Supreme Court partially allows appeal against first-instance judgment while dismissing part against final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the portion of the appeal challenging the final 2014 settlement agreement but allowed the appeal against the 2018 first-instance judgment. The appellant argued the lower court erred in accepting the employer's withdrawal from the settlement, while the respondent was absent. The court ruled that the withdrawal was invalid due to missing legal prerequisites, necessitating a remand for further proceedings on the first-instance decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 5898B of the Code of Civil Procedure; The court must examine ex officio which party expedited the appeal hearing if a party is absent, and an appeal against a final judgment is inadmissible if the first-instance judgment has been absorbed or extinguished by the appellate decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1135 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1135/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Α. κατοίκου Αιγίου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Φωτοπούλου και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Τ. του Α., κατοίκου Αιγίου, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/1/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της με από 18-11-2018 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσίβλητος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο, όπως αυτό προκύπτει από την 5898Β/9-7-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αιγίου Γ.
Κ.-Μ.. Πρέπει, επομένως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι. Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σ' αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 321/2017, ΑΠ 1102/2017, ΑΠ 888/2015).
Εξάλλου, η αναίρεση ασκείται, όπως όλα τα ένδικα μέσα, με την κατάθεση του δικογράφου σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά.
Η παραβίαση της εν λόγω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 355/2016, ΑΠ 664/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την κρινόμενη από 18-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η 84/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία τούτο δικάζοντας την από 7-7-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 13/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, απέρριψε αυτήν κατ' ουσία και β) η προαναφερόμενη 13/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, η οποία δέχθηκε την ασκηθείσα ενώπιον αυτού από 26-1-2012 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, για απόδοση της ωφέλειας που είχε ο τελευταίος ύστερα από τη λύση της μεταξύ τους σύμβασης έργου και μη επακολούθησης της αιτίας για την οποία είχε δοθεί η σχετική παροχή.
Η κρινόμενη αίτηση, ως προς το μέρος της κατά το οποίο στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, εφόσον η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του δικαστηρίου που δίκασε κατ' έφεση.
Επίσης, η αίτηση αναίρεσης, στρεφόμενη κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη, ως δικόγραφο, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα και για το λόγο ότι κατατέθηκε μεν στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πρώτη των ως άνω αποφάσεων, όπως προκύπτει από την από 22-11-2018 σχετική έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, δεν προκύπτει, όμως, κατάθεση αυτής και στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση Δικαστηρίου σύμφωνα με τα άρθρα 566 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 84/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ασκήθηκε παραδεκτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι, η αγωγή, επί της οποίας έκρινε, σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Επίσης, ο λόγος αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Ο λόγος αυτός, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκη (ΑΠ 1042/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, προϋποθέσεις της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, η ύπαρξη πλουτισμού του υπόχρεου, η επέλευση αυτού από την περιουσία του δικαιούχου ή εις βάρος αυτού, η έλλειψη νόμιμης αιτίας πλουτισμού, δηλαδή η έλλειψη δικαιολογητικής βάσης για τη διατήρηση του πλουτισμού από τον λήπτη και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού και της παροχής.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι, με τη σύμβαση έργου, ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης και να παραδώσει τούτο, εκπληρώνοντας την κύρια συμβατική υποχρέωσή του και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, ήτοι την περιέλευση του έργου στη δική του σφαίρα εξουσίασης.
Ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, έχει, έναντι του κυρίου του έργου, υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του, δηλαδή εκείνη της κατασκευής του έργου, όσο και κάθε άλλη υποχρέωση, η οποία, βάσει συμβατικού όρου (άρθρο 361 ΑΚ), ανάγεται σε κύρια υποχρέωση, δηλαδή υποχρεούται σε προεκπλήρωση.
Μόλις δε προβεί σε εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του, δικαιούται να ζητήσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 778/2013, ΑΠ 1788/2013). Η αμοιβή, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο στη σχετική σύμβαση και μπορεί να είναι αόριστη, δηλαδή να μην έχει οριστεί το ύψος αυτής ή ο τρόπος υπολογισμού της, χωρίς από την αοριστία αυτή να θίγεται το κύρος της σύμβασης, αρκεί να είναι δυνατός ο τελικός καθορισμός αυτής είτε κατά τα άρθρα 371 έως 373 ΑΚ, είτε με αντικειμενικά στοιχεία (ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 1788/2013, ΑΠ 257/2009).
Από τότε που θα καταρτιστεί η σύμβαση έργου, υφίσταται αμοιβαία υποχρέωση του εργολάβου και του εργοδότη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από αυτή και αντίστοιχη αξίωση καθενός τούτων, έναντι του ετέρου. Η αλλοίωση της μεταξύ αυτών υφιστάμενης σχέσης και η μη εξακολούθηση της υποχρέωσης σε εκπλήρωση της παροχής, συμβαίνει όταν συντρέξουν συγκεκριμένες καταστάσεις που καθορίζονται στο νόμο.
Έτσι, τα αποτελέσματα της σύμβασης μπορούν να ανατραπούν με διαφορετική συμφωνία των συμβληθέντων, με βάση την οποία θα καταργήσουν τη σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ). Επίσης, αιτία κατάργησης της σύμβασης αποτελεί και η άσκηση δικαιώματος υπαναχώρησης από αυτή. Η άσκηση υπαναχώρησης μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων στη σύμβαση ως δικαίωμα κάποιου των συμβληθέντων (ΑΠ 793/2015), δηλαδή να επιφύλαξε κάποιος από τους συμβαλλόμενους για τον εαυτό του το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση, κατά τα άρθρα 389 επ.
ΑΚ, ακόμη και χωρίς λόγο, όπως το συμβατικό δικαίωμα στη σύμβαση έργου να κηρύξει ο ένας από τους συμβαλλόμενους έκπτωτο τον άλλο (συμβατική υπαναχώρηση), οπότε για την άσκηση αυτής δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχώρησης (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 896/2011), αλλά και για την περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, στην οποία (μη εκπλήρωση) περιλαμβάνονται και οι τρεις περιπτώσεις παράβασης της σύμβασης, δηλαδή η αδυναμία παροχής, η υπερημερία και η πλημμελής εκπλήρωση (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 886/2011).
Δικαίωμα υπαναχώρησης προβλέπεται επίσης από το νόμο, δηλαδή άσκηση νόμιμης υπαναχώρησης, η οποία μπορεί να ασκηθεί με τη συνδρομή συγκεκριμένων όρων και προϋποθέσεων που καθορίζονται στις σχετικές διατάξεις. Τέτοια πρόβλεψη γίνεται στο άρθρο 686 εδ. α' ΑΚ σύμφωνα με την οποία, αν ο εργολάβος, ο οποίος έχει υποχρέωση έγκαιρης και προσήκουσας εκτέλεσης του έργου, δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει την εκτέλεσή του, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το αν η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε πταίσμα του εργολάβου.
Επίσης, υπαναχώρηση του εργοδότη από τη σύμβαση έργου, προβλέπεται και από τις διατάξεις του άρθρου 686 εδ. 2 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου για την παράδοση του έργου στο χρόνο που είχε συμφωνηθεί με τη σύμβαση, ο εργοδότης έχει δικαίωμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 383 επ.
ΑΚ, να επιλέξει, εκτός των άλλων δικαιωμάτων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αφού πρώτα τάξει στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο αυτής αποκρούει την παροχή (άρθρο 387 ΑΚ), εκτός της περίπτωσης συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 παρ. 1 ΑΚ (ΑΠ ΑΠ 113/2014, ΑΠ 1551/2009), οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, να δηλώσει υπαναχώρηση και να απαιτήσει εύλογη αποζημίωση (ΑΠ 1378/2010).
Τέλος, δικαίωμα υπαναχώρησης παρέχεται στον αντισυμβαλλόμενο και στην περίπτωση που η παροχή του άλλου είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο αυτός έχει ευθύνη (άρθρο 382 ΑΚ). Η υπαναχώρηση του εργοδότη ασκείται με άτυπη διαπλαστική δήλωση αυτού προς τον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου, η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, και δεν απαιτείται να περιέχει τη λέξη "υπαναχώρηση".
Η άσκηση της υπαναχώρησης έχει ως συνέπεια την άμεση διάλυση της σύμβασης με ενέργεια αποκλειστικά ενοχική. Η σύμβαση καταργείται αναδρομικά (ex tunk) από τη στιγμή της κατάρτισής της, η νομική σχέση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργολάβο διαλύεται αυτοδικαίως και, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί νόμιμης υπαναχώρησης, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων προς παροχή, οι οποίες απορρέουν από τη σύμβαση.
Έτσι, από την υπαναχώρηση δεν έχει πλέον κανένα από τα συμβαλλόμενα μέρη καμία αξίωση εναντίον του άλλου για εκπλήρωση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού για αιτία που έληξε (ΟλΑΠ 568/1975, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 260/2015, ΑΠ 1788/2013).
Επομένως, με την υπαναχώρηση αποσβένεται και η υποχρέωση του εργοδότη για πληρωμή της αμοιβής του εργολάβου, σε περίπτωση δε που έχει καταβληθεί έχει αξίωση απόδοσης κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις (ΑΠ 1376/2012, ΑΠ 787/1996). Ωστόσο, οι συνέπειες της υπαναχώρησης κατά τις παραπάνω διατάξεις από τη σύμβαση έργου δεν επέρχονται αν δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες σε κάθε περίπτωση προϋποθέσεις ώστε να δικαιούται ο εργοδότης να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (ΑΠ 312/2016, ΑΠ 359/2014), οπότε και δεν αποκτά ο εργοδότης δικαίωμα αναζήτησης της τυχόν καταβληθείσας αμοιβής.
Διάφορη της κατά τα ανωτέρω κατάργησης της σύμβασης με υπαναχώρηση, συνιστά η, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, καταγγελία της σύμβασης έργου. Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία, απευθυντέα, αμετάκλητη και αναιτιώδης, που μπορεί να γίνει και σιωπηρά, συναγόμενη σαφώς από συντρέχοντα περιστατικά, κατά την οποία ο εργοδότης έχει δικαίωμα, μέχρι την αποπεράτωση του έργου, να καταγγείλει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο τη σύμβαση, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον (ex nunc), με συνέπεια να οφείλει αυτός να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
Η κρίση, δε, του δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης του εργοδότη συνιστά υπαναχώρηση κατά το άρθρο 686 ΑΚ ή καταγγελία κατά το άρθρο 700 ΑΚ, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, με βάση τα κατ` ουσία γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 697/2018, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 121/2014). Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα, οι από το άρθρο 560 αρ 1 και 6 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 686 και 904 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ' αυτής από τον αναιρεσιβλήτο εγερθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή περί υπαναχώρησης του τελευταίου (αναιρεσίβλητου εργοδότη) από τη μεταξύ αυτού και του ιδίου ως εργολάβου καταρτισθείσα σύμβαση έργου, και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) των παραπάνω κανόνων δικαίου, την συνδρομή των κατ' αυτούς απαιτουμένων για την εγκυρότητα της γενομένης υπαναχωρήσεως προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή επέβαλαν την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, δέχθηκε και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Ο ενάγων, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστή και διατηρεί πρακτορείο ασφαλίσεων της εταιρίας ...
στο Αίγιο, από ετών συνδεόταν με τον εναγόμενο Θ. Μ., που ασχολείται επαγγελματικά με την τοποθέτηση πλακιδίων, με στενή φιλική σχέση. Τον Φεβρουάριο του έτους 2006 ο τελευταίος, μέσω του ενάγοντος, ασφάλισε δύο αυτοκίνητα στην άνω ασφαλιστική εταιρία και επένδυσε στην εταιρία ... το ποσό των 69.000 ευρώ σε αμοιβαία κεφάλαια.
Το ανωτέρω ποσό της επένδυσης διαχωρίστηκε σε δύο συμβόλαια των 39.000 ευρώ με ημερομηνία 14-2-2006 και των 30.000 ευρώ με ημερομηνία 28-2-2006, πλην όμως ο επενδυτής Θ. Μ. προέβη σε πρόωρη εξαγορά των συμβολαίων του με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική ζημία, την οποία ουδόλως ευθύνεται ο ενάγων να αποκαταστήσει. Περί το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, λόγω της σχέσης που συνέδεε τα ανωτέρω πρόσωπα ο ενάγων, ο οποίος κατά τον άνω χρόνο ανήγειρε νέα οικοδομή στην περιοχή Βουλωμένο Αιγίου συμφώνησε με τον εναγόμενο Θ.
Μ. πως μόλις θα έφτανε η οικοδομή στο στάδιο τοποθέτησης των πλακιδίων, την εργασία αυτή θα αναλάμβανε ο τελευταίος. Μετά την σύναψη της άνω συμφωνίας ο ενάγων εξέδωσε εις διαταγήν του Θ. Μ. την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Α.Ε., ποσού 3.000 ευρώ, της οποίας συμπλήρωσε ιδιοχείρως όλα τα στοιχεία, πλην της ημερομηνίας έκδοσης αυτής, καθότι δεν γνώριζε επακριβώς πότε θα ήταν έτοιμη η οικοδομή του για την τοποθέτηση των πλακιδίων από τον εναγόμενο.
Την επιταγή αυτή παρέδωσε στον τελευταίο ως προκαταβολή για το έργο που θα εκτελούσε με τη ρητή συμφωνία ότι θα συμπληρωθεί η ημερομηνία έκδοσης εν καιρώ και από κοινού με τον ίδιο (ενάγοντα) εφόσον και αν τελικά αρχίσει η εκτέλεση του έργου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο με αριθμό ... Δελτίο Αποστολής της τουβλοποιίας Αλισσού Αχαΐας με την επωνυμία "....", η νεόδμητη οικοδομή του ενάγοντα βρισκόταν στο στάδιο τοιχοποιίας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του έτους 2008 και η επίστρωση των πλακιδίων ήταν το επόμενο στάδιο κατασκευής.
Πλην όμως η πρόοδος των εργασιών της οικοδομής περαιτέρω είχε άμεση σχέση με την εκταμίευση δανείου του ενάγοντα από τον ΟΕΚ και δεν γνώριζε ο τελευταίος εξ αυτού του λόγου πότε θα άρχιζαν οι εργασίες τοποθέτησης των πλακιδίων. Η προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων δεν ευοδώθηκε διότι στο μεταξύ διαταράχθηκαν σοβαρά οι σχέσεις τους με συνέπεια ο ενάγων να δηλώσει ρητώς στον εναγόμενο πως δεν μπορούν να συνεργαστούν και δεν ήθελε να ασχοληθεί αυτός με την τοποθέτηση των πλακιδίων ζήτησε δε, ο ενάγων από τον εναγόμενο να του επιστρέψει την ως άνω επιταγή που του είχε δώσει, καθώς η εκτέλεση του έργου δεν είχε ξεκινήσει καν, ούτε και είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη αυτού και η προαναφερόμενη συμφωνία τοποθέτησης πλακιδίων από τον εναγόμενο στην οικοδομή του (ενάγοντα) ματαιώθηκε.
Κατόπιν τούτου, ο ενάγων αναζητούσε από τον εναγόμενο διαρκώς την επιστροφή της ως άνω επιταγής που χορηγήθηκε αχρεωστήτως πλέον στον τελευταίο, αφού αυτός (εναγόμενος) δεν προσέφερε καμία εργασία ούτε θα προσέφερε τέτοια στο μέλλον. Άλλωστε τα παραπάνω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα υπ' αριθμ....
και ... τιμολόγια - Δελτία Αποστολής της επιχείρησης πώλησης πλακιδίων και ειδών υγιεινής στον Άγιο Ιωάννη Κιάτου με την επωνυμία "...", ότι δηλαδή ο χρόνος αγοράς και τοποθέτησης των πλακιδίων έγινε σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της εμφάνισης προς πληρωμή της άνω επιταγής από άλλον εργολάβο και όχι από τον εναγόμενο.
Εξάλλου και ο εναγόμενος μετ' επιτάσεως ισχυρίζεται πως ουδέποτε με οιονδήποτε τρόπο εργάστηκε στην οικοδομή του ενάγοντος>>. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο εναγόμενος, επειδή θεωρούσε υπαίτιο τον ενάγοντα για την πρόωρη εξαγορά των συμβολαίων του και την εξ αυτής ζημία του και χολωθείς από τη μεταστροφή αυτού, αφού συμπλήρωσε αυτοβούλως και αντισυμβατικά ως προς την ημερομηνία έκδοσης την ως άνω επιταγή, τη μεταβίβασε με οπισθογράφηση στον Α.
Δ., για την εξόφληση εργασιών που εκείνος είχε κάνει στο κτήμα του και ο τελευταίος, μολονότι ειδοποιήθηκε από τον ενάγοντα ότι δεν είχε καμία οφειλή προς τον εναγόμενο, εμφάνισε την επιταγή για πληρωμή, η οποία δεν πληρώθηκε καθόσον ο ενάγων είχε ανακαλέσει την εντολή για την πληρωμή της, αν και είχε επαρκές υπόλοιπο στο λογαριασμό, πλην, όμως, λόγω της έκδοσης από τον ως άνω κομιστή της επιταγής διαταγής πληρωμής σε βάρος του και επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, κατέβαλε σ' αυτόν (κομιστή) το ποσό της επιταγής, τόκους, την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και έξοδα εκτέλεσης, συνολικά ποσό 3925 ευρώ.
Με τις παραδοχές αυτές, δεχόμενο ότι ο ενάγων δεν όφειλε στον εναγόμενο το χρηματικό ποσό της επιταγής, έκρινε ότι ο τελευταίος έγινε πλουσιότερος σε βάρος του χωρίς νόμιμη αιτία και είχε υποχρέωση να αποδώσει στον ενάγοντα την ωφέλεια που απέκτησε με την απελευθέρωσή του από την καταβολή της αντίστοιχης υποχρέωσής του προς τον Α.
Δ., απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που με όμοιο περιεχόμενο, είχε δεχθεί την αγωγή. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις περί νόμιμης υπαναχώρησης και αδικαιολογήτου πλουτισμού ως άνω διατάξεις των άρθρων 382, 383, 686 και 904 ΑΚ. Ειδικότερα, ενώ την αξίωση του αναιρεσίβλητου την οποία έκαμε δεκτή θεμελίωσε, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, και ανεξάρτητα από τη μη αναφορά σ' αυτήν της λέξης της υπαναχώρησης και τη μη παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων του νόμου που τη δηλώνουν, στις διατάξεις περί υπαναχώρησης από την μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση και περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του όλα τα κατά νόμο αναγκαία κατά τα άρθρα 382 ή 383 ή 686 ΑΚ περιστατικά για την άσκηση δικαιώματος νόμιμης υπαναχώρησης από τη σύμβαση, ώστε να προκύπτει η συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων ως προς την επικαλούμενη, με βάση σχετική δήλωση, λύση της ένδικης εργολαβικής σύμβασης, η οποία λόγω αναδρομικότητας της κατάργησής της να γεννά την αξίωση απόδοσης του μέρους της καταβληθείσας έναντι της αμοιβής προκαταβολής κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση και ότι αυτή "ματαιώθηκε" με τη δήλωση του αναιρεσίβλητου εργολάβου προς τον αναιρεσείοντα εργοδότη "ότι πλέον δεν μπορούν να συνεργαστούν και δεν ήθελε πλέον να εκτελέσει εκείνος την εργασία τοποθέτησης των πλακιδίων στην οικοδομή του, καθώς και να του επιστρέψει την επιταγή που του είχε δώσει για προκαταβολή", ότι στη δήλωση αυτή οδηγήθηκε λόγω της σοβαρής διατάραξης των σχέσεών τους, καθώς και στο ότι δεν είχε αρχίσει ακόμη η κατασκευή του έργου ούτε είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη ημερομηνία έναρξης της εκτέλεσης αυτού.
Τα γενόμενα όμως, δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά, δεν μπορούν να στηρίξουν δικαίωμα νόμιμης υπαναχώρησης του αναιρεσίβλητου εργοδότη από την καταρτισθείσα μεταξύ αυτών σύμβαση, αφού δεν καλύπτουν τις αναγκαίες κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις προϋποθέσεις για τη νόμιμη άσκηση αυτής και εντεύθεν την επέλευση των συνεπειών της υπαναχώρησης ήτοι την αναδρομική διάλυση της σύμβασης, την απόσβεση της υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου εργοδότη για καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής και την θεμελίωση της ασκούμενης αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για την απόδοση του καταβληθέντος μέρους της συμφωνηθείσας αμοιβής, με αποτέλεσμα, υπό τις ελλιπείς ως άνω παραδοχές, να μη δικαιολογείται το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου.
Επομένως, βρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβλεπόμενες από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτιάσεις που προβάλλονται με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, ο οποίος κρίνεται κατ' αυτό βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη από 18-11-2018 αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 13/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας να απορριφθεί, να μην επιδικαστούν, όμως, δικαστικά έξοδα, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε και δεν υπέβαλε αίτημα καταβολής τους, κατά το μέρος, δε, που διώκει την αναίρεση της 84/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου της αίτησης, και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε κατ' έφεση, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα που το κατέθεσε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του, σε βάρος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2018 αίτηση αναίρεσης του Θ. Μ. του Α. κατά το μέρος που διώκει την αναίρεση της 13/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας.
Δέχεται την άνω αίτηση αναίρεσης καθόσον στρέφεται κατά της 84/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου.
Αναιρεί την ως άνω τελεσίδικη απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ