Legislator Case Law & Legislation
1125/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of legal basis and insufficient evidence grounds.

Case Number 1125/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible on multiple procedural grounds. The court found that the appeal arguments regarding the lack of legal basis and the weight of evidence were vague and failed to specify the exact errors committed by the lower courts. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 559, 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague and fail to specify the exact legal error or lack of basis, and evidence arguments must distinguish between documents with full probative force and those without.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility lack of legal basis probative force of evidence vague appeal grounds legal costs finality of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Articles 438, 439 and 441 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1125 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1125/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. α). ....., β) ...... και γ) ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ.

Της αναιρεσίβλητης:........, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρίτσανο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-4-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 147/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1003/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των άνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 24-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Κατά το άρθρο 552 του Κ.Πολ.Δ. με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (Α.Π. 40/1996 -ΟΛ. Ελλ.Δ/νη 37,1534, Α.Π. 1908/2005 Ελλ.Δνη 47.436). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τους τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν. Επομένως η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

II). Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα και μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι` αυτά.

Δεν αφορά συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους για την υποβοήθηση της κρίσεως του δικαστηρίου επί του δικαιώματος, για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας. Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση επί αγωγής περί νομής (αποβολής ή διαταράξεως) αφορά το δικαίωμα νομής του ενάγοντος επί του πράγματος κατά το χρόνο της προσβολής, όχι δε και το δικαίωμα κυριότητος επί του ίδιου πράγματος ή την άγουσα σε κτήση τέτοιου δικαιώματος νομή χρησικτησίας.

Η τυχόν δε εξέταση από το δικάσαν την αγωγή περί νομής δικαστήριο και των ζητημάτων αυτών προς υποβοήθηση της κρίσεώς του περί της εριζόμενης νομής επί του επιδίκου κατά το χρόνο της προσβολής (αποβολής ή διαταράξεως) δεν προσδίδει στις σχετικές αιτιολογίες της αποφάσεως ισχύ δεδικασμένου. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του εφετείου ως παραβιάσασα δεδικασμένο περί του κριθέντος μ' αυτή δικαιώματος της κυριότητος επί του επιδίκου, προκύπτον από την επικαλουμένη ως τελεσίδικη με αριθμό 218/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί διαφοράς νομής μεταξύ των αυτών διαδίκων επί του διεκδικουμένου ήδη από την αναιρεσίβλητη με την υπό κρίση διεκδικητική αγωγή ακινήτου, πρέπει, ως μη ιδρύων τον προβλεπόμενο από τον αριθ.16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως, να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξ' άλλου προεχόντως ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί και ο διαλαμβανόμενος στο αναιρετήριο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για παραβίαση των περί δεδικασμένου διατάξεων, ως προς την επί του επιδίκου άσκηση διανοία κυρίου νομής εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου, την άσκηση της οποίας δέχθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1051 του Α.Κ., παρά την ύπαρξη της ως άνω και με αριθμό 218/1999 αποφάσεως του Π.Πρ.Λάρισας.

Τούτο δε διότι οι περί δεδικασμένου διατάξεις είναι φύσεως δικονομικής και ως εκ τούτου ο εκ του άνω αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται.

ΙΙΙ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., που ορίζουν ο μεν πρώτος ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", ο δε δεύτερος ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (Α.Π. 79/2007).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, επί μεν αιτιάσεως για μη εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων, ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, επί δε αιτιάσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων αυτών, σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή τους σε σχέση με την καλή πίστη ( A.Π. 863/2007, Α.Π. 2026/2007).

Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ως προς την ερμηνεία των αναφερόμενων στον λόγο αυτό δηλώσεων, που περιέχονται στα με αριθμό με αριθ. ....

και ...... ειδικά πληρεξούσια του σ/φου Λάρισας Χρήστου Μπαράκου, με τα οποία οι ..... (μητέρα της ενάγουσας) και οι αδελφοί αυτής Γ1, ...., .... και .... παρέχουν στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη την ειδική εντολή να μεταβιβάσει, παραχωρήσει και παραδώσει προς οιονδήποτε τρίτο ή και προς τον εαυτόν της με αυτοσύμβαση, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, τα εξ' αδιαιρέτου μερίδιά τους επί του επιδίκου, καθώς επίσης και την εντολή να διανέμει την ανωτέρω κληρονομική περιουσία με τυχόν άλλους συγκληρονόμους του όλου ακινήτου.

Συγκεκριμένα δε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρεβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, και δη τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεις του Α.Κ., δοθέντος ότι παρά το σαφές και μη χρήζον ουδεμιάς ερμηνείας περιεχόμενο των δηλώσεων αυτών το εφετείο επεδίωξε να το ερμηνεύσει και δια της ερμηνείας κατέληξε σε διαφορετικά τελείως συμπεράσματα από τα συναγόμενα από τα έγγραφα αυτά, αντικείμενα στα διδάγματα της κοινής πείρας και στις περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεις του Α.Κ., δεχθέν ότι δεν υπάρχουν άλλοι συγκληρονόμοι του δικαιοπαρόχου των διαδίκων Γ1.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, μεταξύ των άλλων δε και σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή τους σε σχέση με την καλή πίστη, αλλά αντ' αυτού οι αναιρεσείοντες επικαλούνται για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Όμως αναίρεση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιτρέπεται (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ) μόνον όταν αυτά έχουν σημασία για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.5/2005, Α.Π,.530/1991, Α.Π. 820/1988), όπως τούτο συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού με όσα αναφέρονται στον ως άνω λόγο της αναιρέσεως, δεν προβάλλεται αιτίαση για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία ή την υπαγωγή σε κανόνα του δικαίου και μάλιστα κατ' ορισμένο τρόπο, αλλά για παραβίαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς οι ανωτέρω αιτιάσεις του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

IV). Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη νοείται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Α.Π. 956/1996,Α.Π.1486/1997). Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων και έτσι άφησε αίτησή τους αδίκαστη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξ' άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποιά αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α ) την υπ' αριθμ. έκθεση καταθέσεως 8230/456/1999 αγωγή περί νομής, β) την υπ' αριθ. 719/1994 πρώτη προδικαστική του Πολ.Πρωτοδικείου Λάρισας γ) τα υπ αριθ. 30/1995 πρακτικά του Πολ. Πρωτοδικείου Λάρισας, δ) την υπ' αριθ. 17/1997 δεύτερη προδικαστική απόφαση του Πολ.Πρ.Λάρισας , ε) την υπ' αριθ. 27/1999 εισηγητική έκθεση του Πολ.

Πρωτοδικείου Λάρισας, στ) τις προτάσεις επί της αγωγής περί νομής, ζ) τις μετ' απόδειξη προτάσεις ενώπιον του Πολ. Πρωτοδικείου μετά την ως άνω δεύτερη προδικαστική, καθώς και τις προτάσεις της α' συζητήσεως, της τότε εναγομένης, η) την έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της 218/99 αποφάσεως του Πολ. Πρωτοδικείου Λάρισας, θ) το υπ' αριθ. 5/2001 πρακτικό του Εφετείου Λάρισας όπου περιέχεται η δήλωση της ενάγουσας περί παραιτήσεως της από της άνω εφέσεως, ι) το υπ' αριθ.

πρωτ..... πιστοποιητικό Β ΔΟΥ Λάρισας, ια) την κατά της αναιρεσιβλήτου και του συζύγου της υποβληθείσα έγκληση για ψευδορκία, ιβ) την με αριθμό 3395/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, τα με αριθ. ..... και ....... ειδικά πληρεξούσια του σ/φου Λάρισας Χρήστου Μπαράκου, και ιγ) την υπ' αριθ. 218/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ήτοι έγγραφα τα οποία είχαν προσκομισθεί νομίμως, μετ' επίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ αν συνεκτιμούσε τα έγγραφα αυτά το Εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, ως προς την κυριότητα των διαδίκων επί του επιδίκου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.

Ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όπου υποστηρίζεται επικουρικώς ότι το Εφετείο εξετίμησε εσφαλμένως το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, με αποτέλεσμα να καταλήξει στις εσφαλμένες παραδοχές του που αναφέρονται στον ως άνω λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

VI). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιό από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα δε ως προς τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να παρατίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας και να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ, Α.Π.1300/2007, Α.Π. 587/2007).

Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. (Α.Π.48/997). Κατά συνέπεια ο έκτος λόγος της αναιρέσεως κατά το μέρος που προσάπτεται με αυτόν στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, ως προς την αποδοχή της διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του διότι στο αναιρετήριο εκτίθενται μόνο ένα σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος αυτής και μεμονωμένες νομικές σκέψεις και αποσπασματικές παραδοχές του Εφετείου, ενώ δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά μόνο με επιλεκτικές αναφορές οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε τούτο ως αποδειχθέντα, για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.

VII). Ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά τον νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα. Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (Α.Π. 1396/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για το λόγο ότι το δικαστήριο παρεβίασε την αποδεικτική δύναμη των με αριθ. ..... και ...... ειδικών πληρεξουσίων του σ/φου Λάρισας Χρήστου Μπαράκου, ως προς τις αναφερόμενες σ' αυτά, κατά τα προεκτεθέντα, δηλώσεις, σχετικά με τη διανομή του επιδίκου ακινήτου. Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το αποδεικτέο αυτό περιστατικό δεν είναι εξ εκείνων για τα οποία τα επικαλούμενα ως άνω συμβολαιογραφικά έγγραφα παρέχουν πλήρη απόδειξη σύμφωνα με τα άρθρα 438,439, και 441 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.2.2007 αίτηση των χ1 κλπ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1003/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, ως και της υπ' αριθμ. 147/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ