Supreme Court allows appeal against second-instance dismissal of sworn affidavit as evidence due to procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a sworn affidavit as evidence. The appellant argued the affidavit was admissible despite being submitted after the first-instance hearing, citing the Second Instance's failure to consider it. The Court found the Second Instance violated procedural rules by excluding valid evidence without proper justification, ruling the decision inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 237(2)(b) and 529(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The Second Instance Court must consider all admissible evidence presented by the appellant, and its failure to do so constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ.-Ν. Τ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Χαριστό, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ρ. Σ. του Α. και της Μ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16604/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1240/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Επί αναβολής της συζήτησης ο γραμματέας μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (ΑΠ 805/2019, ΑΠ 623/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 260 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4842/2021 και ισχύει, κατ` άρθρο 120 του ίδιου νόμου, από 1-1-2022, όταν οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για λόγους ανωτέρας βίας, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλον για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, που γίνεται από το γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ, που, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε (ΑΠ 866/2022, ΑΠ 308/2019, ΑΠ 1038/2018, ΑΠ 1062/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, για τη δικάσιμο της 26-01-2022, οπότε ματαιώθηκε η συζήτησή της λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με την απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας 14914/2022 (ΦΕΚ 189 Β'/25-1-2022) για κήρυξη κατάστασης ειδικής κινητοποίησης πολιτικής προστασίας περιοχών της Επικράτειας.
Από την 9135 Β'/13-9-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ό. Ε. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο της 26-01-2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της αίτησης κατά τη δικάσιμο της 26-01-2022, με την από 25-02-2022 Πράξη του Προέδρου του Γ` Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού ορίστηκε αυτεπαγγέλτως νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (15-03-2023) και η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 17 με επιμέλεια του Γραμματέα.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ούτε κατατέθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο δήλωση περί μη παράστασης, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο της 26-01-2022 και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο προσδιορισμό δικασίμου, κατ` άρθρο 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις (αφού έχει ήδη επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης), να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 05-10-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1240/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης την από 30-11-2016 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, η ακυρότητα της ... δημόσιας διαθήκης του πατέρα της Γ. Τ., καθώς και των υπολοίπων προσυμφώνων που επίσης αναφέρονται στην αγωγή. Επικουρικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα της νόμιμης μοίρας επί των αναφερομένων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων του πατέρα της σε ποσοστό 50% και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει τα περιουσιακά αυτά στοιχεία κατά το ίδιο ποσοστό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 16604/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά την κύρια βάση της, έγινε δε αυτή εν μέρει δεκτή κατά το επικουρικό της αίτημα και αναγνωρίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας στην περιουσία του πατέρα της σε ποσοστό 28,82%, κατά το οποίο υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να της αποδώσει τα περιουσιακά στοιχεία που κατείχε.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η εναγομένη-αναιρεσίβλητη άσκησε την από 30-6-2018 έφεση, η δε ενάγουσα-αναιρεσείουσα την από 26-11-2018 έφεση και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, αφού συνεκδίκασε τις δύο αυτές εφέσεις, δέχθηκε αυτές τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας, αναγνώρισε το κληρονομικό δικαίωμα της αναιρεσείουσας στην κληρονομιαία περιουσία του πατέρα της σε ποσοστό 33,46%, υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να της αποδώσει τα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα κατά το ποσοστό αυτό και επί πλέον, κατ' αποδοχή σχετικού αγωγικού αιτήματος, αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 50.190,00 ευρώ.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, κατά συνέπεια, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά ήσαν απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση κλπ., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο.
Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α` ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (δικαστικά τεκμήρια), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ.
αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη) (ΑΠ 1720/2022, ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 1621/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να αποκρούσει, ως απαράδεκτη, και να μην λάβει υπ' όψη της, την 1840/12-4-2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός της Α.
Γ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης, την οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προτάσεις της, επειδή, επαναλαμβάνοντας (το Εφετείο) το σκεπτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προσκομίσθηκε με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών της, χωρίς να αφορά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, την αντίκρουση συγκεκριμένων αυτοτελών ισχυρισμών, που έχουν προταθεί με τις προτάσεις της αντιδίκου της, όπως απαιτείται για την παραδεκτή επίκληση και προσαγωγή της, υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που αυτή (αναιρεσείουσα) είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει.
Μάλιστα, διαλαμβάνει στον οικείο αναιρετικό λόγο ολόκληρο το περιεχόμενο της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης και ισχυρίζεται ότι η λήψη αυτής σκοπούσε στη θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής της, καθώς και της αντένστασής της, η οποία προβλήθηκε με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσθήκη των προτάσεών της προς απόκρουση σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης και προς επιστήριξη της επικουρικής βάσης της αγωγής της.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, από 09-01-2020 προτάσεις της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η τελευταία, προς απόδειξη τόσο της κύριας, όσο και της επικουρικής βάσης της αγωγής της, επικαλέσθηκε, ως σχετικό με αριθ. 45, τη με αριθμό 1840/12-4-2017 ένορκη κατάθεση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης της μάρτυρός της Α.
Γ., με περαιτέρω αναφορά, ως σχετικό με αριθμό 46, της με αριθμό 5108/Β/7-4-2017 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ό. Ε., για την κλήση της αναιρεσίβλητης κατά τη λήψη αυτής. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέκρουσε τη λήψη υπ' όψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, με το ακόλουθο σκεπτικό: "..., χωρίς να λαμβάνονται υπόψη:
α) η υπ' αρ. 1840/12-4-2017 ένορκη βεβαίωση της Α. Γ., που έχει ληφθεί με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, καθώς και οι ...., που έχουν ληφθεί με επιμέλεια της εναγομένης, διότι προσκομίστηκαν με την προσθήκη-αντίκρουση των διαδίκων, χωρίς να αφορούν, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, την αντίκρουση συγκεκριμένων αυτοτελών ισχυρισμών, που έχουν προταθεί με τις προτάσεις των αντιδίκων τους, όπως απαιτείται για την παραδεκτή επίκληση και προσαγωγή τους (άρθρο 237 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ...)....", επαναλαμβάνοντας για το θέμα αυτό και όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, το σκεπτικό της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο επίσης δεν είχε λάβει υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση για τον ίδιο λόγο. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 529 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπ' όψη του την προσκομισθείσα με επίκληση από την αναιρεσείουσα ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, η οποία είχε ληφθεί νομίμως μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης και η οποία ήταν παραδεκτή, ως νέο αποδεικτικό μέσο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, έστω και αν ήταν απαράδεκτη στον πρώτο βαθμό, ως προσκομισθείσα μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 237 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως δέχθηκε το τελευταίο αυτό δικαστήριο. Κατά συνέπεια, το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, και καθώς παρέλκει πλέον η έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης, καθώς καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία έχει υποβάλει προτάσεις, κατά το βάσιμο και νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1240/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ