Legislator Case Law & Legislation
1140/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rules on appeal against first-instance judgment.

Case Number 1140/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Athens' decisions while upholding the First Instance Court's judgment against the appellant's claim. The appellant argued for a full retrial, but the Court found no legal basis to reopen the case since the underlying claim was already dismissed as substantively unfounded. Consequently, the Court ruled that only the final judgment text needed formulation, allowing it to decide the appeal directly without remanding the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-3 and 307 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may decide the appeal directly without remanding the case when no legal ground exists for a retrial in the court of first instance, provided the substantive claim has already been dismissed.

Keywords

AI generated
appeal procedure remand of case substantive dismissal procedural admissibility court of first instance legal ground for retrial judgment formulation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 495 number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 number 1, 191 number 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1140 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1140/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 16/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5746/2013 εν μέρει οριστική και 3588/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 839/2016 μη οριστική και 4001/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2017 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 24/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κ.τλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022, ΑΠ 582/2016).

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 24/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 20-9-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 5-11-2018, λόγω της συνταξιοδοτήσεως, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, της Αρεοπαγίτη Εισηγήτριας Αγγελικής Τζαβάρα, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν.

Από το από 3-11-2022 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου ... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω υπ' αριθ. 24/2022 πράξης του Προέδρου του ΑΙ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με κλήση για να παραστεί κατά την πιο πάνω δικάσιμο της 20-3-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία, όμως, όταν κατά την ορισθείσα, κατά τα ανωτέρω, δικάσιμο (20-3-2023) η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε μετά πληρεξουσίου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ1 άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ενόψει και του ότι το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, ήτοι το από 20-9-2017 αναιρετήριο, είχε νομίμως προεπιδοθεί σ' αυτήν και είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την δικάσιμο της 5-11-2018, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τον επισπεύδοντα την αρχική συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντα 6378 Ε'/15-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Η. Δ.. Α., η τελευταία, όμως, δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο στις 5-11-2018, ούτε στην επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (20-3-2023), η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα (άρθρα 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλονται οι αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 839/2016 εν μέρει οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η υπ' αριθμό 4001/2017 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος και εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την τροποποίησή της με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του ν. 4335/2015, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.

Κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ...Με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται, μεταξύ των άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και, έτσι, περιορίζεται η αγωγή στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, το οποίο υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό.

Στην περίπτωση αυτή, ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ ΑΠ 6/1997 και 5/1997), δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στο διαγραφόμενο, από το άρθρο 297 ΚΠολΔ, τύπο.

Κατά συνέπεια, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 965/2020, ΑΠ 1470/2019, ΑΠ 133/2019, ΑΠ 1675/2017).

Με την παραίτηση, βέβαια, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, η οποία εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτώς μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (ΑΠ 291/2015, ΑΠ 315/2010, ΑΠ 1314/2009).

Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. Γ?ΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, τροποποιήθηκε και ισχύει, ο ενάγων, εάν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1337/2011, 1107/2005).

Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους κατά την άσκηση της έφεσης κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ δηλ. κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου η απόφαση του οποίου προσβάλλεται (ΑΠ 1572/2013) και συγκεκριμένη επίκλησή του με το εφετήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Τότε η παραδεκτή έφεση επιφέρει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1461/2021, ΑΠ 1095/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα, από το δικονομικό μόνο και όχι το ουσιαστικό δίκαιο, δικονομικές δηλαδή ενέργειες που ρυθμίζουν την έναρξη και εξέλιξη της έννομης σχέσης της δίκης και κατατείνουν στην έκδοση δικαστικής απόφασης επί της αιτουμένης έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 1401/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού ο περιορισμός του αιτήματος της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης που συζητήθηκε στις 30-9-2013 στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, όπου η κατάθεση των προτάσεων είναι υποχρεωτική, δεν έγινε νόμιμα με τις προτάσεις, αλλά μόνο με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικών, υπ' αριθμ. 5746/2013, προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης δήλωσε κατά λέξη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι "Περιορίζω το αιτούμενο ποσό, στο ποσό των εκατόν δέκα πέντε χιλιάδων (115.000), δηλαδή στο 1/3 ακριβώς και συγκεκριμένα για λόγους οικονομικής αδυναμίας, λόγω αγωγόσημου".

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω δήλωση, μη περιληφθείσα στις προτάσεις της εναγούσης, δεν είναι έγκυρη και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα, ότι η ενάγουσα όφειλε να καταβάλει δικαστικό ένσημο για ολόκληρο το αιτούμενο ποσό των 287.550 ευρώ, πλην όμως κατέβαλε δικαστικό ένσημο μόνο για το ποσό των 115.000 ευρώ και απέρριψε την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη υπ'αριθμό 839/2016 εν μέρει οριστική απόφασή του έκρινε ότι παραδεκτά έλαβε χώρα ο ως άνω περιορισμός του αγωγικού αιτήματος, που θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, έκρινε βάσιμο τον μοναδικό λόγο της εφέσεως της εναγούσης, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση όσον αφορά την εν λόγω αγωγή και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Στη συνέχεια το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμό 4001/2017 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των 50.400 ευρώ, νομιμοτόκως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον ως άνω περιορισμό του αιτήματος της από 16- 12-2012 αγωγής που έγινε μόνο με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγούσης και ήδη αναιρεσίβλητης που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της αγωγής στις 30-9-2013 και δεν έγινε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν για τη συζήτηση της υποθέσεως, η οποία εκδικάσθηκε κατά την τακτική διαδικασία.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής γίνεται με βάση τη διάταξη του άρθρου 223 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση της με την παρ.2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και γίνεται με τις προτάσεις, όπου είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις κατά το μέρος που δέχθηκαν κατ'ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η από 16-12-2012 αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, εξαφάνισαν την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκαν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω αγωγή.

Μετά την αναίρεση των προσβαλλομένων αποφάσεων παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένσταση συμψηφισμού ποσού 170.780 ευρώ από τα μισθώματα που εδικαιούτο ως πραγματικός ιδιοκτήτης των δύο ακινήτων στη θέση "Σταμάλα", αλλά εισέπραξε η αναιρεσίβλητη ως τυπική επικαρπώτρια αυτών, τα οποία υπερκαλύπτουν την αιτούμενη με την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης ελάχιστη συμβολή αυτής στα αποκτήματα του γάμου, καθώς και του τρίτου λόγου της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που αφορούν στο ύψος της αμοιβής των υπαλλήλων γραφείου προσδιορίζοντας εσφαλμένα τον μέσο όρο των αμοιβών της αναιρεσίβλητης για την περιστασιακή παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της στο ποσό των 300 ευρώ τον μήνα και επιδικάζοντας σ'αυτή το ποσό των 50.400 ευρώ ως συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του αναίρεσείοντος και μάλιστα με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 895/2019, ΑΠ 1402/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων επανεκδίκαση της αγωγής της αναιρεσίβλητης από το Εφετείο στην ουσία της δεν υπάρχει, καθόσον υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, ενόψει του ότι η αγωγή αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη μετά τον ως άνω ανίσχυρο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος και τη μη καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου για ολόκληρο το αιτούμενο ποσό.

Πρέπει λοιπόν να κρατηθεί και δικασθεί από τον Άρειο Πάγο η από 17- 12-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθμό 5746/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί αυτή κατ'ουσίαν. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ'αριθμούς 839/2016 και 4001/2017 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος τους.

Κρατεί και δικάζει την από 17-12-2013 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ'αριθμό 5746/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσίαν την έφεση, όσον αφορά την από 16-12-2012 αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ