Legislator Case Law & Legislation
1126/2017 AI generated

1126/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1126/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.

Legislator headnote

AI generated

1126/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
occupational accidents damage to electrical installations weather-related loss of work unemployment due to technical progress asbestos exposure safety regulations violation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1126 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1126/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... (...", που εδρεύει στην ... Κιλκίς και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου, που ανακάλεσε την από 2/3/2017 δήλωση για παράσταση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Θ. Π., 2) Β. Π. του Θ., 3) Ε. Π. του Θ., 4) Α. Π., χήρας Κ. Κ., 5) Μ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πανταζή και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 72/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 900/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητες με την από 11/9/2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1133/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 900/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1663/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την, από 8/4/2016, έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφάρμοσε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφάρμοσε αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 681 επ. ΑΚ, μίσθωση έργου, κατά την οποία ο εργοδότης αποβλέπει στην εκτέλεση του έργου και ο εργολάβος δικαιούται κατά την παράδοση του έργου τη συμφωνημένη ή ειθισμένη αμοιβή υπάρχει όταν τα μέρη αποβλέπουν στην επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, που είναι η εκτέλεση του έργου και όχι στην παροχή της εργασίας καθ’ εαυτήν (ΑΠ 04/2002, 1291/2001, 1093/2001, 219/2002, 276/2011).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 648 παρ. 1 ΑΚ ορίζεται ότι με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό. Όπως συνάγεται από τη διάταξη αυτή, στη σύμβαση εργασίας επιδιώκεται, αντίθετα προς ότι συμβαίνει στη σύμβαση έργου των άρθρων 681 επ.

ΑΚ, η παροχή εργασίας καθεαυτήν και όχι το αποτέλεσμα αυτής. Αντίθετα, μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος, έστω και αν τελεί σε χαλαρή εξάρτηση από τον εργοδότη του, αναπτύσσει πρωτοβουλία και δεν υπόκειται στις οδηγίες του εργοδότη και την εποπτεία αυτού ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο και τις εν γένει συνθήκες παροχής της εργασίας του.

Τέλος, σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν όχι μόνο ο χρόνος διαρκείας αυτής έχει συμφωνηθεί ρητώς από τους συμβαλλομένους αλλά και όταν, κατά τη βούλησή τους, ο μισθωτός προσλαμβάνεται για να προσφέρει την εργασία του στον εργοδότη για την εκτέλεση ορισμένου έργου αυτού, οπότε αυτή λύεται αυτοδικαίως με την εκτέλεση του έργου (ΑΠ 1204/02).

Λόγω του στενού συνδέσμου μεταξύ "αποτελέσματος" και εργασίας, αλλά και της σχετικότητας της έννοιας "αποτέλεσμα", συχνά σε συμβάσεις με ελεύθερους επαγγελματίες, δεν είναι σαφές αν τα μέρη θέλησαν ως αντικείμενο της συμφωνίας τους την παροχή των υπηρεσιών του προσώπου ή την προσπόριση του αποτελέσματος της εργασίας.

Στις περιπτώσεις αυτές, ως κριτήριο για την ερμηνεία της βούλησης των μερών μπορεί να χρησιμεύσει το ποιος από τους συμβαλλόμενους επωμίζεται τον κίνδυνο της μη πραγματοποίησης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης γίνεται από το δικαστήριο, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δίνουν σ’ αυτή οι συμβαλλόμενοι, μετ’ εκτίμηση όλων των περιστάσεων.

Για το χαρακτηρισμό της σχέσης ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες παροχής αυτής, αφού ληφθεί υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αναζητείται δε η αληθής βούληση των συμβληθέντων. Ο χαρακτήρας της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας δεν αλλάζει από το γεγονός ότι ο μισθωτός λόγω της φύσης της παρεχόμενης εργασίας αναπτύσσει πρωτοβουλία μέσα στα πλαίσια των όρων της σύμβασης ως προς τον τρόπο εκτέλεσης αυτής.

Σε περίπτωση αμφιβολίας πρέπει να δίνεται από το δικαστήριο η ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο λύση (ΑΠ 1133/2012, 556/2010). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης;

Σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς, (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Περαιτέρω, η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ; της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1765/2011, 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο; 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε σε σχέση με τα ενδιαφέροντα ζητήματα τα ακόλουθα: "Ο Θ. Π. του Σ. που γεννήθηκε στις 30.08.1934 και κατά το χρόνο θανάτου του (30.03.1999) διάνυε το 65° έτος της ηλικίας του, και ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών και αδελφός της τέταρτης και πέμπτης των εναγουσών, μετά τη συνταξιοδότηση του από τον ΟΤΕ, συνέχισε, ως έμπειρος τεχνικός στην εγκατάσταση τηλεφωνικών δικτύων, να εργάζεται προσφέροντας επ’ αμοιβή σε διάφορες επιχειρήσεις, εγκαθιστώντας και συντηρώντας τηλεφωνικά δίκτυα.

Μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών ήταν και η επιχείρηση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, η οποία, είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την κατασκευή, εμπορία και τοποθέτηση ολοκληρωμένων συστημάτων κάθε είδους ανελκυστήρων, δραστηριοποιείται στην ελληνική και ευρωπαϊκή αγορά και διατηρεί στη ...

Κιλκίς, εργοστάσιο κατασκευής και τοποθέτησης ανελκυστήρων. Όταν λοιπόν η εναγομένη εταιρεία ήθελε να εγκαταστήσει στο ανωτέρω εργοστάσιο της τηλεφωνικά δίκτυα ή να επεκτείνει αυτά σε νέους χώρους ή είχε ανάγκη εργασιών σχετικά με τα δίκτυα αυτά και τη συντήρηση των, προσελάμβανε τον ανωτέρω Θ. Π., ακόμα και πριν από την συνταξιοδότηση του, στον οποίο διέθετε τα υλικά, τα εξαρτήματα, τα μηχανήματα και τα εργαλεία που ήταν (αναγκαία προς εκτέλεση της εργασίας του και ο τελευταίος προσέφερε αντί της συμφωνηθείσας αμοιβής αποκλειστικά και μόνον την εργασία του, έχουσα το ως άνω αντικείμενο, οπότε μετά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου για το οποίο προσλαμβάνονταν, (λύονταν - αυτοδικαίως η μεταξύ, των συμβατική σχέση.

Ο ανωτέρω Θ. Π., που λόγω της πολύχρονης ενασχόλησης του με τα τηλεφωνικά δίκτυα του εργοστασίου της εναγομένης εταιρείας είχε αποκτήσει την εμπιστοσύνη των αρμοδίων οργάνων της, που τον θεωρούσαν έμπειρο στην εγκατάσταση και λειτουργία των τηλεφωνικών δικτύων και γνώστη της ποιότητας τούτων, το έτος 1989 πρότεινε στα όργανα της εναγομένης εταιρείας, να προμηθεύεται τα τηλεφωνικά συστήματα και εξαρτήματα, προς κάλυψη, των σχετικών αναγκών της, από τον Ν.

Π., ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος της εταιρείας "...", κατασκευάστριας τηλεφωνικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων και εξαρτημάτων, και επιπλέον διατηρούσε ατομική επιχείρηση βιομηχανικού εργαστηρίου τηλεφωνικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων με το διακριτικό τίτλο "...". Μεταξύ τούτων, ήτοι του Θ. Π. και του Ν.

Π., εκτός από τη φιλική σχέση, υπήρχε και συνεργασία, συνισταμένη στο ότι, ο πρώτος πρότεινε στις επιχειρήσεις που παρείχε την ως άνω εργασία του να προμηθεύονται τα τηλεφωνικά και τηλεπικοινωνιακά συστήματα από τον δεύτερο και αυτός πρότεινε στους δικούς του πελάτες-να προσλαμβάνουν ως τεχνίτη για την-εγκατάσταση και συντήρηση των ως άνω συστημάτων τον πρώτο.

Όμως, όπως αποδείχθηκε ουδέποτε υπήρξε μεταξύ τους συμβατική σχέση εξαρτημένης, εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ούτε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όπως αβασίμως διατείνεται η εκκαλούσα-εναγομένη εταιρεία με τα διαλαμβανόμενα στην υπό κρίση έφεση της. Πράγματι, η εναγομένη εταιρεία αποδεχόμενη την ανωτέρω πρόταση του Θ.

Π., άρχισε από το έτος 1989 να προμηθεύεται τα συστήματα τηλεφώνων, συσκευών και εξαρτημάτων αυτών από τον Ν. Π. και αναπτύχθηκε μεταξύ των στενή συνεργασία, ενόψει των συνεχών επεκτάσεων του εργοστασίου της και των ανακυπτουσών νέων αναγκών για τηλεφωνικές εγκαταστάσεις, ενώ για τις εργασίες εγκατάστασης, σύνδεσης των συστημάτων και συντήρησης αυτών συνέχισε να προσλαμβάνει τον Θ.

Π.. ‘ Ετσι όταν το έτος 1997 η εναγομένη εταιρεία αποδεχόμενη την από 30.09.1996 οικονομική προσφορά του Ν. Π. προμηθεύθηκε απ’ αυτόν νέο ψηφιακό τηλεφωνικό κέντρο της "...", προσέλαβε για την εγκατάσταση αυτού στο άνω εργοστάσιο της και την. εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών καλωδίωσης και σύνδεσης με τον κατανεμητή, τον ανωτέρω Θ.

Π. καθώς και τον Χ. Δ. που ήταν συνταξιούχος υπάλληλος του ΟΤΕ και φίλος του πρώτου. Οι τελευταίοι εργάσθηκαν στο εργοστάσιο της εναγομένης εκτελώντας το ως άνω έργο με υλικά, εργαλεία και τεχνικά μέσα που τους χορήγησε η τελευταία, η οποία μετά το πέρας των εργασιών τους, κατέβαλε προς αυτούς τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Τον Μάρτιο του 1999 ή εναγομένη εταιρεία ήθελε να προβεί στην εγκατάσταση τριών νέων τηλεφωνικών γραμμών, προς επέκταση του άνω τηλεφωνικού δικτύου της. Έτσι προμηθεύθηκε τα αναγκαία υλικά και καλώδια και εν γένει τον απαιτούμενο εξοπλισμό και η αρμόδια υπάλληλος της εναγομένης εταιρείας, Π. Κ., που ήταν Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων και Διευθύντρια Προσωπικού, ενεργώντας κατ’ εντολή του Διευθύνοντος Συμβούλου, Ν.

Κ., κάλεσε τηλεφωνικά τον ως άνω Θ. Π., προκειμένου να προβεί στην εκτέλεση των αναγκαίων εργασιών τοποθέτησης των καλωδίων και σύνδεσης με τον κατανεμητή. Πράγματι ο τελευταίος, αποδεχόμενος την ως άνω πρόταση προς παροχή της εργασίας του, το πρωί της 26ης Μαρτίου 1999, μετέβη στο εργοστάσιο της εναγομένης, προκειμένου, να προσφέρει την εργασία του για την εκτέλεση του ως άνω έργου.

Εκεί ο αρμόδιος Προϊστάμενος της εναγομένης εταιρείας, ενεργώντας κατ’ εντολή του Διευθύνοντος Συμβούλου, Ν. Κ., ανέθεσε στον Θ. Π., την ανωτέρω, εργασία, δίδοντας προς αυτόν σχετικές οδηγίες ως προς τους χώρους στους οποίους θα εργαζόταν για την επέκταση του. τηλεφωνικού δικτύου και την εγκατάσταση των τριών νέων τηλεφωνικών γραμμών, καθορίζοντας ως χρόνο εργασίας το ωράριο εργασίας ,των λοιπών εργαζομένων του εργοστασίου και του χορήγησε τα αναγκαία, για εκτέλεση της ανατιθέμενης σ1 αυτόν εργασίας, υλικά, εργαλεία και τεχνικά μέσα, μεταξύ των οποίων και μία σκάλα, ενόψει του ότι η τοποθέτηση των καλωδίων θα γινόταν σε ύψος πέντε μέτρων περίπου, επιπλέον δε ανέθεσε στον εργαζόμενο της εναγομένης εταιρείας, Ι.

Β., που ήταν βοηθός ηλεκτρολόγου, να εργασθεί μαζί με τον Θ. Π., εκτελώντας χρέη βοηθού αυτού. Ο Θ. Π. συμμορφώθηκε με τις ως άνω οδηγίες του αρμοδίου προϊσταμένου της εναγομένης ως προς τον τρόπο, χρόνο, τόπο και έκταση της παρεχόμενης απ αυτόν εργασίας και υποκείμενος στην υπαλληλική ιεραρχία που υφίστατο στην επιχείρηση της εναγομένης, και στον έλεγχο των εκτελούντων χρέη Προϊσταμένου, υπαλλήλων της εναγομένης εταιρείας, αποδέχθηκε, αφενός μεν, να εργασθεί μαζί τον ως άνω εργαζόμενο της εναγομένης που θα εκτελούσε καθήκοντα βοηθού του και αφετέρου να χρησιμοποιήσει τα υλικά, τα εργαλεία και τα τεχνικά μέσα που του χορήγησε το ως άνω αρμόδιος Προϊστάμενος, χωρίς να εκφράσει οιανδήποτε αντίρρηση ή διαφωνία ή να διατυπώσει τη δική του προτίμηση ή επιλογή αναφορικά με το πρόσωπο του βοηθού ή να εκφέρει άποψη, αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και έκτασης της παρεχόμενης υπ’ αυτόν εργασίας ή με τη καταλληλότητα ή μη των χορηγηθέντων σ’ αυτόν υλικών, εργαλείων και τεχνικών μέσων ή να εκδηλώσει επιθυμία να εργασθεί με δικά του εργαλεία και τεχνικά μέσα.

Κατά την εκτέλεση δε της εργασίας του, δεν είχε ελεύθερη υπηρεσιακή δράση, αλλά αφενός μεν εργαζόταν μαζί με τον προαναφερόμενο υπάλληλο της εναγομένης, που είχε ορισθεί, από τον ως άνω Προϊστάμενο, ως βοηθό του και αφετέρου, τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο των οργάνων της εναγομένης, ο οποίος (έλεγχος) όμως, λόγω του είδους και της φύσεως της επίμαχης εργασίας αλλά και της ειδικότητας του και της εξειδικευμένης εμπειρίας του καθώς της εμπιστοσύνης με την οποία τον περιέβαλαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης εξαιτίας της πολυετούς ενασχόλησης του με τα τηλεφωνικά συστήματα του εργοστασίου, ήταν χαλαρός και κατά το μικρό χρονικό διάστημα που εργάσθηκε μέχρι το μεσημέρι που έλαβε χώρα ο παρακάτω αναφερόμενος θανάσιμος τραυματισμός του, δεν εκδηλώθηκε εμπράκτως από τους τελευταίους.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω Θ. Π. μαζί με τον ως άνω βοηθό του κατ’ αρχήν εργάσθηκαν στα γραφεία του εργοστασίου, εγκαθιστώντας τις νέες τηλεφωνικές γραμμές, και το μεσημέρι της ίδιας ημέρας συνέχισαν τις εργασίες καλωδιώσεως στην αίθουσα που χρησιμοποιείτο για την συναρμολόγηση και δοκιμή των υδραυλικών συστημάτων (δοχείων και εμβόλων) των κατασκευαζόμενων ανελκυστήρων.

Όμως, ενόψει του ότι η τοποθέτηση των καλωδίων θα γινόταν σε ύψος πέντε περίπου μέτρων από το δάπεδο, δηλαδή πλησίον της οροφής, και μάλιστα σε απόσταση περίπου δύο (2) μέτρων κάτω από τον γερανό που ήταν τοποθετημένος στην οροφή και κινείτο στις υπάρχουσες σ’ αυτήν ράγιες, ήταν αναγκαία η χρήση της άνω σκάλας, που είχε χορηγηθεί στον Θ.

Π.. Η σκάλα αυτή ήταν φορητή, μονή, κατασκευασμένη από αλουμίνιο και τηλεσκοπική, με μήκος στην πλήρη αποσύμπτυξή της οκτώ (8) μέτρων και η χρήση της γινόταν με τη στήριξη της στον τοίχο. Όμως, η εν λόγω σκάλα έχουσα τα ως άνω. χαρακτηριστικά, δεν διέθετε σταθερότητα και έτσι προς εξασφάλιση αυτής έπρεπε να την κρατά στη βάση της κάποιο άτομο.

Ας σημειωθεί δε ότι όλες οι σκάλες που διέθετε η εναγομένη για την εκτέλεση υπό των. εργαζομένων της εργασιών σε μεγάλο ύψος, ήταν όμοιες και μία απ’ αυτές δόθηκε στον ανωτέρω Θ. Π., όπως ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσε ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο μάρτυρας ανταποδείξεως, Χ. Ν., υπάλληλος, της εναγομένης Προϊστάμενος Φόρτωσης.

Άλλωστε, και η εναγομένη εταιρεία προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού της περί; του ότι διέθετε στο εργοστάσιο της μόνο όμοιες με την επίμαχη σκάλα, προσκόμισε μετ’ επικλήσεως, έξι (6) φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται ο χώρος του εργοστασίου της, στον οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα καθώς και σκάλες τηλεσκοπικές, φορητές, κινητές, μεγάλου μήκους, που φθάνουν μέχρι την οροφή και είναι στηριγμένες στον τοίχο, οι οποίες όμως στη βάση των φέρουν ελαστικούς κοντραδόρούς.

Είναι πρόδηλο λοιπόν ότι, οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο της εναγομένης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και ο Ι. Β., γνώριζαν τα ως άνω χαρακτηριστικά που είχε η επίμαχη σκάλα καθώς και το γεγονός ότι για τη σταθεροποίηση της ήταν αναγκαίο να την κρατά κάποιο άτομο στη βάση της και έτσι ο τελευταίος εκτελώντας καθήκοντα βοηθού, ήταν επιφορτισμένος να κρατά τη σκάλα, κατά το χρόνο που ο Θ.

Π. ήταν ανεβασμένος σ’ αυτήν και τοποθετούσε τα τηλεφωνικά καλώδια. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο τελευταίος ήταν ανεβασμένος στην σκάλα και τοποθετούσε καλώδια σε ύψος πέντε μέτρων, διέκοψε, την εργασία του και κατέβηκε από την σκάλα, διότι ο ανωτέρω βοηθός του, Ι. Β., που κρατούσε αυτήν προς εξασφάλιση της σταθερότητας της, εκτελώντας σχετική εντολή των προϊσταμένων του, μετέβη σε άλλο -τμήμα τού εργοστασίου, προκειμένου να παράσχει εκεί την εργασία του, αφήνοντας προσωρινά μόνον τον Θ.

Π.. Ας σημειωθεί δε ότι από την αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε ο χρόνος απουσίας του ως άνω Ι. Β., πλην όμως, όταν επέστρεψε στην προπεριγραφόμενη αίθουσα, βρήκε το Θ. Π., πεσμένο στο δάπεδο και σοβαρά τραυματισμένο, δεχόμενο τις πρώτες βοήθειες από εργαζόμενους του εργοστασίου. Αμέσως διακομίσθηκε ο τραυματισθείς στο ΓΝΝ Κιλκίς και στη συνέχεια, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του, μεταφέρθηκε στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "...", όπου απεβίωσε στις 30.03.1999, συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη εκ της ως άνω πτώσεως, ήτοι κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, υποσκληρίδιου αιματώματος μετωποκροταφοβρεγματικά .. _(ΑΡ) -υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, κατάγματος κροταφικού και λιθοειδούς οστού (ΔΕ) και επισκληρίδιου αιματώματος στο ύψος ΑΙ-A3.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, την ίδια ημέρα του ως άνω ατυχήματος και σε ελάχιστο χρόνο μετά απ’ αυτό, μετέβησαν στο εργοστάσιο της εναγομένης, Τεχνικός Μηχ. Μηχανικός Κ. Π. υπάλληλος της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κιλκίς και ο Ι. Χ., Προϊστάμενος της Επιθεώρησης Εργασίας, προκειμένου να διενεργήσουν έλεγχο των μονάδων του εργοστασίου και να εξακριβώσουν τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε το εργατικό ατύχημα, εκ του οποίου τραυματίσθηκε θανάσιμα ο ανωτέρω Θ.

Π.. Ο Κ. Π., διατύπωσε το πόρισμα του στο με αριθμό πρωτ. .../08.04.1999 έγγραφο της ως άνω Υπηρεσίας του, που απευθύνεται προς τη Διεύθυνση Επιθεώρησης Εργασίας και στην Αστυνομική Διεύθυνση Νομού Κιλκίς. Από την επισκόπηση του περιεχομένου του ως άνω εγγράφου καταρχήν προκύπτει ότι, οι προδιαληφθέντες πληροφορήθηκαν τις συνθήκες του ατυχήματος από τους υπαλλήλους της εναγομένης εταιρείας, Ι.

Α., Διευθυντή Παραγωγής και τον ως άνω βοηθό του παθόντος, Ι. Β. και με βάση τις πληροφορίες αυτές καθώς και τις διαπιστώσεις τους από την διενεργούμενη αυτοψία στον επίμαχο χώρο και τον γενόμενο έλεγχο της σκάλας που χρησιμοποιήθηκε, ο Κ. Π. εξήγαγε το πόρισμα του περί των συνθηκών και. περιστάσεων υπό τις οποίες τραυματίσθηκε θανάσιμα ο ανωτέρω παθών, το οποίο και διατύπωσε στην ανωτέρω έκθεση.

Συγκεκριμένα στην ως άνω έκθεση με θέμα "Έκθεση ατυχήματος στην Βιομηχανία, ανελκυστήρων και ανυψωτικών συστημάτων ... στην ..." μεταξύ των άλλων εκτίθεται: "Ο Θ. Π. ήταν συνταξιούχος του απομαχικού ταμείου του Ο.Τ.Ε. και σταδιακά εργαζόταν στις τηλεφωνικές συνδέσεις και επεκτάσεις δικτύων σε Βιομηχανίες, σε συνεργασία με την Εταιρία ...

Θεσσαλονίκη). Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των επεκτάσεων των τηλεφωνικών δικτύων της ... όπως μας πληροφόρησε ο Δντής κ. Α.. Την ήμερα του ατυχήματος ο Θ. Π. ζήτησε και χρησιμοποίησε τηλεσκοπική σκάλα επειδή η εργασία που έπρεπε, να εκτελέσει ήταν σε ύψος 5 (πέντε) μέτρων. Την σκάλα την παραχώρησε ο Ι. Β. βοηθός ηλεκτρολόγος και εργαζόμενος στην ...

που ήταν παρών στο ατύχημα. Είπε ο ίδιος ο I. Β. κατά τη στιγμή του συμβάντος έλειπε. Όταν σύντομα επέστρεψε για να κρατήσει τη σκάλα όπως συνεννοήθηκε με τον Θ. Π. το ατύχημα είχε συμβεί. Η σκάλα που αναρτήθηκε στο ύψος των 5 (πέντε) μέτρων γλίστρησε και έφυγε από τη θέση της με αποτέλεσμα ο άτυχος Θ. Π. να βρεθεί στο πάτωμα θανάσιμα χτυπημένος στο κεφάλι.

Αμέσως μεταφέρθηκε στο Γ.Ν.Ν. Κιλκίς και στη συνέχεια λόγω της σοβαρότητας του περιστατικού μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου της Θεσ/νίκης. Από τον έλεγχο διαπίστωσα, τα παρακάτω: 1. Ο Θ. Π. ως συνταξιούχος θα έπρεπε να είναι εκτός εργασίας 2. Στη θέση που επιχείρησε να εργαστεί προηγουμένως έπρεπε να στηθεί ειδική σκαλωσιά. 3.

Η σκάλα που χρησιμοποιήθηκε ήταν τελείως ακατάλληλη. Και αυτό γιατί: Α. Κατά την πλήρη αποσύμπτυξή της παρουσιάζει μεγάλη ευκαμψία, και δημιουργεί ταλαντώσεις με κάθε κίνηση. Β. Η συγκεκριμένη σκάλα δεν ήταν εφοδιασμένη με τους τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους ώστε να υπάρχει η απαιτουμένη πρόσφυση.

Με δεδομένα, τα ανωτέρω Α και Β αλλά και την ολισθηρότητα του δαπέδου από λιπαντικά στο στιλπνό βιομηχανικό δάπεδο η σκάλα δεν κρατήθηκε συμπαρασύροντας στο δάπεδο τον άτυχο Θ. Π.". Τα ανωτέρω κρίσιμα για τις συνθήκες του ατυχήματος στοιχεία, αναφορικά α) με τη. χορήγηση στον παθόντα της ως άνω σκάλας, έχουσα τα μνημονευόμενα στην ως άνω έκθεση χαρακτηριστικά, ήτοι την ευκαμψία και την ταλάντωση της κατά την αποσύμπτυξή της και β) με την ολισθηρότητα του δαπέδου, επιβεβαιώθηκαν κατ’ αρχήν και από την με ημερομηνία 04.08.1999 ένορκη κατάθεση του Ι.

Β., που έδωσε κατά το στάδιο της προανακρίσεως της ποινικής δίωξης για ανθρωποκτονία από αμέλεια, καθώς και από την ένορκη κατάθεση του, ενώπιο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς κατά την εκδίκαση της ως άνω αξιόποινης πράξης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1336/2003 οριστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κιλκίς...

Περαιτέρω πρέπει να επισημανθεί ότι ούτε στην παρούσα δίκη ούτε και στις ποινικές δίκες που διεξήχθηκαν για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και της ψευδορκίας μάρτυρα, υπάρχει κατάθεση αυτόπτη μάρτυρα του επίδικου ατυχήματος, καθόσον όλοι οι εργαζόμενοι της εναγομένης εταιρείας που κατέθεσαν ως μάρτυρες, ανέφεραν ότι βρήκαν τον παθόντα πεσμένο επί του δαπέδου και τραυματισμένο να δέχεται τις πρώτες βοήθειες από εργαζομένους της εναγομένης και ουδείς εξ αυτών των μαρτύρων;

βρισκόταν στον τόπο του ατυχήματος κατά τη στιγμή που διαδραματιζόταν τούτο, ώστε να καταθέσει για τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του παθόντος προ της πτώσεως του και τις συνθήκες και τις περιστάσεις αυτής (πτώσεως). Εντούτοις, από τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αξιολογική εκτίμηση και συγκριτική αντιπαράθεση όλων των άνω εισφερομένων στην;

παρούσα υπόθεση αποδεικτικών μέσων, το Δικαστήριο τούτο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο θανών κατά το χρονικό διάστημα της απουσίας του βοηθού του, Ι. Β., ανέβηκε μόνος του στην επίμαχη σκάλα για να τοποθετήσει, σε ύψος τουλάχιστον πέντε (5) μέτρων, τα καλώδια και να κατεβάσει τηλεφωνικές γραμμές, πλην "όμως, εξαιτίας του ότι δεν υπήρχε τη συγκεκριμένη στιγμή άτομο για να κρατά τη σκάλα, ώστε να τη σταθεροποιεί και του ότι η επίμαχη σκάλα κατά την αποσύμπτυξή της παρουσίαζε μεγάλη ευκαμψία και ταλαντώσεις σε κάθε κίνηση του χρήστη, μη εφοδιασμένη με τους τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους, ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη πρόσφυση στο βιομηχανικό δάπεδο που ήταν στιλπνό και επιπροσθέτως ήταν ολισθηρό, καθόσον υπήρχαν επ’ αυτού λιπαντικές ουσίες, με αποτέλεσμα ο προδιαληφθείς να πέσει επί του δαπέδου από ύψος τουλάχιστον πέντε (5) μέτρων, μαζί με την σκάλα, και να τραυματισθεί θανάσιμα στο κεφάλι του, ενώ, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταποδείξεως, η σκάλα βρέθηκε στο δάπεδο αποσυναρμολογημένη.

Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο τούτο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση περί του ότι: A) H έννομη σχέση που, κατά το χρόνο που συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα, συνέδεε τον Θ. Π. και την εναγομένη εταιρεία ανεξαρτήτως το χαρακτηρισμό που της έδωσαν οι διάδικοι, ήταν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και όχι της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη εταιρεία, αφού;

Αφενός μεν, η τελευταία είχε προσλάβει τον Θ. Π. για την εκτέλεση μόνο του άνω συγκεκριμένου έργου, μετά την αποπεράτωση του οποίου θα λυνόταν αυτοδίκαια η σύμβαση, αποβλέποντας οι ως άνω συμβαλλόμενοι στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του προδιαληφθέντος και όχι στην προσπόριση του αποτελέσματος της εργασίας του, ενώ τον κίνδυνο της μη πραγματοποίησης του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, εξαιτίας της ακαταλληλότητας των υλικών ή των καλωδίων να συνδεθούν, ή των τεχνικών μέσων και του εξοπλισμού, είχε αναλάβει η εναγομένη εταιρεία η όποια, όπως προαναφέρθηκε, έθεσε τα ανωτέρω υλικά και τεχνικά μέσα στη διάθεση του εργαζομένου παθόντος και ανέθεσε .σ’ αυτόν να προβεί μόνον στις απαιτούμενες εργασίες τοποθέτησης των καλωδιώσεων σύνδεσης των συσκευών με τον κατανεμητή, προσδιορίζοντας και τους συγκεκριμένους χώρους του εργοστασίου της, στους οποίους θα γινόταν η εν λόγω καλωδίωση προς εγκατάσταση, των νέων τηλεφωνικών γραμμών και αφετέρου κατά τη θέληση των μερών, ο Θ.

Π., τελούσε σε νομική και προσωπική εξάρτηση από την εναγομένη εταιρεία που εκδηλώθηκε με το δικαίωμα της τελευταίας να δίνει δεσμευτικές για τον ως άνω εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές, χωρίς δε ο χαρακτήρας της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ούτε να αλλάζει από το γεγονός, ότι η υποχρέωση του άνω εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγομένης και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες τους ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του ήταν χαλαρότερη, καθόσον κατά την εκτέλεση της εργασίας του, επιβαλλόταν η ανάπτυξη εκ μέρους του ανωτέρω πρωτοβουλίας λόγω του εξειδικευμένου αντικειμένου της και της ιδιαίτερης φύσης αυτής αλλά και της εμπειρίας του, αλλά και ούτε να επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του ως άνω εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, ήτοι όπως αβασίμως διατείνεται η εναγομένη της αδυναμίας της ως ανώνυμης εταιρείας εισηγμένης στο Χρηματιστήριο, υποκείμενη σε διαρκή και αυστηρό φορολογικό έλεγχο, να αποδεχθεί ή να εκδώσει αποδείξεις καταβολής της αμοιβής στο όνομα του εργαζομένου Θ.

Π., ο οποίος ως συνταξιούχος του ΟΤΕ δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να προσφέρει την εργασία του... Β) Το ένδικο ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω εργαζομένου Θ. Π., αποτελεί εργατικό ατύχημα, υπό την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη έννοια αυτού. Και τούτο διότι επήλθε από αιφνίδιο και βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ανωτέρω εργαζομένου και εξ αφορμής αυτής, το οποίο δεν, θα ελάμβανε χώρα χωρίς την εργασία του και την εκτέλεση της υπό τις προμνημονευόμενες δεδομένες συνθήκες και περιστάσεις.

Γ) Υπό τις προπεριγραφόμενες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ως άνω θανατηφόρο εργατικό ατύχημα, οφείλεται τούτο σε υπαιτιότητα της εναγομένης εταιρείας, αλλά και σε οικείο πταίσμα του παθόντος, και η εν λόγω συνυπαιτιότητά των ανέρχεται σε ποσοστό 40% για την εναγομένη εταιρεία και σε ποσοστό 60% για τον παθόντα.

Ειδικότερα, η υπαιτιότητα της εναγομένης οφείλεται στην αμέλεια των αρμοδίων οργάνων της, (προστηθέντων της), που ασκούσαν το εργοδοτικό της δικαίωμα, να λάβουν τα αναγκαία προστατευτικά μέτρα για την ζωή του ως άνω εργαζόμενου... παρέχοντας προς αυτόν ασφαλή χώρο εργασίας και ασφαλή και κατάλληλα εργαλεία προς εκτέλεση της εργασίας του...Ειδικότερα, τα αρμόδια όργανα της εναγομένης που ασκούσαν για λογαριασμό της τα εργοδοτικά της δικαιώματα α) Καίτοι είχαν υποχρέωση ...

πρόνοιας και προστασίας της ζωής και της υγείας του ως άνω εργαζομένου, Θ. Π., στον οποίο μάλιστα ανέθεσαν την προμνημονευόμενη εργασία, μη λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία των 65 ετών την οποία διάνυε, κατά την οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, λόγω των ελαττωμένων πλέον φυσικών δυνάμεων, η εν λόγω εργασία είναι ιδιαίτερα επίπονη για άνθρωπο της ηλικίας του, καθόσον για την εκτέλεση αυτής απαιτείται η ανάβαση του σε μεγάλου μήκους απλή (μονή), φορητή σκάλα, στηριζόμενη στον τοίχο και η εκτέλεση των εργασιών καλωδίωσης να γίνει σε ύψος πέντε μέτρων από το δάπεδο, δηλαδή σε εργασία ουσιαστικά οροφής ως προς την θέση που στεκόταν πάνω στην σκάλα, δεν του παρείχαν ασφαλή και κατάλληλη σκάλα καθώς και ασφαλή χώρο εργασίας με καθαρό και μη ολισθηρό δάπεδο, και εν πάση περιπτώσει δεν του απαγόρευσαν την εκτέλεση εργασιών στην αίθουσα δοκιμής των υδραυλικών συστημάτων (δοχείων και εμβόλων) των κατασκευαζόμενων ανελκυστήρων, που λόγω των λιπαντικών ουσιών που υπήρχαν στο δάπεδο και της εξ αυτών μεγάλης ολισθηρότητας, ήταν επισφαλής.

β)... δεν χορήγησαν σκάλα αποτελούμενη από δύο σκέλη στερεωμένα μεταξύ των με τιράντα, γ) ...δεν φρόντισαν για την κατασκευή σταθερής σκαλωσιάς που να μην μετακινείται και να είναι κατάλληλη για την προς εκτέλεση εργασία σε ύψος πέντε μέτρων και κατάλληλα προσαρμοσμένη προς τον σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η ζωή του ως άνω εργαζομένου κατά την χρησιμοποίηση της, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας του, που ήταν η τοποθέτηση καλωδιώσεων σε μεγάλο ύψος, που απαιτεί τη χρήση και των δύο χεριών, με συνέπεια να υπάρχει δυσχέρεια στην ισορροπία του εργαζόμενου, η οποία είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνον όταν στηρίζεται σε σταθερή σκάλα, και επίσης δεν φρόντισαν να εξαλείψουν τον κίνδυνο ολίσθησης της σκάλας, που σημειωτέον εμφάνιζε μεγάλη ευκαμψία και η κάθε κίνηση του χρήστη, αυτής δημιουργούσε μεγάλες ταλαντώσεις, ενώ δεν ήταν εφοδιασμένη με τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους, ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη πρόσφυση και.

παρόλα αυτά είχε τοποθετηθεί στο στιλπνό βιομηχανικό δάπεδο του χώρου εργασίας του εργαζομένου παθόντος, στο οποίο υπήρχαν λιπαντικές ουσίες που το καθιστούσαν ολισθηρό και ιδιαίτερα επικίνδυνο, κατ ούτε έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορισθεί ο εν λόγω κίνδυνος στο ελάχιστο, δ)... δεν φρόντισαν να καθαρισθεί το δάπεδο της προαναφερομένης αίθουσας στην οποία εργαζόταν ο παθών από τις λιπαντικές ουσίες, ώστε να μην είναι ολισθηρό τούτο, προκειμένου η σκάλα να έχει δυνατότητα καλής πρόσφυσης σ’ αυτό, ώστε να χρησιμοποιηθεί με ασφαλή τρόπο και να μην εγκυμονεί κίνδυνο ατυχήματος....οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης από αμέλεια τους, δηλαδή, από έλλειψη προσοχής, που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους και ειδικότερα, δεν έλαβαν τα επιβαλλόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας και πρόληψης ατυχημάτων, όπως εκτενώς αναφέρονται παραπάνω, αλλά τουναντίον χορήγησαν στον παθόντα προς εκτέλεση της εργασίας του, τελείως ακατάλληλη προς τούτο σκάλα, η οποία κατά τα προαναφερόμενα ήταν φορητή, απλή (μονή), κατασκευασμένη από αλουμίνιο και τηλεσκοπική με μήκος-, στην πλήρη αποσύμπτυξή της οκτώ (8) μέτρων και ή χρήση της γινόταν με τη στήριξη της στον τοίχο, ενώ στην πλήρη αποσύμπτυξή της παρουσίαζε μεγάλη ευκαμψία και δημιουργούσε ταλαντώσεις με κάθε κίνηση του χρήστη αυτής, και επιπλέον δεν ήταν εφοδιασμένη με τους- τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους ώστε να υπάρχει η απαιτούμενη πρόσφυση στο δάπεδο, προς αποφυγή της ολίσθησης ή ανατροπής της και επιπροσθέτως ανέθεσαν σ’ αυτόν, χρησιμοποιώντας την επίμαχη σκάλα;

να εκτελέσει τις εργασίες καλωδίωσης στην προπεριγραφόμενη αίθουσα σε ύψος πέντε μέτρων από το δάπεδο, (δηλαδή, να εκτελέσει στην πραγματικότητα εργασίες οροφής), το οποίο ήταν ολισθηρό λόγω των λιπαντικών ουσιών που υπήρχαν σ’ αυτό και εγκυμονούσε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο για τη ζωή και υγεία του εργαζομένου, παραλείποντας στη συνέχεια να απαγορεύσουν την εκτέλεση των εργασιών στην ως άνω αίθουσα που ήταν επισφαλής.

Επομένως, οι προστηθέντες υπό της εναγομένης υπάλληλοι δεν επέδειξαν, κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σ’ αυτούς καθηκόντων τους, τη συμπεριφορά που θα έδειχνε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ίδιου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας, αν βρίσκονταν υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες βρέθηκαν αυτοί, κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αντίθετα, προέβησαν στις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις τους, κατά παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, ενώ η συμπεριφορά τους αυτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και το θανατηφόρο αποτελέσματα του επήλθε στον παθόντα.

Εξάλλου και η αμέλεια του τελευταίου που συντέλεσε κατά ποσοστό 60% στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και στον εξ αυτού θανάσιμο τραυματισμό του εξαιτίας του οποίου ως μόνης ενεργού αιτίας, απεβίωσε, συνίσταται στο ότι ενεργώντας και αυτός από αμέλεια, μη καταβάλλοντας δηλαδή την απαιτουμένη επιμέλεια ως μέσος συνετός εργαζόμενος που γνώριζε την ακαταλληλότητα της σκάλας που του χορηγήθηκε για την εκτέλεση της εργασίας του και την επικινδυνότητα του χώρου του ατυχήματος στο οποίο θα εργαζόταν, λόγω της ολισθηρότητας του δαπέδου χρησιμοποιώντας την σκάλα, ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών με τη χρήση αυτής στο μεγάλο ύψος των πέντε μέτρων, που όχι μόνον, ήταν εργασία επίπονη και επικίνδυνη, για τις φυσικές αντοχές της ηλικίας του, αλλά καθίστατο ιδιαίτερα επικίνδυνη για τη ζωή του και τη σωματική του ακεραιότητα, λόγω των ως άνω συνθηκών και περιστάσεων;

υπό τις οποίες θα εκτελούσε αυτήν (ήτοι με τη χρήση της τελείως ακατάλληλης σκάλας επί του ολισθηρού, λόγω των λιπαντικών ουσιών, του δαπέδου), παρέλειψε να επισημάνει στον αρμόδιο υπάλληλο της. εναγομένης εταιρείας την ακαταλληλότητα της. σκάλας, να απόσχει από την χρησιμοποίηση της να ενημερώσει, τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης σχετικά με την ολισθηρότητα του δαπέδου στο χώρο εργασίας του και της επικινδυνότητας του λόγω μη προσφύσεως επ’ αυτού της σκάλας, η οποία μάλιστα δεν ήταν εφοδιασμένη με τους τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους, γεγονός που προδήλως γνώριζε λόγω της εμπειρίας του ότι επαυξάνει τον κίνδυνο ολίσθησης και τέλος επιχείρησε την παρακινδυνευμένη ενέργεια να ανεβεί στην επίμαχη σκάλα που ήταν τοποθετημένη επί ολισθηρού δαπέδου και παρουσίαζε μεγάλη ευκαμψία και δημιουργούσε ταλαντώσεις, με κάθε κίνηση του, παρόλο που απουσίαζε ο προαναφερόμενος βοηθός του και δεν υπήρχε άλλο άτομο να κρατήσει την σκάλα προς εξασφάλιση της σταθερότητας της, με αποτέλεσμα να συμβεί το ένδικο εργατικό ατύχημα και ο εξ αυτού θανάσιμος τραυματισμός του.

Ο διαλαμβανόμενος δε στο τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως της εκκαλούσας - εναγομένης εταιρείας; ισχυρισμός περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των άνω παραλείψεων των οργάνων της να λάβουν τα απαιτούμενα μέτρα ασφάλειας και του ατυχήματος, καθόσον τούτο προκλήθηκε από την ως άνω πρωτοβουλία που πήρε ο παθών να ανεβεί μόνος του στην σκάλα προς συνέχιση της εργασίας του χωρίς την απαραίτητη για τη σταθερότητα της σκάλας παρουσία του βοηθού του, Ι.

Β., είναι, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στην μείζονα, σκέψη, απορριπτέος ως κατ’ ουσία αβάσιμος. Τούτο διότι οι προμνημονευόμενες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της εργοδότριας - εκκαλούσας - εναγομένης εταιρείας, βρίσκονται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την πτώση από την σκάλα του. παθόντος και εξ αυτού τον θανάσιμο τραυματισμό του, αφού ναι μεν αυτός με δική του πρωτοβουλία και προδήλως από αίσθημα ευθύνης για την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτόν εργασίας εντός του καθορισμένου χρόνου ανέβηκε μόνος του στην σκάλα χωρίς να σταθεροποιείται αυτή από τον βοηθό του, όμως ενήργησε έτσι ως εργαζόμενος της εναγομένης, στο πλαίσιο της εργασίας που του είχε ανατεθεί και εκτελούσε κατ’ εντολή της εργοδότριας εναγομένης, η οποία είχε αντίστοιχα τη βασική ευθύνη για τη δημιουργία συνθηκών ασφαλούς εκτέλεσης της εργασίας του και απαγόρευση εκτέλεσης αυτής στον ως άνω χώρο που είχε ολισθηρό δάπεδο και μάλιστα με την χρήση της ως άνω ακατάλληλης σκάλας, η οποία δεν ήταν εφοδιασμένη και με τους τερματικούς ελαστικούς κοντραδόρους προς εξασφάλιση της απαιτούμενης πρόσφυσης, γεγονός που, κατ’ αντικειμενική κρίση, επιβάρυνε την όλη κατάσταση και επαύξανε τον κίνδυνο ολίσθησης της σκάλας.

Έτσι η εναγομένη συνετέλεσε κατά τρόπο άμεσο στο θανάσιμο τραυματισμό του παθόντος, ο οποίος κατέστη δυνατός και επειδή η εναγομένη δια των οργάνων της δεν απαγόρευσε την εκτέλεση εργασιών στην άνω επισφαλή αίθουσα, ενέργεια που αν είχε γίνει, θα απέτρεπε κατά τη συνήθη πορεία, την πτώση του παθόντος και το θανάσιμο τραυματισμό του.

Όφειλε, δηλαδή η εναγομένη να είχε σε κάθε περίπτωση απαγορεύσει, την εκτέλεση εργασιών με τη χρήση της επίμαχης σκάλας στην άνω αίθουσα που είχε ολισθηρό δάπεδο από τα υπάρχοντα σ’ αυτό λιπαντικά, εφόσον δεν είχαν ληφθεί προηγουμένως τα αναγκαία μέτρα για την ασφάλεια του παθόντος και δη καθαρισμός αυτού και κατασκευή, σταθερής σκαλωσιάς...

Επομένως, με τις ως άνω παραδοχές, θεμελιώνεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η εκ των άρθρων 914 επ. ΑΚ αδικοπρακτική ευθύνη, της εναγομένης ως προστήσασας ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε, ότι, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η αναιρεσείουσα και ο θανών συγγενής των αναιρεσίβλητων, Θ.

Π., συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και ότι εντεύθεν επρόκειτο περί εργατικού ατυχήματος, ότι υφίστατο συνυπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσείουσας στην επέλευση του θανασίμου τραυματισμού του συγγενούς των αναιρεσίβλητων και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτών και του θανάτου και εντεύθεν ευθύνη αυτής προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων και απορρίπτοντας ως αβασίμους κατ’ ουσία τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που είχε επαναφέρει ενώπιον του με αντίστοιχους λόγους έφεσης, ότι δηλ.

δεν θεμελιώνεται εις βάρος της αδικοπρακτική ευθύνη, διότι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν την συνέδεε εργασιακή σχέση με τον Θ. Π., αλλά αυτός είχε εργασιακή σχέση με το Ν. Π. και στο πλαίσιο αυτής υπέστη το θανάσιμο τραυματισμό, ή ότι η έννομη σχέση που είχε με τον ως άνω θανόντα, ήταν αυτή της σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, άλλως της σύμβασης έργου, στο πλαίσιο των οποίων υπέστη το θανάσιμο τραυματισμό και ότι δεν υφίστατο, άλλως είχε διακοπεί, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της και του θανάτου του Θ.

Π.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του επικύρωσε την ομοίως ως προς τα παραπάνω κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, αποφηναμένη πρωτόδικη απόφαση (72/2014 Π.Πρ.Κιλκίς), δεν παραβίασε ευθέως τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 648 και 681 ΑΚ, αλλά και του άρθρου 914 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Παράλληλα, το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν είναι αντιφατικά και αρκούν να χαρακτηρίσουν τη μεταξύ της αναιρεσείουσας και του θανόντος σύμβαση:

ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και να συνδέσουν αιτιωδώς την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσείουσας με το θάνατο του συγγενούς των αναιρεσίβλητων, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι δεν απαιτούνται για τη στήριξη του άνω αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το χαρακτηρισμό της άνω σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα πρόσθετες αιτιολογίες και συγκεκριμένα α) πόσες φορές και πότε προσλήφθηκε ο Θ.

Π. με παρόμοιες συμβάσεις πριν το επίδικο ατύχημα, β) πόσος χρόνος συμφωνήθηκε ή απαιτούνταν για την εκτέλεση της συγκεκριμένης "τεχνικής εργασίας", γ) σε ποιά υφιστάμενη υπαλληλική ιεραρχία υπήχθη, δ) ποιος προϊστάμενος της, πως και πότε έδωσε στο Θ. Π. τις σχετικές οδηγίες ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο της εκτέλεσης της άνω εργασίας και ε) σε ποίων οργάνων της τον έλεγχο τελούσε ο προαναφερόμενος.

Περαιτέρω, με τα υποστηριζόμενα με τους ίδιους λόγους πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού αναφέρονται στην εκτίμηση πραγμάτων κατά διάφορο τρόπο από εκείνο που έκρινε η προσβαλλόμενη, αλλά και σε προσβολή των επιχειρημάτων του δικαστηρίου, τα οποία ομοίως δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές, τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. ‘ Ετσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 208/211, ΑΠ 574/2010).

Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 59 αρ. 1β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι εσφαλμένως η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά την αναζήτηση της αληθούς έννοιας της διατάξεως του άρθρου 648 ΑΚ και την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον παραπάνω κανόνα δικαίου, ότι η μεταξύ αυτής και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων καταρτισθείσα σύμβαση έφερε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αντί αυτής της συμβάσεως έργου ή της παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών παραβιάζοντας τα την απόρριψη της γενομένης και την αποδοχή της απορριφθείσας κρίσεως επιβάλλοντα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία "η τοποθέτηση τριών νέων τηλεφωνικών γραμμών στο εργοστάσιό μας και της σύνδεσης αυτών με το υφιστάμενο τηλεφωνικό κέντρο του διαρκεί λίγες μόνο ώρες, αποκλειομένης συνεπώς της κρίσεως ότι πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία προϋποθέτει ανάλογη (εύλογη) χρονική διάρκεια, όπως η μίσθωση έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών".

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον τα προς θεμελίωσή του εκτιθέμενα δεν συνιστούν το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα κοινής πείρας, το οποίο όχι μόνο δεν αποκλείει, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, την κατάρτιση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας (διαρκείας) μικροτέρας του οκταώρου αλλά αντιθέτως συνάδει προς την προβλέπουσα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης νομοθετική πρόβλεψη.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο ‘ Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεσης του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 89/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς να έχουν προταθεί και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα σ’ αυτήν (αίτηση αναιρέσεως) θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά, σχετικά με την ύπαρξη μεταξύ αυτής και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσίβλητων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, χωρίς να έχουν προταθεί από τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους με αποτέλεσμα να δεχθεί ευθύνη αυτής προς αποζημίωση τους, λόγω εργατικού ατυχήματος.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη επικλήσεως της αναιρεσείουσας ότι τον ως άνω ισχυρισμό της, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 αριθ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, πρότεινε, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας δια της ασκηθείσης εφέσεώς της κατά της επικυρωθείσας, και ως προς το κεφάλαιο του χαρακτήρος της μεταξύ αυτής και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων συναφθείσας σχέσεως, πρωτοδίκου αποφάσεως.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό, αναφορικά με την ανάγνωση του εγγράφου, λάθος με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραμόρφωσε, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, το περιεχόμενο της νομίμως μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσας από την ίδια, προς απόδειξη της ουσιαστικής αβασιμότητας της κατ’ αυτής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, από 8-4-1999 εκθέσεως του υπαλλήλου της ΔΤΥ Ν/κης Αυτοδ/σης Κιλκίς Κ.

Π., δεχθείσα, παρά την ορθή ανάγνωση του περιεχομένου της, την εξ αυτής "απόδειξη πραγματικών γεγονότων προφανώς διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτή (έκθεση) επί των κρισίμων για την έκβαση της δίκης ζητημάτων ...". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ανεξάρτητα από το απαράδεκτο, που απορρέει από το γεγονός της προσβολής δια της προβαλλομένης αιτιάσεως όχι της λανθασμένης αναγνώσεως του περιεχομένου της κατά τα άνω εκθέσεως, η οποία και μόνο, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, θεμελιώνει το προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, αλλά της κρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το συναχθέν από τη λανθασμένη ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου αντίθετο, από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, αποδεικτικό πόρισμα, η οποία όμως (κρίση), ως αναφερομένη σε εκτίμηση των αποδείξεων, είναι, κατά τα προλεχθέντα αναιρετικά ανέλεγκτη, (κρίνεται απορριπτέος) ως αβάσιμος ουσιαστικά αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο αλλά στη συνεκτίμηση αυτού με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 § 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την (από 8-11-13 και με αριθμ. ...2013) αίτηση αναιρέσεως της 1663/2013 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιουνίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ