Legislator Case Law & Legislation
1119/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for admitting vague set-off claim without specific amounts.

Case Number 1119/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appellant's request to overturn the Athens Court of First Instance's decision. The appellant argued the lower court erred by accepting a set-off defense that lacked specific monetary values and timing details required by law. The Court ruled that the appellate court failed to apply substantive law correctly by accepting the defense without these essential elements, thus ordering a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 984(2) of the Code of Civil Procedure and Article 449 of the Civil Code; A set-off defense is inadmissible if the opposing party fails to specify the exact amount of the debt and whether it has matured.

Keywords

AI generated
set-off defense inadmissible claim specific amount requirement matured debt appellate review Code of Civil Procedure Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 984(2) of the Code of Civil Procedure
Article 449 of the Civil Code
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 986 of the Code of Civil Procedure
Article 985(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1119/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Β. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κωνσταντίνου, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E.", όπως προκύπτει και από τις με ημερομηνία κατάθεσης 31-5-2021 προτάσεις της ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4793/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 2024/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-5-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 11-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2024/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αναιρεσίβλητης την από 9-7-2010 ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, με την οποία ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να αναγνωρισθεί η ανειλικρίνεια της, εξομοιούμενης με αρνητική δήλωση, παράλειψης δήλωσης της τελευταίας στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο για την απαίτησή του ποσού 63.021,14 ευρώ, για την οποία επέβαλε στα χέρια της, ως τρίτης, αναγκαστική και συντηρητική κατάσχεση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 4793/2013 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και αναγνώρισε την ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης, προς την οποία εξομοιώνεται η παράλειψη αυτής να προβεί στην προβλεπόμενη από το άρθρο 985 παρ. 1 ΚΠολΔ δήλωση στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ως προς την απαίτηση του ανακόπτοντος ποσού 10.732,08 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η καθής η ανακοπή-αναιρεσίβλητη άσκησε την από 18-11-2013 έφεση και το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 984 παρ. 2 ΚΠολΔ απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεθείσας απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σ' εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεθέντος, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983 ΚΠολΔ, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμη σ' εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 449 ΑΚ, αν η απαίτηση έχει κατασχεθεί, ο οφειλέτης της δεν μπορεί να προτείνει κατά του προσώπου που επέβαλε την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτηση που απέκτησε κατά του δανειστή μετά την κατάσχεση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο τρίτος δικαιούται να προτείνει προς συμψηφισμό, και μετά την κατάσχεση, ανταπαίτησή του, η οποία ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο της κοινοποίησης προς αυτόν του κατασχετηρίου και, επομένως, προγενέστερη της κατάσχεσης (ΑΠ 354/2010, 1411/2011).

Κρίσιμος χρόνος, για να κριθεί αν η απαίτηση που προβάλλεται προς συμψηφισμό προηγείται της κατάσχεσης, είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, δηλαδή το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης (ΑΠ 663/2017). Εξ άλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (άρθρ. 216 παρ. 1 και 262 παρ.1 ΚΠολΔ), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ένστασης κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 663/2017, 168/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτά (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 4154/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιδικάστηκε προσωρινά στον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείοντα) το ποσό των 12.000 ευρώ ως μέρος μεγαλύτερης απαίτησής του σε βάρος της εταιρείας "...", που πηγάζουν από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που είχε συνάψει μαζί της και είχε ήδη λυθεί, για τις οποίες είχε ασκήσει και την από 7-1-2010 τακτική αγωγή του ενώπιον του ίδιο δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 17-5-2011.

Επίσης, με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας της εργοδότριας εταιρείας και οφειλέτη του, ενώ με την από 21-1-2010 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών είχε επιτύχει αυτός, από την έκδοση της προσωρινής διαταγής, την προσωρινή απαγόρευση κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής των πραγμάτων της κινητής και ακίνητης περιουσίας της οφειλέτη του, για το αντικείμενο της από 8-1-2010 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε στη συνέχεια η παραπάνω απόφαση.

Η εν λόγω προσωρινή διαταγή επιδόθηκε και στην εκκαλούσα τράπεζα στις 25-1-2010..., ώστε να λάβει γνώση και για τις νόμιμες συνέπειες. Μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης (4154/2010), αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό με επιταγή προς πληρωμή κάτω από αυτή, ο εφεσίβλητος κοινοποίησε στην ανωτέρω οφειλέτη του, την 21-5-2010, επιτάσσοντάς την να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 12.600 ευρώ, χωρίς όμως να υπάρξει εκούσια συμμόρφωση της τελευταίας προς καταβολή του επιδικασθέντος προσωρινά ποσού.

Ακολούθως, ο επισπεύδων δανειστής (εφεσίβλητος), με το από 28-5-2010 κατασχετήριο έγγραφο, που κοινοποιήθηκε στην κεντρική διοίκηση της εκκαλούσας την ίδια ημέρα και στην 2-6-2010 στο υποκατάστημά της στο ..., όπου η οφειλέτης του διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς, καθώς και στην τελευταία την 3-6-2010..., επέβαλε προς ικανοποίηση της από την 21-5-2010 επιταγής προς πληρωμή απορρέουσας αξιώσεώς του, αναγκαστική κατάσχεση στις καταθέσεις του τραπεζικού λογαριασμού του καθ' ου η εκτέλεση σ' αυτή και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα της εκκαλούσας στο ...

του Δήμου ..., για το ποσό των 13.021,14 ευρώ και συντηρητική κατάσχεση για το ποσό των 50.000 ευρώ, πλην όμως η τελευταία δεν προέβη σε σχετική δήλωση ενώπιο της Γραμματείας του αρμόδιου Ειρηνοδικείου. Η παράλειψή της αυτή εξομοιώνεται, εξ άλλου, με αρνητική δήλωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία, μετά από συμφωνία της με την εκκαλούσα τράπεζα και ειδικότερα στο παραπάνω υποκατάστημα, διατηρούσε τους ...

και ... καταθετικούς λογαριασμούς, αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται στο Δικαστήριο, όπου παρουσιάζεται η κίνησή τους από τις αρχές του 2010, όπως ζήτησε και ο εφεσίβλητος, με σχετικό αίτημα επίδειξής τους, που υπέβαλε τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν Δικαστήριο με τις προτάσεις του, και προσκομίζονται από την εκκαλούσα.

Όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των λογαριασμών αυτών, την 25-1-2010, οπότε επιδόθηκε στην εκκαλούσα η προαναφερόμενη προσωρινή διαταγή, ο μεν πρώτος από τους λογαριασμούς αυτούς εμφάνιζε υπόλοιπο ποσού 6.625,57 ευρώ, το οποίο και δεσμεύτηκε, ενώ ο δεύτερος λογαριασμός εμφάνιζε την 12-1-2010 υπόλοιπο ποσού 3.545,85 ευρώ, το οποίο δεν εμφανίζεται ως δεσμευμένο στο λογαριασμό, πλην όμως ούτως ή άλλως δεν μεταβλήθηκε μέχρι και την επιβολή κατάσχεσης από τον εφεσίβλητο.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εκκαλούσας και της οφειλέτη του εφεσιβλήτου εταιρείας είχε συναφθεί η 152/12-2-2007 σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην καθ' ης η εκτέλεση, στην προκειμένη περίπτωση, εταιρεία, πίστωση μέχρι του ποσού των 70.000 ευρώ.

Με τον όρο 16.2 της εν λόγω σύμβασης, συμφωνήθηκαν ρητά μεταξύ άλλων τα εξής: "Η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να συμψηφίζει οποιαδήποτε απαίτησή της, έστω και μη ληξιπρόθεσμη, κατά του πιστούχου με οποιαδήποτε και από οποιαδήποτε αιτία ανταπαίτηση του πιστούχου κατ' αυτής, ακόμα κι αν η ανταπαίτηση αυτή προέρχεται από εμβάσματα ή καταθέσεις σε ευρώ ή σε ξένο νόμισμα ή από συναλλαγματικές ή από αξιόγραφα, γενικά, που παραδόθηκαν σ' αυτή προς είσπραξη ή από οποιαδήποτε άλλη αξία που δόθηκε προς φύλαξη και να αρνείται την εκπλήρωση της παροχής για οποιαδήποτε αξίωση του πιστούχου κατ' αυτής, υπό τους ως άνω όρους μέχρις ότου ο πιστούχος εκπληρώσει οποιαδήποτε αξίωση της Τραπέζης είτε εκ της παρούσης είτε εξ οποιασδήποτε άλλης αιτίας".

Επίσης, με τον 16.7 όρο συνομολογήθηκε επίσης ότι "η Τράπεζα χωρίς να υποχρεούται, δύναται να ασκεί όλα τα ως άνω δικαιώματά της και δυνάμει ανέκκλητου εξουσιοδοτήσεως του πιστούχου που της χορηγεί δια της παρούσας και χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε προηγούμενη γνωστοποίηση σ' αυτόν ή άλλη διατύπωση. Ο πιστούχος δηλώνει ότι παραιτείται ρητώς από οποιοδήποτε δικαίωμα αμφισβητήσεως των ως άνω δικαιωμάτων της Τραπέζης και ιδίως του δικαιώματος της Τραπέζης να συμψηφίζει τις ανταπαιτήσεις του πιστούχου με μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της...".

Προς εξυπηρέτηση και παρακολούθηση της πίστωσης αυτής, που με πρόσθετες πράξεις είχε διαχωριστεί σε δύο επί μέρους πιστώσεις, σε ανοικτό επιχειρηματικό για το ποσό των 40.000 ευρώ και σε διαχείρισης για το ποσό των 30.000 ευρώ, ανοίχθηκαν δύο λογαριασμοί, οι ... και ..., οι οποίοι, πριν από τη δέσμευση των παραπάνω καταθετικών λογαριασμών με την από 25-1-2010 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών, εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσών, 15.234,45 ευρώ και 9.452,59 ευρώ αντίστοιχα, σύμφωνα με τα αντίγραφα και των λογαριασμών αυτών που προσκομίζει η εκκαλούσα στο Δικαστήριο.

Ακολούθως, η εκκαλούσα διατηρώντας την παραπάνω εκκαθαρισμένη - αλλά μη ληξιοπρόθεσμη, εφόσον δεν έκλεισε στο μεταξύ ο αλληλόχρεος λογαριασμός - απαίτηση εναντίον της καθ' ης η εκτέλεση, έκανε χρήση του παραπάνω όρου της από 12-2-2007 σύμβασης ανοίγματος πιστώσεως που της παρείχε συμβατικά το δικαίωμα συμψηφισμού και για μη ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, όπως η παραπάνω και προέβη μονομερώς σε συμψηφισμό των απαιτήσεων της πελάτη της και καθ' ης η εκτέλεση από τους παραπάνω καταθετικούς λογαριασμούς προς μερική εξόφληση των δικών της προαναφερομένων απαιτήσεων κατ' αυτής.

Ειδικότερα, χρέωσε το λογαριασμό ... με το ποσό των 6.918,24 ευρώ και τον ... λογαριασμό με το ποσό των 3.006,56 ευρώ, συμψηφίζοντας ισόποση απαίτησή της από τον ... αλληλόχρεο λογαριασμό και τον ... λογαριασμό, επίσης με το ποσό των 807,28 ευρώ, συμψηφίζοντας ισόποση απαίτησή της από τον ... λογαριασμό. Περί του συμψηφισμού αυτού, ακολούθως, ενημέρωσε την πρωτοφειλέτη της εταιρεία, με τις από 2-6-2010 εξώδικες δηλώσεις της που επιδόθηκαν σ' αυτή την 4-6-2010...

Ο κατά τα προαναφερθέντα συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εκκαλούσα είναι κατ' αρχήν νόμιμος, καθώς επρόκειτο για συμβατικό και όχι μονομερή συμψηφισμό και είχε ρητά συμφωνηθεί με την αντισυμβαλλομένη της η δυνατότητα συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της εκκαλούσας, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους της περί συμψηφισμού συμφωνίας που είχε συναφθεί μεταξύ τους.

Εξ άλλου, εφόσον οι απαιτήσεις της εκκαλούσας είχαν ήδη γεννηθεί πριν από την κατάσχεση εις χείρας της, εκ μέρους του εφεσιβλήτου με το από 28-5-2010 κατασχετήριο, που επιδόθηκε την 2-6-2010 στο κατάστημά της στο ..., όπου τηρούνταν οι καταθετικοί ως άνω λογαριασμοί και μάλιστα πριν και από την προσωρινή διαταγή περί απαγόρευσης της μεταβολής της νομικής και πραγματικής κατάστασης της περιουσίας της οφειλέτη του εφεσιβλήτου, μπορούσε νόμιμα να προτείνει σε συμψηφισμό, χωρίς να κωλύεται από την κατάσχεση αυτή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις.

Συνεπώς, η μη δήλωσή της περί της ύπαρξης απαιτήσεως εις χείρας της της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτη του εφεσιβλήτου, που εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση, αποδείχθηκε ότι ήταν ειλικρινής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα αντίθετα, ότι δηλαδή ο συμψηφισμός στον οποίο προέβη η εκκαλούσα δεν ήταν σύννομος, διότι δεν αποδείχθηκε ότι έκλεισε ο αλληλόχρεος λογαριασμός που τηρούνταν μεταξύ αυτής ώστε να είναι ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας, έσφαλε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και είχαν προταθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ρητά από την εκκαλούσα, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του εφεσιβλήτου περί απαράδεκτης προβολής νέων πραγματικών περιστατικών στο παρόν Δικαστήριο?.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε, όπως προαναφέρθηκε, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος. Από τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο και πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 του ίδιου Κώδικα, (όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011 και πριν την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015), προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη που προβλέπεται από την παράγραφο 2 περ.

γ' του άρθρου 269 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, κατ' εξαίρεση, η προβολή νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται και όταν αυτοί αποδεικνύονται από έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 1097/2017, ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014) και, συγκεκριμένα, στην περίπτωση της παρ. 2 περ.

γ' του άρθρ. 269 ΚΠολΔ, πρέπει να επικαλεστεί τη δικαστική ομολογία ή τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να προσκομίσει, από τα οποία αποδεικνύεται ο νέος πραγματικός ισχυρισμός (ΑΠ 961/2019, ΑΠ 462/2008). Η απόδειξη, όμως, αυτή πρέπει να προκύπτει άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από την επικαλούμενη δικαστική ομολογία και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 664/2021, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1087/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των από 28-5-2013 προτάσεων της αναιρεσίβλητης - τότε καθής η ανακοπή ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η τελευταία είχε ισχυριστεί ότι με την .../12-22007 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, που είχε συνάψει με την καθής η εκτέλεση εταιρεία, και ειδικότερα με τον όρο αρ. 16 αυτής, συμφωνήθηκε ότι "Ο οφειλέτης και εγγυητής εξουσιοδοτούν ανέκκλητα την Τράπεζα να χρεώνει με κάθε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή από το δάνειο, οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό τους...

Επίσης, η Τράπεζα έχει για κάθε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή από την παρούσα σύμβαση δικαίωμα συμψηφισμού...". Ότι με δήλωση συμψηφισμού, η οποία κοινοποιήθηκε στην καθής η εκτέλεση εταιρεία στις 2-6-2010, της έκανε γνωστό ότι είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση ποσού 9.924,80 ευρώ προερχόμενη από τη με αριθμό .../2007 σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού...

και της δήλωνε το συμψηφισμό του οφειλόμενου ποσού με τους αναφερόμενους λογαριασμούς καταθέσεων της τελευταίας. Ότι στη συνέχεια παρήλθε η νόμιμη οκταήμερη προθεσμία και δεν προέβη σε δήλωση, η οποία κατά το νόμο ισοδυναμεί με αρνητική δήλωση (άρθρ. 985 παρ. 3 εδ. 1 ΚΠολΔ) και έτσι σιωπηρά δήλωσε ότι στα χέρια της ως τρίτης δεν υφίστατο καμία απαίτηση με δικαιούχο την καθής η εκτέλεση "...".

Την ένσταση αυτή της αναιρεσίβλητης περί συμψηφισμού ληξιπρόθεσμης οφειλής της καθής η εκτέλεση εταιρείας με απαίτηση της τελευταίας κατ' αυτής (αναιρεσίβλητης) από τους λογαριασμούς καταθέσεων που τηρούσε σ' αυτήν, απέρριψε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς, σύμφωνα με τις σχετικές αιτιολογίες της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη δεν ισχυρίστηκε ούτε και απέδειξε ότι πριν το χρόνο της κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης είχε προβεί στο οριστικό κλείσιμο των αλληλόχρεων λογαριασμών με καταγγελία, ώστε να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το κατάλοιπο αυτών.

Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας πρότεινε νέο αυτοτελή ισχυρισμό περί συμψηφισμού, διαφορετικό από τον ως άνω πρωτοδίκως προταθέντα, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι στην υπ' αριθμ. 152/2-2-2007 σύμβαση πίστωσης που συνήψε με την καθής η εκτέλεση εταιρεία, περιλήφθηκε ρητός όρος, σύμφωνα με τον οποίο είχε συμφωνηθεί η δυνατότητα συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της κατά της καθής η εκτέλεση, που προέρχονται από τους αναφερόμενους αλληλόχρεους λογαριασμούς.

Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι με τον όρο αρ. 16.2 της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης συμφωνήθηκε ότι "16.2. Συνομολογείται ρητώς ότι η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να συμψηφίζει οποιαδήποτε απαίτησή της, έστω και μη ληξιπρόθεσμη, του πιστούχου με οποιαδήποτε ανταπαίτηση του πιστούχου κατ' αυτής, ακόμη και αν η ανταπαίτηση αυτή προέρχεται από εμβάσματα ή καταθέσεις σε ευρώ..." και ότι επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, απορρίπτοντας την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραπάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, θεωρώντας ότι η ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού που προβλήθηκε με την έφεση της αναιρεσίβλητης είναι ταυτόσημη με την πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού και ότι, συνεπώς, νομίμως επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έκανε δεκτό, όπως προαναφέρθηκε, το τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος.

Ωστόσο, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, δεν είχε διατυπωθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ομοίου περιεχομένου με την προβληθείσα στο εφετείο ένσταση συμψηφισμού, δηλαδή ότι με όρο της σύμβασης πίστωσης είχε συμφωνηθεί η δυνατότητα συμψηφισμού και μη ληξιπροθέσμων απαιτήσεων, αλλά με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η αναιρεσίβλητη προέβαλε το πρώτον στο εφετείο νέο ισχυρισμό, χωρίς να επικαλεστεί συγχρόνως κάποια από τις νόμιμες εξαιρέσεις, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ.

Επομένως, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι στο εφετείο επαναφέρθηκε η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση περί συμψηφισμού ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, καίτοι αυτή δεν επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων, λαμβάνοντας δε υπόψη τον προβληθέντα το πρώτον με την έφεση νέο, διαφορετικό του πρώτου, ισχυρισμό περί συμψηφισμού μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων, καίτοι αυτός προβλήθηκε απαραδέκτως, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση, υποπίπτοντας έτσι και στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ανεξαρτήτως αυτών, η ως άνω ένσταση περί συμψηφισμού, που πρότεινε με την έφεσή της η αναιρεσίβλητη, είναι και αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και τούτο διότι η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη δεν προσδιόρισε με την ένστασή της το ποσό της οφειλής της καθής η εκτέλεση εταιρείας έναντι αυτής (εκκαλούσας) και ειδικότερα το ποσό των μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών της κατά της τελευταίας, ώστε οι μη ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις της να μπορούν να συμψηφισθούν με την κατασχεθείσα στα χέρια της απαίτηση του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος (ΑΠ 663/2017).

Δεν προσδιόρισε, επίσης, με την ένστασή της, αν οι μη ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις της ήταν ήδη γεγενημένες, εκτός από το χρόνο κοινοποίησης σ' αυτήν του κατασχετηρίου εγγράφου, και στις 25-12010, οπότε κοινοποιήθηκε σ' αυτήν η από 21-1-2010 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών περί προσωρινής απαγόρευσης κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής των πραγμάτων της κινητής και ακίνητης περιουσίας της καθής η εκτέλεση εταιρείας.

Επομένως, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 984 παρ. 2 ΚΠολΔ και 449 ΑΚ, εφόσον για το ορισμένο της ένστασης συμψηφισμού που πρότεινε η αναιρεσίβλητη με την έφεσή της, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, με αποτέλεσμα να κρίνει ορισμένη την ένσταση αυτή.

Κατά συνέπεια, ο από τον αρ. 14 και, κατ' εκτίμηση και από τους αρ. 1 και 8 του άρθρου 559, μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα έκρινε παραδεκτή και ορισμένη και ακολούθως έλαβε υπόψη την ένσταση συμψηφισμού που είχε προτείνει με λόγο έφεσης η αναιρεσίβλητη, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη από 11-5-2018 αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2024/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό του αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2024/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ