Legislator Case Law & Legislation
1139/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, ruling factual assessment of private agreement is non-appealable.

Case Number 1139/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court misinterpreted a private agreement as a loan contract rather than a company formation. The court held that the lower court correctly evaluated the document's content and that its factual findings were non-appealable under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 806, 807 of the Civil Code; Article 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence or factual findings regarding the interpretation of a document, even if the conclusion differs from the appellant's view.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence factual findings loan contract private agreement non-appealable civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 806 of the Civil Code
Article 807 of the Civil Code
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1139 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1139/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ι., κατοίκου …... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παπαγεωργίου. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Β. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Αλχανάτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1746/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5330/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, ετεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.

Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανείζων έχει την υποχρέωση, από τη σύμβαση δανείου, να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και οριστικά να εισφέρει τούτο στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου.

Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη.

Εφόσον δε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη. Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης, εις τρόπον ώστε αν αυτή ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1234/2018, ΑΠ 1960/2013, ΑΠ 1802/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1125/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Εξάλλου, ως αιτιολογίες νοούνται κατά τη διάταξη αυτή μόνον οι, επί των, αποδεικνυομένων ή μη, πραγματικών γεγονότων, ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου, ενώ οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υπάρχουν και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 282/2010). Επίσης, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2005 ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) αποφάσισε να προβεί στην αγορά οικοπέδου στη Νέα ..., προκειμένου να στεγάσει την ατομική επιχείρηση μηχανουργείου που διατηρούσε, δεδομένου ότι διέθετε ένα σημαντικό ποσό από οικονομίες, καθώς και από την πώληση διαμερίσματος στα ..., [...] αντί του τιμήματος των 115.000 ευρώ, από το οποίο είχε ήδη εισπράξει το ποσό των 75.000 ευρώ.

Για τον λόγο αυτό απευθύνθηκε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός και ήσαν γνωστοί από το έτος 1985, προκειμένου να προβεί στην σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος σχετικά με αυτό το οικόπεδο. Πλην όμως η αγορά αυτή δεν πραγματοποιήθηκε και ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα να τον χρηματοδοτήσει με την μορφή δανείου, προκειμένου αυτός (ο εναγόμενος) να αποπερατώσει το έργο που είχε αναλάβει στην ... [...].

Συγκεκριμένα, με το 18936/20.7.2005 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου - σύμβαση εργολαβίας, της συμβολαιογράφου [...], ο εναγόμενος ανέλαβε, ως εργολήπτης, την ανέγερση τετραώροφης οικοδομής, με δικές του δαπάνες και προβλεπόμενο προϋπολογισμό για την κατασκευή και αποπεράτωση του έργου, το ποσό των 600.000 ευρώ και ημερομηνία παράδοσής του στις 26.12.2007.

Πράγματι ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση του εναγόμενου και στις 16.12.2005 υπεγράφη μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό συγχρηματοδότησης του ανωτέρω έργου, ενώ στις 19.12.2005 ο ενάγων κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος στην ... το ποσό των 270.000 ευρώ. Κατά τα οριζόμενα στο ανωτέρω συμφωνητικό ο ενάγων- χρηματοδότης του έργου αναλαμβάνει την υποχρέωση να εισφέρει για τις ανάγκες χρηματοδότησής του το ποσό των 270.000 ευρώ, δικαιούται να λαμβάνει γνώση των οικονομικών στοιχείων του έργου και των πωλήσεων μία φορά το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, ενώ δεν βαρύνεται με καμμία υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε επιπλέον ποσού πέραν της προαναφερθείσας εισφοράς και η εκκαθάριση της οικονομικής σχέσης των συμβαλλομένων θα γίνει με την πλήρη αποπεράτωση του έργου και εντός του προβλεπόμενου στο εργολαβικό προσύμφωνο χρόνου και τέλος ρητά συμφωνείται ότι για τον ενάγοντα θα υπάρχει εγγυημένη απόδοση με ποσοστό κέρδους 20% ετησίως επί του ποσού της χρηματοδότησης του έργου.

Από το ως άνω περιεχόμενο του εν λόγω συμφωνητικού, το οποίο είναι σαφές, προκύπτει ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου δυνάμει της οποίας ο ενάγων δάνεισε στον εναγόμενο το ποσό των 270.000 ευρώ, με την συμφωνία, ο τελευταίος να του το επιστρέψει ακέραιο, με την αποπεράτωση της προαναφερθείσας πολυκατοικίας στις 26.12.2007, με τις πρόσθετες συμφωνίες που είναι συνήθεις σε συμβάσεις δανείου, ότι α) προς εξασφάλιση του δανείου, ο ενάγων θα ελέγχει τα οικονομικά στοιχεία του έργου που εκτελείται και με χρήματά του και β) ο ενάγων θα λαμβάνει επιτόκιο ανερχόμενο σε 20% ετησίως επί του ποσού του δανείου.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, τον οποίο πρότεινε πρωτοδίκως νομίμως με τις προτάσεις του και επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, ότι με τον ενάγοντα με το ανωτέρω συμφωνητικό δεν κατήρτισαν σύμβαση δανείου, αλλά σύμβαση σύστασης αφανούς εταιρείας, με σκοπό την ανέγερση οικοδομής, η οποία (σύμβαση) λύθηκε στις 26-12-2007 και θα έπρεπε να ακολουθήσει το στάδιο της εκκαθάρισης κατ' άρθρο 291 του Ν. 4072/2012 και σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποδοθεί η εισφορά του εναγόμενου μειωμένη κατά τις ζημίες που του αναλογούν, [...], πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι στο εν λόγω συμφωνητικό, το οποίο συνέταξε ο ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξετασθείς μάρτυρας απόδειξης..., κατόπιν όμως υπαγόρευσης από τον εναγόμενο, δεν γίνεται λόγος για σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων, ούτε για το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος στις ζημίες ή απαλλαγής από τις ζημίες του ενάγοντος.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, ορθά εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 20.12.2005 ο εναγόμενος προς εξασφάλιση του δανείου εξέδωσε σε διαταγήν του ενάγοντος την με αριθμό...

μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με αναγραφόμενη ημερομηνία έκδοσης 20.12.2006, ποσού 324.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό του δανείου, πλέον των συμφωνηθέντων τόκων 20% για το έτος 2006 επί του ποσού του δανείου, ανερχόμενων στο ποσό των 54.000 ευρώ (270.000 X 20%). Στις 20.12.2006 ο ενάγων επέστρεψε στον εναγόμενο την ανωτέρω επιταγή και ζήτησε από αυτόν την καταβολή των συμφωνηθέντων τόκων ύψους 54.000 ευρώ, όμως ο εναγόμενος του ζήτησε να κάνει υπομονή για λίγους μήνες, οπότε θα αποπεράτωνε την πολυκατοικία και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον εξοφλούσε με το τίμημα που θα ελάμβανε από την πρώτη πώληση διαμερίσματος.

Εν συνεχεία, ο εναγόμενος εξέδωσε στις 20.12.2006 την με αριθ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία έκδοσης 20.12.2007, ποσού 378.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό του δανείου, πλέον των συμφωνηθέντων τόκων των ετών 2006 και 2007 (270.000 + 54.000 + 54.000 = 378.000), την οποία παρέδωσε στον ενάγοντα προς εξασφάλιση των εν λόγω απαιτήσεών του.

Στις 20.12.2007 ο ενάγων επέστρεψε στον εναγόμενο την ανωτέρω επιταγή και ζήτησε από αυτόν να του καταβάλει το ποσό των 378.000 ευρώ, δεδομένου ότι το έργο είχε αποπερατωθεί [...]. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα, με βάση την μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση δανείου, το συνολικό ποσό των 435.549,55 ευρώ (μετά από αφαίρεση των καταβολών ύψους 33.000 ευρώ) με τον νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο και όχι με επιτόκιο 20% ετησίως, όπως είχε συμφωνηθεί, διότι ο συμφωνημένος αυτός όρος εφόσον το ποσοστό του υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο τόκων, είναι άκυρος κατά το υπερβάλλον (άρθρο 294 ΑΚ) και η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, όπως κρίθηκε με την εκκαλουμένη και δεν πλήττεται κατά το μέρος αυτό με λόγο έφεσης.

Επίσης, λόγω της προαναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη [...], δικαιούται το ποσό των 2.000 ευρώ [...]. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 437.549,55 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις [...]".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να του καταβάλει, με βάση την μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση δανείου, το συνολικό ποσό των 435.549,55 ευρώ [ήτοι ποσό δανείου 270.000 ευρώ συν το νόμιμο δικαιοπρακτικό τόκο 50.763,70 ευρώ για το χρονικό διάστημα από επομένη κατάρτισης της δανειακής σύμβασης έως συμφωνημένο χρόνο απόδοσης του δανείου συν τους νόμιμους τόκους υπερημερίας 114.785,85 ευρώ].

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 806 και 807 του ΑΚ, διότι, υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε, με το από 16.12.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μεταβίβασε στον εναγόμενο, ήδη αναιρεσείοντα, κατά κυριότητα το ποσό των 270.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε ο αναιρεσείων, με τη συμφωνία να του το επιστρέψει ο τελευταίος ακέραιο και έντοκο, στις 26.12.2007, συμφωνία, όμως, που δεν τήρησε αυτός, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων περί δανείου και, ως εκ τούτου, καταφάσκεται υποχρέωση του αναιρεσείοντος για απόδοση του δανείου μετά των νομίμων τόκων.

Εξ άλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτήρα της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, καθόσον δέχθηκε ως αποδειχθείσα την κατάρτιση συμβάσεως δανείου και όχι την κατάρτιση συμβάσεως σύστασης αφανούς εταιρείας, με σκοπό την ανέγερση πολυόροφης οικοδομής, που λύθηκε στις 26.12.2007.

Πέραν δε των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επιπλέον, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά το μέρος που γίνεται με αυτόν επίκληση ότι το Εφετείο "με το ανωτέρω σκεπτικό αγνόησε το πλήθος αποδεικτικών στοιχείων που είχε εισφέρει ο αναιρεσείων και επιβεβαίωνε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σύμβαση σύστασης αφανούς εταιρείας και ότι εφαρμοστέος ήταν ο ν. 4072/2012 (άρθρ. 285 επ.)" είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας από τον αριθ. 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "στο ως άνω από 16.12.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν γίνεται λόγος για σύσταση αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων ούτε για το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος στις ζημίες ή απαλλαγής του από αυτές", αποτελεί επιχείρημα από τις αποδείξεις του δικαστηρίου και διατυπώθηκε, κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς ενίσχυση της παραδοχής, ενόψει και του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα σχετικού αρνητικού ισχυρισμού, ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου και όχι σύμβαση σύστασης αφανούς εταιρείας με σκοπό την ανέγερση οικοδομής, και επομένως δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους ως άνω δύο αναιρετικούς λόγους κατά το σχετικό σκέλος τους.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω των αντιφατικών αιτιολογιών, υποστηρίζοντας ειδικότερα ο αναιρεσείων α) ότι, ενώ, σύμφωνα με τη σχετική μείζονα σκέψη, "ο τόκος που υπερβαίνει τα νόμιμα όρια επιτοκίων που τίθενται από την Τράπεζα της Ελλάδος δεν δύναται να στοιχειοθετήσει νόμιμη σύμβαση δανείου", στη συνέχεια, το Εφετείο προβαίνει στην ουσιαστική παραδοχή ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, παρόλο που το ως άνω ποσοστό κέρδους 20% ετησίως επί του παραπάνω ποσού χρηματοδότησης του έργου, που είχαν συμφωνήσει ως "εγγυημένη απόδοση", αποτελούσε επιτόκιο που υπερέβαινε το ανώτατο θεμιτό όριο τόκων, και β) ότι το Εφετείο "κατέληξε στο συμπέρασμα πως η έλλειψη αναφοράς στο παραπάνω από 16.12.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό για το ποσοστό συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στις ζημίες, καθιστά τη μεταξύ τους υφιστάμενη σχέση σύμβαση δανείου, ερχόμενο σε πλήρη αντίθεση με τα δεδομένα που το ίδιο δεχόταν με τη νομική σκέψη του, ήτοι, ότι σε περίπτωση κενού της έγγραφης συμφωνίας, ήταν απαραίτητη η εξέταση της ενοχικής σύμβασης υπό το πρίσμα των διατάξεων περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα ώστε να δεχθεί ότι υπήρχε ισομερής συμμετοχή των εταίρων (εμφανών και αφανών) στα κέρδη και τις ζημίες", είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αντίφαση δεν εντοπίζεται στην παράθεση των ως άνω ουσιωδών περιστατικών, εκείνων, δηλαδή, που ανήκουν στο πραγματικό της εφαρμοσθείσας, εν προκειμένω, ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 806 του ΑΚ, αλλά εντοπίζεται μεταξύ της ελάσσονος και της μείζονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την καταρτισθείσα, μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση δανείου.

Πέραν τούτων, η υπό στοιχ. (α) αιτίαση αναφέρεται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω εφαρμοσθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, που ήδη εξετάστηκε και κρίθηκε αβάσιμη, κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου από το άρθ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναφορικά δε με την υπό στοιχ. (β) αιτίαση, η σχετική αναφορά στην προσβαλλομένη ότι στο ως άνω συμφωνητικό δεν γίνεται λόγος για το ποσοστό συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου στις ζημίες, αποτελεί, όπως αναφέρθηκε, επιχείρημα από τις αποδείξεις του Εφετείου, βάσει του οποίου, και άλλων, κατέληξε στην κρίση περί καταρτίσεως σύμβασης δανείου και όχι σύμβασης σύστασης αφανούς εταιρείας, και, επομένως, η επικαλούμενη αντίφαση δεν ανάγεται σε ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.

Με τον ίδιο ως άνω, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, κατά το τελευταίο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υφιστάμενης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης δανείου, επικαλούμενος, ειδικότερα, ο αναιρεσείων προς θεμελίωση της εν λόγω πλημμέλειας τα εξής: "με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξέθεσε επακριβώς ποία στοιχεία της συμβατικής σχέσης μου με τον αντίδικο το οδήγησαν στο τελικό συμπέρασμα ότι μεταξύ μας υφίστατο σύμβαση δανείου, καθόσον προέβη σε μια ακόμη απαρίθμηση των πραγματικών περιστατικών και σε καμία υπαγωγή αυτών σε συγκεκριμένα σημεία του νόμου που θα δικαιολογούσαν την εφαρμογή των άρθρων 806 επ.

ΑΚ. Αντιθέτως, ακόμη και εις αυτήν την απαρίθμηση των πραγματικών περιστατικών, το δικαστήριο μετήλθε τους ορισμούς που χρησιμοποίησε ο αντίδικος και καθιστούν προφανή την παντελή έλλειψη συμφωνίας μας για σύναψη σύμβασης δανείου, καθόσον γίνεται συγκεκριμένα και ξεκάθαρα λόγος για "ιδιωτικό συμφωνητικό συγχρηματοδότησης", "συγχρηματοδότηση" και "εισφορά", "εκκαθάριση οικονομικής σχέσης" πλην όλως αντιφατικά καταλήγει στην κρίση ότι καταρτίστηκε μεταξύ ημών δανειακή σύμβαση.

Ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο μέρος του, είναι επίσης απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση δανείου, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό το πρόσχημα δε της συνδρομής της επικαλούμενης πλημμέλειας, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014, ΑΠ 1255/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι, με το να δεχθεί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της ένδικης εκ δανείου αγωγής, πως τα όσα συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν οι διάδικοι με το από 16.12.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκόμισε ο ίδιος (αναιρεσείων), κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, όπως και κατά τη συζήτηση στο πρωτόδικο Δικαστήριο, προσιδιάζουν σε σύμβαση δανείου και όχι σε σύσταση αφανούς εταιρείας, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, δέχθηκε πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο συμφωνητικό, παραμορφώνοντας, έτσι, το περιεχόμενο αυτού.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, παραθέτοντας μάλιστα εκτενώς και το περιεχόμενο αυτού κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, τούτο όμως δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.7.2020 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5330/2019 τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ