από υπόγειο και ισόγειο, συνολικής επιφανείας ... 200,71... τετραγωνικών μέτρων και με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου διακόσια είκοσι πέντε χιλιοστά (225/1000) εξ αδιαιρέτου.
Οι λοιπές δύο οικοδομές, που προσδιορίστηκαν ως "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 1" και "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 2"... θα περιέρχονταν στην ενάγουσα ως εργολαβικό αντάλλαγμα. Επιπλέον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη συγκεκριμένη συμβολαιογραφική πράξη και οι τέσσερις (4) κατοικίες θα κατασκευάζονταν κατά τον τρόπο που αποτυπώνονταν στα σχεδιαγράμματα κατόψεων και ορόφων που είχε συντάξει τον Ιούλιο του 2004 ο ως άνω Αρχιτέκτων - Μηχανικός.
Η ενάγουσα που, ενώ κατά τα σχέδια που είχε καταθέσει στην Πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, θα κατασκεύαζε τα υπόγεια των τεσσάρων (4) κατοικιών, ως βοηθητικούς χώρους αυτών..., στην πραγματικότητα... τα κατασκεύασε, κατά τρόπο, ώστε, να είναι δυνατή η, χωρίς μεγάλο κόστος, μετατροπή τους...
Έτσι, η ενάγουσα, έχοντας προαποφασίσει να μην ακολουθήσει στην κατασκευή του έργου, τις αρχικές αρχιτεκτονικές μελέτες, αλλά να υλοποιήσει τις μεταγενέστερες, δηλαδή τις, από μηνός Νοεμβρίου του έτους 2004 συνταχθείσες και να μετατρέψει τα υπόγεια, σε χώρους κύριας χρήσης, αναμόρφωσε τα σχέδια όλων των υπό ανέγερση κατοικιών του κτιριακού συγκροτήματος.
Περί τον Οκτώβριο του έτους 2004 και ενώ οι εργασίες ανέγερσης της κατοικίας που θα περιέρχονταν στην εναγομένη, βρίσκονταν στο στάδιο των εξωτερικών οπτοπλινθοδομών, η τελευταία ήρθε σε επικοινωνία με τους νομίμους εκπροσώπους και ομορρύθμους εταίρους της ενάγουσας εργολήπτριας εταιρείας... και τους ενημέρωσε ότι συναινεί στην τροποποίηση του σχεδίου της κατοικίας της, προκειμένου το υπόγειο να μετατραπεί σε χώρο κύριας χρήσης.
Ειδικότερα δε, ζήτησε την διαμόρφωση της κατοικίας της, κατά τρόπο ώστε στο μεν υπόγειο να δημιουργηθούν τα δωμάτια, που κατά την αρχική συμφωνία θα έπρεπε να γίνουν στον ισόγειο χώρο της κατοικίας, στο δε ισόγειο εκείνα που θα δημιουργούνταν στο υπόγειο... Προκειμένου δε να συνδέεται το ισόγειο με το υπόγειο της οικοδομής αυτής, θα έπρεπε να κατασκευασθεί εσωτερική κλίμακα μεγαλύτερου μεγέθους από εκείνο που προβλεπόταν στα αρχικά σχέδια, για το οποίο απαιτείται διάτρηση του μπετόν του δαπέδου του ισογείου...
Στις αρχές Νοεμβρίου του έτους 2004, η εργολήπτρια εταιρεία κοστολόγησε την δαπάνη της πρόσθετης αυτής εργασίας και, αφού κατέληξαν σε συμφωνία, την 09-11-2004, προέβησαν στη σύνταξη και υπογραφή Ιδιωτικού Συμφωνητικού Πρόσθετων Εργασιών. Σύμφωνα με αυτό, η εναγομένη έδιδε εντολή στην ενάγουσα να κατεδαφίσει μέρος της τοιχοποιίας του υπογείου της οικοδομής της, προκειμένου να δημιουργηθούν οι τρεις (3) μπαλκονόπορτες, που πλέον θα είχε, καθώς και να κόψει το δάπεδο του ισογείου , ώστε να δημιουργηθεί άνοιγμα, για την κατασκευή εσωτερικής κλίμακας σύνδεσής του με το υπόγειο.
Η δαπάνη για τις εργασίες αυτές, δηλαδή για την κατεδάφιση της κατασκευασμένης τοιχοποιίας, την κοπή του δαπέδου, την αποκομιδή των αδρανών υλικών που θα προέκυπταν και για άλλες συναφείς οικοδομικές εργασίες και επιπλέον η δαπάνη για την αμοιβή της ενάγουσας, αλλά και των μηχανικών της, που συνέταξαν τις σχετικές μελέτες προσδιορίστηκε στο ποσό των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ....
Περαιτέρω,... προέκυψε ότι το φθινόπωρο του έτους 2005, η ενάγουσα με τη σύμπραξη της εναγομένης, ήτοι με τη μεταβίβαση χιλιοστών του οικοπέδου, πώλησε την μία εκ των δύο κατοικιών που δικαιούτο να λάβει αυτή, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ενώ τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους συμφώνησαν να πωληθεί στους υποψήφιους αγοραστές Ν.
Τ. και Ε. Μ., τους οποίους είχε ανεύρει η εναγομένη, καθότι μεσίτρια, και η έτερη υπό στοιχεία "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 2", που είχε ορισθεί ως εργολαβικό αντάλλαγμα. Κατά τον χρόνο εκείνο, οι οικοδομές βρίσκονταν στο στάδιο της αποπεράτωσης των επιχρισμάτων, οπότε η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση να συμπράξει στην πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας, καθώς τούτο επαγόταν τη μεταβίβαση από μέρους της του συνόλου των χιλιοστών οικοπέδου, που όφειλε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, παρά ταύτα όχι μόνο συμφώνησε στην πώληση, αλλά ανέλαβε και ενεργό ρόλο για την εύρεση αγοραστών.
Στα πλαίσια αυτά, η ενάγουσα ήρθε σε διαπραγματεύσεις με τους ως άνω υποψήφιους αγοραστές, που κατέληξαν σε συμφωνία αγοράς της εν λόγω κατοικίας, αντί τιμήματος...580.000... ευρώ. Επιπλέον παρουσία της εναγομένης συμφωνήθηκε η υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου να γίνει μέχρι την 28-02-2006, o δε φόρος μεταβίβασης να καταβληθεί μέχρι τις 31-12-2005, καθώς από 01-01-2006 επέκειτο αύξηση των αντικειμενικών αξιών, γεγονός το οποίο επαγόταν αύξηση του συγκεκριμένου φόρου.
Οι ως άνω υποψήφιοι αγοραστές κατέβαλαν πράγματι τον φόρο μεταβίβασης, οπότε και συμφωνήθηκε να υπογραφεί το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο την 27-02-2006 ενώπιον του προαναφερθέντος Συμβολαιογράφου Γ. Ι. Ρ.. Την προηγουμένη όμως ημέρα υπογραφής του μεταβιβαστικού συμβολαίου, η εναγομένη επικοινώνησε με τους νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας...
και ζήτησε να διευθετηθούν οι μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες, δήλωσε δε ότι δέχεται να συμπράξει στην μεταβίβαση των υπολειπομένων χιλιοστών του δευτέρου σταδίου κατασκευής του έργου, ήτοι μόνον των 70 εκ των 220/1000 εξ αδιαιρέτου, καθόσον η περιερχόμενη σ' αυτήν κατοικία δεν βρισκόταν στο στάδιο προ της πλήρους αποπεράτωσης.
Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εργολήπτριας εταιρείας αντέτειναν ότι θα προβούν σε άσκηση του δικαιώματος που τους παρείχε ο προαναφερόμενος όρος του εργολαβικού συμβολαίου, να απαιτήσουν δηλαδή την πρόωρη μεταβίβαση των τελευταίων χιλιοστών οικοπέδου, αντί καταβολής εγγύησης ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, καλώντας ακολούθως την εναγομένη να συμπράξει στην υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, ώστε να μην εκτεθούν έναντι των υποψηφίων αγοραστών.
Η εναγομένη αγνόησε το αίτημα αυτό της ενάγουσας, παρότι ερειδόταν σε όρο της εργολαβικής σύμβασης και έτσι την επομένη, η υπογραφή του συμβολαίου ματαιώθηκε. Τρεις ημέρες αργότερα, και συγκεκριμένα την 02-03-2006, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 01-03-2006 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία αφενός διαμαρτυρόταν για την άρνηση της εναγομένης να προσέλθει για την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, αναφέροντας ότι η άρνησή της αυτή αποσκοπούσε στο να την εξαναγκάσει να παραιτηθεί από τις αξιώσεις της για πρόσθετες εργασίες, τις οποίες, κατ' εντολήν της, είχε πραγματοποιήσει στην κατοικία της..., αφετέρου την ειδοποίησε ότι ασκεί το προαναφερθέν δικαίωμά της για πρόωρη μεταβίβαση των τελευταίων χιλιοστών οικοπέδου, που...
εδικαιούτο να λάβει κατά την αποπεράτωση της κατοικίας της εναγομένης και των κοινοχρήστων μερών του συγκροτήματος κατοικιών, καλώντας την να προσέλθει για την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης της κατοικίας υπό στοιχεία "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 2" στους Ν. Τ. και Ε. Μ. ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου, την 10-03-2006. Στην εξώδικη αυτή πρόσκληση είχε επισυναφθεί και συγκοινοποιήθηκε η από 24-02-2006 Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 του επιβλέποντος Αρχιτέκτονος - Μηχανικού Δ.
K. Δ., με την οποία βεβαίωνε ότι τα επιχρίσματα των οικοδομών είχαν πλήρως αποπερατωθεί από τον Απρίλιο του έτους 2005 και τούτο διότι η εναγομένη δεν είχε ακόμα μεταβιβάσει στην ενάγουσα μέρος (ήτοι 70/1000) εκ των χιλιοστών του οικοπέδου, που βάσει της εργολαβικής σύμβασης όφειλε να μεταβιβάσει με την ολοκλήρωση των επιχρισμάτων, καθώς και την υπ' αριθμ.
πρωτ. ….30/20-12-2005 βεβαίωση του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. ..., περί μη οφειλής Ασφαλιστικής Ενημερότητας και την από 24-02-2006 Υπεύθυνη Δήλωση των νομίμων εκπροσώπων της εργολήπτριας εταιρείας.... Η εναγομένη με την από 07-03-2006 εξώδικη απάντησή της, αρνήθηκε τις αιτιάσεις της ενάγουσας ότι δηλαδή είχε επιχειρήσει να εξαναγκάσει αυτήν να παραιτηθεί από αξιώσεις της για πρόσθετες εργασίες, αλλά ισχυρίστηκε ότι την προηγουμένη ημέρα που είχε ορισθεί για την μεταβίβαση των χιλιοστών του οικοπέδου, είχε απαιτήσει επίμονα να διευθετηθούν οι μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες, καθόσον,...
η εργολήπτρια εταιρεία αξίωνε την καταβολή δαπανών για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, για τις οποίες δεν υπήρχε έγγραφη μεταξύ τους συμφωνία. Επίσης, με το εξώδικό της αυτό η εναγομένη αρνήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 12 του εργολαβικού συμβολαίου, που παρείχε στην ενάγουσα το δικαίωμα να απαιτήσει πρόωρη μεταβίβαση των χιλιοστών του οικοπέδου, υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο άρθρο θα μπορούσε να εφαρμοσθεί μόνο εφόσον η περιερχόμενη σε εκείνη (εναγομένη) κατοικία βρισκόταν "στο στάδιο προ της πλήρους και τελείας αποπεράτωσης" και επιπλέον δήλωσε ότι ανακαλεί την πληρεξουσιότητα που είχε παράσχει στην ενάγουσα, κατά τη σύνταξη του εργολαβικού συμβολαίου, βάσει της οποίας η τελευταία θα μπορούσε να πωλήσει την "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 2", ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της εναγομένης ή να αποκτήσει αυτήν με αυτοσύμβαση.
Από την ανάγνωση του επίμαχου όρου του εργολαβικού συμβολαίου, προκύπτει ότι ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης ήταν αβάσιμος, καθώς δεν έθετε κανέναν περιορισμό, σχετιζόμενο με την εξέλιξη των εργασιών μετά το στάδιο των επιχρισμάτων (οπότε και παρεχόταν η συγκεκριμένη δυνατότητα), στο δικαίωμα της εργολάβου για πρόωρη μεταβίβαση των τελευταίων 150 χιλιοστών, καθώς αναφέρεται στο άρθρο αυτό ότι η εργολήπτρια μπορούσε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα "έστω και αν δεν είναι πλήρως και τελείως αποπερατωμένες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες...".
Ακολούθως, την 08-03-2006 η εναγομένη εμφανίστηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Γ. Ι. Ρ., συνταχθείσας σχετικώς της υπ' αριθμ. ….25/08-03-2006 Πράξης Εμφάνισης, και δήλωσε ότι δέχεται να μεταβιβάσει στην ενάγουσα ή σε όποιον τρίτο της υπεδείκνυε, τα εναπομείναντα χιλιοστά του δευτέρου σταδίου κατασκευής του έργου, ήτοι μόνο τα 70 εκ των 220/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου που της ζητήθηκαν, με αποτέλεσμα έτσι να μην είναι δυνατή η πώληση της ως άνω κατοικίας στους υποψήφιους αγοραστές.
Εμμένοντας σε αυτήν την θέση της, δύο ημέρες αργότερα, ήτοι την 10-03-2006, δεν προσήλθε, παρότι,... είχε κληθεί δια εξωδίκου προσκλήσεως στο Συμβολαιογραφείο του ως άνω Συμβολαιογράφου προκειμένου να συμπράξει στην πώληση της προαναφερθείσας κατοικίας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί αυτή. Αντίθετα, ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου, την ημέρα εκείνη εμφανίστηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Σ.
Δ. Χ. έχοντας στην κατοχή του το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, που θα έπρεπε να καταβάλει στην εναγομένη, ως εγγύηση, βάσει του προαναφερθέντος 12 όρου του εργολαβικού συμβολαίου, όπως προκύπτει από όσα διηγηματικώς αναφέρονται στην υπ' αριθμ. …34/10-03-2006 Συμβολαιογραφική πράξη, που συντάχθηκε σχετικώς.
Μετά ταύτα, την 15-03-2006, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη και νέα εξώδικη πρόσκληση..., με την οποία την καλούσε εκ νέου να συμπράξει στην μεταβίβαση των εναπομεινάντων στην κυριότητά της χιλιοστών του οικοπέδου, που είχαν συμφωνήσει, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, προσερχόμενη προς τούτο ενώπιον του ως άνω Συμβολαιογράφου την 22-03-2006, όπου και θα παρευρίσκονταν και οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, για την καταβολή του ποσού της εγγύησης.
Επιπλέον, με το εξώδικο αυτό η ενάγουσα αξίωνε από την εναγομένη την καταβολή τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, ισχυρισθείσα ότι η μη σύμπραξή της στην πώληση της ως άνω κατοικίας είχε ως αποτέλεσμα την κατάπτωση ποινικής ρήτρας. Κατά το άρθρο 14 του ενδίκου εργολαβικού συμβολαίου, οι οικοπεδούχοι, συνεπώς και η εναγομένη, όφειλαν να ανταποκρίνονται στις έγγραφες προσκλήσεις της εργολάβου για την υπογραφή μεταβιβαστικών συμβολαίων, όταν η εργολάβος είχε δικαίωμα, βάσει της προόδου των εργασιών, να απαιτήσει τη μεταβίβαση χιλιοστών επί του οικοπέδου.
Ειδικότερα, το άρθρο αυτό προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Τηρουμένων των ανωτέρω στο δωδέκατο άρθρο (12ο) του παρόντος οριζομένων, οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να προσέρχονται με έγγραφη πρόσκληση της εργολήπτριας προς υπογραφή των μεταβιστικών συμβολαίων ή προσυμφώνων. Η έγγραφη πρόσκληση θα δύναται να απευθύνεται σ' αυτόν..., ενώπιον του οριζομένου απ' αυτήν συμβολαιογράφου προς υπογραφή του οικείου συμβολαίου μεταβιβάσεως των στο δωδέκατο άρθρο (12ο) του παρόντος οριζομένων για κάθε περίπτωση ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά των σ' αυτά αντιστοιχουσών οριζοντίων ιδιοκτησιών, προς την εργολήπτρια ή τους τρίτους που θα υποδειχθούν από αυτήν.
Στην εν λόγω πρόσκληση η εργολήπτρια πρέπει κάθε φορά να αναφέρει αναλυτικά ποια στάδια εργασιών έχουν ήδη αποπερατωθεί και πόσα χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου είναι αντίστοιχα μεταβιβαστέα και να συνοδεύεται από υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντα μηχανικού της εργολήπτριας ότι έχει συμπληρωθεί το σχετικό στάδιο εργασιών, καθώς και δήλωση της εργολήπτριας ότι έχουν εξοφληθεί όλες οι υποχρεώσεις της μέχρι τότε προς το Ι.Κ.Α.
και λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς". Τέλος, στον ίδιο εργολαβικό όρο, γίνεται μνεία ότι: "...Η αδικαιολόγητη άρνηση των οικοπεδούχων.... να εκπληρώσουν τις ανωτέρω υποχρεώσεις μεταβιβάσεως των χιλιοστών ή της χορηγήσεως του ανωτέρω αναφερομένου ανεκκλήτου πληρεξουσίου, παρέχει στην εργολήπτρια το δικαίωμα το μεν να αναστείλει την εκτέλεση του έργου για όσο χρόνο καθυστερεί η μεταβίβαση, παρατεινομένου άμα του χρόνο παραδόσεως, το δε να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας, ως και την καταβολή ποινικής ρήτρας ευρώ τέσσερις χιλιάδες (4.000) ανά μήνα για κάθε άρνηση".
Συνεπώς, βάσιμα η ενάγουσα αξίωσε από την εναγομένη το ως άνω ποσό, λόγω της κατάπτωσης της προβλεπομένης από το προαναφερθέν άρθρο ποινικής ρήτρας, καθώς η τελευταία αδικαιολόγητα δεν είχε συμπράξει στην μεταβίβαση της ως άνω κατοικίας,..., παρότι είχε κληθεί με τον τρόπο που προέβλεπε το άρθρο 14 του εργολαβικού συμβολαίου, δεδομένου ότι...
με το από 01-03-2006 εξώδικο, είχαν συγκοινοποιηθεί σε αυτήν η από 24-02-2006 υπεύθυνη δήλωση των νομίμων εκπροσώπων της ενάγουσας και η υπ' αριθμ. ….30/2005 βεβαίωση του ΙΚΑ περί μη οφειλής ασφαλιστικών εισφορών. Ακολούθως, η εναγομένη με το από 21-03-2006 εξώδικο, που απέστειλε στην ενάγουσα..., ενέμεινε στον ισχυρισμό της ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να μεταβιβάσει και τα τελευταία χιλιοστά οικοπέδου, που είχαν ορισθεί ως εργολαβικό αντάλλαγμα, διότι η κατοικία της δεν βρισκόταν προ της πλήρους και τέλειας αποπεράτωσής της, ισχυρισμός ο οποίος, όμως,...
δεν εύρισκε έρεισμα στον προαναφερθέντα όρο της εργολαβικής σύμβασης. Επισημαίνεται δε ότι, την περίοδο εκείνη η κατοικία υπό στοιχεία "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 4", που θα ελάμβανε η εναγομένη, βρισκόταν περίπου στο ίδιο στάδιο κατασκευής με τις λοιπές και απέμεναν δευτερεύουσες εργασίες, προκειμένου να αποπερατωθεί, γεγονός το οποίο συνέβη πέντε (5) μήνες αργότερα.
Την ίδια ημέρα (21-03-2006) η ενάγουσα, με εξώδικη πρόσκληση που απέστειλε στην εναγομένη..., αξίωσε από την τελευταία να της καταβάλει τα οφειλόμενα για τις πρόσθετες εργασίες που είχε εκτελέσει στην κατοικία της, δυνάμει της από 09-11-2004 έγγραφης συμφωνίας τους, αλλά και της μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας τους, το ύψος των οποίων προσδιόρισε στο συνολικό ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων (52.000,00) ευρώ (ήτοι 7.000,00 ευρώ συν 45.000,00 ευρώ) και επιπλέον την ειδοποίησε ότι, θα έπρεπε να επιβεβαιώσει εγγράφως τις γενόμενες, κατ' εντολήν της, πρόσθετες εργασίες, που προφορικά αυτή της είχε αναθέσει, διαφορετικά θα εκτελούσε το εναπομείναν έργο, κατά τους όρους του εργολαβικού συμβολαίου, εννοώντας προφανώς κατά τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια.
Σε απάντηση της ως άνω εξωδίκου προσκλήσεως της ενάγουσας, η εναγομένη της απέστειλε την από 04-04-2006 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία ζήτησε την αναμόρφωση του ποσού των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ, για τους λόγους που ειδικότερε εξέθετε και ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η τροποποίηση των σχεδίων των κατοικιών αποτελούσε δική της απόφαση (της ενάγουσας) στην οποία απλώς εκείνη συναίνεσε, ενώ ζήτησε να της παρασχεθεί αναλυτικός λογαριασμός των, εκτός του εγγράφου συμφωνητικού, πρόσθετων εργασιών, που διατεινόταν ότι είχε εκτελέσει, ώστε να ελέγξει εάν ήταν πράγματι πρόσθετες, προερχόμενες από δική της εντολή, ή εάν αποτελούσαν εργασίες που έπρεπε να εκτελεσθούν, χωρίς δική της οικονομική επιβάρυνση, βάσει της μεταξύ τους εργολαβικής σύμβασης ή βάσει της τροποποίησης των σχεδίων που αποφάσισε η ενάγουσα.
Επιπλέον, καλούσε αυτήν να αποπερατώσει την κατοικία της, εντός των συμφωνηθεισών προθεσμιών και της απαγόρευσε να προβεί στην αποξήλωση ή καταστροφή κατασκευών που ήδη είχαν γίνει τονίζοντας ότι τούτο θα συνιστούσε το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Η ενάγουσα απέκρουσε τις αιτιάσεις αυτές της εναγομένης, με την από 14-04-2006 εξώδικη απάντησή της, στην οποία το πρώτον παρέθετε αναλυτικά τις πρόσθετες εργασίες, για τις οποίες αξίωνε την καταβολή του χρηματικού ποσού των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000,00) ευρώ.
Επιπλέον, δια του εξωδίκου αυτού την ειδοποιούσε ότι εφόσον δεν αποδεχθεί εγγράφως την ευθύνη για τις πρόσθετες αυτές εργασίες τότε, επειδή συνιστούσαν πολεοδομικές παραβάσεις θα προέβαινε σε επαναφορά των πραγμάτων στην αρχική κατάσταση ολοκληρώνοντας το έργο με βάση τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια.
Η εναγομένη δεν απάντησε στο εξώδικο αυτό και τότε η ενάγουσα αποφάσισε, αφενός να προχωρήσει στην αποπεράτωση της κατοικίας της εναγομένης, με βάση τα νέα αρχιτεκτονικά σχέδια, ώστε να μην καταπέσει η ποινική ρήτρα που επαπειλείτο εις βάρος της, για την περίπτωση μη εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου, αφετέρου να αποκτήσει με αυτοσύμβαση τα υπολειπόμενα χιλιοστά εργολαβικού ανταλλάγματος και συνακόλουθα την κυριότητα της ως άνω κατοικίας.
Για το λόγο αυτό, την 07-06-2006 παρακατέθεσε υπέρ της εναγομένης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ ως εγγύηση, για την πρόωρη απόκτηση των χιλιοστών εργολαβικού ανταλλάγματος βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 12 του ενδίκου εργολαβικού συμβολαίου... και την 09-06-2006 κοινοποίησε στην εναγομένη την υπ' αριθμ.
…..56/09-06-2006 συμβολαιογραφική πράξη κατάθεσης Γραμματίου Συστάσεως παρακαταθήκης (προς φύλαξη) του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου... Κατόπιν τούτων η ενάγουσα προχώρησε στην απόκτηση, με αυτοσύμβαση, των εναπομεινάντων στην κυριότητα της εναγομένης χιλιοστών του εργολαβικού ανταλλάγματος και συνακόλουθα την κυριότητα της κατοικίας υπό στοιχεία "ΚΑΤΟΙΚΙΑ 2 ", συνταχθέντος σχετικώς του υπ' αριθμ.
….57/09-06-2006 συμβολαίου του... Συμβολαιογράφου Γ. Ι. Ρ.. Η εναγομένη, πληροφορούμενη τα ανωτέρω, απέστειλε στην ενάγουσα την από 21-06-2006 εξώδικη απάντηση..., με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την μεταβίβαση με αυτοσύμβαση των ως άνω χιλιοστών,... και για την μη αποπεράτωση του έργου, παρότι είχε συμπληρωθεί η σχετική συμβατική προθεσμία, ήτοι είχαν παρέλθει δύο (2) έτη από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Η ενάγουσα απάντησε στις αιτιάσεις αυτές της εναγομένης, με την από 27-06-2006 εξώδικη πρόσκληση... αποκρούοντας την βασιμότητα αυτών, με τον ισχυρισμό ότι δεν υποχρεούται σε παράδοση του έργου προτού της καταβληθούν τα οφειλόμενα για την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών χρηματικά ποσά, για την εκτέλεση των οποίων απαιτήθηκε πρόσθετος χρόνος δύο (2) μηνών, οπότε και ισόχρονα παρατείνεται η προθεσμία παράδοσης του έργου, βάσει ειδικού όρου του εργολαβικού συμβολαίου.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της ενάγουσας έβρισκαν πράγματι έρεισμα σε όρους της εργολαβικής σύμβασης και της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, και συγκεκριμένα στα άρθρα 10 και 25 παρ. 8 αντίστοιχα, το πρώτο των οποίων όριζε ότι, εφόσον για την εκτέλεση των πρόσθετων εργασιών απαιτηθεί χρόνος πλέον του οριζομένου για την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, και στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη την έκταση των πρόσθετων εργασιών, κρίνεται ότι απαιτήθηκε επιπλέον χρόνος δύο (2) μηνών για την εκτέλεσή τους, τότε η προθεσμία παράδοσης θα παρατείνεται αναλόγως και το δεύτερο ότι, εφόσον υφίστανται οφειλές των οικοπεδούχων έναντι της εργολάβου από την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, η παράδοση των αυτοτελών ιδιοκτησιών "θα καθυστερεί....
μέχρι την εξόφληση", οπότε πράγματι δεν ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει το έργο, εντός της προαναφερθείσας συμβατικής προθεσμίας (των δύο ετών από την έκδοση της άδειας). Επιπλέον με το εξώδικο αυτό, η ενάγουσα απαίτησε από την εναγομένη την απόδοση των δαπανών για τις προαναφερθείσες πρόσθετες εργασίες, ...
το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000,00) ευρώ, για την κατάπτωση της προαναφερθείσας ποινικής ρήτρας, η οποία, καθόσον η εναγομένη είχε αγνοήσει και την δεύτερη, με το από 15-03-2006 εξώδικο, πρόσκληση της ενάγουσας για μεταβίβαση των χιλιοστών του οικοπέδου, είχε επαυξηθεί κατά τέσσερις χιλιάδες (4.000,00) ευρώ, βάσει του ίδιου προαναφερθέντος όρου του εργολαβικού συμβολαίου που όριζε κατάπτωση ποινικής ρήτρας για κάθε αδικαιολόγητη άρνηση....
Εξάλλου, ... αποδείχθηκε ότι περί τα μέσα Αυγούστου 2006, το ένδικο έργο αποπερατώθηκε καθώς ολοκληρώθηκαν αφενός οι κατασκευαστικές εργασίες στην κατοικία της εναγομένης, αφετέρου η διαμόρφωση και κατασκευή των κοινοχρήστων μερών του όλου οικοδομικού συγκροτήματος, οπότε η ενάγουσα απέστειλε στην εναγομένη την από 21-08-2006 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία την καλούσε να παραλάβει την κατοικία της και να τακτοποιήσει τις έναντι αυτής οφειλές της.
Η επίδοση του εγγράφου αυτού έγινε με θυροκόλληση στις 22-08-2006 στον τόπο κατοικίας της εναγομένης..., η οποία δεν προσήλθε προς παραλαβή του έργου, αλλά μετά από 22 ημέρες, απέστειλε στην ενάγουσα το από 14-09-2006 εξώδικο..., με το οποίο ισχυριζόταν ότι, αφενός είχε λάβει γνώση του από 21-08-2006 εξωδίκου την 03-09-2006, διότι μέχρι τότε απουσίαζε από την οικία της, ευρισκόμενη σε θερινές διακοπές, αφετέρου ότι προτίθεται να παραλάβει το έργο, αφού προηγουμένως επιτροπή που θα όριζε η ίδια διαπιστώσει ότι έχει εκτελεσθεί με βάση τις μελέτες και τα σχέδια που είχαν συνταχθεί σχετικώς.
Στο εξώδικο αυτό, η ενάγουσα απάντησε με την από 15-09-2006 εξώδικη πρόσκληση - απάντηση..., με την οποία ισχυριζόταν ότι η παρέλευση δεκαημέρου από την επίδοση του από 21-08-2006 εξωδίκου, χωρίς εντός αυτού να έχουν διατυπωθεί από την εναγομένη έγγραφες επιφυλάξεις ή και άρνηση παραλαβής, επάγεται, βάσει ειδικού όρου του εργολαβικού συμβολαίου την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου, οπότε απομένει μόνον, για να ολοκληρωθεί η μεταξύ τους σύμβαση, να της καταβάλει η εναγομένη όσα όφειλε για τις αιτίες που αναφέρονταν στο από 27-06-2006 εξώδικό της και μετά ταύτα θα της παραδοθούν τα κλειδιά της κατοικίας της.
Επιπλέον, με το εξώδικο αυτό η ενάγουσα καλούσε την εναγομένη να της αποδώσει το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, που της είχε καταβάλει ως εγγύηση, για τον προαναφερθέντα λόγο, το γραμμάτιο παρακατάθεσης του οποίου είχε αναλάβει η εναγομένη από τον Συμβολαιογράφο.... την 03-08-2006. Καθόσον αφορά στον προαναφερθέντα ισχυρισμό της ενάγουσας, προκύπτει ότι βάσει του άρθρου 5 του εργολαβικού συμβολαίου, για την παράδοση και παραλαβή του έργου, θα συντασσόταν σχετικό πρωτόκολλο.
Η μη προσέλευση όμως των οικοπεδούχων να παραλάβουν τις κατοικίες τους, εντός δέκα (10) ημερών, αφότου προσκληθούν από την εργολάβο και επιπλέον η μη διατύπωση εντός της προθεσμίας αυτής εγγράφων επιφυλάξεων ή και αιτιολογημένης άρνησης παραλαβής, θα επαγόταν τις συνέπειες της ανεπιφύλακτης παραλαβής του έργου.
Συνεπώς, o ως άνω ισχυρισμός της ενάγουσας έβρισκε έρεισμα στον συγκεκριμένο όρο του εργολαβικού συμβολαίου, στον οποίο δεν υπήρχε πρόβλεψη για την περίπτωση που οι οικοπεδούχοι ελάμβαναν καθυστερημένα γνώση της πρόσκλησης της εργολάβου, όπως εν προκειμένω διατείνεται η εναγομένη ότι συνέβη. Πέραν όμως αυτού, στο ίδιο άρθρο οριζόταν ότι μόνον αν υπήρχαν ουσιώδεις ελλείψεις στο έργο, που θα παρακώλυαν τη χρήση και εκμετάλλευσή του, θα δικαιούνταν οι οικοπεδούχοι να αρνηθούν να παραλάβουν το έργο και στην προκειμένη περίπτωση την 22-08-2006, όταν η ενάγουσα προσκάλεσε την εναγομένη να παραλάβει το έργο, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχαν τέτοιες ελλείψεις.
Συνεπώς, πράγματι την 22-08-2006 η ενάγουσα προέβη σε προσήκουσα παράδοση του έργου και εδικαιούτο να λάβει την συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης των επτά χιλιάδων (7.000,00) που συμφωνήθηκε για τις πρόσθετες εργασίες, καθώς δεν ασκεί έννομη επιρροή ότι η εναγομένη δεν συνέπραξε, όπως όφειλε, στην παραλαβή του... Επιπλέον, με την παράδοση του έργου, η εναγομένη όφειλε να επιστρέψει στην ενάγουσα το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, που είχε λάβει ως εγγύηση, για τον λόγο που προαναφέρθηκε, καθώς τούτο είχε συμφωνηθεί και περιληφθεί ως όρος (άρθρο 13) στην εργολαβική σύμβαση.
Συνεπώς, εφόσον για τις συγκεκριμένες απαιτήσεις της ενάγουσας (αμοιβή για πρόσθετες εργασίες και απόδοση ποσού εγγύησης) είχε ορισθεί δήλη ημέρα καταβολής, η εναγομένη που δεν ανταποκρίθηκε σε αυτές τις υποχρεώσεις της, με μόνη την παρέλευση της συγκεκριμένης ημερομηνίας περιήλθε σε υπερημερία (οφειλέτη), οπότε εφόσον πρόκειται για χρηματικές παροχές, έκτοτε οφείλονται στην ενάγουσα τόκοι.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκώντας το εκ του άρθρου 25 παρ. 8 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων δικαίωμά της, δεν παρέδωσε τα κλειδιά της επίμαχης κατοικίας στην εναγομένη την 20-09-2006, οπότε και είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν για την παραλαβή του έργου, καθώς η τελευταία αρνείτο να καταβάλει τα όσα όφειλε για τις πρόσθετες εργασίες που είχαν εκτελεσθεί στην κατοικία της, βάσει της από 09-11-2004 έγγραφης συμφωνίας, την οποία δεν αμφισβητούσε, καθώς και να επιστρέψει την εγγύηση.
Έκτοτε, οι διάδικοι διέκοψαν σχέσεις, η δε εναγομένη, λίγους μήνες αργότερα, προέβη στην αγορά άλλης κατοικίας (σε συγκρότημα κατοικιών στην ...) όπου και εγκαταστάθηκε..... Τελικώς, στις 24-11-2010, οι διάδικοι προέβησαν σε μερικό εξώδικο συμβιβασμό, καθώς η εναγομένη δέχθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα μέρος των οφειλομένων χρηματικών ποσών, ήτοι:
α) το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ, που αφορούσε πρόσθετες εργασίες, οι οποίες είχαν εκτελεσθεί βάσει του από 09-11-2004 ιδιωτικού Συμφωνητικού, β) το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ της εγγύησης, που είχε αναλάβει η εναγομένη από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων... και τέλος γ)...... και εκείνη (ενάγουσα) να της παραδώσει τα κλειδιά της κατοικίας της, επιφυλασσόμενες αμφότερες για τις λοιπές ένδικες απαιτήσεις τους, ειδικότερα δε η ενάγουσα επιφυλάχθηκε για τους οφειλόμενου τόκους των χρηματικών αξιώσεών της, για τους οποίους έγινε ειδική μνεία στην από 24-11-2010 Απόδειξη Παράδοσης - Παραλαβής της Κατοικίας Νο 4.
Σύμφωνα λοιπόν με τις παραπάνω παραδοχές, βασίμως αξιώνεται από την ενάγουσα: α) για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000,00) ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά μεν το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ από 15-03-2006, οπότε η εναγομένη οχλήθηκε εξωδίκως, κατά δε το υπόλοιπο ποσό των τεσσάρων χιλιαδων 4.000,00 ευρώ από την επίδοση της αγωγής καθώς η ενάγουσα δεν επικαλείται εξώδικη όχληση της εναγομένης και β) ....
Επιπλέον, βασίμως αξιώνονται από αυτήν, οι τόκοι υπερημερίας που είχαν γεννηθεί μέχρι την εξόφληση των κάτωθι χρηματικών απαιτήσεών της, καθώς ο περιορισμός του αιτήματος αίρει μόνο την υποχρέωση καταβολής δικονομικών τόκων, όχι δε και των τόκων υπερημερίας, που δεν επέρχονται ως αποτέλεσμα της άσκησης της αγωγής, αλλά της όχλησης που εμπεριέχει...
και συγκεκριμένα: ι) οι τόκοι της απαίτησης των επτά χιλιάδων (7.000,00) ευρώ, που αφορούσε τις πρόσθετες εργασίες, οι οποίες εκτελέστηκαν βάσει του από 09-11-2004 Ιδιωτικού Συμφωνητικού, που γεννήθηκαν από 22-08-2006 έως και 09-11-2010, ιι) ... και τέλος ιιι) οι τόκοι της απαίτησης των ογδόντα χιλιάδων (80.000,00) ευρώ, που αφορούσε στην εγγύηση που δόθηκε για την πρόωρη μεταβίβαση χιλιοστών του οικοπέδου που γεννήθηκαν από 22-08-2006 έως και 09-11-2010, καθώς βάσει του σχετικού όρου της εργολαβικής σύμβασης, το ποσό αυτό έπρεπε να επιστραφεί άτοκο με την παράδοση του έργου.
Εξάλλου, καθόσον αφορά στην ανταγωγικώς προβαλλόμενη απαίτηση της εναγομένης, ποσού εβδομήντα οκτώ χιλιάδων (78.000,00) ευρώ, που φέρεται ότι προήλθε από την κατάπτωση ποινικής ρήτρας, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τούτο διότι, κατά την όμοια και ορθή, ως προς το ζήτημα αυτό, κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η απαίτηση αυτή ερείδεται στον ισχυρισμό ότι η αντεναγομένη παρέδωσε εκπρόθεσμα το έργο και συγκεκριμένα μετά από πενήντα δύο (52) μήνες (δηλαδή την 24-11-2010), αφότου έπρεπε να παραδοθεί, ήτοι τον Ιούνιο του 2006, ισχυρισμός όμως ο οποίος κρίθηκε ως αβάσιμος, διότι αφενός το έργο αποπερατώθηκε εγκαίρως, αφετέρου η ενάγουσα, κατ' ενάσκηση δικαιώματος, που της παρείχε όρος της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, αρνήθηκε να παραδώσει στην εναγομένη τα κλειδιά της κατοικίας της και εμπόδισε την εγκατάστασή της σε αυτήν, μέχρις ότου της καταβληθούν όσα της οφείλονταν για τις πρόσθετες εργασίες που είχε εκτελέσει σε αυτήν και μάλιστα δήλωνε ότι θα αποδεχόταν να αποδώσει τα κλειδιά και εάν ακόμα της καταβάλλονταν από την εναγομένη, όσα αυτή δεν αμφισβητούσε....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση και τους προσθέτους λόγους της εναγομένης - αντενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτελέσεως, την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει, μεταξύ άλλων, στην αναιρεσίβλητη Α) λόγω ποινικής ρήτρας το ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά το ποσό των 4.000 ευρώ από 15-03-2006 και κατά το ποσό των 4.000 ευρώ από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής και B) i) τους τόκους επί της απαίτησης των 7.000 ευρώ, που γεννήθηκαν από 22-08-2006 έως και 09-11-2010 , ii) ....και ιιι) τους τόκους της απαίτησης των 80.000 ευρώ, που γεννήθηκαν από 22-08-2006 έως και 09-11-2010", απέρριψε δε την ανταγωγή της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την κατάπτωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας σε βάρος της οικοπεδούχου εναγομένης - αναιρεσείουσας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 404, 405, 340, 341 και 342 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αδικαιολόγητη άρνηση εκ μέρους της αναιρεσείουσας να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωσή της να μεταβιβάσει στην αναιρεσίβλητη ποσοστό επί του οικοπέδου, που είχε συμφωνηθεί ως εργολαβικό αντάλλαγμα, κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες που προσκλήθηκε προς τούτο από την αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τους όρους 12 και 14 του ένδικου εργολαβικού, δικαιολογούν την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για έλλειψη υπαιτιότητάς της και την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης για καταβολή της συμφωνηθείσας, για εκάστη άρνηση, ποινικής ρήτρας.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Ειδικότερα δε, αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, 1) ότι δυνάμει της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου, η εναγομένη οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην ενάγουσα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ποσοστό της συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου, που αναλογούσε στις δύο κάθετες ιδιοκτησίες, τις οποίες θα ελάμβανε η ενάγουσα ως αντιπαροχή, 2) ότι με το άρθρο 12 του εργολαβικού η μεταβίβαση αυτή συμφωνήθηκε να γίνει σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, που διαχωρίστηκαν σε τρία στάδια, πλην, όμως, παρασχέθηκε στην ενάγουσα εταιρεία το δικαίωμα να ζητήσει από την εναγομένη τη μεταβίβαση των ποσοστών 150/1000 εξ αδιαιρέτου του τελευταίου σταδίου, έστω και αν δεν ήταν πλήρως αποπερατωμένη η περιερχόμενη σε αυτή οριζόντια ιδιοκτησία, υπό τον όρο καταβολής σε αυτήν εγγύησης ποσού 80.000 ευρώ, 3) ότι με το άρθρο 14 του εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης της εναγομένης να ανταποκριθεί στην έγγραφη πρόσκληση της εργολάβου για τη συμβολαιογραφική μεταβίβαση του αναλογούντος κάθε φορά ποσοστού της επί του οικοπέδου, η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή ποινικής ρήτρας 4.000 ευρώ για κάθε άρνηση, 4) ότι η ενάγουσα νομίμως άσκησε το ανωτέρω δικαίωμά της για την πρόωρη μεταβίβαση των τελευταίων χιλιοστών επί του οικοπέδου, αντί καταβολής εγγύησης ποσού 80.000 ευρώ, καλώντας την εναγομένη να προσέλθει ενώπιον του συμβολαιογράφου για την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου αρχικώς στις 10-3-2006 και ακολούθως στις 22-3-2006, αφού είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες του δευτέρου σταδίου (επιχρίσματα), 5) ότι η εναγομένη αρνήθηκε αδικαιολόγητα να μεταβιβάσει στην ενάγουσα, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ανωτέρω αναφερόμενο ποσοστό της συνιδιοκτησίας της επί του οικοπέδου, και 6) ότι λόγω της άρνησής της η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της ως άνω συμβατικής υποχρέωσής της, αφού, σύμφωνα με το εργολαβικό, δεν ήταν αναγκαίο να έχει προηγηθεί η μεταβίβαση ολόκληρου του ποσοστού του δευτέρου σταδίου, οι εργασίες του οποίου είχαν ολοκληρωθεί, ούτε και να βρίσκονται οι εργασίες της κατοικίας της στο στάδιο της πλήρους αποπεράτωσης, και, συνεπώς, συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις κατάπτωσης της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας των 4.000 ευρώ για κάθε άρνησή της.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται, όπως εκτιμάται, η από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτίαση για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Όσον αφορά, όμως, το ουσιώδες ζήτημα της επιδίκασης αφενός μεν νομίμων τόκων από 22-08-2006 επί του ποσού των 7.000 ευρώ, που αφορά την αμοιβή της αναιρεσίβλητης εταιρείας για την εκτέλεση από αυτήν προσθέτων εργασιών στην κατοικία της αναιρεσείουσας, η οποία, κατά τα ανωτέρω, είναι τοκοφόρος από την παράδοση του έργου (άρθρ. 694 ΑΚ), αφετέρου δε τόκων υπερημερίας, επίσης από 22-8-2006, επί του ποσού των 80.000 ευρώ που αφορά την απόδοση από την αναιρεσείουσα του ποσού της εγγυήσεως, την οποία είχε καταβάλει σε αυτήν η αναιρεσίβλητη και της οποίας η επιστροφή είχε συμφωνηθεί να λάβει χώρα με την παράδοση του έργου (άρθρ. 341 ΑΚ), το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω αναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διότι, καίτοι, κατά τις ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές του, δέχτηκε α) ότι σύμφωνα με το άρθρο 5 του εργολαβικού συμβολαίου, η μη προσέλευση των οικοπεδούχων να παραλάβουν τις κατοικίες τους, εντός δέκα (10) ημερών, αφότου προσκληθούν από την εργολάβο και επιπλέον η μη διατύπωση εντός της προθεσμίας αυτής εγγράφων επιφυλάξεων ή και αιτιολογημένης άρνησης παραλαβής, θα επαγόταν τις συνέπειες της ανεπιφύλακτης παραλαβής του έργου και β) ότι η αναιρεσίβλητη εργολάβος με την από 21-8-2006 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την επόμενη ημέρα (22-8-2006), κάλεσε αυτήν να τακτοποιήσει τις οφειλές της και να προσέλθει να παραλάβει την κατοικία της εντός της προβλεπόμενης στον ως άνω όρο δεκαήμερης προθεσμίας, γ) ότι η αναιρεσείουσα, όμως, δεν προσήλθε εντός της προθεσμίας αυτής προς παραλαβή του έργου ούτε και διατύπωσε μέσα στην ίδια προθεσμία οποιαδήποτε έγγραφη επιφύλαξη ή αιτιολογημένη άρνηση παραλαβής, και δ) ότι, πέραν των ανωτέρω, στον ίδιο ως άνω όρο προβλεπόταν, ότι μόνον εφόσον υπήρχαν ουσιώδεις ελλείψεις στο έργο, που θα παρακώλυαν τη χρήση και εκμετάλλευσή του, θα δικαιούνταν οι οικοπεδούχοι να αρνηθούν να παραλάβουν το έργο, αλλά στην προκείμενη περίπτωση ήδη από 22-8-2006 δεν υπήρχαν τέτοιες ελλείψεις, παρ' όλα αυτά, δέχθηκε στη συνέχεια, εσφαλμένως, ότι η πλασματική παράδοση του έργου επήλθε στις 22-8-2006, με αποτέλεσμα να ορίσει την ημερομηνία αυτή ως έναρξη της τοκοφορίας των πιο πάνω απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, και όχι, όπως έπρεπε, την 2-9-2006, οπότε είχε συμπληρωθεί η ταχθείσα εν λόγω δεκαήμερη προθεσμία.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 1 (ορθόν και όχι 19) του ΚΠολΔ, είναι, κατά το οικείο μέρος αυτού, βάσιμος, και ειδικότερα ως προς το αφετήριο σημείο της τοκοφορίας των δύο ως άνω κονδυλίων. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015), όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων.
Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 9/2015, Α.Π.282/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου και κατά το δεύτερο μέρος αυτού, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα τον ισχυρισμό της περί ελλείψεως υπαιτιότητας ως προς τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της για μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του τελευταίου σταδίου της αντιπαροχής, αφού η ενάγουσα δεν της είχε παραδώσει αποπερατωμένη την ιδιοκτησία της και επί πλέον δεν είχε προηγηθεί μεταβίβαση των χιλιοστών που αντιστοιχούσαν στα προηγούμενα στάδια.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ως άνω μέρος, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσίαν τον ως άνω ισχυρισμό, δεχόμενο, ότι ο επίμαχος όρος του εργολαβικού δεν έθετε κανέναν περιορισμό, σχετιζόμενο με την εξέλιξη των εργασιών, μετά το στάδιο των επιχρισμάτων, οπότε και παρεχόταν στην αναιρεσίβλητη η δυνατότητα για πρόωρη μεταβίβαση των τελευταίων 150 χιλιοστών, υπό τον όρο καταβολής εγγυήσεως, αφού η εργολήπτρια μπορούσε να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα, έστω και αν δεν ήσαν πλήρως και τελείως αποπερατωμένες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 1133/2015, ΑΠ 224/2015).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 582/2017, ΑΠ 45/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω, δεύτερο, λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε την αγωγική αξίωση λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας συνεπεία μη εκπλήρωσης της υποχρέωσής της για μεταβίβαση των χιλιοστών του τελευταίου σταδίου.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων και των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, των όρων του εργολαβικού και του άρθρου 25 παρ. 8 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, το Εφετείο απέρριψε την ανταγωγή της, με την οποία ζήτησε το ποσό των 78.000 ευρώ λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας σε βάρος της αναιρεσίβλητης εργολάβου ποινικής ρήτρας, συνεπεία υπερημερίας της ως προς την παράδοση του έργου, καθόσον δεν παρέδωσε το έργο εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας αλλά το Νοέμβριο του 2010.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, επίσης, δεν αναφέρεται η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που το δικαστήριο δέχθηκε, ανεξάρτητα του ότι, υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, δεχόμενο κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι η αναιρεσείουσα, αρνούμενη να καταβάλει, μέχρι το μερικό εξώδικο συμβιβασμό των διαδίκων στις 24-11-2010, τη δαπάνη για την εκτέλεση από την αναιρεσίβλητη των συμφωνηθεισών προσθέτων εργασιών στην οικία της, παραβίασε τον προβλεπόμενο στο άρθρο 25 της Γενικής Συγγραφής Υποχρεώσεων όρο, με τον οποίο προβλεπόταν ότι οι σχετικές δαπάνες θα έπρεπε να εξοφληθούν ένα μήνα πριν από την παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών άλλως θα καθυστερούσε "η παράδοση των οριζοντίων ιδιοκτησιών, μέχρι την εξόφληση των χρημάτων" και ότι νομίμως, με βάση τον όρο αυτό, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να παραδώσει στην αναιρεσείουσα τα κλειδιά της κατοικίας της μέχρι την ως άνω ημερομηνία, ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 341, 404 και 405 ΑΚ και, ως εκ τούτου, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου, από τον αρ. 1 (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μόνον ως προς την οριστική διάταξή της, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη, πλην των άλλων, "Β. i) τους τόκους επί της απαίτησης των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ που γεννήθηκαν από 22-8-2006 έως 9-11-2010,... iii) τους τόκους επί της απαιτήσεως των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, που γεννήθηκαν από 22-8-2006 έως και 9-11-2010".
Στη συνέχεια δε, εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, πρέπει αυτή να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά το μέρος αυτό, η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι "η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα:...
Β) i) τους τόκους επί της απαίτησης των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ που γεννήθηκαν από 2-9-2006 έως 9-11-2010,... iii) τους τόκους επί της απαιτήσεως των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, που γεννήθηκαν από 2-9-2006 έως και 9-11-2010". Πρέπει δε, να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 εδ.
ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1399/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το μέρος αυτό.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα πλην των άλλων, και: "... Β) i) τους τόκους επί της απαίτησης των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ που γεννήθηκαν από 2-9-2006 έως 9-11-2010,... iii) τους τόκους επί της απαίτησης των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, που γεννήθηκαν από 2-9-2006 έως και 9-11-2010".
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αυτό αναιρεσείουσα. Και Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ