Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of appeal due to procedural time limit error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece divided the appeal proceedings, declaring the hearing inadmissible for one defendant while overturning the lower court's decision for the others. The lower court incorrectly rejected the appeal as untimely, failing to recognize that the statutory extension of procedural deadlines applied to cases where the appeal period began during the judicial suspension. Consequently, the court ruled that the appeal was properly filed and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 83(1) of Law 4790/2021 and Article 25 of Law 4792/2021; The extension of procedural time limits by ten days applies to both appeals initiated before the judicial suspension and those whose period commenced during the suspension.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1136 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1136/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β.Γ. του Μ., 2. Μ.Τ. ή Τ., 3. R.A. του R., 4. Τ.Τ., και 5.Ν.Μ., όλων κατοίκων …. Ο 4ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (1ος, 2ος, 3ος και 5ος ) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Βλάχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20-6-2022 αίτησή της και τους από 4-7-2022 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020).
Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ.α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β' του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες ή οι αναιρεσίβλητοι είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών, σε περίπτωση απλής ομοδικίας όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 542/2020) η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1923/2022, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται, γιατί η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση, ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε, ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 500/2022, ΑΠ 1091/2022, ΑΠ 1074/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 20 Ιουνίου 2022 με αριθμ. καταθ. 20/22.6.2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (9.5.2023), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο τέταρτος (4ος) αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την υπ'αριθμ. 1186/30.6.2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης το Β2' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου και με την, από 30.6.2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η 31.1.2023, κατά την οποία, όπως από το πινάκιο προκύπτει, οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από το δικηγόρο Χαρίδημο Δημακαρέα και η συζήτησή της αναβλήθηκε, μετά από αίτηση του δικηγόρου αυτού, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στις 9.5.2023, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ήταν απών.
Δεν αποδεικνύεται όμως ότι ο ανωτέρω δικηγόρος που εκπροσώπησε τον τέταρτο αναιρεσίβλητο κατά τη δικάσιμο της 31.1.2023 είχε διορισθεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού και συνεπώς ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε νομίμως κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο.
Περαιτέρω α) η αναιρεσείουσα, που παραστάθηκε νόμιμα κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν προσκομίζει έκθεση επίδοσης, από την οποία να αποδεικνύεται ότι με επιμέλεια αυτής, είχε κληθεί ο τέταρτος αναιρεσίβλητος για την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δικάσιμο της 31.1.2023, ούτε επίσης προσκομίζει αντίγραφο επιδοθέντος α'αυτή (αναιρεσείουσα), με επιμέλεια του απολειπόμενου τέταρτου αναιρεσίβλητου, αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την άνω ορισθείσα πρώτη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και β) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος αναιρεσίβλητοι που, επίσης, παραστάθηκαν νόμιμα κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν προσκομίζουν έκθεση επίδοσης, από την οποία να αποδεικνύεται ότι με επιμέλεια αυτών, είχε κληθεί ο απλός ομόδικός τους τέταρτος αναιρεσίβλητος για την αρχική ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως άνω δικάσιμο (31.1.2023), ούτε επίσης προσκομίζουν αντίγραφο επιδοθέντος σ'αυτούς, με επιμέλεια του απολειπόμενου τέταρτου αναιρεσίβλητου, αντιγράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την ως άνω ορισθείσα πρώτη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Ούτε, τέλος, γίνεται οποιαδήποτε μνεία περί όλων των ανωτέρω στις προτάσεις των παρισταμένων αναιρεσίβλητων (η αναιρεσείουσα δεν κατέθεσε προτάσεις). Επομένως, εφόσον ο τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν αποδείχθηκε ότι κλητεύθηκε για να παραστεί στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε ότι επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτηση αυτής, ούτε, τέλος, ότι είχε παραστεί νομίμως κατά την αρχική ορισθείσα δικάσιμο (31.1.2023), πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, καθότι συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν.
Ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους η ένδικη από 20.6.2022 με αριθμ. καταθ. 20/22.6.2022 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της υπ'αριθμ. 112/4.5.2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα η από 11.5.2021 με αριθμ.
καταθ. 58/12.5.2021 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της υπ'αριθμ. 7/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη την από 12.7.2019 αγωγή των εναγόντων και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 11.187,91 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 11.603,55 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 12.207,50 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 3.060 ευρώ και στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 14.700 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προκύπτει, η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 569 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021 (Α 190), που, κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 4912/2022 (Α` 59), εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, ορίζεται ότι " 1. Πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί, και αν η αίτηση της αναίρεσης δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο. 2.
Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Αντίγραφα των προσθέτων λόγων, τα οποία εκδίδονται ατελώς, αφού κατατεθούν από τον αναιρεσείοντα, παραδίδονται από τον γραμματέα του Αρείου Πάγου ένα στον εισηγητή της υπόθεσης για τους σκοπούς του άρθρου 571 και ένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μέσα στην παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών.
Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των παρ.1 και 2 του άρθρου 577 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητά για το παραδεκτό της αναίρεσης και ότι, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι, αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των προσθέτων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ή αν τηρηθεί μόνο μία από αυτές, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους προσθέτους λόγους ως απαραδέκτους (ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 470/2020, ΑΠ 412/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το από 4 Ιουλίου 2022 με αριθμ. καταθ. 68/7.7.2022, δικόγραφο προσθέτου λόγου αναίρεσης κατά των αναιρεσίβλητων, το οποίο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 7.7.2022, ζήτησε να γίνει δεκτή η από 20 Ιουνίου 2022 ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής κατά της υπ'αριθμ. 112/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Πλην, όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση στους αναιρεσίβλητους του δικογράφου του ως άνω πρόσθετου λόγου αναίρεσης εκ μέρους της αναιρεσείουσας, αφού δεν προσκομίζονται από αυτήν εκθέσεις δικαστικού επιμελητή περί επίδοσης του ως άνω δικογράφου προς τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, πρέπει ο πρόσθετος λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτος, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου.
Δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας δεν επιβάλλονται, αφού δεν προκλήθηκε στους αναιρεσίβλητους πρόσθετη δαπάνη από την άσκηση του προσθέτου λόγου αναίρεσης (ΑΠ 470/2020). Με το άρθρο 532 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης, ιδίως αν η έφεση δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως".
Αντικείμενο της έρευνας, κατά το στάδιο αυτό, από το Εφετείο αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης απόφασης, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσίβλητου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1874/2022, ΑΠ 763/2021, ΑΠ 1429/2018).
Κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού είναι ο χρόνος άσκησης της έφεσης με την κατάθεσή της κατ' άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 598/2022, ΑΠ 763/2021, ΑΠ 1429/2018). Αν λείπει μία από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά την συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 367/2022, ΑΠ 1429/2018).
Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".
Με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 7.11.2020 έως 6.4.2021 δεν υπολογίζεται στις προθεσμίες άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 1298/2022) και συνεπώς και στη γνήσια προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης των τριάντα (30 ημερών), αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), που αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης που περατώνει τη δίκη σύμφωνα με το άρθρο 144 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 329/2019, ΑΠ 878/2017).
Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων δεν συμπληρώνεται αν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 1301/2022, ΑΠ 1128/2022, ΑΠ 987/2022). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 763/2021, ΑΠ 67/2015). Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 763/2021, ΑΠ 1429/2018, ΑΠ 1579/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) κατά της υπ'αριθμ. 7/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών επί αγωγής των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων) κατά της εκκαλούσας, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ.
…/22.1.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Ρόδου Γ.Δ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι, η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα την 22.1.2021. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 58/12.5.2021 πράξη της γραμματέα του Πρωτοδικείου Ρόδου, η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση την 12.5.2021, λαμβανομένου δε υπόψιν ότι υπήρχε αναστολή των εργασιών των δικαστηρίων και των διαδικαστικών προθεσμιών από την 7-11-2020 έως την 6-4-2021 και άρα η προθεσμία άσκησης της έφεσης εκκίνησε την 7-4-2021 η έφεση κατατέθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των 30 ημερών που ορίζει το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ και άρα είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η έφεση είναι εμπρόθεσμη διότι βάσει του άρθρου 83 παρ.1 του Ν. 4790/2021 η προθεσμία δεν έληγε πριν παρέλθουν δέκα ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της δεν κρίνεται βάσιμος γιατί η παρέλευση των δέκα επιπλέον ημερών δίνεται σαν δυνατότητα μόνο για τις προθεσμίες που είχαν αρχίσει να τρέχουν πριν από το διάστημα της αναστολής των εργασιών των Δικαστηρίων και συμπληρώθηκαν μετά την 6-4-2021, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η προθεσμία της έφεσης δεν είχε ξεκινήσει και λόγω της αναστολής που υπήρχε στις 22-1-2021 (ημερομηνία επίδοσης της απόφασης) και ξεκίνησε αμέσως μετά τη λήξη της αναστολής την 6-4-2021 και συνεπώς συμπληρώθηκε την 7-5-2021...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η από 11.5.2021 με αριθμ. καταθ. 58/12.5.2021 έφεση της εναγομένης, εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ. 7/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία (εκκαλουμένη απόφαση) επιδόθηκε από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους σ'αυτή (εναγόμενη) στις 22.1.2021, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί ασκήθηκε εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 518 παρ.1 του ΚΠολΔ, με την αιτιολογία ότι αυτή εκκίνησε μετά την πάροδο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας στις 7.4.2021 η δε έφεση ασκήθηκε στις 12.5.2021, έσφαλε, καθότι όφειλε να κρίνει παραδεκτή την έφεση, δεδομένου ότι αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, α) το χρονικό διάστημα από 22.1.2021 (επίδοση της οριστικής απόφασης) έως 6.4.2021 (ημερομηνία λήξης της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων) δεν υπολογίζεται στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 518 παρ.1 του ΚΠολΔ για την άσκηση της έφεσης, β) η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης εκ μέρους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, εκκίνησε στις 7.4.2021, επομένη της ως άνω ημερομηνίας λήξης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και άρσης της αναστολής των δικονομικών προθεσμιών (6.4.2021) και συνεπώς η καταληκτική προθεσμία άσκησης της έφεσης ήταν η 16.5.2021, μετά, δηλαδή, την παρέλευση των δέκα (10) ημερών από την προβλεπόμενη λήξη της ως άνω τριακονθήμερης προθεσμίας στις 6.5.2021, και ως εκ τούτου δεν είχε συμπληρωθεί αυτή κατά την άσκηση της από 11.5.2021 έφεσης στις 12.5.2021 (ημερομηνία κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) και συνεπώς ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Η δε παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η διάταξη του άρθρου 83 παρ.1 εδ γ του ν. 4790/2021, που ορίζει ότι οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, "τυγχάνει εφαρμογής μόνο για τις προθεσμίες που είχαν αρχίσει να τρέχουν πριν από το διάστημα της αναστολής των εργασιών των Δικαστηρίων και συμπληρώθηκαν μετά την 6.4.2021 και ότι δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση που η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης κατά της επιδοθείσας στις 22.1.2021 πρωτοβάθμιας απόφασης δεν είχε ξεκινήσει λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων που υπήρχε κατά την ως άνω ημερομηνία επίδοσης αλλά ξεκίνησε αμέσως μετά τη λήξη της αναστολής την 6.4.2021 και συνεπώς συμπληρώθηκε την 7.5.2021" είναι εσφαλμένη, καθότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 83 παρ.1 του ν. 4790/2021 και 25 του ν. 4792/2021 προκύπτει σαφώς ότι η παράταση των δικονομικών προθεσμιών κατά δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους, αφορά τόσο τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων οι οποίες εκκίνησαν (αφετηριάσθηκαν) πριν τις 7.11.2020 και καταλήφθηκαν από την προσωρινή αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων (από 7.11.2020 έως 6.4.2021), όσο και τις προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων που η αφετηρία τους ενέπιπτε στη χρονική αυτή περίοδο αναστολής (7.11.2020 έως 6.4.2021) και λόγω αυτής (αναστολής) εκκίνησαν (αφετηριάσθηκαν) από 7.4.2021, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η προθεσμία της έφεσης της εκκαλούσας δεν εκκίνησε στις 22.1.2021 (επομένη της επίδοσης της εκκαλουμένης απόφασης) αλλά, όπως προεκτέθηκε, στις 7.4.2021 (πρβλ ΑΠ 123/2022, ΑΠ 848/2021).
Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο απόρριψης ως απαράδεκτης της από 11.5.2021 έφεσης ως εκπροθέσμως ασκηθείσας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι πρώτος (1ος), δεύτερος (2ος), τρίτος (3ος) και πέμπτος (5ος) αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, που παρέστη αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τον τέταρτο (4ο) αναιρεσίβλητο.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20 Ιουνίου 2022 με αριθμ. καταθ. 20/22.6.2022 αίτησης αναίρεσης ως προς τον τέταρτο (4ο) αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει ως απαράδεκτο τον από 4 Ιουλίου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 68/7-7-2022 πρόσθετο λόγο αναίρεσης.
Αναιρεί την με αριθ. 112/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς τους πρώτο (1ο), δεύτερο (2o), τρίτο (3o) και πέμπτο (5ο) αναιρεσίβλητους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο ως προς τους ως προς τους πρώτο (1ο), δεύτερο (2o), τρίτο (3o) και πέμπτο (5ο) αναιρεσίβλητους, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τους πρώτο (1ο), δεύτερο (2ο), τρίτο (3ο) και πέμπτο (5ο) αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και της αρχαιότερης
Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο
αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ