Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to consider evidence regarding public land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Lamia Court of Appeal's decision regarding a public land compensation claim. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific expert reports and testimonies concerning the land's historical status as a stream bed. The court ruled that the lower court had explicitly considered all submitted evidence and that the appellant's claim of insufficient weight assigned to the documents was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ), 561(1) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's general reference to considering all legally submitted evidence satisfies the requirement of Article 561(2), and an appellant's complaint that the evidence was not given the weight they claim is inadmissible as it attacks the unreviewable discretion of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1130 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1130/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ηλία Νίκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη .... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αργυρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-3-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα ανέγνωσε την από 13-2-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, δέχθηκε, κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία, τα ακόλουθα: "Η Κτηματική Υπηρεσία .... εξέδωσε σε βάρος της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης) το υπ' αριθμ. 1/7-1-2004 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημιώσεως αυθαιρέτου χρήσεως δημοσίου κτήματος, με το οποίο επέβαλε εις βάρος της αποζημίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, (ήδη αναιρεσείοντος) συνολικού ύψους 23.372 ευρώ, με την αιτιολογία ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2003 προέβη σε αυθαίρετη χρήση ενός τμήματος γης εκτάσεως 3.810 τετραγωνικών μέτρων, που αποτελεί μέρος του δημοσίου κτήματος με ΑΒΚ 2028 μεγαλύτερης εκτάσεως 300 περίπου στρεμμάτων.
Το ανωτέρω δημόσιο κτήμα βρίσκεται στην περιοχή "..." του Δήμου ... και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ελληνικού Δημοσίου, αποτελεί, όπως και το επίδικο τμήμα αυτού, μέρος της κοίτης του ομωνύμου χειμάρρου (...). Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει ότι με βάση την υπ' αριθμ. ..../8-3-2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας του άρθρου 90 του Π.Δ. 284/1988 "Περί Οργανισμού του Υπουργείου Οικονομικών", η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών, το 2001 έγινε η καταγραφή του κτήματος αυτού ως δημοσίου, διότι στο παρελθόν αποτελούσε κοίτη του ανωτέρω χειμάρρου και διαπιστώθηκε ότι με βάση τους τίτλους κυριότητας, που προσκόμισαν οι ενδιαφερόμενοι περίοικοι, δεν υπήρχαν επ' αυτού δικαιώματα τρίτων, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί (από το Δημόσιο) ως κτήμα αδέσποτο και, επομένως, ιδιοκτησία του Δημοσίου.
Εξ αντιθέτου, η ανακόπτουσα αμφισβητεί την κυριότητα του Δημοσίου ειδικώς επί του επιδίκου κτήματος και υποστηρίζει ότι δεν αποτελεί κοίτη χειμάρρου, αλλά μέρος ιδιωτικού ακινήτου μεγαλυτέρας εκτάσεως. Πράγματι, η ανακόπτουσα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...09/30-9-1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Γ.
Φ., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο .....74 και αριθμό ....45, κατέστη κυρία λόγω αγοράς από τον Δ. Θ. ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του δήμου ...., εμβαδού 4.044,95 τετραγωνικών μέτρων. Το εν λόγω ακίνητο συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Ι.
Κ., νοτίως με … ανατολικώς με ιδιοκτησία Παναγιωτόπουλου και δυτικώς με ιδιοκτησία πρώην Β. και τώρα φυσικού αερίου. Στον δικαιοπάροχο της Δ. Θ. είχε περιέλθει δυνάμει εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος την 22 Οκτωβρίου 1988 θείου του Ε. Θ., ο οποίος τον εγκατέστησε κληρονόμο στο επίδικο ακίνητο δυνάμει της υπ' αριθμ. ...48/1984 δημοσίας διαθήκης, που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Ε.
Κ. Ν. - Ζ. και δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Λαμίας με το υπ' αριθμ. 219/96 πρακτικό δημοσιεύσεως, ενώ την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...68/1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου .... Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στη νομή του κληρονομούμενου - απώτερου δικαιοπάροχου της ανακόπτουσας δυνάμει ατύπου συμβάσεως δωρεάς από τον πατέρα του Δ.
Θ., κατά το έτος 1920. Έκτοτε, μέχρι και του θανάτου του, ο τελευταίος νέμονταν και κατείχε αυτό με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν σε ιδιοκτήμονα και προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του, καλλιεργώντας το με δημητριακά. Στο επίδικο ακίνητο υφίστανται κτίσματα και η ανακόπτουσα από τον χρόνο που περιήλθε σ' αυτήν, αλλά και οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της, από τον χρόνο που ο καθένας με τις προαναφερόμενες μεταβιβάσεις παρέλαβε τη νομή του όλου ακινήτου, χρησιδέσποσαν καλοπίστως, με διάνοια κυρίου, επί του ακινήτου αυτού, ασκώντας όλες τις πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση του, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα στην άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους..To Δημόσιο καμία απόδειξη δεν προσκόμισε για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου.
Και υπό την εκδοχή ότι το επίδικο αποτελεί κοίτη χειμάρρου, δηλαδή κοίτη που κατακλύζεται περιοδικώς με νερά βροχής και, επομένως... υπόκειται σε ιδιωτική εξουσίαση... και μπορεί να μεταβιβασθεί ή να αποκτηθεί, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η κοίτη έχει εγκαταλειφθεί από μακρό - αμνημόνευτο - χρόνο ("αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα") στην κοινή χρήση, οπότε και μόνο γίνεται κοινής χρήσεως και ανήκει στο Δημόσιο.
Υπάρχει δε...αμνημόνευτη αρχαιότητα, όταν δύο γενιές επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών γνώρισαν στη συνέχεια την ίδια κατάσταση (δηλ. τη φυσική απορροή των βρόχινων νερών μέσω της κοίτης αυτής) πριν από την κατά την 23-2-1946 εισαγωγή του Α.Κ. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν πιθανολογήθηκε ότι η κοίτη του εν λόγω χειμάρρου έχει πλάτος 2 χιλιόμετρα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το καθού η ανακοπή.
Το Δημόσιο το μόνο που επικαλείται προς απόδειξη της κυριότητάς του είναι όσα αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 4/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων του άρθρου 90 του Π.Δ. 284/1988, με βάση την οποίαν έγινε μόλις το 2001 η καταγραφή του επιδίκου ως δημοσίου κτήματος. Η καταγραφή αυτή διενεργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 1050482/3134/Α00110/21-5-2001 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών.
Στη γνωμοδότηση, όμως, αυτή γίνεται αναφορά για την κατάσταση του χειμάρρου από το 1931 και στο εξής, οπότε έγινε η διανομή του κτήματος "...", ενώ καμία ειδική και συγκεκριμένη αποδεικτική αναφορά δεν γίνεται για το διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών πριν την εισαγωγή τoυ AK, ότι δηλαδή δύο γενεές πριν το 1946 γνώριζαν την ίδια κατάσταση (τη φυσική απορροή των βρόχινων νερών μέσω της κοίτης αυτής).
Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι το επίδικο ακίνητο δεν εφάπτεται της κοίτης του ανωτέρω χειμάρρου, αλλά παρεμβάλλεται ακίνητο ιδιοκτησίας της ΔΕΠΑ ΑΕ, το οποίο έχει μέσο πλάτος 90 μέτρων. Η ανακόπτουσα, αφού κατέθεσε στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο τα απαιτούμενα έγγραφα, μεταξύ των οποίων το υπ' αριθμ. .....57/1988 έγγραφο της .....Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων...
και το υπ' αριθμ. πρωτ. ......38/2000 έγγραφο του Δασαρχείου Λαμίας, περί του ότι αυτό δεν αποτελεί αρχαιολογικό χώρο και δασική έκταση αντιστοίχως και αφού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .....83/2001 οικοδομική άδεια του πολεοδομικού γραφείου ...., ανήγειρε ισόγεια οικοδομή με υπόγειο, εμβαδού 672 τετραγωνικών μέτρων... Εφόσον, λοιπόν, το επίδικο κτήμα δεν πιθανολογήθηκε ότι είναι δημόσιο, δεν εκδόθηκε νομίμως το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, για την έκδοση του οποίου βασική προϋπόθεση ήταν το παραπάνω στοιχείο.".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ακολούθως, απέρριψε την από 27-4-2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 220/2006 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας) Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την από 22-1-2004 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρώσει το προσβληθέν 1/7-1-2004 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας .......
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ2/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 600/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησής του το αναιρεσείον, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, ήτοι: 1) την 4/2001 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και ειδικότερα τα μνημονευόμενα σε αυτή έγγραφα, όπως:
α)την από Νοεμβρίου 1996 έκθεση εφαρμογής τίτλων ιδιοκτησίας περί τον ..., β)την από Νοεμβρίου 1996 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ. Σ. και γ)τις από 4-4-1997 ένορκες καταθέσεις των Ν. Σ., Χ. Γ. και Ε. Τ., βάσει των οποίων το ανωτέρω Γνωμοδοτικό Συμβούλιο με την προεκτεθείσα Γνωμοδότησή του κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, γνωμοδοτώντας ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί κοίτη χειμάρρου ανήκουσα στο Δημόσιο.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον από τη ρητή αναφορά του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικου είχαν νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει (επισημαίνεται ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση - άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ - των από 12-12-2011 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου δεν είχε γίνει ρητή επίκληση των ανωτέρω υπό στοιχεία α έως γ εγγράφων), αλλά και από το περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη την ανωτέρω 4/2001 γνωμοδότηση, την οποία άλλωστε ρητά αναφέρει και αξιολογεί.
Το ότι εξάλλου, το Εφετείο προσέδωσε σε αυτή, στην οποία γίνεται αναφορά των ανωτέρω υπό στοιχεία α έως γ εγγράφων, διαφορετική αποδεικτική βαρύτητα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, από αυτή που υποστηρίζει ότι έχει το αναιρεσείον, δεν ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο .
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί το αναίρεσείον, λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31 Μαρτίου 2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 90/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ