Legislator Case Law & Legislation
1131/2021 AI generated

Supreme Court refers appeal on public forest ownership to Plenary Court due to conflicting case law. The court found the legal issue requires unified interpretation of public property acquisition rules. Consequently, the specific appeal argument is remitted for plenary review while other grounds remain pending. This decision addresses the lack of consistent precedent regarding public forest ownership under Greek law. The court prioritized legal unity over immediate resolution of the specific appeal. The outcome ensures uniform application of property acquisition statutes across all courts. This procedural step highlights the complexity of public land ownership disputes in Greece.

Case Number 1131/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece referred a specific appeal argument regarding public forest ownership to the Plenary Court for unified interpretation. The appellant claimed ownership of a plot within a pre-1923 village, while the State argued public forests fall outside the scope of the relevant acquisition law. The court noted that existing case law on this issue is not uniform, with some decisions excluding public forests from private acquisition rules and others including them. To ensure legal consistency, the court decided to remit this particular legal question to the Plenary Court for examination, leaving other appeal grounds pending further review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 563(2)(b) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may refer a specific legal issue to the Plenary Court when existing case law is not uniform, ensuring the unity of jurisprudence on matters of general interest.

Keywords

AI generated
public forest ownership unity of jurisprudence Plenary Court referral Code of Civil Procedure public property acquisition conflicting case law legal consistency

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2)(b) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1131 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1131/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Σ. και Ν., κατοίκου Δ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 604/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 10-10- 2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 604/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ως εξής:

Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, εξέθετε ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου (οικόπεδο 182,32 τ.μ), το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του προϋφισταμένου του 1923 οικισμού …, με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα από κληρονομιά εκ διαθήκης της μητέρας του, την οποία αποδέχθηκε με την …/2008 πράξη της Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ευαγγελίας Σωτηροπούλου, την οποία μετέγραψε νόμιμα.

Ότι στην δικαιοπάροχο μητέρα του το πιο πάνω ακίνητο είχε μεταβιβαστεί, δυνάμει του υπ' αριθ. …/…-2-1962 συμβολαίου αγοραπωλησίας που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έκτοτε το νεμόταν η ίδια, ασκώντας με διάνοια κυρίας τις αναφερόμενες εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, χωρίς ν' αμφισβητηθεί το δικαίωμά της από οποιονδήποτε και ότι κατά τον χρόνο έναρξης του Κτηματολογίου, στην περιοχή, η κληρονομούμενη είχε αποκτήσει το επίδικο με ειδική τακτική χρησικτησία, καθόσον το νεμόταν αδιατάρακτα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, μέχρι την έναρξη της ισχύος του Ν. 3127/2003.

Ότι κατά την κτηματογράφηση της περιοχής το ακίνητο αυτό έλαβε το αναφερόμενο ΚΑΕΚ και καταχωρήθηκε στις πρώτες εγγραφές ως ανήκον στη κυριότητα του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση το περιεχόμενο αυτό ζητούσε ν' αναγνωριστεί ότι, κατά τον χρόνο έναρξης του Εθνικού Κτηματολογίου στη περιοχή, το ακίνητο αυτό ανήκε κατά πλήρη αποκλειστική κυριότητα στη δικαιοπάροχο του και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, έτσι ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου, αντί του εναγομένου, ν' αναγραφεί ως αποκλειστική κυρία η δικαιοπάροχος του.

Επί της αγωγής αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, αφού δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την 286/2016 οριστική απόφαση του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνωρίστηκε ότι κατά τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στο Δημοτικό Διαμέρισμα Άργους, του Δήμου Άργους, το περιγραφόμενο ακίνητο ανήκε κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στη δικαιοπάροχο του ενάγοντα Α.

χήρα Ι. Γ. και διατάχθηκε η διόρθωση της εσφαλμένης πρώτης εγγραφής, έτσι ώστε στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου αντί του εναγομένου να αναγραφεί η ως κυρία η άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντα, απορριπτομένης της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου ως αλυσιτελούς. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10-4- 2017 έφεση και τους από 23-3-2018 πρόσθετους λόγους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, επί των οποίων το Εφετείο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, την υπ' αριθ. 604/2018 αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ: "Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο... ". Ως "κεφάλαιο", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (και εκείνης του άρθρου 523 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) νοείται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό (ή) και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (Α.Π 189 /2016).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. (ΟλΑΠ 25/2008, 93/2018).

Στη προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτο και, ειδικότερα, δεν απέρριψε ως απαράδεκτο τον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, παρά το ότι δεν αναφερόταν σε εκκληθέν με την έφεσή του κεφάλαιο της εκκαλουμένης και δεν είχε σχέση ούτε συνεχόταν με τα εκκληθέντα με αυτή κεφαλαία.

Ειδικότερα, με τον πρόσθετο λόγο έφεσης παραπονείτο για κακή εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, καθόσον το επίδικο, ως δημόσια δασική έκταση, ήταν κοινόχρηστο και ανήκε στην δημόσια περιουσία του, επί της οποίας δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι ευεργετικές διατάξεις του πιο πάνω άρθρου. Σύμφωνα με όσα προκύπτουν από την παραδεκτή κατ' άρθ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο πρόσθετος αυτός λόγος έφεσης αφορά την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς αντίκρουση του αιτήματος της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί αναγνωρίσεως της δικαιοπαρόχου του ως κυρίας του επίδικου ακινήτου.

Πλήττει, δε, το εκκληθέν κεφάλαιο της εκκαλουμένης με την από 10-4-2017 έφεση περί παραδοχής του παραπάνω αιτήματος της αγωγής. Συνακόλουθα, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε παραδεκτό το σχετικό λόγο έφεσης με την αιτιολογία ότι πλήττει τα ίδια εκκληθέντα με την έφεση κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τ'αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 563 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "Στην αρμοδιότητα της ολομελείας του Αρείου Πάγου υπάγονται α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, β) αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων που παραπέμπονται για εκδίκαση στην ολομέλεια με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με απόφαση του τμήματος που δικάζει.

Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για μερικούς μόνο από τους λόγους της αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Το τμήμα που δικάζει είναι υποχρεωμένο να παραπέμψει την εκδίκαση της υπόθεσης στην ολομέλεια αν η απόφασή του για την αίτηση αναίρεσης, ανατρεπτική ή απορριπτική, λαμβάνεται με πλειοψηφία μιας ψήφου ή αν αρνείται να εφαρμόσει νόμο ως αντισυνταγματικό.

Αν όμως το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας έχει ήδη κριθεί με απόφαση της ολομέλειας, η παραπομπή είναι δυνητική". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή τα ζητήματα που παραπέμπονται στην Ολομέλεια πρέπει να είναι νομικά ζητήματα, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, και μπορεί ν' αναφέρονται στο παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης ή το παραδεκτό ή βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή μερικούς μόνο λόγους αναίρεσης, αν κριθεί ότι δημιουργούνται ζητήματα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας. Γενικότερου ενδιαφέροντος αποτελούν τα ζητήματα που ενδιαφέρουν ή μπορούν στο μέλλον ν' ενδιαφέρουν ευρύτερο κύκλο υποθέσεων ή ανακύπτει ζήτημα ενότητας της νομολογίας λόγω ύπαρξης αντιτιθέμενων αποφάσεων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (Ολ.Α.Π 24/1992).

Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003:( πριν την τροποποίηση τους με την παρ. 11 του άρθ.154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5-2016), τον οποίο εφάρμοσε το Εφετείο ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚΜ (παρ. 1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης, ή επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α' και β' του ίδιου νόμου (ΑΠΟλ. 11/2015).

Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα γεωτεμάχιο, εκτάσεως κατά την επιμέτρηση από τον ΟΚΧΕ 181 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 182,32 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του προϋφισταμένου του έτους (1923 οικισμού … του Δήμου … της Περιφερειακής Ενότητας (πρώην Νομού) …, στην ειδική θέση "…" ή "…" και επί της οδού …, πρώην παρόδου της οδού …., εμφαίνεται υπό στοιχεία ΑΙ- Α2-Α3-Α4-Α5-Α6-Α7-Α8-Α9-Α10-Α11- Α1 στο από Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ.

Γ., που προσαρτάται στην …/2008 πράξη της Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ευαγγελίας Σωτηροπούλου και κατά το τοπογραφικό αυτό συνορεύει: βόρεια - βορειοανατολικά, επί πλευράς ΑΙ- Α2, μήκους 8,38 μ., με δημοτική οδό …, στην οποία έχει πρόσοψη και επί πλευράς Α9-Α10, μήκους 2,73 μ., με ιδιοκτησία Η. Γ. (ΚΑΕΚ …), ανατολικά - νοτιοανατολικά επί πλευράς Α2-Α3-Α4, συνολικού μήκους 15,60 μ., με ιδιοκτησία Γ. (ΚΑΕΚ …), επί πλευράς Α5-Α6, μήκους 3,36 μ., με ιδιοκτησία Γ. (ΚΑΕΚ …), νότια επί πλευράς Α4-Α5, μήκους 0,78 μ., με ιδιοκτησία Γ. (ΚΑΕΚ ….) και επί πλευράς Α6-Α7, μήκους 11,49 μ., με ιδιοκτησία Χ.

Μ. (ΚΑΕΚ …) και νοτιοδυτικά επί πλευράς Α7-Α8-Α9, συνολικού μήκους 6,78 μ., με ιδιοκτησία Α. Κ. (ΚΑΕΚ …) και δυτικά - βορειοδυτικά επί πλευράς Α10-Α31-Α1, συνολικού μήκους 12,72 μ., με ιδιοκτησία Η. Γ. (ΚΑΕΚ …). Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο καταχωρίσθηκε στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου Αργούς με αρχική εγγραφή κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες και δη στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ …/…/….

Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο δεν έχει οικοδομηθεί, ενώ στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 εμφανίζεται καλυπτόμενο από φρυγανώδη και λιβαδική βλάστηση, χωρίς να διακρίνονται σε αυτό στοιχεία ανθρωπίνων καλλιεργητικών επεμβάσεων. Το έδαφος του επίδικου ακινήτου είναι επικλινές και πετρώδες. Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα ευρύτερου δασικού οικοσυστήματος που εκτείνεται στην πλαγιά νότια του … του … και που έχει τα ίδια μορφολογικά χαρακτηριστικά.

Δηλαδή, το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της μείζονος αυτής εκτάσεως της ίδιας μορφής εμβαδού 10.569.985,2 τ.μ., η οποία βρίσκεται στις υπώρειες του λόφου της ….. Στο επίδικο ακίνητο δεν φυόταν άγρια ξυλώδης βλάστηση θαμνώδους ή δενδρώδους μορφής, εντούτοις αποτελεί το ακίνητο αυτό χορτολιβαδική έκταση, που βρίσκεται επί ημιορεινού και ανωμάλου εδάφους και συγκροτεί φυσικό οικοσύστημα αποτελούμενο από φρυγανική αυτοφυή βλάστηση, ενώ αποτελεί το εν λόγω ακίνητο αναπόσπαστο τμήμα του ανωτέρω αναφερόμενου ευρύτερου δασικού οικοσυστήματος.

Ενόψει των ανωτέρω το επίδικο ακίνητο αποτελούσε δημόσια δασική έκταση, επί της οποίας δεν είχε αναγνωριστεί κυριότητα του εφεσίβλητου και ενάγοντος ή των δικαιοπαρόχων του κατά το άρθρο 3 του Β.Δ. της 17.11/1.12.1836 ή κατά το άρθρο 8 του Ν. 998/1979 και το Π.Δ. 509/1980 ή κατά το άρθρο 10 του Ν. 3208/2003, ενώ ούτε ο εφεσίβλητος και ενάγων ούτε οι δικαιοπάροχοι του είχαν συμπληρώσει επί του επίδικου ακινήτου έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (30ετή καλόπιστη νομή) πριν από τις 11.9.1915.

Επομένως, το ανωτέρω επίδικο δημόσιο δασικό ακίνητο δεν ήταν ιδιόχρηστο, αλλά κοινόχρηστο, αφού ήταν ελεύθερη η χρήση του από το κοινό. Κατ' ακολουθίαν, το ανωτέρω επίδικο δημόσιο δασικό και κοινόχρηστο ακίνητο δεν ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του εκκαλούντος και εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου. Ως εκ τούτου, δεν ήταν απλώς εξηρημένο της χρησικτησίας, αλλά ήταν εντελώς ανεπίδεκτο οποιοσδήποτε χρησικτησίας και δη τόσο της κοινής (τακτικής και έκτακτης) χρησικτησίας του ΑΚ, των όρθρων 1041 έως και 1053 ΑΚ μη δυναμένων να εφαρμοσθούν επ' αυτού (επίδικου ακινήτου), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1054 συνδ. 966 και 967 ΑΚ, όσο και της παραπάνω ειδικής (τακτικής και έκτακτης) χρησικτησίας, του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.

α' στ. α και στ. α και παρ. 2 του Ν. 3127/2003 μη δυναμένου, επίσης, να εφαρμοσθεί επ' αυτού (επίδικου ακινήτου), αφού το άρθρο αυτό δεν καταλαμβάνει τα ανήκοντα στο εκκαλούν και εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δασικά (κοινόχρηστα ή ιδιόχρηστα) ακίνητα, αλλά αντιθέτως αναφέρεται αποκλειστικά και μόνον στις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου, που ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του εκκαλούντος και εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση.

Έτσι το ανωτέρω επίδικο δημόσιο δασικό και κοινόχρηστο ακίνητο ήταν ανεπίδεκτο της παραπάνω ειδικής τακτικής χρησικτησίας, του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' στ. α και παρ. 2 του Ν. 3127/2003 μη δυναμένου να εφαρμοσθεί επ' αυτού (αλλά και ανεπίδεκτο και της παραπάνω ειδικής έκτακτης χρησικτησίας, του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α' στ.

β' και παρ. 2 του Ν. 3127/2003 μη δυναμένου, επίσης, να εφαρμοσθεί επ' αυτού), έστω και αν το ακίνητο τούτο βρίσκεται μέσα σε οικισμό, προϋφιστάμενο του έτους 1923, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, έπρεπε η ένδικη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ΤΜ/1.274/12.10.2012 αγωγή αναγνωρίσεως κυριότητας και ολικής διορθώσεως ανακριβούς πρώτης εγγραφής, που στηριζόταν στην ειδική τακτική χρησικτησία του άρθρου 4 παρ. 1 εδ.

α' στ. α' και παρ. 2 εδ. α' του Ν. 3127/2003, να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν (στο σύνολο της) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε αντίθετα προς τα ανωτέρω και δέχθηκε καθ' ολοκληρίαν (στο σύνολο της) την παραπάνω ένδικη αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε στην ερμηνεία και στην εφαρμογή του νόμου, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος του υπ' αρ. εκθ. καταθ. 197/26.3.2018 ιδιαίτερου δικογράφου πρόσθετων λόγων της κρινόμενης έφεσης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίον παραπονείται τούτο για το ανωτέρω σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης, με τον οποίον δηλαδή προσάπτει στην εκκαλοΰμένη την ανωτέρω πλημμέλεια, ζητώντας την ολική απόρριψη της εναντίον του ένδικης αγωγής αναγνωρίσεως κυριότητας και ολικής διορθώσεως ανακριβούς πρώτης εγγραφής, πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ. 41/18.4.2017 έφεση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και οι υπ' αρ. εκθ. καταθ. 197/26.3.2018 πρόσθετοι λόγοι της έφεσης αυτής να γίνουν δεκτοί και κατ' ουσίαν. Πρέπει δε να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη 286/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικαστεί κατ' ουσίαν η υπόθεση από το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο, σύμφωνα πάλι με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν (στο σύνολο της) ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ. Τ.Μ/1.274/12.10.2012 αγωγή αναγνωρίσεως κυριότητας και ολικής διορθώσεοις ανακριβούς πρώτης εγγραφής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος και, στη συνέχεια, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει αντιθέτως και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο, εκτάσεως 182,32 τ.μ, ευρισκόμενο εντός των ορίων του προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού … του Δήμου … , αποτελούσε δημόσιο δασικό και κοινόχρηστο ακίνητο, επί του οποίου δεν είχε αναγνωριστεί κυριότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ή των δικαιοπαρόχων του κατά το άρθρο 3 του Β.Δ.

της 17.11/1.12.1836 ή κατά το άρθρο 8 του Ν. 998/1979 και το Π.Δ. 509/1980 ή κατά το άρθρο 10 του Ν. 3208/2003, ούτε αυτοί είχαν συμπληρώσει επί του επίδικου ακινήτου έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (30ετή καλόπιστη νομή) πριν από τις 11.9.1915 και, επομένως, το επίδικο ως δημόσιο δασικό και κοινόχρηστο ακίνητο, δεν ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και ήταν ανεπίδεκτο οποιασδήποτε χρησικτησίας ούτε και της ειδικής τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας του άρθρου 4 παρ. 1α και παρ. 2 του Ν. 3127/2003.

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1α της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 154 παρ. 11 του Ν. 4389/2016, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την πιο πάνω διάταξη, με την παραδοχή ότι αυτή δεν εφαρμόζεται επί δημόσιας δασικής έκτασης, ως κοινοχρήστου πράγματος, μη ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της.

Ο λόγος αυτός, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 και επί δημοσίων δασικών εκτάσεων, αναφέρεται επί ζητήματος γενικότερου ενδιαφέροντος, καθόσον αφορά ευρύτερο κύκλο υποθέσεων, ενώ, εξάλλου, η επί του ανωτέρω θέματος νομολογία δεν είναι ενιαία. Ειδικότερα με άλλες αποφάσεις του Αρείου Πάγου υποστηρίζεται η άποψη, την οποία ακολούθησε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δηλαδή ότι τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα, όπως είναι το δημόσιο δάσος, δεν καταλαμβάνονται από το ως άνω άρθρο 4 του ν. 3127/2003 (ΑΠ 680/2016, 1271/2011), αφού το άρθρο αυτό αναφέρεται στις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή Δήμου (ΑΠ 723/2014), στην οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει ένα δάσος, ενόψει της ειδικής συνταγματικής προστασίας των δασών (άρθρο 24 Σ), είτε είναι ιδιόχρηστο, όταν εξυπηρετεί, κυρίως, τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε είναι κοινόχρηστο, όταν είναι ελεύθερη η χρήση του από το κοινό (Α.Π 1453/2010), με αποτέλεσμα να μη μπορεί ποτέ να είναι δεκτικό της παραπάνω ειδικής τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, έστω και αν βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923 ή μέσα σε οριοθετιθέντα οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων (Α.Π 226/2017).

Με άλλες, δε, αποφάσεις υποστηρίζεται η άποψη ότι ο Ν. 3127/2003 έχει θεσπιστεί, προκειμένου να ικανοποιηθούν αιτήματα ιδιωτών που επικαλούνται κυριότητα επί δημοσίων ακινήτων, που διαχειρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο είτε δια του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών είτε δια του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης , τα οποία είναι διαθέσιμα, δηλαδή, είτε ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, είτε διαχειρίζεται αυτά ενόψει ότι θα τα διαθέσει στο μέλλον , είτε είναι κοινόχρηστα, στηρίζουν δε την κυριότητα αυτή σε δεκαετή νομή με νόμιμο τίτλο, ή σε τριακονταετή νομή χωρίς νόμιμο τίτλο και στις δύο, όμως, περιπτώσεις με καλή πίστη κατά την κτήση της νομής, χωρίς να διακρίνει και να προβλέπει διαφορετική ρύθμιση για την περίπτωση κοινόχρηστου ή μη χώρου (ΑΠ 1498/2014) και, ειδικότερα, δημοσίων δασικών εκτάσεων ή μη (Α.Π 807/2019, 187/2017).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και με δεδομένο ότι πρόκειται για ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και για την εξασφάλιση της ενότητας της νομολογίας, το δικάζον τμήμα, με ομόφωνη απόφασή του, κρίνει αναγκαίο την παραπομπή του ως άνω λόγου αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ, επιφυλάσσεται δε το Δικαστήριο τούτο ως προς την έρευνα των λοιπών λόγων του δικογράφου της αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τον πρώτο λόγο της από 10-10-2019 αιτήσεως του Κων/ Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 604/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου

Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας, δεύτερο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, της ως άνω αίτησης αναίρεσης

Και

Επιφυλάσσεται να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους του δικογράφου της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τον παραπεμπόμενο σε αυτήν αναιρετικό λόγο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αμέσως αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης Μαρία Μουλιανιτάκη