Supreme Court partially allowed appeal against state costs order, ruling partial victory requires offset of court expenses under Law 3693/1957.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court's decision ordering it to pay half of the litigation costs. The State argued the appeal was admissible, while the lower court had already partially accepted the plaintiff's claim. The court ruled that because the State won on some points but lost on others across both court levels, the mandatory offset of court expenses under Law 3693/1957 must be applied.
Legislator headnote
AI generatedArt. 22 para. 2 sec. b of Law 3693/1957; When parties achieve partial victory and defeat in both instances of jurisdiction, court costs must be offset between them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1123 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1123/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ά. - Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1968/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4944/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 14-12-2018 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Ιανουαρίου 2020 (κατά την οποία η αναιρεσίβλητη είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις) χωρίς να εκδοθεί απόφαση, λόγω της αποχώρησης από την Υπηρεσία της ορισθείσας εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνας Αλεβιζοπούλου. Η υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση, κατ' άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. με την 169/2022 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα και ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάσθηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού ορισθεί δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια, είτε κάποιου διαδίκου, είτε και της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, συζήτηση συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Επομένως, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συνθέτουν μια συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 2113/2022, 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20-4-2022 με αριθ. 169/2022 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Πολιτικού Τμήματος, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 14-12-2018 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 14-1-2020 δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω του ιδιαιτέρως αυξημένου φόρτου εργασίας της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Κωνσταντίνος Αλεβιζοπούλου, ως εκ των καθηκόντων της Ανακρίτριας σε υπόθεση του άρθρου 86 παρ. 4 του Συντάγματος και της εκ τούτου επαγόμενης επιβάρυνσής της, σε συνδυασμό με την αποχώρηση της από την υπηρεσία στις 30-6-2022.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Όπως προκύπτει από το από 3-6-2022 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Κ. Τ., αντίγραφο της, ως άνω πράξης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Δημήτριο-Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει κατά την αρχική δικάσιμο της 14-1-2020. Κατόπιν των παραπάνω και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που πορεκτέθηκαν η παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη είχε νομίμως παραστεί, πρέπει αυτή να δικασθεί αντιμωλία.
Με την κρινόμενη από 14-12-2018 και με αριθ. κατ. 11562/951/14- 12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4944/8-10-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 12-10-2016 και με αριθ. κατ. 4099/10-10-2016 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Ά. Μ. Μ. κατά της με αριθ. 1968/14- 9-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 2-12-2009 και με αριθ. κατ. 234995/6327/3-12-2009 αγωγής της τελευταίας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Με την εν λόγω ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι με δύο διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας, κάθε σύμβασης, δύο ετών, που κατήρτισε με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, την μεν πρώτη στις 15-3-2007, τη δε δεύτερη στις 16-3-2009, προσλήφθηκε από το τελευταίο, αντί μηνιαίου μισθού 730 ευρώ, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως ιδιαιτέρα γραμματέας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο .... Ότι με το από 2-9-2009 έγγραφο του Γενικού Πρόξενου, που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν αυθημερόν, το εναγόμενο κατήγγειλε πρόωρα, πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου, την από 16-3-2009 σύμβαση, από 24-9-2009. Ότι η καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, οπότε το εναγόμενο περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας. Με αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24-9-2009 έως 15-3-2011 το συνολικό ποσό των 12.921 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς της που υπέστη από την περιγραφόμενη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, το ποσό των 10.000 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ως άνω, με αριθ. 1968/2015 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, ως απαράδεκτη, δεχόμενο ότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955 αποσβεστικής προθεσμίας, και κατά το αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Καταδίκασε δε την ενάγουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία όρισε στο ποσό των 300 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την, ως άνω, από 12-10-2016 έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, ως άνω, με αριθ. 4944/2018 απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, κρίνοντας ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 53 π.δ 410/1988 (που προβλέπει ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας μισθωτών του Δημοσίου, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο), σε συνδυασμό με το άρθρο 672 ΑΚ, έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 12.921 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.500 ευρώ.
Επίσης, καταδίκασε το εναγόμενο- εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό δημόσιο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο όρισε στο ποσό των 550 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικό.- περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοελούς αίτησης ή ανταίτησης), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ ΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, πoιό δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 2082/2022, ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 109/2020).
Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση Α) με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι δεν συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας το γεγονός ότι η ενάγουσα υποσχόταν να μεσολαβεί για τη χορήγηση υποτροφιών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 672 ΑΚ και 53 π.δ. 410/1988, Β) με το δεύτερο, ομοίως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας χωρίς σπουδαίο λόγο υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 ΑΚ.
Στην αίτηση αναίρεσης δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, έστω και συνοπτικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και είναι άκυρη και περαιτέρω, ότι από το γεγονός αυτό, συνεκτιμωμένων και των λοιπών περιστάσεων, υπό τις οποίες έλαβε χώρα, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της και εξ αυτής ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Ειδικότερα, δεν εκτίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του ισχυρισμού του εναγομένου περί ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης πραγματικά περιστατικά, της παραμέλησης των υποχρεώσεων της ενάγουσας σχετικά με τις οικογενειακές συνενώσεις ομογενών, καθώς και της εκ μέρους της χρήσης παράλληλης, με αυτήν του Προξένου, τηλεφωνικής συσκευής, που το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν, ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές σχετικά με την εν γένει συμπεριφορά της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.
Εκτίθεται μόνο, αποσπασματικά και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος μέρος των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά μόνο το επικαλούμενο από αυτό' ως θεμελιωτικό σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης, πραγματικό περιστατικό ότι η ενάγουσα υποσχόταν να μεσολαβεί για τη χορήγηση υποτροφιών, που επίσης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε και όχι, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον, ότι δεν συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας.
Οι, ως άνω, ελλείπουσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι κρίσιμες, καθόσον αφορούν ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα το ζήτημα της ύπαρξης σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, με το οποίο συνάπτεται και το ζήτημα προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας.
Κατόπιν των παραπάνω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, ενώ η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι προαναφερόμενες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης αν οι αποδιδόμενες με τους, ως άνω, λόγους αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβάσεις των κανόνων ουσιαστικού δικαίου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
Με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ ορίζεται ότι "Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήσει και εν μέρει ηττηθεί". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση άσκησης αγωγής με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται υποχρεωτικά αν η αγωγή γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος και απορριφθεί κατά τα λοιπά, οπότε έκαστος των διαδίκων νικά και ηττάται εν μέρει, σύμφωνα με την παρ. 2 εδ.
β' του άρθρου 22 ν. 3693/1957 (ΑΠ 576/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1480/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 4944/2018 απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή της από 12-10-2016 έφεσης της ενάγουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθ. 1968/2015 απόφαση, περαιτέρω κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 2-12- 2009 αγωγή και καταδίκασε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατ' άρθρο 178 ΚΠολΔ, το οποίο όρισε στο ποσό των 550 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή, αναφορικά με την καταδίκη του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 εδ. β του ν. 3693/1957, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον ο συμψηφισμός των δικαστικών εξόδων είναι υποχρεωτικός, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, που παρέστησαν σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει, κατά μερική παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, απορριπτομένης αυτής κατά τα λοιπά, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής μέρους των δικαστικών εξόδων, ύψους 550 ευρώ, σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια δε να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Τέλος, σύμφωνα με το, ως άνω, άρθρο 22 παρ. 2 εδ.
β του ν. 3693/1957, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει ομοίως να συμψηφισθούν, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί τη με αριθ. 4944/8-10-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά τη διάταξη αυτής περί επιβολής μέρους των δικαστικών εξόδων σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14-12-2018 και με αριθ. κατ. 11562/951/14-12-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης.
-Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.
-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
-Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ