Supreme Court dismisses appeal due to untimely supplementary grounds and absence of absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and supplementary grounds, ordering him to pay legal costs. The court ruled that the supplementary grounds were inadmissible because they were filed late, missing the thirty-day deadline required by law. Additionally, the court proceeded with the hearing despite the absence of four defendants who had been properly summoned, treating their non-appearance as if they were present.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 573(1) of the Code of Civil Procedure; Supplementary grounds of appeal must be filed within thirty days of the original hearing date, and the court may proceed with the hearing in the absence of properly summoned defendants who fail to appear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 814 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 814/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Β. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παπακωνσταντόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Β. συζ. Χ. Γ., το γένος Ι. Β., κατοίκου ..., 2.Σ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 3.Ε. συζ. Η. Κ. το γένος Ι. Β., κατοίκου ..., 4.Ε. χας Α. Β., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., 5., Ι. Β. του Α., κατοίκου ..., 6.Χ. Β. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σινανίδη, 7.Ε. χας Η. Β., το γένος Κ. Μ., κατοίκου ..., 8.Ι. Β. του Η., κατοίκου ..., 9.Γ. Β. του Η., κατοίκου ..., 10.Α. συζ. Ε. Σ., το γένος Η. Β. κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-1996 αγωγή των 7ης 8ου 9ου και 10ης ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 68/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 13/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 23-3-2007 αίτησή του και τον από 3-11-2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε κατά την αρχική δικάσιμο και επανήλθε με την από 12-6-2017 κλήση του αναιρεσείοντος στην σημερινή δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 4-11-2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 24-11-2017 έκθεσή της επί του πρόσθετου λόγου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη αυτού.
Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις .../15-12-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Γ. Ε., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι οι έβδομη, όγδοος, ένατος και δέκατη των αναιρεσιβλήτων κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (21-2-2018). Επομένως και αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο τη δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ’ αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει την κυριότητα. Εξάλλου για την έναρξη της κτητικής παραγραφής είναι αδιάφορο το επιλήψιμο ή ανεπίληπτο της νομής, δεν ενδιαφέρει επίσης ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, αν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κατά τις διατάξεις των άρθρων 975 και 976 ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο δια της καταλήψεως του ακινήτου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε όρος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Συγκύριοι του επιδίκου, ήτοι ακινήτου εμβαδού 3.167,70 τετ. μέτρων στη θέση "..." της κτηματικής περιφερείας του ..., είναι οι εκ των εφεσίβλητων Σ.
Ι. Β. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και Ε. χα Α. Β., Ι. Α. Β. και Χ. Α. Β. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου από κοινού. Κατέστησαν δε συγκύριοι του ακινήτου αυτού κατά τα παραπάνω ποσοστά με έκτακτη χρησικτησία, καθ’ όσον ο πρώτος τούτων Σ. Ι. Β. και ο αδελφός του, δικαιοπάροχος των λοιπών, Α. Ι. Β. επελήφθησαν της νομής και κατοχής του εν λόγω ακινήτου, εξ ημισείας, εξ αδιαιρέτου, από το έτος 1968, έκτοτε δε ο μεν Σ.
Ι. Β. συνεχώς μέχρι σήμερα, ο δε Α. Ι. Β. μέχρι το θάνατο του το έτος 1988 και μετά το θάνατο του οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συνεχώς μέχρι σήμερα έχουν το εν λόγω ακίνητο στη σύννομη και συγκατοχή τους και ασκούν επ’ αυτού, σ’ όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής με τη θέληση τους να είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι αυτού.
Συγκεκριμένα, την περίοδο 1968-1969 οι ανωτέρω αδελφοί Σ. και Α. Β. ανήγειραν στο επίδικο τις κατοικίες τους, εμβαδού 50 τετ. μέτρων περίπου του πρώτου και 100 τετ. μέτρων περίπου του δευτέρου, στις οποίες κατοικούν έκτοτε συνεχώς μέχρι και σήμερα με τις οικογένειες τους, μετά δε το θάνατο του Α. Β. οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, τις επιτηρούν και τις επιβλέπουν, όπως, άλλωστε και ολόκληρο το παραπάνω ακίνητο.
Οι ανωτέρω επελήφθησαν της νομής και κατοχής του παραπάνω ακινήτου υπό τα όμματα και με τη συγκατάθεση του πατέρα τους Ι. Β. επ’ ονόματι του οποίου είχε αγορασθεί το εν λόγω ακίνητο με το νομίμως μεταγραφέν .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πρεβέζης Α. Δ. υπό τα όμματα δε και με τη συγκατάθεση του ασκούσαν την εν λόγω νομή μέχρι και το θάνατο του το έτος 1971.
Την, κατά τα παραπάνω, νομή και κατοχή του επιδίκου εκ μέρους των προαναφερθέντων Σ. και Α. Β. γνώριζαν και οι λοιποί αδελφοί αυτών ήτοι ο εκκαλών της πρώτης εφέσεως Β. Β., ο θανών το έτος 1979 δικαιοπάροχος των εκκαλούντων της δευτέρας εφέσεως Η. Β. και οι εκ των εφεσίβλητων Β. και Ε. Β.. (Ακολουθεί σχολιασμός των αποδεικτικών μέσων και πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου προς στήριξη των παραπάνω παραδοχών του).
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι δεύτερος τετάρτη, πέμπτος και έκτη των αναιρεσιβλήτων έγιναν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και αφού απέρριψε τις εφέσεις του αναιρεσείοντος και των ερήμην δικασθέντων παραπάνω αναιρεσιβλήτων, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή διανομής θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των ως άνω δεύτερου, τέταρτης, πέμπτου και έκτης των αναιρεσιβλήτων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού για το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας από τους 2° -6° των αναιρεσιβλήτων εναγομένων με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του επιδίκου ακινήτου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, που εφάρμοσε.
Επομένως ο πρώτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθηση του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών περιστατικών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη του προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μασά, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης αξίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.
Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση των αποδεικτικών μέσων, που δε λήφθηκαν υπόψη, στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Ανάγκη επίκλησης υπάρχει και για το αποδεικτικό μέσον της ομολογίας (352 Κ.Πολ.Δ.) διότι ναι μεν η δικαστική ομολογία περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει ο αναιρεσείων να ισχυρίζεται στο αναιρετήριο ότι επικαλέσθηκε την ομολογία.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ., γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην πατρική κληρονομία και ότι είναι συγκύριος αυτού και ειδικότερα 1) την 110/1998 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας η οποία εκδόθηκε επί της από 3-3-1998 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής του αναιρεσιβλήτου Σ.
Β. κατά του αναιρεσείοντος και της θυγατέρας του Π. Β. και 2) το ... πιστοποιητικό της γραμματείας του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας περί τελεσιδικίας της παραπάνω αποφάσεως, από το οποίο προκύπτει ότι δεν άσκησε έφεση κατ’ αυτής ο ηττηθείς τότε αιτών, αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, αφού λήφθηκαν υπόψη μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις παραπάνω παραδοχές της, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Περαιτέρω με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατ’ ορθή υπαγωγή του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος (και όχι από τον αρ. 12 του ίδιου άρθρου), συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου Σ.
Β., περιεχόμενη στις προτάσεις του ενώπιόν του και συναρτώμενη με τον ουσιώδη ισχυρισμό του περί της απόκτησης της συγκυριότητάς του επιδίκου από τον ίδιο με έκτακτη χρησικτησία, στις οποίες ανέφερε ότι κατασκεύασε στο επίδικο οικία 50 τμ. το έτος 1967, το δε Εφετείο δέχθηκε ότι η οικία αυτή κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 1968-1969.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δε γίνεται αναφορά ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε την ομολογία αυτή του αντιδίκου του στο Εφετείο.
Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, και επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως.
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης θεωρείται η αρχικώς ορισθείσα δικάσιμος κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο μετά από ματαίωση ή αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως κατ’ άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ., η μη τήρηση δε της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, το οποίο λαμβάνεται υπ’ όψιν και αυτεπαγγέλτως.
Επομένως εφόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αρχική δικάσιμος για την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, η 18-11-2009, το από 3-11-2017 δικόγραφο πρόσθετου λόγου αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου μετά την παραπάνω δικάσιμο κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 9-2-2011, οπότε και ματαιώθηκε και επανήλθε προς συζήτηση με κλήση του τελευταίου κατά την δικάσιμο της 6-12-2017,, οπότε και πάλι αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (21-2-2018) είναι απαράδεκτο επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2007 αίτηση του Β. Β., περί αναιρέσεως της 13/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων και τον από 3-11-2017 πρόσθετο λόγο αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ