Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for lack of evidence regarding evidence consideration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's final decision rejecting their civil lawsuit against a bank. The appellants argued the lower court failed to consider specific prior judgments and a letter from the bank's manager, claiming this violated procedural requirements. The court found the appeal baseless because the contested decision explicitly stated all submitted documents were reviewed and contained no contradictions or gaps, making the evidence consideration undisputed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 19 and 579 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient reasoning regarding evidence consideration is inadmissible when the contested decision explicitly states all submitted evidence was reviewed and contains no contradictions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1139 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1139/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Δ., 2) Σ. συζύγου Ι. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Φούσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 643/2014 μη οριστική και 632/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 138/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/6/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 7-6-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 138/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 632/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε απορρίψει την από 26-10-2011 αγωγή τους, απέρριψε ως άνω έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 15/2006, Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 98/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται η αντίφαση να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της (ΑΠ 866/2018, ΑΠ 634/2017, ΑΠ 537/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες ήταν πελάτες της εναγομένης, τηρώντας στο υποκατάστημα αυτής στο ... τον υπ' αρ...501 (.....
προνομιακό) τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος την 29.1.2010 εμφάνιζε υπόλοιπο 579,92 ευρώ και τον υπ' αρ. ...106 τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, ο οποίος την 29.1.2010 εμφάνιζε υπόλοιπο 141,68 ευρώ. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι διέθεταν στους λογαριασμούς αυτούς το ποσό των 340.000 ευρώ, ποσό το οποίο την 29.1.2010 καθ' υπόδειξη του τότε Διευθυντή του υποκαταστήματος Κ.
Κ., μετέφεραν αρχικά σε προθεσμιακό λογαριασμό λήξεως την 30.11.2010, και το επανατοποθέτησαν στη συνέχεια σε νέο προθεσμιακό λογαριασμό λήξεως την 2.3.2011, το δε ποσό αυτό τελικά το υπεξαίρεσε ο Διευθυντής του υποκαταστήματος. Ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Ειδικότερα, ο Κ., εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ως υποδιευθυντής του υποκαταστήματος της εναγομένης στο ..., πράγματι υπεξαίρεσε διάφορα ποσά από λογαριασμούς πελατών της τράπεζας, ενώ μέρος των υπεξαιρεθέντων χρημάτων πελατών κάποιες φορές εξοφλούσε με χρηματικά ποσά που μετέφερε από λογαριασμούς άλλων πελατών.
Η εναγομένη αποζημίωσε πελάτες της που με βάση τον εσωτερικό της έλεγχο υπήρξαν παθόντες του αδικήματος της υπεξαίρεσης, καταβάλλοντας αποζημιώσεις που ανήλθαν σε 2.600.000 ευρώ. Όμως, από το υπάρχον στη δικογραφία αποδεικτικό υλικό, δεν αποδεικνύεται ότι και οι ενάγοντες απώλεσαν χρήματα λόγω υπεξαίρεσης που διέπραξε σε βάρος τους ο Κ.
και ειδικότερα δεν αποδεικνύεται ότι διέθεταν στους λογαριασμούς τους το ποσό των 340.000 ευρώ, το οποίο αυτός υπεξαίρεσε. Οι υπ' αρ. ...59/01 και ...13/01 έγγραφες ομολογίες που επικαλούνται οι ενάγοντες για την απόδειξη της επένδυσης των χρημάτων σε προθεσμιακό λογαριασμό κατά τα ανωτέρω είναι πλαστές, όπως προκύπτει από το από 10.5.2011 σημείωμα ελέγχου καταστήματος ...
του Επιθεωρητή της τράπεζας Α. Γ., δεδομένου ότι δεν έφεραν τα τυπικά στοιχεία των σχετικών εγγραφών της τράπεζας. Άλλωστε, την 29.1.2010, οι λογαριασμοί των εναγόντων διέθεταν ως υπόλοιπα τα ανωτέρω μνημονευόμενα ποσά και όχι το ισχυριζόμενο από τους ίδιους ποσό των 340.000 ευρώ. Αναλυτικά, σε σχέση με τους παραπάνω λογαριασμούς, προκύπτουν τα εξής:
Ο υπ' αρ...501 λογαριασμός, την 28.2.2011 παρουσίαζε υπόλοιπο 5.493,94 ευρώ. Ο Κ. υπεξαίρεσε την 30.1.2001 από τον λογαριασμό αυτό το ποσό των 79.477,35 ευρώ, το οποίο κατέθεσε τμηματικά σε λογαριασμούς άλλων και συγκεκριμένα ποσό 37.288,85 ευρώ κατέθεσε αυθημερόν στον λογαριασμό του Σ. Σ. και ποσό 42.188,50 ευρώ κατέθεσε αυθημερόν στον λογαριασμό του Κ.
Λ.. Από την κίνηση περαιτέρω του λογαριασμού αυτού, προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 1.3.2011 έγιναν αναλήψεις είτε από τον ενάγοντα Ι. Σ. είτε από την θυγατέρα του Ε. Σ., είτε χρεώθηκαν εξοφλήσεις επιταγών και έξοδα συνολικού ποσού 1.031.512,50 ευρώ. Το ίδιο χρονικό διάστημα έγιναν καταθέσεις από τα ίδια πρόσωπα και πιστώθηκαν τόκοι συνολικού ποσού 878.652,71 ευρώ ενώ στον λογαριασμό αυτό κατέθεσε ο πρώην διευθυντής του υποκαταστήματος Κ.
το ποσό των 129.446,16 ευρώ, μεταφέροντάς το από λογαριασμούς του ιδίου ή άλλων πελατών. Συγκεκριμένα την 21.5.2002 κατέθεσε ποσό 12.926,06 ευρώ από λογαριασμό του Α. Ρ., την 30.8.2002 κατέθεσε ποσό 9.520 ευρώ από λογαριασμό του ιδίου πελάτη και του ιδίου, την 18.4.2006 κατέθεσε το ποσό των 50.000 ευρώ από λογαριασμό του Χ. Γ., την 15.5.2009 κατέθεσε ο ίδιος το ποσό των 10.000 ευρώ, την 31.7.2009 κατέθεσε ποσό 10.000 ευρώ από λογαριασμό του Κ.
Τ., την 12.8.2009 κατέθεσε ο ίδιος ποσό 10.000 ευρώ, την 28.8.2009 κατέθεσε ο ίδιος ποσό 7.000 ευρώ, την 31.8.2009 κατέθεσε ποσό 8.000 ευρώ από λογαριασμό της εταιρίας ... ΟΕ και την 6.11.2009 κατέθεσε ποσό 12.000 ευρώ από λογαριασμό της ιδίας εταιρίας. Από τα ανωτέρω δηλαδή, προκύπτει ότι ο Κ., πίστωσε για τους δικούς του λόγους στο λογαριασμό ποσό 49.968,81 ευρώ μεγαλύτερο από αυτό που υπεξαίρεσε.
Όσον αφορά τον υπ' αρ. ...106 λογαριασμό, αυτός την 28.2.2011 παρουσίαζε υπόλοιπο 18.952,21 ευρώ. Ο Κ. υπεξαίρεσε το χρονικό διάστημα από 31.12.2008 έως 6.3.2009 τμηματικά το ποσό των 90.000 ευρώ, το οποίο ανέλαβε ο ίδιος σε μετρητά ή κατέθεσε σε λογαριασμούς άλλων. Συγκεκριμένα την 31.12.2008 ανέλαβε το ποσό των 9.000 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 7.000 ευρώ κατέθεσε στον λογαριασμό του (Ε.
Σ.-Κ. Κ.), την 23.1.2009 ανέλαβε σε μετρητά ο ίδιος το ποσό των 10.000 ευρώ, την 30.1.2009 κατέθεσε στον λογαριασμό του I Μ. το ποσό των 10.000 ευρώ, στον λογαριασμό του Κ. Τ. το ποσό των 5.000 ευρώ και στον λογαριασμό της εταιρίας ... ΟΕ το ποσό των 11.000 ευρώ, την 9.2.2009 ανέλαβε σε μετρητά ο ίδιος το ποσό των 3.000 και κατέθεσε στον λογαριασμό του Α.
Ρ. το ποσό των 2.000 ευρώ, την 19.2.2009 ανέλαβε ο ίδιος σε μετρητά το ποσό των 5.000 ευρώ, την 24.2.2009 ανέλαβε ο ίδιος σε μετρητά το ποσό των 5.000 ευρώ, την 27.2.2009 ανέλαβε ο ίδιος σε μετρητά το ποσό των 10.000 ευρώ και την 6.3.2009 ανέλαβε ο ίδιος σε μετρητά το ποσό των 5.000 ευρώ, ενώ την ίδια ημέρα κατέθεσε επιπλέον στον λογαριασμό του Κ.
Τ. το ποσό των 15.000 ευρώ. Από την κίνηση περαιτέρω του λογαριασμού αυτού, προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα από 5.11.2004 έως 14.2.2005 ο λογαριασμός πιστώθηκε με το ποσό των 247.000 ευρώ ενώ την 28.2.2005 διέθετε υπόλοιπο 241.485,65 ευρώ. Από 27.10.2005 έως 24.4.2009 χρεώθηκε με το συνολικό ποσό των 158.588,33 ευρώ και συγκεκριμένα: Έγιναν αναλήψεις μετρητών από την Ε.
Σ. ποσού 57.590 ευρώ, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό του I. Σ. το ποσό των 42.100 ευρώ, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό τρίτου το ποσό των 30.000 ευρώ, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Ε. Σ. το ποσό των 9.117 ευρώ και εκδόθηκαν τραπεζικές επιταγές υπέρ ΙΚΑ ποσού 19.781,33 ευρώ. Στον λογαριασμό αυτό κατέθεσε ο πρώην διευθυντής του υποκαταστήματος Κ.
το ποσό των 50.000 ευρώ την 22.11.2010 και το ποσό των 53.304,74 ευρώ την 15.12.2010, ποσά τα οποία άντλησε από λογαριασμούς άλλων πελατών. Προκύπτει δηλαδή, ότι ο Κ., πίστωσε για τους δικούς του λόγους στο λογαριασμό ποσό 13.304,75 ευρώ μεγαλύτερο από αυτό που υπεξαίρεσε. Συνολικά και στους δύο λογαριασμούς, πίστωσε το ποσό των περίπου 63.000 ευρώ επιπλέον των όσων υπεξαίρεσε.
Η θυγατέρα των εναγόντων προέβαινε στις αναλήψεις των άνω ποσών με τη συναίνεση και προφορική έγκριση των εναγόντων. Ο πατέρας της το δέχτηκε αυτό εν μέρει, αναγνωρίζοντας όμως, όπως αναγράφει στην από 8.3.2011 εξώδικη δήλωση του προς την τράπεζα, ότι η κόρη του κινούσε χρήματα μόνο από "τα ανοιχτά", διευκρίνισε δε ότι εννοούσε με αυτόν τον όρο τον υπ' αρ. ...501 λογαριασμό και όχι τον υπ' αρ. 541 002101 196 106 λογαριασμό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξάλλου, για να διερευνήσει το ποιος έχει υπογράψει στα παραστατικά της τράπεζας με τα οποία έγιναν αναλήψεις-καταθέσεις χρηματικών ποσών στους λογαριασμού διέταξε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, Α) επί 55 αποδεικτικών αναλήψεως, μεταφοράς ή κατάθεσης, για να διαπιστωθεί αν φέρουν την υπογραφή της Ε.
Σ. ή του Κ. Κ. και Β) επί ενός αποδεικτικού ανάληψης και επί τριών αποδεικτικών κατάθεσης, για να διαπιστωθεί αν φέρουν την υπογραφή του Ι. Σ. ή του Κ. Κ.. Τα 55 από τα άνω παραστατικά κατατάχθηκαν από τον πραγματογνώμονα σε 4 ομάδες. Σύμφωνα με το πόρισμα του πραγματογνώμονα, με το οποίο συμφωνεί και το Δικαστήριο, τα 41 παραστατικά της πρώτης ομάδας (39 αποδεικτικά ανάληψης συνολικού ποσού 123.287,86 ευρώ, 1 αποδεικτικό κατάθεσης ποσού 1.300 ευρώ και 1 αποδεικτικό μεταφοράς ποσού 10.000 ευρώ) έχουν τεθεί δια χειρός Ε.
Σ.. Άλλωστε τα περισσότερα από τα παραστατικά αυτά έχουν υπογραφεί σε περίοδο που ο διευθυντής Κ. δεν υπηρετούσε στο υποκατάστημα της εναγομένης στο ..., δεν μπορούσε δηλαδή να έχει φυσική παρουσία στο υποκατάστημα αυτό και να υπογράψει ο ίδιος τα παραστατικά. Όσον αφορά τα 7 παραστατικά αναλήψεων ποσού 85.000 ευρώ, δεν έχουν υπογραφεί από την κόρη των εναγόντων, αφού ανταποκρίνονται στο ποσό των 85.000 ευρώ που υπεξαίρεσε ο Κ., άλλωστε αυτό και η ίδια η τράπεζα παραδέχεται.
Τα υπόλοιπα παραστατικά της 2ης και 4ης ομάδας, συνολικού ποσού 17.100 ευρώ (4 παραστατικά ανάληψης συνολικού ποσού 7.500 ευρώ και 3 παραστατικά ανάληψης συνολικού ποσού 9.600 ευρώ) κατά τον πραγματογνώμονα δεν έχουν υπογραφεί από την κόρη των εναγόντων, συμφωνεί μ' αυτό και η τεχνική σύμβουλος αυτών Χ. Τ., ενώ κατά την άποψη της τεχνικής συμβούλου της εναγομένης Ι.
Τ. οι υπογραφές αυτές συνιστούν απλοποιημένη εκδοχή του συνήθους υπογραφικού τύπου της Ε. Σ. και έχουν τεθεί από την ίδια. Η τελευταία αυτή εκδοχή συμφωνεί και με το πόρισμα του εσωτερικού ελέγχου της τράπεζας. Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και αν τα παραστατικά αυτά έχουν υπογραφεί εν αγνοία της Ε. Σ. από τον Κ., ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, και πάλι δεν θεμελιώνουν οποιαδήποτε ζημία αυτών, αλλά μειώνουν το ποσό των συνολικά 63.000 περίπου ευρώ που κατά τον έλεγχο της τράπεζας επιστράφηκε στους λογαριασμούς των εναγόντων επιπλέον των όσων ο Κ.
είχε υπεξαιρέσει. Όσον αφορά τα υπόλοιπα παραστατικά, που διερευνήθηκαν ως προς την υπογραφή του Ι. Σ., λεκτέα τα εξής: το από 15.12.2010 αποδεικτικό κατάθεσης ποσού 53.304,75 ευρώ δεν προέρχεται σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα από τον πρώτο ενάγοντα ούτε από τον Κ., σ' αυτό συμφωνούν και οι τεχνικοί σύμβουλοι των αντιδίκων, όπως και η ίδια η τράπεζα.
Το παραστατικό αυτό φέρει την έγκριση του Κ. και επιβεβαιώνει την επιστροφή του υπεξαιρεθέντος ποσού των 53.304 ευρώ στον λογαριασμό. Τα από 27.1.2011 και 9.2.2011 αποδεικτικά κατάθεσης ποσού 8.000 ευρώ και 7.000 ευρώ έχουν υπογραφή της Α. Ε., γεγονός που συνάδει με την αιτιολογία κατάθεσης ("..."). Η Ε. ήταν πελάτης του πρώτου ενάγοντος, αυτός ως εργολάβος είχε ανεγείρει την οικία της.
Το από 13.12.2010 παραστατικό ανάληψης ποσού 5.000 ευρώ κατά τον πραγματογνώμονα δεν έχει υπογραφεί από τον πρώτο ενάγοντα, συμφωνεί μ' αυτό και η τεχνική σύμβουλος των εναγόντων. Κατά την κρίση της τεχνικής συμβούλου της εναγομένης, η υπογραφή αυτή έχει τεθεί από τον πρώτο ενάγοντα, η δε διαφοροποίησή της δικαιολογείται, όπως αναφέρει η τεχνική σύμβουλος της τράπεζας, από τη χρήση γραφικού μέσου με ελαττωματική ροή μελάνης.
Εν προκειμένω ισχύουν και για το παραστατικό αυτό όσα αναφέρθηκαν για τα ανωτέρω παραστατικά ποσού 17.100 ευρώ, σε κάθε δηλαδή περίπτωση, ακόμη και αν το παραστατικό αυτό έχει υπογραφεί εν αγνοία του Ι. Σ. από τον Κ., και πάλι δεν θεμελιώνει οποιαδήποτε ζημία των εναγόντων, αλλά μειώνεται κατά επιπλέον 5.000 ευρώ το ποσό των συνολικά 63.000 περίπου ευρώ που επιστράφηκε στους λογαριασμούς των εναγόντων επιπλέον των όσων ο Κ. είχε υπεξαιρέσει. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί, ότι οι ενάγοντες και ιδίως ο πρώτος ενάγων ο οποίος ήταν επιχειρηματίας, εργολάβος οικοδομών, είχαν εμπειρία από τραπεζικές συναλλαγές, είχαν ικανά κεφάλαια τα οποία αποταμίευαν ή επένδυαν και συνεπώς δεν γίνεται πιστευτό ότι δεν είχαν εικόνα των λογαριασμών τους, νομίζοντας ότι δήθεν σε αυτούς υπήρχε υπόλοιπο 340.000 ευρώ. Άλλωστε η τράπεζα έστελνε ενημερωτικά έγγραφα με την κίνηση και το υπόλοιπο του πρώτου λογαριασμού, και δεν μπορεί να εξηγηθεί γιατί οι ενάγοντες δεν τα διάβαζαν. Οι ίδιοι διατηρούσαν και το βιβλιάριο καταθέσεων του δεύτερου λογαριασμού, από το οποίο ασφαλώς μπορούσαν να ενημερωθούν για τις κινήσεις και το υπόλοιπο αυτού από το άνοιγμά του και μετά.
Συνεπώς δεν αποδείχτηκε ότι οι ενάγοντες διέθεταν σε λογαριασμό τους το ποσό των 340.000 ευρώ το οποίο υπεξαίρεσε ο προστηθείς της τράπεζας διευθυντής του υποκαταστήματος αυτής στο ... Κ. Κ.. Η δε εκκαλουμένη που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και, επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι έφεσης κρίνονται αβάσιμοι στην ουσία τους και απορριπτέοι".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια, ούτε αντιφάσεις στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επιπλέον, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι οι υπ' αριθ. ...59/01 και ...13/01 έγγραφες ομολογίες που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες για την επένδυση των χρημάτων σε προθεσμιακό λογαριασμό ήταν πλαστές, ενόψει του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται ότι αυτές δεν έφεραν τα τυπικά στοιχεία των σχετικών εγγραφών της Τράπεζας, σύμφωνα και με το σημείωμα ελέγχου του καταστήματος ...
της αναιρεσίβλητης Τράπεζας από τον Επιθεωρητή αυτής Α. Γ.. Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο (δεύτερο) κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δεδομένου ότι, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη κατέβαλε σε πελάτες της το ποσό των 2.600.000 ευρώ για αποζημιώσεις λόγω των υπεξαιρέσεων, που έκανε ο Διευθυντής του Υποκαταστήματός της στο ...
Κ. Κ. και ενώ αποδεικνύεται αμετακλήτως από τις από τις ως άνω ποινικές αποφάσεις ότι ο ίδιος Διευθυντής υπεξαίρεσε και από αυτούς (αναιρεσείοντες) στο ποσό των 350.000 ευρώ, στη συνέχεια εσφαλμένα και αντιφατικά απέρριψε την ένδικη αγωγή. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω (δεύτερος) λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των πιο πάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτές κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας υφίστανται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή και ως εκ τoύτου ουδεμία δυσχέρεια ή αδυναμία στην εκτέλεση αυτής υφίσταται.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος και κατά τα δύο σκέλη του είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 166/2019, ΑΠ 814/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. , κατ' εκτίμηση μόνο, 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του : α) την υπ' αριθ. 663-664/2012 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ναυπλίου, β) την υπ' αριθ. 99/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου και γ) την από 22-2-2011 επιστολή του καταδικασθέντος Διευθυντή της Υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας Κ.
Κ. προς αυτήν. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (6η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι δεν υπήρξε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους του ως άνω υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας εκ μέρους της τελευταίας.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-6-2018 αίτηση των Ι. Σ. και Σ. συζ. Ι. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 138/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ