Legislator Case Law & Legislation
728/2017 AI generated

Supreme Court remands contract dispute case to lower court for retrial due to violation of substantive law and lack of reasoning.

Case Number 728/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision regarding a construction contract dispute. The court found the Court of Appeal violated substantive law by failing to provide adequate reasoning for its calculations of the remaining contract price and VAT. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded to the same Court of Appeal for a new trial with a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 and 694 of the Civil Code; An appeal is admissible when a lower court violates substantive law without providing sufficient reasoning, necessitating a remand for retrial.

Keywords

AI generated
construction contract dispute remaining contract price VAT calculation error lack of reasoning remand for retrial substantive law violation Article 681 Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Article 562 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 728 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 728/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φαρμάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ο.Ε.", που εδρεύει στην Σεβαστή Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γονιωτάκη-Γούση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10/11/2009 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2010 μη οριστική και 479/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1959/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/10/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 27/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνσει δεκτός ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1959/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίστηκε η 479/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, το οποίο, συνεκδικάζοντας την αγωγή του αναιρεσείοντος, για καταβολή υπόλοιπου οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής του και την ανταγωγή της αναιρεσίβλητης, για αξιώσεις της αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων του εκτελεσθέντος από τον αναιρεσείοντα έργου και καταπεσούσας σε βάρος του ποινικής ρήτρας, είχε δεχτεί την αγωγή και είχε απορρίψει την ανταγωγή. Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί των ανωτέρω δικογράφων, δέχτηκε μερικώς αγωγή και διέταξε επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, ως προς την ανταγωγή, αναβάλλοντας την έκδοση της τελεσίδικης απόφασή του γιαυτήν, προκειμένου να διενεργηθεί νέα πραγματογνωμοσύνη επί των ζητημάτων αυτής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Δηλαδή, ο εργολάβος, κατ’ εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει, όταν ορίστηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 1069/2009).

Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρ. 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ’ αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς ή και να μείνει ακαθόριστη.

Εξάλλου, οι τυχόν εργασίες, τις οποίες ο εργολάβος δεν εκτέλεσε βάσει των συμφωνηθέντων και τις οποίες εκτέλεσε εκ των υστέρων για την ολοκλήρωση του συμφωνηθέντος έργου, δεν θεωρούνται πρόσθετες για τις οποίες δικαιούται μεγαλύτερη αμοιβή, αλλά ως αμοιβή αυτού θεωρείται η αρχικώς συμφωνηθείσα με τη σύμβαση των συμβαλλομένων μερών, εκτός αν οι εργασίες αυτές δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, οπότε αυτές θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1959/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), στις 13-7-2007, ως κυρία του υπ’ ...

κληροτεμαχίου, που βρίσκεται στο 4ο χιλιόμετρο της ΠΕΟ Κατερίνης-Θεσσαλονίκης (με αφετηρία χιλιομέτρησης την Κατερίνη), εμβαδού 8.000 τ.μ., επί του οποίου υφίστατο (τότε) προκατασκευασμένη οικοδομή, αποτελούμενη από 13 συνεργεία αυτοκινήτων, που δεν ήταν πλήρως αποπερατωμένα, καφενείο, οβελιστήριο και δώμα, ανέθεσε στον ενάγοντα πολιτικό μηχανικό (ήδη αναιρεσείοντα) και εργολάβο δημοσίων και ιδιωτικών έργων, με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ τους με το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, να κατασκευάσει τον κόμβο κυκλοφοριακής σύνδεσης του ακινήτου της με την ΠΕΟ Κατερίνης-Θεσσαλονίκης, καθώς και τον αύλειο χώρο και τον ηλεκτροφωτισμό της κυκλοφοριακής σύνδεσης.

Ειδικότερα, ο ενάγων ανέλαβε να εκτελέσει, με δικά του υλικά, εργατοτεχνικό προσωπικό και τον σχετικό εξοπλισμό, εργασίες: 1) εκσκαφών για τη θεμελίωση των τοιχίων στην λωρίδα επιβράδυνσης, προετοιμασίας θεμελίωσης και τελικής επίχωσης με κατάλληλα εδάφη εκσκαφής, 2) κατασκευής τοιχίου αντιστήριξης πρανών απαραίτητου ύψους στην λωρίδα επιβράδυνσης, 3) τοποθέτησης 2 σειρών Χ 4,00 τσιμεντοσωλήνων εσωτερικής διαμέτρου 100,00 εκ.

στον ήδη υπάρχοντα πλακοσκεπή οχετό για την επέκταση του τεχνικού έργου και κατασκευή πλάκας οροφής, 4) εκσκαφή για την τοποθέτηση κρασπέδων, σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο του κόμβου, 5) εκσκαφών και τοποθέτηση σωληνώσεων για την απορροή των όμβριων λυμάτων του διαμορφωθέντος κόμβου και του αύλειου χώρου του κληροτεμαχίου, κατασκευής δέκα φρεατίων απορροής, διαστάσεων 90Χ60 εκ., τοποθέτησης σωλήνων σύνδεσης με το δίκτυο που θα κατασκευαζόταν σύμφωνα με το σχέδιο του τοπογράφου, για τη μεταφορά των λυμάτων σε κεντρικό φρεάτιο και διάθεσή στον τελικό αποδέκτη, ήτοι το ρέμα που βρίσκεται σε απόσταση 145 μέτρων, 6) εκσκαφών για την κατασκευή οκτώ φωτιστικών δρόμου (έξι μονόφωτα και δύο δίφωτα), τοποθέτησης σωλήνας Φ90 μέσα στην οποία θα τοποθετείτο καλώδιο ΝΥΥ 4Χ10 mm2 και έξω απ’ αυτόν γυμνός αγωγός χαλκού 25 ιππ2, τοποθέτησης τριών πλακών γείωσης (αρχή, τέλος και στο πίλαρ), προμήθεια και τοποθέτησης ενός πίλαρ, τοποθέτησης σιδηροσωλήνα κατά τη διάβαση του καλωδίου κάτω από ασφαλτικό, κατασκευής οκτώ βάσεων από μπετόν μαζί με τα φρεάτια σύνδεσης και γενικά όλες τις εργασίες (εκτός από τη σύνδεση με την ΔΕΗ και τον πίνακα εντός του πίλαρ) για τη λειτουργία των φωτιστκών του κόμβου, 7) οδοστρωσία υπόβασης και βάσης πάχους 10 εκ., (προμήθεια υλικού, διάστρωση, συμπύκνωση) στο διαμορφωμένο κόμβο και στον αύλειο χώρο του κληροτεμαχίου, 8) κάλυψης με ασφαλτική στρώση, 5cm, στις λωρίδες επιτάχυνσης και επιβράδυνσης καθώς και στον αύλειο χωρο του κληροτεμαχίου και 9) φορτοεκφόρτωσης και μεταφοράς των ακατάλληλων εδαφών που θα προέρχονταν από τις εκσκαφές.

Η αμοιβή του συμφωνήθηκε κατ’ αποκοπή στο ποσό των 95.000 ευρώ, πλέον του ΦΠΑ και ορίστηκε να καταβληθεί τμηματικά ως ακολούθως: α) ποσό 10.000 ευρώ αμέσως μετά το πέρας των εκσκαφών, β) ποσό 10.000 ευρώ αμέσως μετά το πέρας του 1/2 του συμφωνηθέντος έργου, γ) ποσό 10.000 ευρώ αμέσως μετά το πέρας των 3/4 του συμφωνηθέντος έργου δ) ποσό 10.000 ευρώ μετά την αποπεράτωση του έργου και ε) το υπόλοιπο ποσό των 55.000 ευρώ μέχρι 31-12-2007 με μεταχρονολογημένες επιταγές, που θα παρέδιδε η εναγομένη μετά την ολοκλήρωση του έργου.

Ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο έργο και έγκαιρα άρχισε τις εργασίες αυτού. Αρχές Σεπτεμβρίου 2007, δηλαδή λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας παράδοσης του έργου, ο ίδιος προκάλεσε τον έλεγχο αυτού από τον Προϊστάμενο της ΔΕΣΕ, που ήταν αυτός ο οποίος θα ενέκρινε, υπό την ιδιότητά του, το έργο και θα επέτρεπε τη σύνδεση του κόμβου με την ΠΕΟ.

Το γεγονός αυτό, της πρόσκλησης δηλαδή του πιο πάνω Προϊσταμένου να ελέγξει το έργο, το ομολογεί και η εναγομένη. Ο τελευταίος, κατά την αυτοψία που διενήργησε στις 17-9-2007, ημερομηνία που ειδικώς δεν αμφισβητεί και η εργοδότρια-εναγομένη, διεπίστωσε ότι το έργο δεν εκτελείτο βάσει της εγκεκριμένης μελέτης, την τήρηση της οποίας και αυστηρά υπέδειξε, καθιστώντας σαφές, ότι άλλως δεν θα επέτρεπε τη σύνδεση του κόμβου με την ΠΕΟ.

Έτσι και για το λόγο αυτό ο ενάγων προέβη έκτοτε σε εργασίες επιμήκυνσης του ευθύγραμμου τμήματος των λωρίδων επιβράδυνσης , οι οποίες είχαν κατασκευασθεί με μήκος 30 μέτρων, ενώ με βάση το εγκεκριμένο σχέδιο έπρεπε να έχουν μήκος στο ευθύγραμμο τμήμα 60 μέτρων. Τις εργασίες αυτές ολοκλήρωσε μέχρι την 19-2-2008 και εγκρίθηκε η προσωρινή σύνδεση του κόμβου με την άνω ΠΕΟ στις 15-4-2008, σύμφωνα με το αριθ. 8720/15-4-2008 έγγραφο της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Κατόπιν τούτου ο ενάγων κάλεσε την εναγομένη να παραλάβει το έργο και να του καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής του, υπογράφοντας το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, όπως είχαν συμφωνήσει με το ιδιωτικό συμφωνητικό. Η τελευταία όμως, η οποία μέχρι την 9-11-2007 κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα το ποσό των 55.000 ευρώ, αρνήθηκε έκτοτε να του καταβάλει το υπόλοιπο της αρχικής αμοιβής του, ποσού 40.000 ευρώ, καθώς και αμοιβή για τις πρόσθετες εργασίες.

Ακολούθησε η κοινοποίηση σ’ αυτήν στις 3-3-2008 της από 28-2-2008 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία αυτός, αφού ανέφερε σ’ αυτήν όσα και με την αγωγή του ισχυρίζεται, την κάλεσε να του καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής του, ήτοι το ποσό των 77.292,30 ευρώ. Στην εξώδικο αυτή η εναγομένη απάντησε με την από 17-4-2008 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 18-4-2008, με την οποία υποστήριξε ότι το έργο έπρεπε να κατασκευαστεί με βάση τα εγκεκριμένα σχέδια, ότι αυτός ήταν υπερήμερος ως προς την εμπρόθεσμη παράδοσή του, ότι εξαιτίας ελαττωμάτων το έργο "κόπηκε δύο φορές από την 3η ΔΕΚΕ", ότι επίσης εξαιτίας αυτών (ελαττωμάτων) τούτο δεν θεωρείτο αποπερατωμένο και τον κάλεσε να της παραδώσει το έργο απαλλαγμένο ελαττωμάτων μέσα σε προθεσμία 10 ημερών από την κοινοποίηση της εξωδίκου, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι μετά την πάροδο αυτής θα υπαναχωρήσει από τη σύμβαση.

Στην εξώδικο αυτή ο ενάγων απάντησε με την από 18-4-2008 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρία, με την οποία επέμενε στις θέσεις του, όπως αυτές παραπάνω αναφέρονται και τελικά με την από 9-5-2008 εξώδικη πρόσκλησή του, στην οποία επισύναψε και το υπ’ αριθ. 25/2-5-2008 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ποσού 77.292,30 ευρώ, μαζί με το ΦΠΑ από 13.522,30 ευρώ, που κοινοποιήθηκε σ’ αυτήν στις 12-5-2008, την κάλεσε για τελευταία φορά να του καταβάλει την πιο πάνω αμοιβή του μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήψη της εξωδίκου.

Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα αμοιβή για πρόσθετες εργασίες, καθόσον, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο εκτιθέμενος στην αγωγή γενεσιουργός λόγος της εν λόγω απαίτησής του, ήτοι, ότι ζήτησε αυτή και ότι ο ίδιος εκτέλεσε μέχρι και τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2007 το έργο βάσει, όχι της υφισταμένης εγκεκριμένης μελέτης, αλλά βάσει άλλων σχεδίων, που προφορικά υποτίθεται είχαν εγκριθεί από τον Προϊστάμενο της ΔΕΣΕ και ότι εν συνεχεία συμφώνησε στην κατασκευή τούτων έναντι πρόσθετης αμοιβής ποσού 16.000 ευρώ μαζί με ένα φωτιστικό.

Τούτο δε διότι: α) Στο ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο καταρτίστηκε η σύμβαση ούτε καν υπονοείται η κατασκευή του έργου βάσει σχεδίων άλλων, η οποία κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης είχε ελεγχθεί, θεωρηθεί και εγκριθεί με την υπ’ αριθ. ...21-6-2006 απόφαση της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (Γενική Δ/νση Περιφέρειας-Δ/νση Δημοσίων Έργων), αλλά αντιθέτως αναφέρεται στον 4ο όρο αυτού ότι, οι εκσκαφές για την τοποθέτηση των κράσπεδων θα γίνουν σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο του κόμβου.

β) Δεν καταρτίσθηκε άλλο, μεταγενέστερο ιδιωτικό συμφωνητικό για τις υποτιθέμενες πρόσθετες εργασίες, στο οποίο να αναφέρεται και ο λόγος που κατέστησε αναγκαία την κατασκευή αυτών, παρόλο που με την παρ. 4 του 9ου όρου της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι "ο εργολάβος υποχρεούται να προβαίνει στην εκτέκεση κάθε νέας εργασίας που δεν προβλέπεται διά της παρούσας, εφόσον λάβει σχετική έγγραφη εντολή από την εργοδότρια και με τιμή μονάδας που θα καθοριστεί από κοινού μεταξύ των μερών".

γ) Δεν προσκομίζονται αυτά τα άλλα σχέδια που έτυχαν της προφορικής έγκρισης του Προϊσταμένου της ΔΕΣΕ, κατά τις, με την αγωγή υποστηριζόμενες, διαβεβαιώσεις της εναγομένης, ώστε να διαπιστωθεί ότι ι) υπήρξαν τέτοια σχέδια, για τα οποία δεν διευκρινίζεται, ποιος και πότε συνέταξε και ιι) ότι πράγματι με βάση αυτά οι ποσότητες των εργασιών ήταν μικρότερες.

Αυτά, εάν ήταν υπαρκτά, θα έπρεπε να βρίσκονται στην κατοχή του ενάγοντος και να προσκομιστούν, εφόσον ι) κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, παραδόθηκαν σ’ αυτόν, αφού βάσει αυτών εργάστηκε μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 2007, όπως ο ίδιος υποστηρίζει και άρα θα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην κατοχή του και ιι) στον ισχυρισμό αυτό, περί συμφωνίας και εκτέλεσης του έργου βάσει άλλων και όχι των εγκεκριμένων σχεδίων, στηρίζει την αγωγική αξίωση για την καταβολή σ’ αυτόν πρόσθετης αμοιβής, ποσού 15.000 ευρώ και με αυτόν αντικρούει την κατάπτωση σε βάρος του της πονικής ρήτρας.

Αυτά τα ίδια μη εγκεκριμένα σχέδια δεν παραδόθηκαν ούτε στον διορισθέντα, με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνώμονα, Κ. Δ., αφού ο τελευταίος δεν αναφέρει στην από 25-8-2010 υπ’ αριθ. ...-9-2010 έκθεσή του, ότι παραδόθηκαν σ’ αυτόν και ως εκ τούτου έλαβε υπόψη του αυτός τέτοια σχέδια, ενώ αναφέρει όλα τα λοιπά έγγραφα και στοιχεία που έλαβε υπόψη του για τη σύνταξή της, ήτοι α) το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, β) την εγκεκριμένη με υπ’ αριθ. ...21-6-2007 απόφαση της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Γενικής Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, σχέδιο, γ) αναλυτικές επιμετρήσεις, δ) φωτογραφίες-αυτοψία.

Βάσει αυτών και μόνο των στοιχείων διατύπωσε το συμπέρασμά του, με το οποίο και αρχίζει την έκθεσή του και στο οποίο διαλαμβάνει επί λέξει ότι πράγματι "το από 13-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό αναφέρεται στα σχέδια προέγκρισης, όπου για παράδειγμα στο τεχνικό έργο των λωρίδων προβλέπονταν 30 μέτρα λωρίδα επιβράδυνσης, 30 μέτρα λωρίδα επιτάχυνσης και οκτώ φωτιστικά στις λωρίδες.

Έτσι καταλήγω πως όταν έγινε το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, οι διάδικοι μιλούσαν για συγκεκριμένο έργο και βάσει αυτού το προϋπολόγισαν και το συμφώνησαν στα 95.000 ευρώ", υιοθετώντας έτσι πλήρως τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα του ενάγοντος, παρόλο που στο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν γινόταν λόγος για ποσότητες εργασιών, οι οποίες μόνο κατ’ είδος προσδιορίστηκαν σ’ αυτό και παρόλο που δεν έλαβε υπόψη του, γιατί δεν του παραδόθηκε, άλλη μελέτη και σχέδιο.

Επομένως, το υπολογιζόμενο από τον πραγματογνώμονα ότι "... όπου για παράδειγμα στο τεχνικό έργο των λωρίδων προβλέπονταν 30 μέτρα λωρίδα επιβράδυνσης, 30 μέτρα λωρίδα επιτάχυνσης και οκτώ φωτιστικά στις λωρίδες...", χωρίς να διευκρινίζεται εάν το "όπου" αναφέρεται στο ιδιωτικό συμφωνητικό ή στα σχέδια προέγκρισης, είναι τελείως αυθαίρετο, όπως αυθαίρετο είναι όλο το συμπέρασμα, που στηρίζεται στο μοναδικό πιο πάνω επιχείρημα και όχι εύρημα, εκτός όσων προαναφέρονται, α) συνάγεται αυτό (συμπέρασμα) εξ αντιδιαστολής από το γεγονός και μόνο ότι κατασκευάστηκε μικρότερη ποσότητα εργασιών, ενώ το ζητούμενο ήταν γιατί συνέβη αυτό και ποια σχέδια αποτέλεσαν τη βάση προϋπολογισμού της δαπάνης του έργου και β) δεν αιτιολογείται γιατί το ποσό της αμοιβής των 95.000 ευρώ δεν ανταποκρινόταν το έτος 2007 σε έργο κατασκευασμένο με βάση το εγκεκριμένο σχέδιο.

Επομένως, εφόσον δεν παραδόθηκαν σ’ αυτόν, όπως είναι πρόδηλο, άλλα σχέδια για να δει και διαπιστώσει τι προέβλεπαν αυτά τα άλλα σχέδια και να τα συγκρίνει με εκείνο της εγκεκριμένης μελέτης και έτσι να διαπιστώσει τις ποσότητες των εργασιών, που με καθένα απ’ αυτά έπρεπε να γίνουν, δεν μπορούσε να απαντήσει στα ερωτήματα που τέθηκαν σ’ αυτόν με την προδικαστική απόφαση και έπρεπε να απόσχει.

Ενόψει όλων αυτών, το Δικαστήριο, από το γεγονός ι) ότι ο ίδιος ο ενάγων κάλεσε τον Προϊστάμενο της ΔΕΣΕ, στις αρχές Σεπεμβρίου 2007, για να διαπιστώσει, όπως ισχυρίζεται, εάν αυτό θα εγκρινόταν ή όχι τελικώς απ’ αυτόν, όπως τον είχε διαβεβαιώσει η εναγομένη και ο ίδιος αμφέβαλε και ιι) ότι ο ίδιος είχε οικονομικό συμφέρον να εκτελέσει μεγαλύτερο έργο και άρα είχε συμφέρον να εφαρμόσει την εγκεκριμένη μελέτη, ενώ δεν είχε τέτοιο οικονομικό συμφέρον η εναγομένη-εργοδότρια, όπως επίσης ισχυρίζεται, δεν μπορεί να οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση από αυτήν που παραπάνω διατυπώνεται, διότι αφενός δεν αιτιολογείται με κάποιον πειστικό τρόπο από τον ίδιο, το γιατί, ενώ αμφέβαλε για τις διαβεβαιώσεις της εναγομένης, δεν διακρίβωσε νωρίτερα, πριν και από την έναρξη του έργου, τη βασιμότητα των ισχυρισμών της, όπως όφειλε και μπορούσε, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητάς του και της εμπειρίας του και αφετέρου, γιατί δεν προέκυψε ότι το ποσό των 95.000 ευρώ δεν ήταν δυνατόν να ανταποκρίνεται στις ποσότητες των εργασιών που προέκυπταν από το εγκεκριμένο σχέδιο.

Κατ’ ακολουθία, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 40.000 ευρώ, για το υπόλοιπο της αμοιβής του, καθώς και το ποσό των 7.600 ευρώ για αναλογούντα σ’ αυτή ΦΠΑ.... Ακόμη το ως άνω ποσό οφείλει να το καταβάλει η εναγομένη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το έργο έχει τα ελαττώματα που ισχυρίζεται με τις προτάσεις της, διότι η ύπαρξη των ελαττωμάτων αυτών, όπως περιγράφονται σ’ αυτές, δεν καθιστούν το έργο εντελώς διάφορο από εκείνο που συμφωνήθηκε και εκτελέστηκε λόγω αυτών, το οποίο και προσηκόντως προσφέρθηκε σ’ αυτήν προς παράδοση, παρά τα ελαττώματα, αληθή υποτιθέμενα και δεν είχε δικαίωμα η ίδια να αρνηθεί την παραλαβή του λόγω αυτών (ελαττωμάτων).....".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού έκρινε ότι οι εκτελεσθείσες από τον εναγόμενο, ως πρόσθετες εργασίες, του συμφωνηθέντος έργου, που εκτιμήθηκαν κατά τους ισχυρισμούς του στο ποσό των 16.000 ευρώ, συμπεριλαμβάνονταν στην αρχικώς συμφωνηθείσα αμοιβή των 95.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, και δεν αποτελούσαν πρόσθετες συμφωνηθείσες, που μετά από συμφωνία των διαδίκων εκτελέσθηκαν εκ των υστέρων, με ιδιαίτερη προς τούτο αμοιβή, προκειμένου να εγκριθεί το έργο από την αρμόδια Αρχή, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί ότι οι άνω εργασίες ήταν πρόσθετες και είχε επιδικάσει, για κύριες και πρόσθετες εργασίες, πλέον ΦΠΑ, μετά από αφαίρεση των όσων είχαν καταβληθεί βάσει της αρχικής συμφωνίας, το ποσό των 77.292,30 ευρώ, ακολούθως (το Εφετείο), δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως, το ποσόν των 47.600 ευρώ (40.000 ευρώ ως οφειλόμενο υπόλοιπο αμοιβής, πλέον επ’ αυτού ΦΠΑ 7.600 ευρώ).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του περιεχομένου της επίδικης εργολαβικής σύμβασης, αναφορικά με τον συμφωνηθέντα τρόπο εκτέλεσης του επίμαχου έργου, ζήτημα που συνέχεται με το χαρακτηρισμό των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα εργασιών, ως πρόσθετων και εντεύθεν τη διεκδικούμενη γιαυτές αμοιβή.

Ειδικότερα: δεν διευκρινίζεται, με σαφήνεια και επάρκεια, αν υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο από 13/7/2007 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι το επίμαχο έργο θα ήταν σύμφωνο από πλευράς προδιαγραφών με τα σχέδια που εγκρίθηκαν με την ...1-6-2007 απόφαση της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά γίνεται μία αόριστη αναφορά μόνο, ότι κατά τον 4ο όρο οι εκσκαφές για την τοποθέτηση των κρασπέδων θα γινόταν σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο.

Επίσης, δεν διευκρινίζεται, αν τα εγκεκριμένα σχέδια προέβλεπαν την κατασκευή οκτώ φωτιστικών, όπως συμφωνήθηκε με το από 13/7/2007 ιδιωτικό συμφωνητικό και αν πράγματι κατασκευάστηκαν οκτώ φωτιστικά, περισσότερα ή λιγότερα (σημειουμένου ότι κατά το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αγωγής διεκδικείται από τον αναιρεσείοντα πρόσθετη αμοιβή για κατασκευή τριών επιπλέον φωτιστικών και είχε γίνει δεκτό με την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου).

Περαιτέρω, κατά τον προσδιορισμό του δικαιούμενου υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, ενώ γίνεται δεκτό ότι η συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του ανερχόταν σε 95.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ και ότι είχαν καταβληθεί τμηματικά στον αναιρεσείοντα 55.000 ευρώ, προσδιορίζεται το οφειλόμενο σ’ αυτόν ποσό σε 47.600 ευρώ, αναλυόμενο σε 40.000 ευρώ υπόλοιπο αμοιβής και 7.600 ευρώ αναλογούντα μόνο στο ποσό αυτό ΦΠΑ, ενώ, χωρίς καμία αιτιολογία, δεν γίνεται προσδιορισμός του συμφωνηθέντος ΦΠΑ στο υπόλοιπο καταβληθέν ποσό των 55.000 ευρώ, ούτε διευκρινίζεται, αν αυτό το ποσό αφορά αμιγώς εργολαβική αμοιβή ή και ΦΠΑ, ώστε να εξευρεθεί με τους προσήκοντες αριθμητικούς υπολογισμούς το οφειλόμενο τελικώς στον αναιρεσείοντα για την ένδικη αιτία χρηματικό ποσό (σημειουμένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκληθείσα οριστική του απόφαση είχε προσδιορίσει τον αναλογούντα ΦΠΑ στο σύνολο της εργολαβικής αμοιβής κατά τα συμφωνηθέντα).

Εκ τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, τις οποίες, εντεύθεν, το Εφετείο, εκ πλαγίου παραβίασε, όπως βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά το οικείο μέρος του, που μερικώς παραδεκτά συμπληρώθηκε και με την έκθεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Η αναιρετική δε εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών διατυπουμένων με την ένδικη αίτηση λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα τούτων, πρέπει, κατ’ παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενου από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1959/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης,

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ