Legislator Case Law & Legislation
1135/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding insurance liability and procedural scope.

Case Number 1135/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate judgment and the underlying first-instance ruling. The appellants argued that the appellate court erred in assessing insurance liability and misinterpreted civil code provisions regarding damages. The court rejected these claims, ruling that the first-instance judgment on specific issues was procedurally non-appealable as it was substantively decided by the appellate court, and that the appellants' arguments regarding insurance claims were based on false premises.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 552, 553, 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: A first-instance judgment on matters subsequently decided by the appellate court is not subject to appeal, as it merges into the appellate decision or ceases to exist upon the appeal's resolution.

Keywords

AI generated
appeal admissibility appellate court jurisdiction insurance liability civil code interpretation court costs procedural non-appealable merger of judgments

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 552, 553 and 556 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 496 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 181, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 481 and 482 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1135 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1135/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Α., 2) Ι. Χ. του Χ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Καφεντζή και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ.-Λ. του Ν., 2) Β. θυγατέρας Γ. Φ., συζύγου Ι. Κ.-Λ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χαραλάμπη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4267/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2630/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.10.2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Υπόκειται προς κρίση η από 10.10.2017 αίτηση αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθ. 2630/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των εδώ διαδίκων, επικύρωσε τη συμπροσβαλλόμενη με αυτή υπ’ αριθ. 4267/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 18.12.2010 αγωγή των αναιρεσίβλητων (και) κατά των αναιρεσειόντων και είχαν υποχρεωθεί οι τελευταίοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος (με τους λοιπούς εναγομένους) σε καθένα από αυτούς το ποσό των 110.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της άσκησης αναίρεσης κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι δεν υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τα κεφάλαια εκείνα, κατά τα οποία προσβλήθηκε με έφεση, η οποία κρίθηκε κατ’ ουσίαν από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού η απόφαση αυτή κατά τα κεφάλαιά της αυτά, σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης εξαφανίζεται, ενώ σε περίπτωση απόρριψής της ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 873/2019, ΑΠ 976/2018, ΑΠ 1799/2009).

Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά της υπ’ αριθ. 4267/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι κατά της οποίας εφέσεις των αναιρεσειόντων, μετά από εξέταση της ουσίας απορρίφθηκαν με την προσβαλλόμενη 2630/2017 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και έτσι αυτή ενσωματώθηκε στην τελευταία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Αντίθετα, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος, που απευθύνεται κατά της εφετειακής απόφασης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.

Βαριά αμέλεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της (ΑΠ 1668/2013). Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (άρθρ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1398/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 71 ΑΚ: «Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον». Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ. 1 ΑΚ και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα «το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα» και «όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα [...]» συνάγονται τα ακόλουθα:

(Α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν στα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011).

(Β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία. Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ίδιων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).

(Γ) Σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης εκάστου μέλους της διοίκησης για την κατ` αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος εκ του αδικήματος και

(Δ) Το μέλος της διοίκησης δύναται να επικαλεσθεί με ένσταση (την οποία και βαρύνεται να αποδείξει) ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικώς υπαίτιο για τη διάπραξη του αδικήματος και υπόχρεο για την εντεύθεν ζημία του παθόντος, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 627/2009). Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ τρόπο, δηλαδή πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άρα ιστορική βάση, και αίτημα περί απαλλαγής από την ευθύνη, ώστε μέσω της κατάλληλης υπαγωγής στο πλαίσιο του οικείου νομικού συλλογισμού να εκδοθεί τελικά απόφαση σύμφωνη με την έννομη αυτή συνέπεια.

Αν το νομικό πρόσωπο είναι ανώνυμη εταιρεία, το όργανο εκπροσώπησης και διοίκησης αυτής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 22 παρ. 1εδ. α' του Κώδικα νόμων 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών», είναι το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο δρα με συλλογικό τρόπο και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού.

Η διάκριση, εξάλλου, των μελών του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας σε εκτελεστικά και μη εκτελεστικά, η οποία εισήχθη με το άρθρο 3 παρ.1 εδ. 1 και 2 του ν. 3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση, δεν αλλάζει τα ανωτέρω ειδικά ως προς την ευθύνη των μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού της συμβουλίου έναντι των τρίτων.

Συγκεκριμένα, συμφώνως προς την προαναφερθείσα διάταξη «το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εκτελεστικά και μη εκτελεστικά μέλη. Εκτελεστικά μέλη θεωρούνται αυτά που ασχολούνται με τα καθημερινά θέματα διοίκησης της εταιρείας, ενώ μη εκτελεστικά τα επιφορτισμένα με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων».

Η ανωτέρω διάταξη ρυθμίζει προεχόντως την εσωτερική ευθύνη των οργάνων της ανώνυμης εταιρείας έναντι αυτής και των μετόχων και όχι την εξωτερική τους ευθύνη έναντι των τρίτων, που ρυθμίζεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες γενικές ή ειδικές διατάξεις του αστικού δικαίου (ΑΠ 472/2018, ΑΠ 370/2018). Άλλωστε, όπως ευθέως αναφέρεται στο άρθρο 3 της εισηγητικής έκθεσης του ανωτέρω νόμου (3016/2002), το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας εξακολουθεί να είναι ενιαίο συλλογικό όργανο και οι αποφάσεις του λαμβάνονται από όλα τα μέλη του, ανεξάρτητα της ιδιότητάς τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών.

Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων, σαφώς προκύπτει ότι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και τα μη εκτελεστικά, στα οποία, άλλωστε, ο προαναφερόμενος νόμος περί εταιρικής διακυβέρνησης έχει αναθέσει τις αποστολές, αφ' ενός μεν της προαγωγής όλων των εταιρικών ζητημάτων στη χάραξη της επιχειρηματικής στρατηγικής της εταιρείας, με τη συμμετοχή τους στις οικείες συνεδριάσεις του διοικητικού της συμβουλίου, αφ' ετέρου δε, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3016/2002, την επόπτευση των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρείας, λαμβανομένου υπ' όψη ότι οι παρεχόμενες από αυτή ασφαλιστικές υπηρεσίες εμπίπτουν στην έννοια της υπηρεσίας, όπως την εννοεί το άρθρο 8 του νόμου 2251/1994, περί προστασίας των καταναλωτών (ΑΠ 1101/2004), ενέχουν αδικοπρακτική ευθύνη σε περίπτωση υπαίτιας μη εκπλήρωσης των προβλεπομένων και από αυτόν (ν.2251/1994) υποχρεώσεων πρόνοιας και παροχής της ευλόγως προσδοκώμενης ασφάλειας των συναλλασσόμενων τρίτων προς τους οποίους παρέχει (η εταιρεία) τις ασφαλιστικές της υπηρεσίες (ΑΠ 1/2019).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 10/2011, ΑΠ 191/2013).

Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1333/2018).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

(α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση,

(β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό,

(γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και

(δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την αναιρετική διαδικασία:

«| Με την με αρ. 15273/21.9.2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α) (Β' 2028/21.09.2009), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ». Με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω Επιτροπής (ΕΠ.Ε.Ι.Α), επιβλήθηκε στην ανωτέρω ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία παρείχε, δυνάμει της 49239/04.09.1941 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (Φ.

Ε. Κ., Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών 279/09.09.1941), ασφαλιστικές υπηρεσίες διαφόρων κλάδων ασφαλίσεως, απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση ενώ, με την 141/31.03.2009 όμοια απόφασή της η Επιτροπή επέβαλε στην πρώτη εναγομένη πρόστιμο ύφους 600.000 ευρώ, λόγω της μη συμμορφώσεώς της με τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση, της αρνήσεώς της να συνεργασθεί με τις αρχές και της εν γένει παραβατικής της συμπεριφοράς.

Ακολούθησε η διενέργεια χρηματοοικονομικού ελέγχου της πρώτης εναγομένης- επιχείρησης από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, μετά την ολοκλήρωση του οποίου συντάχθηκε σχετική έκθεση ελέγχου (7870/19.05.2009 έκθεση της Διευθύνσεως Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της ΕΠ.Ε.Ι.Α.). Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η εταιρεία δεν διέθετε, κατά το οικονομικό έτος 2008, το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας και το αντίστοιχο εγγυητικό κεφάλαιο, γεγονός που, κατά την εκτίμηση των αρμόδιων αρχών, εξέθετε σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.

Για το λόγο αυτό, με την 145/21.05.2009 απόφασή του (Β1 1027), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη στην εκ νέου δέσμευση του συνόλου τόσο των τεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση περιουσιακών της στοιχείων, όσο και των ελεύθερων παγίων και χρηματοπιστωτικών της μέσων, καθώς και στη διατήρηση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 17γ του ν.δ. 400/1970, της επιβληθείσης, με την 125/2/29.7.2008 προγενέστερη απόφασή του, απαγορεύσεως διαθέσεως των από 29.7.2008 πιστωτικών υπολοίπων των τραπεζικών της λογαριασμών.

Με νεότερη απόφαση του (147/2/11.6.2009), το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. διαπίστωσε ότι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας για την οικονομική χρήση 2008 είχε γίνει κατά παρέκκλιση του άρθρου 8 του ν.δ. 400/1970 και συγκεκριμένα, κατ’ εσφαλμένο υπολογισμό της υπεραξίας ακινήτων, των χρεωγράφων, των εισηγμένων σε χρηματιστήρια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως μετοχών, των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, καθώς και των κρατικών ομολόγων που αποτελούσαν στοιχεία του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας.

Ύστερα από αυτά, με την 148/8/25.6.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. η πρώτη εναγομένη εκλήθη να υποβάλει πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το οποίο υποχρεωτικώς θα περιελάμβανε πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 237.216.328 ευρώ, ποσό το οποίο, κατά τους υπολογισμούς των αρμόδιων εποπτικών οργάνων, αντιστοιχούσε στα ποσά που απαιτούντο για τη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση (215.956.110 ευρώ) και την οικονομική ανασυγκρότηση της εταιρείας (21.260.217 ευρώ).

Σε υλοποίηση της αποφάσεως αυτής, η πρώτη εναγομένη υπέβαλε, τελικώς, την 15.7.2009 πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως, το ποσό του οποίου ανήλθε, ωστόσο, σε 150.000.000 ευρώ αντί του, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενου ποσού των 237.216.328 ευρώ. Μετά από νέα αποτίμηση της αξίας των μετοχών του χαρτοφυλακίου της πρώτης εναγομένης, η οποία προσδιορίσθηκε στο ποσό των 14.794.232 ευρώ, και τον συνυπολογισμό στο περιθώριο φερεγγυότητας στοιχείων της ακίνητης περιουσίας της, συνολικής αξίας 18.824.477 ευρώ (ενέργειες στις οποίες προέβη η ΕΠ.Ε.Ι.Α.

κατ’ αποδοχήν υποβληθέντος από την εταιρεία αιτήματος παρεκκλίσεως του άρθρου 6 του ν.δ. 400/1970), εκδόθηκε η 152/2/30.7.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α., με την οποία επανακαθορίσθηκε το ποσό που απαιτείτο για τη συμπλήρωση του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας στα 203.597.619 ευρώ. Με την απόφαση αυτή αντιθέτως δεν εγκρίθηκε, το αναπροσαρμοσμένο πρόγραμμα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου σε ποσό κατώτερο του αντιστοιχούντος στην, κατά τα ανωτέρω, υστέρηση του περιθωρίου φερεγγυότητάς της (203.597.619 ευρώ).

Με την ίδια απόφαση, απορρίφθηκε, επίσης, αίτημα της εταιρείας για παράταση της προθεσμίας υλοποιήσεως του υποβληθέντος προγράμματος, διότι, όπως κρίθηκε, η ύπαρξη ελλείμματος είχε γνωστοποιηθεί στην εταιρεία ήδη από το έτος 2008 και παρά ταύτα η τελευταία δεν προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες για την κάλυψή του, ενώ τυχόν παράταση της προθεσμίας συμμορφώσεως της εταιρείας θα απέβαινε σε βάρος των ασφαλισμένων και θα διατηρούσε τους υφιστάμενους συστημικούς κινδύνους για την ασφαλιστική αγορά.

Κατόπιν τούτων, το διοικητικό συμβούλιο της πρώτης εναγομένης αποφάσισε στη συνεδρίαση του στις 31.07.2009 τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνελεύσεως, προγραμματισμένη στις 28.08.2009 για την αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ ετάχθη υπέρ της άμεσης υλοποιήσεως του εγκριθέντος προγράμματος βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως έως την επιτασσόμενη προθεσμία της 15.09.2009, με την κατάθεση των απαιτούμενων ποσών σε ειδικούς λογαριασμούς, τηρούμενους στην Εθνική Τράπεζα και στην ΑSPIS BANK υπέρ της αυξήσεως του μετοχικού της κεφαλαίου.

Κατά την έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της πρώτης εναγομένης, η οποία έλαβε χώρα την 28.8.2009, αποφασίσθηκε «η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 143.500.000 ευρώ με καταβολή μετρητών από τους μετόχους και έκδοση 205.000.000 νέων κοινών ονομαστικών μετοχών μετά ψήφου ονομαστικής αξίας 0,70 ευρώ και τιμή διαθέσεως ενός (1) ευρώ εκάστης».

Οι ενέργειες, ωστόσο, αυτές κρίθηκαν από το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. ανεπαρκείς, με την αιτιολογία ότι η, κατά τα ανωτέρω, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης εναγομένης δεν αποτελούσε πλήρη συμμόρφωση προς τις προγενέστερες αποφάσεις της αρχής, διότι, κατά παράβαση των κανόνων περί αξιολογήσεως της καταλληλότητας των προσώπων που προτίθενται να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο ασφαλιστικής επιχειρήσεως (άρθρα 2, 15α και 16 του ν.δ. 400/1970), από την ως άνω απόφαση της γενικής συνελεύσεως δεν προέκυπτε η ταυτότητα των προσώπων που θα αναλάμβαναν την κάλυψη του ποσού της αυξήσεως, ιδίως, μετά την παραίτηση ορισμένων μετόχων της από τα δικαιώματα προτιμήσεως αφετέρου δε, διότι από την απόφαση αυτή δεν προέκυπτε σαφώς η πρόθεση της εταιρείας να υλοποιήσει τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως με την προτεινόμενη αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου εντός της ταχθείσης προθεσμίας, ήτοι μέχρι την 15.09.2009.

Μετά τις εξελίξεις αυτές, το Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α. προέβη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9 του ν.δ. 400/1970, σε δέσμευση του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών της πρώτης εναγομένης, προς το σκοπό της διασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων της (154/5Β/31.8.2009 απόφαση του Δ.Σ. της ΕΠ.Ε.Ι.Α.), ενώ, με την προαναφερθείσα 15273/21.9.2009 (Β' 2028) απόφασή του, ανακάλεσε οριστικώς, για όλους τους κλάδους ασφαλίσεως, την άδεια συστάσεως και λειτουργίας της εταιρείας, το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε.

Με την ίδια απόφαση, η πρώτη εναγομένη τέθηκε υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως και διορίσθηκε ο επόπτης εκκαθαρίσεως και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν εντός σύντομης προθεσμίας στις ενέργειες που απαιτούνταν για το διορισμό εκκαθαριστή. Όπως επίσης προκύπτει από το προοίμιο της ανακλητικής αυτής αποφάσεως, η συνέχιση λειτουργίας της εταιρείας έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και δικαιούχων ασφαλίσματος, η διαφύλαξη των οποίων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3, 3 παρ. 2 και 3 και 44 περ.

β' του ν.δ. 400/1970. Αυτοτελή αιτιολογικά ερείσματα της ανακλήσεως αποτέλεσαν αφενός μεν η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και, ιδίως, προς εκείνες που αφορούσαν την τήρηση του ελάχιστου απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας, οι οποίες οδήγησαν σε εκ των υστέρων έκλειψη των προϋποθέσεων νομίμου λειτουργίας της, αφετέρου δε η άρνησή της να υλοποιήσει εντός της ταχθείσης προς τούτο προθεσμίας τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης χρηματοδοτήσεως και οικονομικής ανασυγκροτήσεως που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχαν εγκριθεί με τις 148/8/25.06.2009 και 152/2/3.07.2009 αποφάσεις της ΕΠ.Ε.Ι.Α. (άρθρα 17 γ παρ. 6 και 9 παρ. 1 του ν.δ/τος 400/1970).

Πρόσθετο έρεισμα για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας αποτέλεσε η πλαστότητα της εγγυητικής επιστολής που είχε προσκομίσει στην ΕΠ.Ε.Ι.Α. ο πρώτος εναγόμενος (στην πραγματικότητα δεύτερος) πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, προκειμένου να καλύψει το έλλειμμα του περιθωρίου φερεγγυότητας της εταιρείας, όπως προέκυπτε από το 5185/18.09.2009 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος γεγονός που, σε συνδυασμό με την εν γένει παραβατική της συμπεριφορά, έθετε σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας της και ενίσχυε την εν γένει αφερεγγυότητά της.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης, με θητεία από της εκλογής του κατά τη Γενική Συνέλευση της 25ης.06.2007 μέχρι την 21.09.2009, οπότε και ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, είχε την ακόλουθη συγκρότηση:

«Ο 2ος εναγόμενος, ο 7ος εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων), (Ι. Χ. Χ.), καθηγητής Βιομηχανικής Οικονομικής του Πανεπιστημίου …, ήταν ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος. Κατά τη συνεδρίαση δε της 30ης.03.2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 01.01/-31.12 του 2008.

Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 20.02.2009 «Αξιολόγηση έργου δ/νσης εσωτερικού ελέγχου» της εταιρικής χρήσεως 2008 της πρώτης εναγομένης ο ίδιος, συνέταξε και υπέγραψε ως μέλος του εποπτικού οργάνου εσωτερικού ελέγχου, μαζί με τον 8ο εναγόμενο (Π. Α. Μ.), "αποδεχόμενος" το συνολικό έργο της δ/νσης εσωτερικού ελέγχου για την εταιρική αυτή χρήση και αξιολογώντας το ως ιδιαιτέρως θετικό και αποτελεσματικό τόσο για τη μητρική Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ, όσο και για τη συνδεδεμένη εταιρεία του Ομίλου Ασπίς Πρόνοια ΑΕΑΖ/Commercial Value, θέτοντας την Αξιολόγηση αυτή υπόψη του τότε προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της Ασπίς Πρόνοια ΑΕΑΖ/ Commercial Value.

Ο 8ος εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) (Π. Α. Μ.), Πολιτειολόγος, ήταν ανεξάρτητο μη εκτελεστικό μέλος. Κατά τη συνεδρίαση δε της 30ης.03.2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 01.01/-31.12 του 2008. Όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από 20.02.2009 «Αξιολόγηση έργου δ/νσης εσωτερικού ελέγχου» της εταιρικής χρήσεως 2008 της πρώτης εναγομένης ο ίδιος, συνέταξε και υπέγραψε ως μέλος του εποπτικού οργάνου εσωτερικού ελέγχου, μαζί με τον 7ο εναγόμενο (Ι.

Χ.), «αποδεχόμενος» το συνολικό έργο της δ/νσης εσωτερικού ελέγχου για την εταιρική αυτή χρήση και αξιολογώντας το ως ιδιαιτέρως θετικό και αποτελεσματικό τόσο για τη μητρική Ασπίς Πρόνοια ΑΕΓΑ, όσο και για τη συνδεδεμένη εταιρεία του Ομίλου Ασπίς Πρόνοια ΑΕΑΖ/ Commercial Value, θέτοντας την Αξιολόγηση αυτή υπόψη του τότε προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της Ασπίς Πρόνοια ΑΕΑΖ/Commercial Value.

Οι ανωτέρω δε διαβεβαιώσεις ουδόλως επαληθεύτηκαν από τις πράξεις της Εποπτικής Αρχής (ΕΠΕΙΑ) περί δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων και ανακλήσεως αδείας αλλά και με τα όσα ακολούθως καταγράφονται στην από 10.11.2010 έκθεση του ελεγκτικού οίκου Baker Tilly Hellas και από την από Οκτωβρίου 2011 έκθεση του Επόπτη Χαρτοφυλακίου Ζωής.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με τις από 30.03.2009 αιτήσεις τους αιτήθηκαν τη σύναψη ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής για το αποταμιευτικό πρόγραμμα «ASPIS ASET». Ακολούθως εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. .../31-3-2009 Ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με λήπτη και ασφαλισμένο τον πρώτο ενάγοντα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου του τη δεύτερη ενάγουσα, σύζυγο του, και το υπ’ αριθμ. .../31-3-2009 Ασφαλιστήριο συμβόλαιο με λήπτρια και ασφαλισμένη τη δεύτερη ενάγουσα και δικαιούχο ασφαλίσματος σε περίπτωση θανάτου της τον πρώτο ενάγοντα, με ημερομηνία έναρξης την 30.03.2009, ημερομηνία λήξης την 30.03.2019, εφ άπαξ καταβαλόμενο καθαρό ασφάλιστρο ύψους 108.300 ευρώ, για το κάθε συμβόλαιο εγγυημένη ετήσια απόδοση ποσοστού 3% και δικαίωμα εξαγοράς μετά τριετία, ενώ το πραγματικό ασφάλιστρο που καταβλήθηκε για τα ως άνω συμβόλαια ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ από τον κάθε ενάγοντα.

Για τη σύναψη των ένδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων διαμεσολάβησε ο προστηθείς από την πρώτη εναγομένη Ν. Ζ. στα πλαίσια πολιτικής προώθησης των ανωτέρω προϊόντων της υπό την αιγίδα και τις οδηγίες της. Στην προσυμβατική πληροφόρηση που ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής βούλησης των εναγόντων να συμβληθούν, και κατά την παρουσίαση και διαπραγμάτευση των ένδικων ασφαλίσεων, περαιτέρω δε και κατά την προκαταβολή εφάπαξ των αντίστοιχων ασφαλίστρων εκ μέρους των εναγόντων ούτε ο ανωτέρω διαμεσολαβητής, ούτε άλλος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ενημέρωσε τους ενάγοντες για την προ του έτους 2008 υφιστάμενη δυσχερή οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, ενώ ήταν γνωστή η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων με την 125/2/29.7.2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α, γεγονότα που, όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά την εκτίμηση των αρμόδιων αρχών, εξέθεταν σε σοβαρούς κινδύνους τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και την εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς.

Αντιθέτως παρουσιάστηκε η πρώτη εναγομένη ως οικονομικά εύρωστη και ανθηρή και η προφορική προσυμβατική πληροφόρηση συνοδεύτηκε από πληροφοριακά έγγραφα των ασφαλιστικών προϊόντων της, τα οποία επέδειξε ο παραπάνω διαμεσολαβητής στα πλαίσια των τεχνικών προώθησης των προγραμμάτων αυτών, ακολουθώντας τη στρατηγική προβολής και παρουσίασης, που υιοθέτησε η πρώτη εναγομένη δια του εκφράζοντος τη βούλησή της οργάνου, ήτοι του ΔΣ αυτής, με έμφαση στην οικονομική της ακμαιότητα.

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια συνοδεύονταν από έντυπο το οποίο υπογραφόταν από τον δεύτερο εναγόμενο, από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης εναγομένης εταιρείας στο οποίο αναγραφόταν ότι «η Ασπίς Πρόνοια τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σ' έναν από τους ισχυρότερους ασφαλιστικούς και χρηματοοικονομικούς ομίλους της χώρας μας.

Πιστεύω ότι η επιλογή σας θα δικαιώσει τις προσδοκίες σας. Ο Όμιλος Ασπίς με εξειδικευμένες εταιρείες προσφέρει ένα ευρύ φάσμα ασφαλιστικών, τραπεζικών και επενδυτικών υπηρεσιών». Οι παραπάνω πληροφορίες και το έντυπο ενημερωτικό υλικό που τις συνόδευε παρεμπόδισαν τους ενάγοντες να λάβουν με ορθοκρισία μια τεκμηριωμένη απόφαση συναλλαγής, καθώς η κατ' αυτόν τον τρόπο προώθηση των παραπάνω ασφαλιστικών προγραμμάτων, ήταν ικανή να στρεβλώσει και πράγματι εν προκειμένω στρέβλωσε την οικονομική τους συμπεριφορά ως υποψήφιων ασφαλισμένων-καταναλωτών.

Έτσι όμως η πρώτη εναγομένη δεν χειρίστηκε δίκαια και θεμιτά τους ενάγοντες ως καταναλωτές κατά την προσυμβατική πληροφόρηση με αποτέλεσμα να υποστούν οι ενάγοντες ζημία, ανερχόμενη στο ως άνω προκαταβληθέν από τον καθένα τους ποσό ασφαλίστρου. Αποδείχθηκε πλήρως ότι η, ελλιπής και παραπλανητική προσυμβατική πληροφόρηση των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα να τους οδηγήσει σε μια απόφαση που διαφορετικά δεν θα είχαν λάβει και στη συνέχεια λίγους μήνες μετά να αιφνιδιαστούν από την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσης με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης εναγομένης, υφιστάμενοι την προαναφερόμενη ζημία, που τελεί σε άμεσο και πρόσφορο αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο με την πλημμελή παροχή των ασφαλιστικών υπηρεσιών εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, κατά παράβαση του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν και οι ασφαλιστικές υπηρεσίες.

Για τη ζημία αυτή των εναγόντων ευθύνονται εις ολόκληρον οι ως άνω εκκαλούντες – εναγόμενοι μέλη του συλλογικού οργάνου ήτοι του ΔΣ της πρώτης εναγομένης, καθώς η παράλειψη συμμορφώσεως της εταιρείας, προς τις απορρέουσες από την ασφαλιστική νομοθεσία υποχρεώσεις της και δη από το ν.δ. 400/1970, που σκοπεί στην προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων (άρθρο 1 παρ. 3 του ν.δ. 400/1973) ήδη από το έτος 2008, δημιούργησε μη αναστρέψιμη επικίνδυνη κατάσταση για τους υποψήφιους ασφαλισμένους, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφαλιστική και καταναλωτική πίστη, με διακύβευμα την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της πρώτης, όπως και έγινε.

Οι ίδιοι, αποτελώντας το συλλογικό όργανο της πρώτης εναγόμενης, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως εκτελεστικών ή μη εκτελεστικών μελών του ΔΣ, ήταν επιφορτισμένοι εκ του νόμου με τη λήψη αποφάσεων, που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης, αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καθήκοντα δηλαδή που παραβίασαν με τη μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό, όπως τα επίδικα προγράμματα που εξέρχονταν από την «οικονομική αντοχή» της πρώτης και με την προπεριγραφόμενη τεχνική προώθησης – με έμφαση δηλαδή στην οικονομική ευρωστία και δύναμη της πρώτης εναγομένης, ενέργειες από τις οποίες όφειλαν να απέχουν, ως μέλη του ανωτέρω οργάνου (ΔΣ), έχοντας συλλογική ευθύνη δράσης, η οποία ουδόλως παραλλάσει από την διάκριση του άρθρου 3 του Ν. 3016/2002.

Και τούτο διότι στο πεδίο εφαρμογής του υπάγονται τόσο τα εκτελεστικά όσο και τα μη εκτελεστικά μέλη, όταν πρόκειται για τον πυρήνα των εταιρικών ζητημάτων, όπως εν προκειμένω η νόμιμη βιωσιμότητα της πρώτης εναγομένης και η σύννομη δράση της με τη διάθεση υγιών ασφαλιστικών προγραμμάτων στο καταναλωτικό κοινό στα πλαίσια φερεγγυότητάς της.

Οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν τόσο από το νδ 400/1970 περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως, που επιβάλει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σειρά ειδικών υποχρεώσεων, προς εξυπηρέτηση του σκοπού της προστασίας και εξασφαλίσεως των συμφερόντων των ασφαλισμένων (άρθρο 1 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970) όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9Α δ του ν. 2251/1994 «περί προστασίας καταναλωτών»|, αλλά και από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, όπως τα όρια αυτών προκύπτουν από τα άρθ. 5 του Συντάγματος 1975, 200, 281 και 288 ΑΚ, αφού σύμφωνα με αυτά και τη γενική επιταγή σύννομης δράσης δημιουργείται για τους μετερχόμενους επικίνδυνες δραστηριότητες, (όπως εν προκειμένω η διάθεση των ένδικων ελλατωματικών ασφαλιστικών προγραμμάτων χωρίς εγγυήσεις φερεγγυότητας), γενική υποχρέωση πρόνοιας, δηλαδή λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για την προστασία των έννομων αγαθών των τρίτων, που εύλογα εμπιστεύονται την άσκηση της δραστηριότητος (αρχή της εμπιστοσύνης).

Τέτοια κατάλληλα μέτρα εν προκειμένω ήταν η έγκαιρη από το έτος 2008 διακοπή της μαζικής διάθεσης ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα, λαμβανομένης υπόψη της με αριθ. 125/2/29.7.2008 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΠ.Ε.Ι.Α, με την οποία επιβλήθηκε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική επιχείρηση η απαγόρευση της ελεύθερης διαθέσεως του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση καθώς η συνέχιση της μαζικής διάθεσής τους εγκυμονούσε κινδύνους για αόριστο αριθμό ατόμων, που έπρεπε η πρώτη ως προμηθεύτρια να αποφύγει.

Αντιθέτως αυτή με την ως άνω προβολή των προϊόντων της εμπέδωσε την εμπιστοσύνη των εναγόντων – συναλλασομένων της και δημιούργησε δεσμό πίστεως, επί τη βάσει του οποίας οικοδομήθηκαν οι επίδικες συμβάσεις. Αποδείχθηκε όμως ότι τα επίδικα ασφαλιστικά προγράμματα ως συμβατικές υποχρεώσεις της προμηθεύτριας - πρώτης εναγομένης ήταν απότοκος έκνομης οργάνωσης της δράστηριότητάς της κατά παράβαση της ασφαλιστικής νομοθεσίας και η προώθησή τους δεν έγινε με τρόπο που να εξυπηρετείται η γενική υποχρέωση πρόνοιας, μέσω κυρίως του ελέγχου των επίδικων ασφαλιστικών προγραμμάτων και της διάθεσής τους.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής, που είχε ως συνέπεια τη διάθεση ελαττωματικών προϊόντων, δηλαδή προϊόντων που έθεσαν σε κίνδυνο ήδη από το 2008 έννομα αγαθά απροσδιόριστου αριθμού καταναλωτών, ελέγχεται ως συμπεριφορά που εξέρχεται από τα όρια της θεμιτής δράσης των εκκαλούντων – εναγομένων ως οργάνων της βούλησης της 1ης εναγομένης που επέδειξαν βαριά αμέλεια οι 7ος, 8ος των εναγομένων – εκκαλούντων – εφεσίβλητων (μη εκτελεστικά μέλη) κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης και διαψεύδει την εμπιστοσύνη των συναλλασομένων, ως προς το προσδοκώμενο όριο ασφαλείας των επίδικων ασφαλιστικών συμβάσεων, αποτελεί δε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (άρθ. 330 εδ.

β' ΑΚ), δηλαδή αδικοπρακτική συμπεριφορά (914 ΑΚ) που δικαιολογεί την επίδικη αξίωση αποζημίωσης για υλικές ζημιές και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ούτε η απαλλακτική κρίση των με αρ. 665/2016 και 422/2017 βουλευμάτων για τα μη εκτελεστικά μέλη, ασκούν επιρροή στην ένδικη αδικοπραξία, λαμβανομένου υπόψη ότι η αστική αδικοπραξία είναι έννοια ευρύτερη της ποινικά άδικης πράξης.

Περαιτέρω, οι παρασταθέντες ... 7ος, 8ος ... εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρκέστηκαν στην άρνηση της ευθύνης τους από την επίδικη αδικοπραξία και, δεν προέβαλαν ούτε προβάλλουν κατ’ ένσταση με δόκιμο δικονομικά τρόπο δηλαδή με τη μορφή ένστασης κατά το άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ κάποιο νόμιμο λόγο απαλλαγής τους και αίτημα απόρριψης της αγωγής των αντιδίκων τους εξ αυτού του λόγου, όπως δηλαδή προδιαγράφει η διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ.

Αόριστα δε κάνουν λόγο για έλλειψη ευθύνης τους είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως μη εκτελεστικά μέλη, είτε διότι κατά τους ισχυρισμούς τους δεν ενέπιπτε στο πεδίο της ευθύνης τους ο έλεγχος των οικονομικών της πρώτης εναγομένης είτε διότι δεν συνέταξαν οι ίδιοι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αδυνατούσαν να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ποιον τρόπο και κάτω από ποιές ειδικότερες συνθήκες εμποδίστηκαν να ασκήσουν τις νόμιμες εξουσίες τους ως μέλη του ΔΣ της πρώτης εναγομένης.

Σε κάθε δε περίπτωση όλοι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά τη συνεδρίαση της 30ης.03.2009 είχαν εγκρίνει ως μέλη του ανωτέρω ΔΣ την ετήσια Οικονομική έκθεση της πρώτης εναγομένης για τη χρήση 01.01-31.12 του 2008, ο 7ος και ο 8ος συνέταξαν και υπέγραψαν και ως μέλη του εποπτικού οργάνου εσωτερικού ελέγχου την από 20.09.2009 «Αξιολόγηση έργου δ/νσης εσωτερικού ελέγχου» της εταιρικής χρήσεως 2008 της πρώτης εναγομένης [...]|».

[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις από 13.04.2014 εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 4267/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους, εις ολόκληρον με άλλους εναγόμενους με την ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της επίσης εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά μερική αποδοχή της από 18.12.2010 αγωγής τους, το ποσό των 110.000 ευρώ, (συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2251/1994, τις οποίες, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σχετικά με την από αδικοπραξία ευθύνη των αναιρεσειόντων, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του και όχι όσων κατ' επιλογή, αποσπασματικά, περιέχονται στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Ειδικότερα, με τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι οι αναιρεσείοντες, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αναφερόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και επιφορτισμένοι εκ του νόμου με τη λήψη αποφάσεων, που αφορούσαν το μέλλον και τη νόμιμη βιωσιμότητα της, αλλά και την προάσπιση της ασφαλιστικής πίστης, καίτοι γνώριζαν, ότι η τελευταία, από το έτος 2008 είχε περιέλθει σε μη αναστρέψιμη και επικίνδυνη για τους υποψήφιους ασφαλισμένους οικονομική κατάσταση, λόγω μη διάθεσης του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας και του αντίστοιχου εγγυητικού κεφαλαίου και ότι με την 125/2/29-7-2008 απόφαση της ΕΠ.Ε.Ι.Α.

είχε επιβληθεί στην ανωτέρω εταιρεία απαγόρευση ελεύθερης διάθεσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένων και των διατεθέντων σε ασφαλιστική τοποθέτηση, δεν φρόντισαν, από βαριά αμέλεια, ώστε να διακοπεί η μαζική διάθεση ασφαλιστικών προγραμμάτων, όπως τα επίδικα, που τέθηκαν υπόψη των αναιρεσίβλητων στο στάδιο της προσυμβατικής τους πληροφόρησης και ήταν καθοριστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της δικαιοπρακτικής τους βούλησης να συνάψουν στις 31.03.2009 τις ασφαλιστικές συμβάσεις, δηλαδή μόλις λίγους μήνες πριν την οριστική ανάκληση της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ασφαλιστικής εταιρείας και της δέσμευσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21-9-2009, καταφάσκεται η ευθύνη των αναιρεσειόντων από αδικοπραξία.

Η συμπεριφορά αυτή των αναιρεσειόντων να παραβούν το απορρέον από την καταστατική τους ιδιότητα καθήκον εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, μη φροντίζοντας να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα, που θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, αποσύροντας τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι παράνομη, αφού αντίκειται στις διατάξεις του ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, αλλά και σ' αυτές του ισχύοντος στην ένδικη υπόθεση, ν.δ. 400/1970, που επιβάλλουν την προστασία και εξασφάλιση των συμφερόντων των ασφαλισμένων καταναλωτών, όσο και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και ειδικότερα στο γενικό καθήκον «του μη ζημιούν άλλον υπαιτίως», σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Οι απορρέουσες δε από το ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας μέλη του διοικητικού συμβουλίου ήταν και οι αναιρεσείοντες, αποτελούν και δικές τους υποχρεώσεις, η από βαριά δε αμέλεια, λόγω της θέσης τους, αλλά και της επικίνδυνης για τους συναλλασσομένους κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει η εν λόγω εταιρεία, κατά τις παραδοχές της απόφασης, παράβαση αυτών, δημιουργεί και για τους τελευταίους αδικοπρακτική ευθύνη, ενώ η ιδιότητά τους ως μη εκτελεστικών μελών, δεν τους απαλλάσσει, καθόσον είναι εκ του νόμου επιφορτισμένοι με την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων, αλλά και με την εποπτεία των εσωτερικών ελεγκτών της εταιρείας.

Συνεπώς, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, που συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία των αναιρεσίβλητων, δεν συνίσταται σε προσωπική συναλλαγή ή διαπραγμάτευση με τους τελευταίους, αλλά στην, κατά τα παραπάνω, παράβαση του απορρρέοντος από την καταστατική τους ιδιότητα καθήκοντος για την προαγωγή όλων των εταιρικών ζητημάτων, καθώς και εποπτείας και ελέγχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαιτίας της οποίας δεν φρόντισαν να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα, που όφειλαν και τα οποία θα εξασφάλιζαν την ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια των συναλλαγέντων αναιρεσιβλήτων, ώστε να αποσυρθούν τα ανωτέρω ασφαλιστικά προγράμματα με το παραπλανητικό περιεχόμενο, αλλά αντιθέτως από βαριά αμέλεια επέτρεψαν τη συνέχιση της παραπλανητικής διαφημιστικής προβολής της εταιρείας, καίτοι ήταν γνωστή η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, αποτέλεσμα της οποίας ήταν και η σύναψη των επιδίκων ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, καθόσον, αυτοί, όντες απλά μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ασφαλιστικής εταιρείας, δεν ευθύνονται με βάση το άνω άρθρο και δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, πως αυτοί συνδέονται αιτιωδώς με την προκληθείσα στους αναιρεσίβλητους ζημία, δηλαδή με ποια απόφαση του συλλογικού οργάνου της ασφαλιστικής εταιρείας υιοθετήθηκε η στρατηγική προβολής και παρουσίασης αυτής ως οικονομικά εύρωστης και ανθηρής, καθώς και με ποια σχέση, καθοδήγηση, προσφορά υπηρεσίας ή διαμεσολάβηση δική τους συμμετείχαν στην ένδικη συναλλαγή, δεδομένου, ότι στην απόφαση αναφέρεται, ότι η ασφαλιστική εταιρεία, κατά το στάδιο της προσυμβατικής πληροφόρησης, δεν χειρίστηκε δίκαια και θεμιτά τους αναιρεσίβλητους, ενόψει των προφορικών διαβεβαιώσεων του ασφαλιστικού συμβούλου περί οικονομικής ευρωστίας της ασφαλιστικής εταιρείας, που συνοδεύτηκαν και από ενημερωτικό υλικό υπογραφόμενο από τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, είναι αβάσιμος.

[V]Παράλληλα, το εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, την οποία, άλλωστε ούτε οι αναιρεσείοντες εξειδικεύουν με επίκληση της παραβιασθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου ενάριθμα και διέλαβε στην απόφασή του, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και ειδικότερα ως προς το ζήτημα της γνώσης αυτών σε σχέση με την κακή οικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρείας, επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων, που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας, καθόσον δέχτηκε, ότι αυτοί γνώριζαν την κακή οικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής εταιρείας, έχοντας εγκρίνει ως μέλη του ΔΣ της την ετήσια οικονομική έκθεση αυτής για τη χρήση 01.01-31.12 του 2008, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, διότι δεν επικαλούνται τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνον αποσπασματικά, τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλάβει η προσβαλλόμενη σχετικά με το άνω ζήτημα, είναι αβάσιμος.

[VI] Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 1, 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη, τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου «συμπληρωματικά» στην παρ. 2 εδάφ.

β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, υπό τις άνω προϋποθέσεις, στην τακτική διαδικασία είναι παραδεκτά και λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα.

Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. γ' ΚΠολΔ). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 433 και 435 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ένα ιδιωτικό έγγραφο για να υπάρχει ως αποδεικτικό μέσο και να συγκαταλέγεται στα επώνυμα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 339 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται πως έχει εκμηδενιστεί η αποδεικτική του δύναμη (άρθρο 433 ΚΠολΔ) και να είναι γνήσιο.

Περαιτέρω, ένα ιδιωτικό έγγραφο για να έχει αποδεικτική δύναμη, δηλαδή για να μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης πρέπει να φέρει την υπογραφή του εκδότη (άρθρο 433 ΚΠολΔ), ενώ δεν αποδεικνύει, καταρχήν, υπέρ του εκδότη του (άρθρο 447 ΚΠολΔ). Επομένως, ιδιωτικά έγγραφα χωρίς υπογραφή δεν έχουν καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 443 και 447 ΚΠολΔ.

Δεν παύουν όμως να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά των εγγράφων και είναι υποστατά ως έγγραφα. Αποτελούν αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λαμβάνονται δε υπόψη και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, στην τακτική διαδικασία, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβασή της δίκης ισχυρισμού.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 562 παρ. 2 και 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται επιπλέον, ότι για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από την τελευταία διάταξη, επειδή το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο, που ο νόμος δεν επιτρέπει, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό, αμφισβητώντας τη βάση του τεκμηρίου, ότι δηλαδή το έγγραφο είναι πλαστό ή μη γνήσιο (ΑΠ 1850/2009, ΑΠ 2034/2009, ΑΠ 277/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο, δεχόμενο, μεταξύ άλλων, σε σχέση με καθένα από αυτούς, ότι « [...] κατά τη συνεδρίαση δε της 30.03.2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ανωτέρω Δ.Σ. την ετήσια οικονομική έκθεση της πρώτης εναγόμενης για τη χρήση 01.01-31.12 του 2008», στηρίχθηκε στο σχετικό (Γ), που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, τιτλοφορείται ως ετήσια οικονομική έκθεση της ασφαλιστικής εταιρείας, φέρεται να έχει εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο της 30.03.2009 στην 948η συνεδρίαση του ΔΣ και εκλήφθηκε ως απόδειξη της βαριάς αμέλειάς τους, ως μη εκτελεστικών μελών του ΔΣ, το έγγραφο αυτό όμως είναι ανυπόγραφο προς απόδειξη της υπαιτιότητας τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, για τον οποίο οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ότι προεσέβαλαν παραδεκτώς το ανωτέρω έγγραφο ως πλαστό κατά το περιεχόμενό του στο δικαστήριο της ουσίας, είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, αβάσιμος.

[VII] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία. Επομένως, ο ίδιος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το εφετείο προσέδωσε στο προαναφερόμενο ανυπόγραφο και άρα νομικώς ανύπαρκτο έγγραφο αποδεικτική δύναμη, ενώ δεν έπρεπε να προσδώσει σε αυτό καμία απολύτως αποδεικτική δύναμη, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα τη μη ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου (ΑΠ 2034/2009).

[VIII] Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002). Για να θεμελιώνεται όμως ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενο του και δεν αρκεί, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, ΑΠ 194/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο δεύτερο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, προβάλλουν την ανωτέρω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνω εγγράφου, ήτοι το από 30.03.2009 πρακτικό του ΔΣ, που εκλήφθηκε ως απόδειξη της βαριάς αμέλειάς τους, ως μη εκτελεστικών μελών του ΔΣ, δεχθέν ότι καθένας από τους αναιρεσείοντες « [...] κατά τη συνεδρίαση δε της 30.03.2009 είχε εγκρίνει ως μέλος του ΔΣ την ετήσια οικονομική έκθεση της εναγομένης για τη χρήση 01.01/31.12.2008», ενώ τούτο ήταν ανυπόγραφο για την απόδειξη της υπαιτιότητάς τους. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, γιατί, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβίασης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των εκτεθέντων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία δεν υπάρχει παραδοχή σχετική με την υπογραφή του επικαλούμενου από 30.03.2009 πρακτικού του ΔΣ της ασφαλιστικής εταιρείας, δεν προκύπτει ότι το εφετείο στήριξε το προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, που είναι αντίθετο με τις απόψεις των αναιρεσειόντων, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο φερόμενο ως παραμορφωμένο συγκεκριμένο έγγραφο.

[IX] Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής ως προς το υποκειμενικό βάρος απόδειξης, τον προσδιορισμό δηλαδή από το δικαστήριο του διαδίκου που βαρύνεται με την προσκομιδή του αποδεικτικού υλικού προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αξίωσης του γεγονότων, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση με τον ν. 2915/2001 της προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή σε όλες τις υποθέσεις της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.

Κατά συνέπειαν, δεν τίθεται πλέον και θέμα εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το (υποκειμενικό) βάρος απόδειξης και συνακολούθως δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, σχετικός λόγος αναίρεσης. Τον λόγο αυτό αναίρεσης όμως μπορεί να θεμελιώσει η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, υπό την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστού ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επιδίκου εννόμου συνέπειας (ΑΠ 669/2017, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 76/2013, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 233/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι αυτοί για να απαλλαγούν της ευθύνης προς αποζημίωση, έπρεπε να προτείνουν και να αποδείξουν κατά νόμιμο δικονομικά τρόπο σχετική ένσταση, η οποία να αναφέρει με ποιόν τρόπο παρεμποδίστηκαν από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας στον έλεγχο των υποθέσεων της, παραβίασε το νόμο σχετικά με το βάρος απόδειξης. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο, σε σχέση με τα παραπάνω, δέχτηκε τα ακόλουθα:

«|Οι εναγόμενοι (σημ. μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες) αρκέστηκαν στην άρνηση της ευθύνης τους από την επίδικη αδικοπραξία και δεν προέβαλαν ούτε προβάλλουν κατ' ένσταση με δόκιμο δικονομικό τρόπο, δηλαδή με τη μορφή ένστασης κατά το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, κάποιο νόμιμο λόγο απαλλαγής τους και αίτημα απόρριψης της αγωγής των αντιδίκων τους εξ αυτού του λόγου, όπως δηλαδή περιγράφει η διάταξη του άρθρου 262 ΚΠολΔ. Αόριστα δε κάνουν λόγο για έλλειψη ευθύνης τους είτε λόγω της ιδιότητάς τους ως μη εκτελεστικά μέλη, είτε διότι, κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν ενέπιπτε στο πεδίο της ευθύνης τους ο έλεγχος των οικονομικών της πρώτης εναγομένης, είτε διότι δεν συνέταξαν οι ίδιοι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και αδυνατούσαν να ελέγξουν την οικονομική διαχείριση, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύουν με ποιον τρόπο και κάτω από ποιες ειδικότερες συνθήκες εμποδίστηκαν να ασκήσουν τις νόμιμες εξουσίες τους ως μέλη του ΔΣ, της πρώτης εναγομένης [...]|».

Με τα παραπάνω νομικά δεδομένα και σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ο άνω τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι, όπως σαφώς από αυτές προκύπτει, το εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης.

[Χ] Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο τρίτο λόγο και κατά το οικείο μέρος του, προβάλλουν πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι, ότι το Συμβούλιο Εφετών με τα βουλεύματά του 665/2016 και 422/2017 έκρινε αμετάκλητα την έλλειψη υπαιτιότητάς τους, δεχόμενο μετά από εξέταση μεγάλου αριθμού μαρτύρων, ότι τα μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ της εταιρείας δεν είχαν αποφασιστικές αρμοδιότητες και ως εκ τούτου γνώση των παρανόμων πράξεων των λοιπών εκτελεστικών μελών του ΔΣ της εταιρείας και τα οποία (βουλεύματα), ανεξάρτητα ότι δεν αποτελούν δεδικασμένο για την κρίση των πολιτικών δικαστηρίων, παρέχουν το τεκμήριο της αθωότητας στα μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος, προεχόντως διότι δεν γίνεται επίκληση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, καθώς και το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο κατά την άποψη των αναιρεσειόντων υπέπεσε το εφετείο (ΟλΑΠ 20/2005). Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που καθιερώνουν και προστατεύουν το τεκμήριο αθωότητας και αύθις ο λόγος αυτός είναι αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης το περιεχόμενο των ανωτέρω βουλευμάτων, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν αφορούν τους αναιρεσείοντες και αν τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην έκδοση αυτών ταυτίζονται με αυτά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση.

[ΧI] Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγο έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 650/2016). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (ΟλΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία τους μέρη, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενοι, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη της τους λόγους έφεσής τους, με τους οποίους προέβαλαν ενώπιον του εφετείου ισχυρισμό περί έλλειψης ευθύνης τους για την επέλευση της ένδικης ζημίας, διότι αυτοί ήταν μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και αδυνατούσαν να ελέγξουν την εικόνα των οικονομικών μεγεθών της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς και το βάσιμο και αληθές των σχετικών εγγραφών, ο διαμεσολαβήσας στην κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων με τους αναιρεσίβλητους, Ν.

Ζ., δεν ήταν προστηθείς της ασφαλιστικής εταιρείας, καθώς επίσης και ότι δεν έχει συντελεσθεί η ζημία, διότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν διεκδικήσει τις αξιώσεις τους αυτές και από τον εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρείας και η σχετική διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτοι, εφόσον οι ως άνω αιτιάσεις συνιστούν αιτιολογημένες αρνήσεις και σε κάθε περίπτωση, αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, κατά την έρευνα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, οι ανωτέρω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν είτε ρητώς είτε «εκ του πράγματος» με τις αντίθετες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

[ΧΙI] Περαιτέρω με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ομοίως η από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον έκρινε ότι με το 125/29-7-2008 πρακτικό ΕΠΕΙΑ υπήρξε απαγόρευση λειτουργίας της εταιρείας, ως προς την είσπραξη ασφαλίστρων και τη διάθεση των ελευθέρων κεφαλαίων της που δεν είχαν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση, ενώ από το έγγραφο αυτό προέκυπτε μόνον η δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, που είχαν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση και η υποχρέωση της να υποβάλει στην εποπτεύουσα αρχή σχέδιο χρηματοοικονομικής ανάκαμψης, που δεν εμπόδιζαν όμως τη λειτουργία της, η οποία έλαβε χώρα την 09.09.2009 και ότι ο ίδιοι, αλλά και τα λοιπά μη εκτελεστικά μέλη του ΔΣ της εταιρείας έλαβαν γνώση του άνω πρακτικού της ΕΠΕΙΑ ένα και πλέον χρόνο μετά την παραπάνω ημερομηνία, όταν κλήθηκαν ενώπιον του άνω εποπτικού οργάνου προς ακρόαση.

Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελούν «πράγμα» κατά την προεκτεθείσα έννοια. Επομένως, δεν θεμελιώνουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αφορούν στην ουσιαστική κρίση του εφετείου επί του αμέσως ως άνω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

[ΧΙIΙ] Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, για εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, τις οποίες παραβίασε με την παραδοχή, ότι οι αναιρεσίβλητοι υπέστησαν ζημία, την οποία υποχρεούνται αυτοί να αποκαταστήσουν, αν και η ζημία αυτή δεν είχε συντελεσθεί, καθόσον ταυτόχρονα δέχτηκε, ότι οι ίδιοι έχουν διεκδικήσει τις αξιώσεις τους αυτές και από τον εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εταιρείας και η σχετική διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν έχει ολοκληρωθεί.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα, δεν πρόκειται περί μη συντελεσμένης ζημίας των αναιρεσίβλητων έναντι των αναιρεσειόντων, αλλά περί οφειλής εις ολόκληρον των αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας ήταν μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, έναντι των αναιρεσίβλητων για τη ζημία που προκλήθηκε σ' αυτούς, κατά τα παραπάνω, και στην περίπτωση αυτή προκύπτει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 481 και 482 ΑΚ, ότι οι αναιρεσίβλητοι, όντες δανειστές αυτών, έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν την παροχή, κατά την προτίμησή τους, από οποιονδήποτε συνοφειλέτη.

Μόνον δε η καταβολή της παροχής από την ανωτέρω εταιρεία θα απήλλασσε τους αναιρεσείοντες, παραδοχή όμως, που δεν υφίσταται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε και ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες κάτι τέτοιο.

[XIV] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (αρθρ.176, 181, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.10.2017 αίτηση των Π. Μ. και Ι. Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2630/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και της υπ’ αριθ. 4267/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης

αποχωρησάσης

από την Υπηρεσία,

o αρχαιότερος της συνθέσεως

Αρεοπαγίτης και ήδη

Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ