Supreme Court dismisses appeal against civil court costs ruling for public body not using Legal Council.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Agricultural Organization (ELGA) against a first-instance judgment ordering it to pay court costs. The organization argued that its legal fees should be reduced because it enjoys public law privileges, but the court found this argument baseless. The court ruled that since ELGA's legal representation was not provided by the State Legal Council, the specific fee reduction applicable only to such cases did not apply, and the losing party must pay the full costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22 § 1 of Law 3693/1957; Art. 16 § 2 of Law 1790/1988: The fee reduction for legal representation by the State Legal Council applies exclusively to legal entities utilizing that service, not to other public bodies enjoying general privileges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1129 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1129/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αναστασία Κουτσαύτη και Αικατερίνη Τσιροβασίλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Μ., κατοίκου Καρδίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Τασιοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1370/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 14242/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 28/6/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Στην παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (A' 104) ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48/) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021(A' 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021".
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28.6.2021 και με αριθμό κατ. 54043/111/8.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 14242/27.12.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 30.9.2013 και με αριθμό κατ. 1656/1.10.2013 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), κατά της υπ' αριθ. 1370/9.9.2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα 16.487,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο εντός του οποίου κάθε επί μέρους ετήσιο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, λόγω μη συνυπολογισμού της μηνιαίας ειδικής αποζημίωσης για την άσκηση εποπτείας, στον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας και στις αποδοχές αδείας κατά τα έτη 2006 και εφεξής μέχρι τη συνταξιοδότησή του (7.10.2011).
Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την ως άνω έφεση κατά της εν λόγω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 8.7.2021 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87), δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 14242/27.12.2018 απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (28.12.2018) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 28.12.2020, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13.3.2020 έως 31.5.2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1 εδ. α του Ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών στις 8.7.2021. Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ.
α` του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 319/2017). 3.-Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ερειδόμενο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι "όλως εσφαλμένα αναιτιολόγητα και χωρίς να λάβει υπόψη την ιδιαιτερότητα της νομικής μορφής της ειδικής αποζημίωσης εποπτείας δέχτηκε την αγωγή και επιδίκασε στον εδώ αναιρεσιβαλλόμενο τα αξιούμενα με την αγωγή του ποσά ενώ έπρεπε να τα απορρίψει εξ ολοκλήρου, καθόσον η αποζημίωση εποπτείας δεν αποτελεί μέρος των τακτικών αποδοχών (...) η ειδική αποζημίωση εποπτείας δεν αποτελεί προσαύξηση μισθού και δεν υπάγεται στην έννοια των τακτικών αποδοχών και το δικαστήριο δεν εκτίμησε σωστά τα πραγματικά περιστατικά και δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο και τον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΕΛΓΑ, Υπ.
Απόφαση 36209/1994, ΦΕΚ 949 Β/1994". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι στο οικείο δικόγραφο της αίτησης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι το εναγόμενο ΝΠΙΔ (ΕΛΓΑ) και ήδη αναιρεσείον οφείλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσά, λόγω μη συνυπολογισμού της ειδικής αποζημίωσης για την άσκηση εποπτείας, στον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας και στις αποδοχές κατά τα έτη 2006 και εφεξής μέχρι τη συνταξιοδότησή του (7.10.2011), ούτε αναφέρονται οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχουν νομικά σφάλματα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή αν παραβιάσθηκαν διατάξεις του νόμου (και ποιου), στον οποίο, αορίστως, ο αναιρεσείων επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. 4.-Κατά το άρθρο 22 § 1 του ν. 3693/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου που περιλαμβάνεται στις δαπάνες, οι οποίες θα αποδοθούν στο διάδικο που νίκησε μειώνεται μέχρι το μισό του ελαχίστου ορίου της διατίμησης και δεν μπορεί να υπερβεί κάποιο χρηματικό ποσό αναπροσαρμοζόμενο κάθε φορά με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 5 § 12 του ν. 1737/1987).
Κατά την § 3 του ίδιου άρθρου οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στις δίκες στις οποίες διάδικος είναι υπουργός ή νομάρχης ή πρόσωπο του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Από τη διατύπωση της τρίτης παραγράφου προκύπτει ότι μόνο στα νομικά πρόσωπα η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 περί μειώσεως της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου κ.λπ.
Συνεπώς, το γεγονός ότι ορισμένο ν.π.δ.δ. ή και ιδιωτικού δικαίου, απολαύει, βάσει διατάξεως νόμου, των απαλλαγών, ατελειών και προνομίων του Δημοσίου δεν δικαιολογεί την εφαρμογή και των παραπάνω διατάξεων για τη δικαστική δαπάνη, αφού δεν πρόκειται για προνόμιο ή απαλλαγή, αλλά για διάταξη αναφερόμενη στη δικαστική υπεράσπιση από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΑΠ 1097/2019, ΑΠ 862/2019, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1382/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος αναιρέσεως τον οποίο προβάλλει το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, διότι, αν και απολαμβάνει των δικαστικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου, βάσει της παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 1790/1988 (ΦΕΚ Α' 134), εν τούτοις κατά την επιβολή της δικαστικής δαπάνης δεν υπολογίστηκε η μείωση που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσείοντος δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
5.-Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛΓΑ), λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μη συντρεχούσης περίπτωσης μείωσης των δικαστικών εξόδων, μολονότι το αναιρεσείον απολαμβάνει των απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρο 16 παρ. 2 ν. 1790/1988), διότι η νομική του υπηρεσία δεν διεξήχθη από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28.6.2021 και με αριθ. κατάθ. 54043/111/8.7.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 14242/27.12.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.-
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ