Supreme Court dismisses appeal against administrative expropriation judgment due to lack of identity between disputed land and subject matter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's rejection of their expropriation claim. The appellants argued the lower court erred by failing to cite specific sale prices and the 1920 expropriation decree in its reasoning. The court ruled the appeal inadmissible because the disputed land did not match the property subject to the expropriation, rendering the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal against an administrative expropriation judgment is inadmissible if the disputed land does not correspond to the expropriated property, as the appeal lacks the objective prerequisite of identity of the subject matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1119 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1119/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Δεκεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. Β. του Ι., κατοίκου …, 2.Σ. Λ. του Κ., 3.Ε. Λ. του Κ., κατοίκων …, 4. Χ. χήρας Α. Π., 5.Κ. Α. Π., 6.Ι. Α. Π., κατοίκων …, 7.Δ. Β. του Π., κατοίκου ..., 8.Μ. Ι. Ρ., χήρας Β. Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ζαχαρόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 13-12-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9777/1998 μη οριστική, 1521/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3208/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-12-2018 αίτησή τους και τους από 17-12-2018 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-12-2018 αίτηση και οι από 17-12-2018 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση των 3208/2018 και 1521/2017 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 573 παρ. 3 ΚΠολΔ) Από το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σ' αυτή, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, εξαφανίζεται (ΑΠ 1206/2013. ΑΠ 658/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3208/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το Εφετείο δέχθηκε με την απόφασή του αυτή τυπικά και απέρριψε στην ουσία έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1521/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθώς οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, με την απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της, ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Όπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι στρέφονται κατά της 3208/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 1521/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρα 569, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ),
1. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για δεδικασμένο ως προς τη μη ύπαρξη κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στην επίδικη έκταση, που παρήχθη, κατά το λόγο που ερευνάται, από την 831/1967 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την απαλλοτρίωση τμήματος του επιδίκου, λόγω δήλωσης στη σχετική δίκη του Ελληνικού Δημοσίου ότι δεν προβάλει δικαιώματα στην απαλλοτριωθείσα έκταση. Στήριξε, δε, το Εφετείο την απορριπτική αυτή κρίση του στο ότι η απαλλοτριωθείσα έκταση, που ήταν το αντικείμενο της απαλλοτριωτικής δίκης, δεν ταυτίζεται με την εδαφική έκταση, που ήταν το αντικείμενο της ενώπιον αυτού δίκης.
Ενόψει τούτων, ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται, κατά το οικείο σκέλος του, η παραπάνω απορριπτική κρίση του Εφετείου, διότι "αντικείμενο της αγωγής δεν ήταν το απαλλοτριωθέν (ακίνητο) αλλά αυτό που απέμεινε", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου ότι αντικείμενο της ενώπιον αυτού δίκης ήταν το απαλλοτριωθέν, ενώ, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, αντικείμενο της δίκης αυτής δεν ήταν το απαλλοτριωθέν, αλλά το εναπομείναν τμήμα. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι "όλες οι πράξεις του Δημοσίου...αποδεικνύουν περίτρανα ότι δεν είχε το δημόσιο ιδιοκτησία στα απαλλοτριωθέντα", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι αντικείμενο της δίκης στο Εφετείο ήταν τα απαλλοτριωθέντα, ενώ αντικείμενο της δίκης αυτής δεν ήταν τα απαλλοτριωθέντα, αλλά το παραπάνω ως εναπομείναν αυτών φερόμενο τμήμα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το έτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σκέλος του, σύμφωνα με το οποίο "όφειλε (το Εφετείο) να αιτιολογήσει αν αυτό (το εναπομείναν τμήμα) και όχι το απαλλοτριωθέν ακίνητο ανήκε σ' εμάς ή στο Δημόσιο", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει το Εφετείο αιτιολόγησε ότι στο Δημόσιο ανήκει, όχι το απαλλοτριωθέν, αλλά το έτερο, ως εναπομείναν, φερόμενο, τμήμα.
Τέλος, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (και όχι και αριθ.8, όπως αναφέρεται) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη "τις εξής αποδείξεις", είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται οι αποδείξεις, τις οποίες ψέγεται. ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
2. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.
Και στις περιπτώσεις, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασης του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).
Ενόψει τούτων, ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι η Πρόεδρος του δικάσαντος πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου παρέλειψε να αυτοεξαιρεθεί, όπως είχε πράξει σε άλλη υπόθεση που αφορούσε έτερο ακίνητο, διάφορο του επιδίκου, λόγω της ιδιότητάς της ως συζύγου του νομικού συμβούλου του Δήμου Ηλιούπολης Αττικής, ο οποίος Δήμος ήταν διάδικος στην αφορώσα το έτερο ακίνητο δίκη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με την αναίρεσή τους ότι προέβαλαν σχετικό ισχυρισμό ενώπιον του Εφετείου.
3. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αντικείμενο της οικείας δίκης ήταν η αναγνώριση των αναιρεσειόντων συγκυρίων του επιδίκου ακινήτου, τη συγκυριότητα του οποίου απέκτησαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, παράγωγα, άλλως δε πρωτότυπα. Ενόψει τούτων, ο τρίτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το πρώτο σκέλος του, για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις αναφερόμενες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες είναι άκυρο το …/…-2-1985 πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου και, κατά το δεύτερο σκέλος του, για παράβαση των άρθρων 17 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου αυτής Πρωτοκόλλου, συνισταμένη στο ότι η κατάληψη του επιδίκου από το αναιρεσίβλητο δεν ήταν νόμιμη, διότι έγινε βάσει του παραπάνω άκυρου πρωτοκόλλου και της αναφερόμενης ανίσχυρης απόφασης του Υφυπουργού των Οικονομικών, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Και τούτο, διότι οι παραπάνω πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο της ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας δίκης, όπως το αντικείμενο αυτό οροθετείται από το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής των αναιρεσειόντων.
4. Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, για παράβαση των άρθρων 17 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι έκρινε ότι το κτήμα Κ., τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο, έχει έκταση 400 στρέμματα και όχι 12.000 στρέμματα που πράγματι έχει ενώ με το δεύτερο, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, για παράβαση των συνταγματικών διατάξεων για την αρχή της αναλογικότητας και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στην αντίθεσή της (προσβαλλόμενης απόφασης) με προηγούμενες αποφάσεις που έκριναν ότι το κτήμα Κ. έχει έκταση 12.000 στρέμματα και κατά το τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 σκέλος του, για έλλειψη αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι δεν αιτιολογεί (η προσβαλλόμενη απόφαση) την αντίθεσή της με τις προηγούμενες αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες η έκταση του κτήματος Κ. είναι 12.000 στέμματα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος στο σύνολο του, διότι, υπό τις ανωτέρω επικλήσεις, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο του πραγματικού γεγονότος της έκτασης του παραπάνω κτήματος και, ειδικότερα, η εκτίμησή του ότι η έκταση του κτήματος αυτού ανέρχεται σε 400 στέμματα.
5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο κύριο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ (και όχι του αριθ. 8 που αναφέρεται) η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση δεν έλαβε υπόψη του τα τμήματα των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης άλλων δικών, τα οποία περιέχονται στις 8443/2020 και 187/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του (όπως το περιεχόμενό της θα εκτεθεί παρακάτω) καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του παραπάνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 8 ΚΠολΔ, σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι "δεν αναγράφει (η προσβαλλόμενη απόφαση) ότι εμείς αναφερθήκαμε στις 4 σειρές αμετάκλητων αποφάσεων...ότι το … πρωτόκολλο κατάληψης του...ενδίκου είναι άκυρο.
Συνεπώς, δεν ασχολήθηκε με την παράνομη προσβολή του δικαιώματος μας ιδιοκτησίας σε αυτό, την οποία διέπραξαν τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ενόψει του αντικειμένου της ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το, κατά τα παραπάνω, περιεχόμενο της αγωγής και δεδομένου ότι αναφέρεται στην ακυρότητα του ανωτέρω πρωτοκόλλου κατάληψης του επιδίκου, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αλυσιτελής, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια (ακυρότητα του πρωτοκόλλου κατάληψης) ουδεμία σχέση έχει, σύμφωνα και με όσα έχουν προεκτεθεί, με το αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίες εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές και εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων.
Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν, καίτοι ανέλεγκτα διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή την ερμηνεία τους, στις διατάξεις των παραπάνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Δεν δημιουργείται, δε, αμφιβολία και δεν υπάρχει κενό στη δήλωση βουλήσεως, είτε στην περίπτωση που ο δηλών εκφράστηκε σαφώς και περιέλαβε στη δήλωσή του όλα όσα θέλησε, είτε στην περίπτωση που στη ρητή δήλωση της βουλήσεως του συμβαλλομένου υπάρχει διάταξη νόμου, που περιέχει κανόνα αναγκαστικού δικαίου και προσδίδει έννομες συνέπειες και για πράγματα που δεν περιελήφθησαν στη δήλωση (ΑΠ 1281/2013).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την ύπαρξη κενών ή είχε αμφιβολία ως προς την έννοια μιας δικαιοπραξίας και, παρ' όλα αυτά, δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες, τούτο δε, για τη βασιμότητα του λόγου, πρέπει να προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 136/2013).
Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 200 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι, κατά την ερμηνεία των συμβάσεων αγοράς του επιδίκου εκ μέρους των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους ως τμήματος του κτήματος Κ., δέχθηκε ότι τούτο ανήκει στο Δημόσιο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το εκδόν την απόφαση αυτή Εφετείο προέβη σε ερμηνεία των παραπάνω συμβάσεων, ενώ τούτο, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του προκύπτει, δεν συνέβη.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή, πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο έκρινε για την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 290/2013.
ΑΠ 369/2012). Τέλος, ο λόγος από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, όταν πλήττεται μόνον η μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζων πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 903/2010). Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, για παραβίαση από το Εφετείο, με τις νομικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, των άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830, των Πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830, του θεσπίσματος του Ουλάνου του 1829 και του βδ του Απριλίου 1835, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες πλημμέλειες αναφέρονται στη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι στην υπαγωγή στις εφαρμοστέες διατάξεις των πραγματικών περιστατικών, τα οποία το Εφετείο, κατά την κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν.
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, για μη εφαρμογή από το Εφετείο της από 28.3.1835 Σύμβασης των Αθηνών, σχετικά με την απώλεια των τίτλων του επίδικου τμήματος του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου ότι έχουν απολεσθεί οι παραπάνω τίτλοι, ενώ, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, τούτο δεν δέχτηκε απώλεια των τίτλων, η οποία προϋποθέτει εφαρμογή της παραπάνω σύμβασης, αλλά τη μη έκδοση τέτοιων τίτλων.
Όπως προεκτέθηκε και προκύπτει, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος και αυτεπάγγελτα, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά απαιτείται να προσδιορίζονται και τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαιτούνται, για να στοιχειοθετεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 748/2013).
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου που αποδίδεται στην απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ της λήψης ή μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 748/2013).
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο δεν επιδίκασε κάτι που ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της αίτησης αυτής που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν η εν λόγω αίτηση ήταν, ως ορισμένη και νόμιμη, ουσιώδης (ΑΠ 651/2009). Επίσης, πρέπει να αναφέρεται εκείνο που επιδικάστηκε χωρίς αίτηση (ΑΠ 44/2003).
Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παράνομα λήφθηκε ή δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο έπρεπε ή δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός που αποδείχτηκε ή που θα αποδεικνυόταν από το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 748/2013. ΑΠ 1132/2013). Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση, συλλήβδην, των αριθμών 1, 8, 9 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, αναφορά, πλην των παραπάνω αριθμών του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών που να στοιχειοθετούν τις οικείες αναιρετικές πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος πλήττει, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την παραδοχή της ότι η έκταση του κτήματος Κ. ήταν 400 στρέμματα και όχι 12.000 στρέμματα, ενόψει του ότι δεν ήταν δυνατόν να αγορασθεί έκταση μόνο 400 στρεμμάτων που αγόρασαν το 1914 ο Μ. Σ. αντί 200.000 δρχ. που αντιστοιχούσαν σε 7.736 λίρες Αγγλίας και το 1922 ο Α. Ν. αντί 600.000 δρχ. που αντιστοιχούσαν σε 9.450 λίρες Αγγλίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την ανωτέρω επίκληση, πλήττει στην πραγματικότητα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αναγόμενη σε πράγματα, κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, ειδικότερα, την κρίση αυτού ότι η έκταση του κτήματος Κ. ήταν 400 στρέμματα και όχι 12.000 στρέμματα.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως, και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015). Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, του υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (και όχι αριθ.9 που αναφέρεται) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν αναφέρει για την απαγόρευση βοσκής μικρών ζώων στις περιοχές των Δήμων Αθηνών και Πειραιά, αν δεν είχαν χαρακτηρισθεί λιβάδια από το Δημοτικό Συμβούλιο Αθηνών, ούτε ότι το ΔΣ χαρακτήρισε τον Κ.
λιβάδι 2.000 αιγών και 1.000 προβάτων, αριθμός που απαιτεί τουλάχιστον 12.000 στρέμματα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι όσα ανωτέρω αναφέρονται δεν συνιστούν πράγματα, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αφετέρου δε, διότι δεν διαλαμβάνεται ισχυρισμός στο αναιρετήριο για την πρότασή τους στο Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, καθώς επίσης, και διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη
κρίση του Εφετείου για το ότι η έκταση του κτήματος Κ. ήταν 400 και όχι 12.000 στέμματα.
Για τους ίδιους ακριβώς παραπάνω λόγους είναι απορριπτέος ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά το έτερο, από τους αριθμούς 8, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σκέλος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν γράφει τίποτα για τη μίσθωση από τον Κ. Ν..,.της χορτονομής του Κ. για τρία χρόνια με ετήσιο μίσθωμα 3.333,33 δρχ. που ισοδυναμούσε με την αξία 240 στρεμμάτων αγρών, παρότι το σημαντικό αυτό θέμα... αποδεικνύει...ότι το ετήσιο μίσθωμα των λιβαδιών του Κ....ήταν μόλις κατά 240/400 μικρότερο...από την αξία των 400 στρεμμάτων του τσιφλικιού Κ.ς".
Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (και όχι αριθ.1 που αναφέρεται) μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη τις άδειες του Υπουργού Γεωργίας …/…/….-11-1922, …/…-11-1924 και …/…-11-1938, που αφορούσαν το κτήμα Κ. και από τις οποίες προέκυπτε, κατά το λόγο που ερευνάται, η ανωτέρω άνω των 12.000 στρεμμάτων έκταση του κτήματος αυτού, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τις παραπάνω άδειες, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, κρίση του Εφετείου και, ειδικότερα, την κρίση αυτού για το ότι η έκταση του κτήματος Κ. είναι 400 και όχι 12.000 στρέμματα.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εξαιτίας της αντίθεσής της με άλλες αναφερμένες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες αναγνώρισαν ως κυρίους διαφορετικών του επιδίκου, τμημάτων του κτήματος Κ. τους ιδιώτες που τα διεκδίκησαν έναντι του Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν ο ισχυρισμός αυτός είχε προταθεί στο Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ειδικότερα παραπάνω. Σε κάθε όμως περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η ανωτέρω συνταγματική αρχή της ισότητας, και αν ακόμη ήταν δυνατή η παραβίασή της με δικαστικές αποφάσεις, δεν παραβιάστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, συμφωνά και με τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, πρόκειται για διαφορετικά δικαιώματα ως προς τις προϋποθέσεις γέννησης, κτήσης και άσκησής τους, και μάλιστα διαφορετικών πρόσωπων, οι οποίες διαφοροποιήσεις αποκλείουν την όμοια αντιμετώπισή τους.
6. Ο έκτος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του για το ότι η έκταση του κτήματος Κ. ήταν 400 στρέμματα, δεν έλαβε υπόψη του τον τρίτο λόγο έφεσης των αναιρεσειοντων και τις αναφερόμενες στο λόγο αυτό δικαστικές αποφάσεις που (οι αναιρεσείοντες) είχαν επικαλεσθεί σχετικά και σύμφωνα με τις οποίες "ο όρος "ζευγάρι" (που χρησιμοποίησε το Εφετείο για να προσδιορίσει την έκταση του παραπάνω κτήματος) χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για το χαρακτηρισμό των καλλιεργούμενων γαιών των τσιφλικιών και δεν εξαντλούν τις εκτάσεις του τσιφλικιού, διότι αυτό περιλαμβάνει στα όριά του και αλλά εδάφη", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται αφενός μεν πως και γιατί η μη υιοθέτηση από το Εφετείο των παραπάνω παραδοχών των μνημονευόμενων δικαστικών αποφάσεων επέφερε παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης που θεσπίζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφετέρου δε, διότι δεν αναφέρεται ότι στο Κτήμα Κ.ς υπήρχαν, πλην των καλλιεργουμένων και άλλες εκτάσεις, τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο κατά τον προσδιορισμό της έκτασης του κτήματος αυτού, όπως και ποιές και πόσες ήταν οι εκτάσεις αυτές.
Εξάλλου, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 200 ΑΚ, συνισταμένη στο ότι, κατά την ερμηνεία των …/1834, …/1986, …/1877, …/1914 και …/1922 συμβολαίων και των μνημονευομένων σ' αυτά …, … και … συμβάσεων (χοτζετίων), δέχθηκε ότι το κτήμα Κ.ς έχει έκταση 400 στρεμμάτων, ενώ η πραγματική έκτασή του είναι 12.000 στρέμματα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το εκδόν την απόφαση αυτή Εφετείο προέβη σε ερμηνεία των παραπάνω συμβάσεων, ενώ τούτο, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει, δεν συνέβη.
7. Ο έβδομος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται η πληττόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 17 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, συνισταμένη στο ότι δέχτηκε την κατάληψη του επιδίκου εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, καίτοι η κατάληψη αυτή ήταν παράνομη, καθόσον η 3980/1246/1984 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών και το βάσει αυτής πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου παραβίασαν την ασφάλεια δικαίου που από το έτος 1830 έως και το έτος 1984 είχε διαμορφωθεί με τις παρασχεθείσες από το Κράτος και μνημονευόμενες άδειες πώλησης τμημάτων του κτήματος Κ., των φορολογιών του και των απαλλοτριώσεων τμημάτων του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε παραδοχή του Εφετείου ότι η κατάληψη του επιδίκου από το Ελληνικό Δημόσιο είναι παράνομη, ενώ, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δεν εξέφερε τέτοια κρίση.
8. Ο όγδοος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μέρος του, για μη λήψη υπόψη από το Εφετείο του διατακτικού των ..., ... και ... τίτλων πώλησης (χοτζετίων) του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθησαν, αυτά δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το έτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, για παραβίαση από το Εφετείο με την παραπάνω παράλειψή του του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, πρωτίστως, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, δεν αναφέρεται πως και γιατί παραβιάσθηκε η παραπάνω διάταξη, εξαιτίας της αποδιδόμενης στο Εφετείο παράλειψης και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ποιο, δηλαδή, είναι το νομικό σφάλμα, στο οποίο περιέπεσε το Εφετείο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, εξαιτίας της ανωτέρω παράλειψης που του αποδίδεται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή, κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, εκείνη της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και, γενικά, εκείνη που αναφέρεται σε κάθε άλλου είδους πράγματα, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 651/2013. ΑΠ 631/2010).
Συνεπώς, για να ιδρυθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης απαιτείται, πρωτίστως, η υποβολή, κατά τρόπο, φυσικά, παραδεκτό, της αίτησης, την οποία φέρεται το δικαστήριο της ουσίας ότι άφησε αδίκαστη. Ενόψει τούτων, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "παρέλειψε την εκδίκαση της αίτησης των αναιρεσειοντων "όπως αναγνωρισθεί άκυρη και παράνομη η δυνάμει του …./1985 πρωτοκόλλου κατάληψη του ενδίκου ακινήτου", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 16-9-1997 και με αριθ. έκθ. κατάθ. 8194/1997 αγωγής των αναιρεσειοντων, καθώς επίσης και της από 11-7-2017 έφεσής τους εφ' ης η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί δεν υπέβαλαν με την αγωγή τους το παραπάνω αίτημα, το οποίο φέρεται ως μη εκδικασθέν, ούτε προσέβαλαν με λόγο έφεσης κάποια τέτοια παράλειψη του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στην παραβίαση με την απόφαση αυτή της αρχής της ισότητας και την άνιση μεταχείριση των αναιρεσειοντων, είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος, για τους ίδιους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το έτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σκέλος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν απάντησε για το απόμειναν μετά την απαλλοτρίωση (για την οποία έγινε αναφορά κατά την αντιμετώπιση προηγούμενου λόγου αναίρεσης) του ανατολικού τμήματος του, δυτικό (τμήμα), που είχε και έχει πρόσοψη στην...οδό …", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στο ότι το Εφετείο θεώρησε ως αντικείμενο της ενώπιον αυτού δίκης το παραπάνω απαλλοτριωθέν ακίνητο, ενώ από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του προκύπτει ότι αντικείμενο της ενώπιον αυτού δίκης, επί του οποίου αυτό έκρινε, ήταν το επίδικο με την προαναφερόμενη αγωγή των αναιρεσειόντων (απομείναν) ακίνητο.
9. Σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ένατος κύριος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ. 1 και 8 που αναφέρονται), με τον οποίο λόγο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, κατά τη διαμόρφωση του πορίσματος της για το ότι η έκταση του κτήματος Κ. είναι 400 στρέμματα, δεν έλαβε υπόψη του:
1) τις 4428/1998, 7942/1999, 5340/2002, 908/2004, 2612/2006, 10531/1977, 7480/2002, 630/2010 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών,
2) τις 1466/1988, 7586/1999, 8443/2000, 187/2004, 3125/2006, 4685/2009, 2408/1997, 10581/1998 και 8224/2004, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών,
3)τις 291/1989,1529/2000, 8 και 9/2004, 1749/2007, 1975/2007, 980/2008, 1507/2013, 721/2007 και 722/2007 αποφάσεις του Αρείου Πάγου,
4) τα ..., ... και ... του έτους 1830 χοτζέτια,
5) τα …/1874, …/1877 και …/1918 συμβόλαια,
6) την αίτηση του έτους 1914 του Μ. Σ. στον Υπουργό Οικονομίας,
7) το πρακτικό της συνεδρίασης των 41 καλλιεργητών του κτήματος Κ.,
8) τις άδειες του Υπουργού Γεωργίας …/…/1922, …/1924 και …/1938, και την …/1956 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας
9) τις σχετικές με την κληρονομιά του Α. Ν. δηλώσεις των κληρονόμων του
10) τις εκθέσεις των πραγματογνωμόνων Α. Π., Α. Ρ., Ι. ΓΚ.νη, Κ. Μ., Σ. και Β..
11) τις απαλλοτριώσεις οικοπέδων εκατέρωθεν της οδού …, τις βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων, τις φορολογήσεις των Ν. για τις αναφερόμενες κληρονομιές, τις προτάσεις του αναιρεσιβλήτου σε άλλη δίκη, καθώς και το ΒΔ του Απριλίου 1835 και το ν. ΦΟΖ/1876 με το σχετικό ΦΕΚ και το πρακτικό του ΔΣ Αθηνών. Είναι δε απορριπτέος ο λόγος αυτός, πρωτίστως, διότι, και αν ακόμη οι παραπάνω δικαστικές αποφάσεις ήθελαν θεωρηθεί ως έγγραφα (ενώ τέτοια δεν αποτελούν τα επικαλούμενα βδ και νόμοι) από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
10. Ο δέκατος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του για παραβίαση από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του της αρχής της αναλογικότητας, όπως και των διατάξεων των άρθρων 17 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου αυτής Πρωτοκόλλου, επειδή, αγνοώντας (το Εφετείο) την 8443/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά την οποία το αναφερόμενο (διάφορο του επιδίκου) οικόπεδο ανήκει στην Α. Ν., αδελφή της δικαιοπαρόχου τους Μ. Ν., αποφάνθηκε (το Εφετείο) ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στη Μ. Ν., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όπως και οι λοιπές παραπάνω συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις, δεν παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού, σύμφωνα και με τις παραδοχές των αναιρεσειόντων, πρόκειται για διαφορετικά ακίνητα, διαφορετικά δικαιώματα ως προς τις προϋποθέσεις γέννησης, κτήσης και άσκησής τους και για δικαιώματα διαφορετικών πρόσωπων, οι οποίες διαφοροποιήσεις αποκλείουν την αναλογική αντιμετώπισή τους.
Εξάλλου, ενόψει των όσων έχουν προεκτεθεί σχετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ο ίδιος παραπάνω λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (και όχι 9 που αναφέρεται) σκέλος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης των αναιρεσειόντων σχετικά με την παραβίαση της αρχής της ισότητας, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο επαναφερθείς στο Εφετείο με τον παραπάνω λόγο έφεσης ισχυρισμός είχε προταθεί και πρωτοδίκως.
11.Ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνισταμένη στο ότι αναιτιολόγητα το εκδόν την απόφαση αυτή Εφετείο δεν δέχτηκε τα όσα με προηγούμενες αποφάσεις του δέχτηκε το ίδιο αυτό Δικαστήριο, το Πρωτοδικείο Αθηνών και ο Άρειος Πάγος, όπως οι αποφάσεις αυτές μνημονεύονται ανωτέρω κατά την αντιμετώπιση προηγούμενων λόγων αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, ήτοι διότι πρόκειται για διαφορετικά ακίνητα, με διαφορετικά επ' αυτών δικαιώματα, διαφορετικών προσώπων.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού της πορίσματος, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και νομοθετικά κείμενα, όπως αυτά εκτεθήκαν ειδικότερα ανωτέρω κατά την αντιμετώπιση προηγούμενων λόγων αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, επειδή από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθ' ο μέρος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1, 9 και 19 ΚΠολΔ, ψέγεται το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο για προειλημμένη απόφασή του απόρριψης της έφεσης των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι, πλην της αριθμητικής αναφοράς των οικείων λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή των αριθμών 1, 9 και 19 και του ψόγου για "προειλημμένη απόφαση", δεν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένες πλημμέλειες, που να πληρούν το πραγματικό των επικαλουμένων λόγων αναίρεσης.
12. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Στην περίπτωση της εξώδικης, κατ' άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, ομολογίας, ήτοι της παραδοχής ενός επιβλαβούς για τον ομολογούντα διάδικο γεγονότος, που δεν έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη υπόθεση και η οποία εκτιμάται ελεύθερα, ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του τόσο το αποδεικτικό αυτό μέσο, όσο και το έγγραφο στο οποίο περιεχόταν, για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνεται ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος (ΑΠ 1014/2010.
ΑΠ 1573/2006). Επίσης, για να ληφθεί η ομολογία υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι ρητή, σαφής και συγκεκριμένη. Διαφορετικά, δεν είναι ομολογία με την παραπάνω έννοια και, επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη επικαλούμενη ασαφή και αόριστη εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1538/2001).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται και η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη εξώδικη ομολογία απορρίπτεται ως αβάσιμη, αν από την απόφαση προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά τον αναιρεσείοντα η ομολογία (ΑΠ 1456/2009, ΑΠ 1337/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ (και όχι και αριθ. 1 και 9 που αναφέρεται) μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση της παραβίασης των άρθρων 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου αυτής Πρωτοκόλλου, η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη (αγνόησης) από το Εφετείο (λόγω αντίθετης πολιτικής ιδεολογίας και ενδεχόμενης προηγηθείσας παρέμβασης υπουργού ή άλλου πολιτικού παράγοντα) ομολογίας του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία, κατά τον ερευνώμενο λόγο, συνάγεται από το από 24-9-1920 ΒΔ (ΦΕΚ Α/228/1920) για απαλλοτρίωση, μεταξύ άλλων, και του κτήματος Κ., ότι αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) "δεν είναι ιδιοκτήτης του Κ.".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης και αν ακόμη μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το ανωτέρω ΒΔ συνιστά εξώδικη ομολογία του Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι η επικαλούμενη (εξώδικη) "ομολογία" δεν είναι ρητή και σαφής, αλλά τη συνάγουν οι αναιρεσείοντες συμπερασματικά από την εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω ΒΔ.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω ΒΔ, από το οποίο συνάγεται, κατά τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης, η εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου, την οποία εκτίμησε ελεύθερα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 9 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνιστάμενη στο ότι δεν τήρησε την αρχή της ισότητας έναντι των αναιρεσειοντων, σε σχέση με άλλους ιδιοκτήτες τμημάτων του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, που επανειλημμένα η συγκεκριμένη αιτίαση έχει κριθεί μέχρι τώρα ως αβάσιμη.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, συνιστάμενη στο ότι δεν παρείχε (η απόφαση) στους αναιρεσείοντες έννομη προστασία, λόγω παράνομης κατάληψης του επιδίκου από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, εξαιτίας ακυρότητας του αναφερθέντος παραπάνω πρωτοκόλλου κατάληψης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, που επανειλημμένα η σχετική με την ακυρότητα του επίμαχου πρωτοκόλλου κατάληψης αιτίαση έχει κριθεί μέχρι τώρα ως αβάσιμη, Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 9, 11 και 19 συλλήβδην ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για "αλαζονική αγνόηση" των αναφερθεισών ανωτέρω, κατά την αντιμετώπιση προηγούμενων λόγων αναίρεσης, δικαστικών αποφάσεων, που αφορούν, διάφορα του επιδίκου τμήματα του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως αόριστος και αντίστοιχα, ως αβάσιμος αντίστοιχα, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, που επανειλημμένα οι σχετικές με τη συλλήβδην αναφορά των αριθμών των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, όπως και οι σχετικές με τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων αιτιάσεις έχουν κριθεί μέχρι τώρα ως αόριστες και ως αβάσιμες, αντίστοιχα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 9 και 19 συλλήβδην ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη την 4228/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τις ανωτέρω αναφερθείσες μαζί μ' αυτή λοιπές δικαστικές αποφάσεις, όπως και το παραπάνω ΒΔ της 24-9-1920, όπως τα στοιχεία αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την αντιμετώπιση προηγούμενων λόγων αναίρεσης και αφορούν (οι δικαστικές αποφάσεις) διάφορα του επιδίκου τμήματα του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως αόριστος και ως αβάσιμος αντίστοιχα για τους ίδιους παραπάνω λόγους, που επανειλημμένα οι σχετικές με τη συλλήβδην αναφορά των αριθμών των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, όπως και οι σχετικές με τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων αιτιάσεις έχουν κριθεί μέχρι τώρα ως αόριστες και ως αβάσιμες, αντίστοιχα.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των άρθρων 17 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις και την απαλλοτρίωση από το Κράτος (με το ανωτέρω ΒΔ) του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ίδιους λόγους, που επανειλημμένα οι σχετικές με τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχειών αιτιάσεις έχουν κριθεί μέχρι τώρα ως αβάσιμες. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση "για τους ιδιαίτερους λόγους που εκτίθενται στον παρόντα πρόσθετο" (σελ. 56 προσθέτων παρ. 16β) είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι δεν αποδίδονται συγκεκριμένες με το λόγο αυτό πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αναφέρεται ποιος είναι ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ που ιδρύει τις πλημμέλειες αυτές.
13. Ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ (όχι και από τον αριθ. 1 που αναφέρεται) μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις αποφάσεις 980/2008, 9/2015 (Ολ) και 1529/2000 του Αρείου Πάγου, 3125/2006 και 7586/1999 του Εφετείου Αθηνών και 4428/1998 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, που επανειλημμένα μέχρι τώρα έχει κριθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 9 και 11 συλλήβδην ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω αναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις, όπως τα στοιχεία αυτά προαναφέρθηκαν κατά την αντιμετώπιση προηγούμενων λόγων αναίρεσης και αφορούν (οι δικαστικές αποφάσεις) διάφορα του επιδίκου τμήματα του κτήματος Κ., είναι απορριπτέος ως αόριστος και αβάσιμος, αντίστοιχα, για τους ίδιους παραπάνω λόγους, που επανειλημμένα οι σχετικές με τη συλλήβδην αναφορά των αριθμών των λόγων αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, όπως και οι σχετικές με τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω στοιχείων αιτιάσεις έχουν κριθεί μέχρι τώρα ως αόριστες και ως αβάσιμες, αντίστοιχα.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή, από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005.
ΟλΑΠ 32/1996) καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ως "ζητήματα" δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως;
και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αφορώσα εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, εκτάσεως 2.064.80 τ.μ.
που κείται στην κτηματική περιοχή του Δήμου …, στο … Οικοδομικό Τετράγωνο και συνορεύει, ανατολικά με την παράπλευρο οδό της λεωφόρου …, δυτικά με την οδό ..., βόρεια με ακίνητο πρώην κινηματογράφο ΝΟΡΜΑ και νότια με ακίνητο κληρονόμων Σ.. Με το …/…-12-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Θεοχάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου, ο (ήδη) πρώτος εκκαλών Π.
Β. του Ι. και ο (δεύτερος αρχικός ενάγων) Κ. Λ. του Σ., ο Α. Π. του Θ., που απεβίωσε το έτος 1997 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις (ήδη) τέταρτη, πέμπτη και έκτη των εκκαλούντων, αντιστοίχως, Χ. χήρα Α. Π., Κ. θυγ. Α. Π. και Ι. Α. Π. καθώς και η (ήδη) έβδομη εκκαλούσα Δ. Β. του Π., αγόρασαν από την Μ. χήρα Ι. Μ., το γένος Κ.
Ν. τα 4/18 εξ αδιαιρέτου οι Π. Β., Κ. Λ. και Α. Π., ο καθένας, ενώ η Δ. Β. τα 3/18 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου. Με το …/…-12-1989 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακούλας Κανακίδου - Κοψιδά, που μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου, η (ήδη) όγδοη εκκαλούσα Μ. Ι. Ρ. αγόρασε τα υπόλοιπα 3/18 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου από την Μ.
χήρα Ι. Μ., το γένος Κ. Ν.. Η τελευταία, με το …/…-11-1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Περράκη, που μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, αγόρασε το επίδικο ακίνητο, σε μεγαλύτερη έκταση, από τον Κ. Ν..
Ήδη, από το έτος 1985, η Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών προέβη στην καταγραφή του επιδίκου ακινήτου στα βιβλία δημοσίων κτημάτων, για το οποίο εκδόθηκε το υπ' αριθμ. …/1985 πρωτόκολλο κατάληψης, που μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο Παλαιού Φαλήρου. Η καταγραφή αυτή έγινε κατόπιν της …/…/…-9-1984 απόφασης του αρμοδίου Υφυπουργού Οικονομικών, με την οποία αποφασίστηκε να καταληφθούν από το Ελληνικό Δημόσιο όλα τα εναπομείναντα και μη πωληθέντα ακίνητα ή άλλες εκτάσεις, που κατέχονταν ή προβάλλονταν δικαιώματα από τους κληρονόμους Κ.
Ν. και βρίσκονται στις περιοχές των Δήμων …, … και …. Οι (ήδη) εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι έχουν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, με παράγωγο τρόπο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο, ως τμήματος ευρύτερου ακινήτου, γνωστού ως "κτήμα Κ.", συνολικής έκτασης 12.000 στρεμμάτων περίπου, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά τους, μετά από διαδοχικές μεταβιβάσεις από το έτος 1830 και εφεξής.
Το επίδικο ακίνητο εμπίπτει σε ευρύτερη εδαφική έκταση, που εκτείνεται στις δυτικές πλαγιές "κλιτύς" του …, δυτικά της ζώνης των προπόδων "υπωρειών" αυτού [όπως η ζώνη αυτή οριοθετήθηκε διοικητικά με την με αριθμό …/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας], ωστόσο, μορφολογικά, αποτελεί "κλιτύν", ανατολικά των οποίων και προς την κορυφογραμμή του ….
εκτείνεται δημόσια δασική έκταση. Ωστόσο, πριν οριοθετηθεί διοικητικά, με την πιο πάνω απόφαση, η ζώνη των προπόδων και, κατά συνέπεια και η δημόσια δασική έκταση, που εκτείνεται ανατολικά της, έφερε ανέκαθεν την ίδια δασική μορφή από το έτος 1830 και η συνεχόμενη προς τα δυτικά της οριογραμμής εδαφική έκταση, που βρισκόταν στις δυτικές πλαγιές του … και ανατολικά της παλαιάς οδού ..., καλυπτόταν σποραδικώς, με την ίδια πυκνή ή αραιή δασική βλάστηση από άγρια ξυλώδη φυτά οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, ιδίως από κωνοφόρα δέντρα, όσο και από πλούσια θαμνώδη βλάστηση, όπως σχίνων, πρίνων, που αποτελούσαν ως εκ της μεταξύ τους αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα.
Επομένως, η ανωτέρω ευρύτερη εδαφική έκταση αποτελούσε, από το έτος 1830, δάσος, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, εκτός από ελάχιστα τμήματά της, τα οποία βρίσκονταν διάσπαρτα εντός αυτής και ιδίως σε χαμηλότερο υψόμετρο και ανατολικά της οδού ... και έφεραν τη μορφή χορτολιβαδικών εκτάσεων, με αραιή έως πενιχρή ποώδη βλάστηση.
Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις (δασικές και χορτολιβαδικές), με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 1832 και το από 21.1/3.2.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα, περιήλθαν πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου καθώς οι εκτάσεις αυτές, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την 3-2-1830, κατά την ημέρα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι τις εκτάσεις αυτές τις κατείχαν νόμιμα ιδιώτες, με σχετικό οθωμανικό τίτλο - "ταπί", που τους παραχωρούσε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεώς τους ("τεσσαρούφ"), ενώ για κτήση κυριότητας από ιδιώτες σε δάσος και χορτολιβαδική έκταση με "χοτζέτι", που αποδείκνυε κυριότητα μόνο επί των ακινήτων πλήρους (καθαρής) ιδιοκτησίας ("μούλκια"), δεν μπορούσε να γίνει λόγος, κατά το οθωμανικό δίκαιο, που εξακολουθούσε να ισχύει στην Αττική έως την 31-3-1833.
Και είναι αλήθεια ότι με το Θέσπισμα του έτους 1829 του σουλτάνου Μαχμούτ Β' παραχωρήθηκε δωρεάν στους κατοίκους της Αττικής (Έλληνες και Οθωμανούς) η κυριότητα των δημοσίων γαιών (όπως είναι τα δάση και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις), τις οποίες όμως αυτοί κατείχαv νόμιμα, δηλαδή με σχετικό επίσημο "ταπί" και όχι ακύρως ή χωρίς νόμιμο τίτλο.
Ακολούθως, το Β.Δ. 17/29.11.1836, που εκδόθηκε από το νεοϊδρυθέν Ελληνικό Κράτος και έχει ισχύ νόμου, επέβαλε σε όσους ιδιώτες είχαν στη διάθεση τους "ταπί", με το οποίο είτε είχαν αποκτήσει από τους Οθωμανούς το δικαίωμα εξουσιάσεως επί δάσους είτε είχαν αγοράσει από αναχωρούντες Οθωμανούς νόμιμους κατόχους (με "ταπί") το δικαίωμα κυριότητας του δάσους, που τους είχε παραχωρηθεί με το σουλτανικό Θέσπισμα του έτους 1829, να το προσκομίσουν, εντός ανατρεπτικής ετήσιας προθεσμίας, στην αρμόδια υπηρεσία του Ελληνικού Κράτους, δηλαδή έως το τέλος του έτους 1837, ώστε να τους αναγνωρισθεί η κυριότητα επί αυτού (ιδιωτικού δάσους).
Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι για την προαναφερόμενη ευρύτερη εδαφική έκταση, που κατά τον κρίσιμο χρόνο (1830 - 1836), αποτελούσε δάσος, πλην ελάχιστων χορτολιβαδικών τμημάτων, κανένας ιδιοκτήτης δεν τήρησε την κατά το άρθρο 3 του ΒΔ 17/29/11.1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των οθωμανικών τίτλων του -"ταπί"- στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση του, προς εξέταση των τίτλων του, όπως θα εκτεθεί και κατωτέρω.
Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι ιδιώτης δήλωσε μέσα στην πιο πάνω προθεσμία την κυριότητά του επί του άνω δάσους, προσκομίζοντας, έστω, λόγω τυχόν απώλειας του σχετικού οθωμανικού τίτλου του - "ταπί", αντίγραφο αυτού, το οποίο σε κάθε περίπτωση μπορούσε να εκδοθεί από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, που διατηρείτο στην Κωνσταντινούπολη, τότε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Συνεπώς, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 2 του Β.Δ.17/29.11.1836 από την παρέλευση της άνω ετήσιας προθεσμίας, δηλαδή από το έτος 1837, η εδαφική αυτή έκταση, εντός της οποίας κείται και το επίδικο ακίνητο και αυτή (εδαφική έκταση) αποτελούσε δάσος, με ελάχιστα τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης, θεωρήθηκε δημόσιο δάσος, εντεύθεν ανήκει, κατά κυριότητα, στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η μη τήρηση της άνω διαδικασίας του Β.Δ. 17/29.11.1836 δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση, εκ μέρους των φερομένων ως απώτατων δικαιοπαρόχων των ήδη εκκαλούντων πωλητηρίων εγγράφων - "χοτζετίων", που αποτελούν συμφωνίες μεταβίβασης των κτημάτων από τους αναχωρούντες Οθωμανούς, καταρτισθείσες ενώπιον του απεσταλμένου της Οθωμανικής Πύλης Ιεροδικαστή Χατζή Ισμαήλ Μπέη, προς την αρμόδια "επί των κατά την Αττική και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή" ούτε από τις εκ μέρους της Επιτροπής εκδιδόμενες και πιο κάτω αναφερόμενες επικυρωτικές αποφάσεις, αφού οι επικυρώσεις αυτές των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων, ως και η παρεμπίπτουσα κρίση της Επιτροπής περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, δεν αποτελούσαν νόμιμο τίτλο, ικανές να προσπορίσουν κυριότητα στον αγοραστή δάσους, σε περίπτωση έλλειψης κυριότητας του Οθωμανού πωλητή.
Και τούτο διότι πρώτον το άρθρο 3 του Β.Δ. 17/29.11.1836, έχοντας υπόψη του την ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία, δεν αρκέστηκε στην αναγνώριση αυτή, αλλά απαίτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες, που πρόβαλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών (δασικών), στην προβλεπόμενη από το Β.Δ. αρμόδια Γραμματεία και, δεύτερον, στην άνω Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας, "ταπί" ή "χοτζέτι", ενώ στην προβλεπόμενη από το Β.Δ.
Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί, δασών κρατούντα στο οθωμανικό δίκαιο, ως τέτοιοι τίτλοι, μόνο ειδικά "ταπί" στα οποία αναφερόταν, ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος (ΑΠ 573/2015, ΑΠ 1330/2015, ΑΠ 874/2006 ΝΟΜΟΣ). Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, στις αποφάσεις/γνωμοδοτήσεις αυτές της Επιτροπής, περιλαμβάνεται η ρητή επιφύλαξη, που αναγράφεται αυτολεξεί κατωτέρω και ενημερώνει τους κατόχους δημοσίων εκτάσεων (όπως είναι τα δάση), οι οποίοι διαθέτουν "ταπί", για την υποχρεωτική υπαγωγή τους στη μέλλουσα να εκδοθεί σχετικώς νομοθεσία.
Περαιτέρω, με το Β.Δ. 3/15.12.1833, που είχε εκδοθεί για τα λιβάδια, το νέο Ελληνικό Κράτος, όπως προεκτίθεται, απέκτησε πρωτοτύπως την κυριότητα και επί των λιβαδιών της επικράτειας, που ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο και διατήρησε την κυριότητα του, εφόσον για την επικαρπία τους δεν υπήρχε έγγραφο ... ("ταπί"), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας.
Συνεπώς και επί των άνω ελάχιστων χορτολιβαδικών τμημάτων εντός της άνω δασικής έκτασης, εντός της οποίας εμπίπτουν και όσα ακίνητα βρίσκονται ανατολικά και εν μέρει δυτικά (όπως το επίδικο) της ήδη Λ. …, η οποία χαράχτηκε, κατά το μεγαλύτερο μήκος της, πάνω στην παλαιά οδό ..., χωρίς ωστόσο να συμπέσει απολύτως η νέα χάραξη με την παλαιά, απέκτησε, πρωτοτύπως, την κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποτελούσαν αυτοτελή λιβάδια κατά το έτος 1830 και όχι ενταγμένα εντός δασικής έκτασης, αφού ουδείς ιδιώτης ούτε συνεπώς, οι παρακάτω αναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των (ήδη εκκαλούντων), φερόμενοι ως αγοραστές οθωμανικών κτημάτων, προσκόμισαν - επειδή δεν διέθεταν - σχετικό "ταπί", παρότι η σχετική υποχρέωση τους γνωστοποιήθηκε με τις αποφάσεις/γνωμοδοτήσεις της κατά την Αττικήν και Εύβοιαν επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ν. Κ., την 2-3-1830, αγόρασε από αναχωρούντες Οθωμανούς ιδιοκτήτες τις καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), που περιγράφονται στο από 2-3-1830 πωλητήριο έγγραφο, το οποίο καταρτίστηκε ενώπιον του εκπροσώπου της Οθωμανικής Πύλης Ιεροδικαστή Χατζή Ισμαήλ Μπέη και έλαβε τον αριθμό ... "χοτζέτι" από την "επί των κατά την Αττικήν και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή", την οποία είχε συστήσει σχετικώς το Ελληνικό Κράτος και στην οποία απεστάλη προς επεξεργασία και. συγκεκριμένα, αγόρασε "δύο οικήματα γεωργών, έξι μικρά οικόπεδα, δύο αλωνότοπους, τρία ελαιόδενδρα, ένα και ήμισυ μερίδιον εκ των τεσσάρων μεριδίων ενός πύργου, μία μελισσομάνδρα, το εις ημάς (ενν. στους πωλητές) ανήκον μερίδιο από δύο πηγάδια και το μισό μερίδιο ενός φούρνου, όλα αυτά, τα οποία ευρίσκονται στο τσιφλίκι Κ., που κείται εν τη ρηθείση επαρχία και συνωρεύονται, εκατέρωθεν, από ένα μέρος από την Μονή Πετράκη μέχρι το δρόμο …, από άλλο μέρος με τις γαίες του Μ. Μ. και με δρόμο, από τρίτο μέρος, με το …. (…), και από τέταρτο μέρος, με την δημόσια οδό".
Επίσης, με το ίδιο πωλητήριο έγγραφο, ... "χοτζέτι", οι άνω αναχωρούντες Οθωμανοί παραχώρησαν έναντι τιμήματος, στον ίδιο πιο πάνω αγοραστή Ν. Κ. και δημόσιες γαίες (αγρούς και χωράφια) και, συγκεκριμένα, "από τας γαίας των τεσσάρων ζευγαριών, που βρίσκονται μέσα στο αυτό τσιφλίκι το ένα και μισό ζευγάρι αυτών... και ένα χωράφι, που βρίσκεται στο ... εκτός των συνόρων του τσιφλικιού και συνορεύεται, από το ένα μέρος με το χωράφι των κληρονόμων του Κ. Χ. αγά, από άλλο μέρος με το χωράφι του Σ. Σ., από δύο μέρη με το βουνό και άλλο στην τοποθεσία που ονομάζεται 'σπίτι' της ρηθείσης επαρχίας και συνορεύεται απ' ένα μέρος με τον Μ. Τ., από άλλο μέρος με χωράφι του Σ., από άλλο με το χωράφι του Α. Τ. και με τελευταίο μέρος με το χωράφι του Α. ...".
Ο ίδιος άνω αγοραστής Ν. Κ., το έτος 1830, αλλά λίγους μήνες αργότερα, αγόρασε από άλλους αναχωρούντες Οθωμανούς ιδιοκτήτες τις καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), που περιγράφονται στο από 19-7-1830 πωλητήριο έγγραφο, το οποίο καταρτίστηκε ενώπιον του εκπροσώπου της Οθωμανικής Πύλης Ιεροδικαστή Χατζή Ισμαήλ Μπέη και έλαβε τον αριθμό ... "χοτζέτι" από την "επί των κατά την Αττικήν και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή" και στην οποία απεστάλη προς επεξεργασία και, συγκεκριμένα, αγόρασε "δύο οικόπεδα αγροικιών, αποτελούμενα από δύο αλωνόπεδα, το τέταρτον μερίδιον ενός πύργου που έχει ένα παλιό πηγάδι, τα δύο και ήμισυ μελισσομάνδρας, το ήμισυ ενός φούρνου ευρισκομένου πλησίον των οικοπέδων και πέντε ελαιόδενδρα, τα οποία ευρίσκονται όλα εντός του τσιφλικιού Κ., εκτάσεως τεσσάρων ζευγαριών και τα οποία κείνται στη ρηθείσα επαρχία, συνορευόμενα, από το ένα μέρος, με το μοναστήρι του Πετράκη μέχρι της οδού των ..., από άλλο μέρος με το τσιφλίκι του Χ. Μ. Μ., από άλλο μέρος, με το ... (…) και, από το τελευταίο μέρος, με την δημόσια οδό...".
Επίσης, με το ίδιο πωλητήριο έγγραφο ... "χοτζέτι", οι άνω αναχωρούντες Οθωμανοί παραχώρησαν, έναντι τιμήματος στον ίδιο πιο πάνω αγοραστή Ν. Κ. και δημόσιες γαίες (αγρούς) "...γην... εκτάσεως ενός ζευγαριού, γνωστής κατά τα όρια και την τιμήν, εκ των τεσσάρων του ρηθέντος τσιφλικιού ...".
Περαιτέρω, ο Γ. Μ., το έτος 1830, αγόρασε από αναχωρούντες Οθωμανούς ιδιοκτήτες τις καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), που περιγράφονται στο από 7-6-1830 πωλητήριο έγγραφο, το οποίο καταρτίστηκε ενώπιον του εκπροσώπου της Οθωμανικής Πύλης Ιεροδικαστή Χατζή Ισμαήλ Μπέη και έλαβε τον αριθμό ... "χοτζέτι" από την "επί των κατά την Αττικήν και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή" και, συγκεκριμένα, αγόρασε "δύο τόπους γεωργικών οικημάτων, επτά τόπους καλύβων, εν και ήμισυ μερίδιον εκ του πύργου, εν και ήμισυ μερίδιον εκ της αυλής, εν αλωνόπεδον, τρεις ρίζας ελαιοδένδρων, μίαν μελισσόμανδραν και το ήμισυ του φούρνου, τα οποία όλα ευρίσκονται εντός του τζεφλικίου του καλουμένου Κ., τζεφλικίου επιδεκτικού τεσσάρων ζευγαριών, του κειμένου εν τη ρηθείση επαρχία και συνορεύοντος, αφ' ενός μέρους, με το μοναστήριον του Πετράκη, έως εις την οδόν των ..., αφ' ετέρου με τας γαίας του Μ. Μ., αφ' ετέρου, με τον … και από του τετάρτου με τον κοινόν δρόμον...".
Επίσης, με το ίδιο πωλητήριο έγγραφο ... "χοτζέτι", οι άνω αναχωρούντες Οθωμανοί παραχώρησαν, έναντι τιμήματος, στον ίδιο πιο πάνω αγοραστή Γ. Μ. και δημόσιες γαίες (αγρούς, χωράφια και βοσκές) "...ιδιαιτέρας γαίας δεκτικάς ενός και ημίσεως ζευγαρίου, κειμένης και αυτής εντός του ρηθέντος τσιφλικιού και γνωστής κατά τα σύνορα και την τομήν ομού με τας χειμερινός και θερινάς βοσκάς... -του εκτός των συνόρων του τζεφλικίου εις το ...
κείμενον αγρόν και συνορεύοντα, αφ' ενός μέρους, με τον αγρόν του Γ. αγά, εκ δύο μερών με το δρόμον και κατά μέρος, με τους αγρούς του μουφτή χαμζά εφένδη - άλλον κείμενον εις τον άγιον Θ. , και συνορεύοντα, αφ' ενός μέρους, με τον αγρόν του ειρημένου Γ. μ. α., αφ' ετέρου, με τον αγρόν του Π. , αφ' ετέρου με τον αγρόν του η.
μ. και αφ' ετέρου με τον δρόμον - άλλον κείμενον εις το … και συνορευόμενον αφ' ενός με τον αγρόν του Γ. τ. , αφ' ετέρου με τον αγρόν του Σ. Κ., αφ' ετέρου με την οδό των ... και αφ' ετέρου με τον αγρόν του Θ. - άλλον κείμενον εις το … και συνορεύοντα αφ' ενός μέρους με τον μ. Κ., αφ' ετέρου με τον μ., αφ' ετέρου με το βουνόν και αφ' ετέρου με τον δρόμον - άλλον πάλιν εις το … και συνορεύοντα αφ' ενός μέρους με τον Γ.
τ., αφ' ετέρου με τον Κ. , αφετέρου με τον Θ. Χ. και αφ' ετέρου με το ρεύμα, το όλον πέντε αγρούς περίπου διακοσίων στρεμμάτων...". Οι καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), που αποτέλεσαν τα αντικείμενα των άνω πωλήσεων, βρίσκονταν μέσα στο αγρόκτημα (τσιφλίκι) Κ.ς, που αποτελείτο από δημόσιες γαίες (αγροτική έκταση) 4 ζευγαριών εν όλω, έκειτο στην …, στην μεσημβρινή της πόλεως των ….
πεδιάδα, η οποία εκτείνεται κάτωθεν και δυτικά των φυσικών (όχι των διοικητικά ορισθέντων το έτος 1953) προπόδων {υπωρειών} του …, {και πάντως όχι στις πλαγιές} και περιγράφεται στα άνω έγγραφα- "χοτζέτια", πανομοιότυπα και ως εξής: "συνορεύεται εκ του ενός μέρους από το μοναστήριον του Πετράκη έως τον δρόμον των ..., εκ του άλλου με τας γαίας του Μ.
Μ. και με τον δρόμον, εκ του άλλου με το ... και εκ του τετάρτου με την δημοσίαν οδόν". Αυτή η πανομοιότυπη περιγραφή, χωρίς μάλιστα προσδιορισμό του καθ' όρια προσανατολισμού σε σχέση με τα σημεία του ορίζοντα (Βοράς, Νότος, Ανατολή, Δύση), καθόριζε όχι τα όρια του ίδιου του αγροκτήματος (τσιφλικιού) Κ.ς, αλλά τις τοπικές κατευθύνσεις των ορίων της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας βρισκόταν αυτό (τσιφλίκι Κ.ς).
Είναι δε, αναξιόπιστες οι περί του αντίθετου μαρτυρίες, ενώπιον της "κατά το 1830 επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής", του Κ. Σ. ("...από το ένα μέρος το ..., σύνορο όσο τρέχουν τα νερά κάτω και συνορεύει απάνω με τον ... και έρχεται εις τον ... και πιάνει το ρεύμα του σπιθαριού και βγαίνει στη στράτα, πάγει ολόστρατα ως το γύρισμα και ανεβαίνει πάλιν εις το ..., απ' εκεί όπου πέφτουν τα νερά και γυρίζουν πρώτον με το τσιφλίκι του Μ.
Μ., τους ... και ύστερα πάγει απάνω και σμίγει με το … το σύνορο...") και του Π. Α. ("...Σ. Α. ...ς, ...ς, ρεύμα και στράτα της δημοσιάς και πάγει στο γύρισμα, γυρίζει από πάνω πάλι και πάγει στον ... και κλείνει το σύνορο) όπως τρέχουν τα νερά του βουνού είναι δικό του, απ' εκείθεν είναι των …. Σουμπλιάζει με το γύρισμα ολίγον με του Μ.
Μ. το τσιφλίκι"...), κυρίως διότι προσκρούουν ευθέως προς τα ίδια τα πωλητήρια έγγραφα -"χοτζέτια", αφού σ' αυτά αναγράφεται ρητώς ότι ένα από τα παραχωρούμενα με αυτά χωράφι κείται εκτός κτήματος Κ., στον ... (θέση) και: συνεπώς, δεν αποτελεί όριο του κτήματος η συγκεκριμένη τοποθεσία και μάλιστα η κορυφογραμμή του λόφου ..., όπως αντιθέτως επιχειρήθηκε να εμφανισθεί, μεταγενέστερα, την 11-2-1831, με τις άνω καταθέσεις των μαρτύρων.
Σε κάθε περίπτωση ούτε οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν ότι περιλαμβάνονται βοσκές θερινές και χειμερινές στο αγρόκτημα (τσιφλίκι) Κ.ς. Άλλωστε, αν περιλαμβάνονταν βοσκές, θερινές και χειμερινές, στο αγρόκτημα Κ.ς, με δεδομένο ότι αυτό αποτελείτο από αρόσιμη γη 4 ζευγαριών και με δεδομένο ότι τα βοηθητικά του κτίσματα και τα λοιπά στοιχεία, που αποτελούσαν τις καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), ήταν μοιρασμένα, ανάλογα, στα 4 αυτά ζευγάρια γης, όπως ρητώς αναγράφεται στα "χοτζέτια" και ρητώς κατέθεσαν οι άνω μάρτυρες, δεν είναι λογικό να αντιστοιχούσαν όλες (οι βοσκές) μόνο στο 1,5 ζευγάρι γης και όχι αναλόγως και στα υπόλοιπα 2,5 ζευγάρια από το σύνολο των 4 ζευγαριών.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ότι με τα άνω πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια" καθορίζονται τα όρια της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας (βρίσκεται το αγρόκτημα (τσιφλίκι) και όχι τα όρια του τελευταίου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι το κτήμα Κ.ς φέρεται να έχει την ίδια περιγραφή, σε όλα τα πωλητήρια έγγραφα- "χοτζέτια", δηλαδή τόσο σε εκείνα με αριθμούς ..., ..., με τα οποία φέρονται να παραχωρούνται μόνο γαίες 2,5 ζευγαριών από το σύνολο των 4 ζευγαριών, όσο και στο πωλητήριο έγγραφο - ... "χοτζέτι", με το οποίο φέρονται να παραχωρούνται μαζί με τις γαίες 1,5 ζευγαριών από το σύνολο των 4 ζευγαριών και βοσκές θερινές και χειμερινές.
Υπό την αντίθετη εκδοχή, τα όρια του κτήματος Κ. έπρεπε να περιγράφονται ευρύτερα στο τελευταίο αυτό πωλητήριο έγγραφο - ... "χοτζέτι", με το οποίο φέρονται να παραχωρούνται πέραν των γαιών 1,5 ζευγαριών, επί πλέον και βοσκές και όχι όπως ακριβώς περιγράφονται στα πωλητήρια έγγραφα - ... και ... "χοτζέτια", με τα οποία φέρονται να παραχωρούνται μόνο γαίες 2,5 ζευγαριών.
Με όλα τα προαναφερόμενα πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια", η έκταση του όλου κτήματος Κ. προσδιορίζεται, ως έκταση 4 ζευγαριών. Και είναι αλήθεια ότι υπερισχύει η περιγραφή καθ' όρια εκείνης της εκτάσεως, πλην όμως, για να ισχύσει ο κανόνας αυτός, η καθ' όρια περιγραφή πρέπει να είναι ακριβής και συγκεκριμένη και όχι να δηλώνει τοπικές κατευθύνσεις της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας κείται η πωλούμενη ιδιοκτησία, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Εξάλλου, το "ζευγάρι" μολονότι δεν είναι μέτρο μέτρησης επιφάνειας ούτε περιλαμβάνεται ως τέτοιο στα μέτρα και σταθμά (βάρους, όγκου, μήκους, επιφανείας), που καθορίστηκαν με το μεταγενέστερο β.δ. από 28.9/10.10.1836 "περί μέτρων και σταθμών" (ΦΕΚ Α' 56/1836), εν τούτοις εκείνη την εποχή (1830-1831), χρησίμευε για τη μέτρηση εδαφικής αρόσιμης έκτασης, δηλαδή εκείνης, που μπορεί να οργωθεί με ένα ζευγάρι βοδιών, που σύρουν υνί, στη σύντομη χρονική περίοδο της σποράς κριθαριού και σιταριού (τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου έως 20 Νοεμβρίου) και υπολογίζεται, ανάλογα με την υφή του εδάφους σε έκταση 80 στρεμμάτων (σε ομαλό έδαφος) και 100 στρεμμάτων (σε ανώμαλο έδαφος), όπως ανώμαλο αποδείχθηκε, άλλωστε, το έδαφος του αγροκτήματος (τσιφλικιού) Κ.ς.
Την ίδια χρησιμότητα είχε το "ζευγάρι" στον Οθωμανικό Νόμο 1856 περί γαιών (άρθρο 31), ο οποίος είναι μεν μεταγενέστερος και ανεφάρμοστος στην περιοχή της Αττικής, όπου ίσχυε ήδη από 31-3-1833 το β.ρ.δ., ως τέτοιο του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, ωστόσο αποδίδει την έννοια του "ζευγαριού", που προϋπήρχε επί τουρκοκρατίας, ήτοι "ζευγολατείον" καλείται "αγρός χωρητικότητος ενός ζευγαριού βοών, καλλιεργούμενος, κατ' έτος και φέρων πρόσοδον, σύγκειται δε, από γαίας εβδομήντα μέχρι ογδόντα στρεμμάτων, όταν η γη είναι μεσαίας ποιότητας και μέχρι εκατόν τριάντα στρεμμάτων, όταν η γη είναι κατωτέρας ποιότητας".
Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η έκταση αυτή των 4 "ζευγαριών" αναφερόταν στην ετήσια καλλιέργεια μόνον και έπρεπε να πολλαπλασιαστεί επί 3, δηλαδή 4 ζευγάρια Χ 80 = 320 Χ 3 = 960 ή 4 ζευγάρια Χ 100 = 400 Χ 3 = 1200 στρέμματα, καθώς έπρεπε να υπολογισθεί και η έκταση (πλάτες), που αναλογεί στην τριετία της αγρανάπαυσης, είναι αβάσιμος και δεν δικαιολογείται ο τρόπος αυτός υπολογισμού της πωλούμενης εδαφικής έκτασης καθώς έτσι εμφανίζεται μικρότερη (και συγκεκριμένα στο 1/3 της πραγματικής), με αποτέλεσμα να εισπράττει ο Οθωμανός πωλητής της μικρότερο τίμημα, γεγονός που προσκρούει στη λογική, αφού, αν ίσχυε ο τρόπος αυτός υπολογισμού, θα είχε συμφέρον ο Οθωμανός πωλητής να προβεί στον απλό αυτό πολλαπλασιασμό, προκειμένου να εμφανίσει την, πράγματι, μεγαλύτερη έκταση, που μεταβίβαζε και να εισπράξει μεγαλύτερο τίμημα και όχι το αντίθετο.
Και τα ανωτέρω, πέραν του ότι ο χρόνος αγρανάπαυσης δεν έχει την ίδια διάρκεια σε όλα τα κτήματα, αλλά εξαρτάται από πολλούς διαφορετικούς παράγοντες (και ποικίλλει από 1 έτος έως 3 έτη) και, συνεπώς, δεν μπορεί να ισχύει ο υποκειμενικός αυτός τρόπος υπολογισμού της έκτασης. Ούτε, άλλωστε, προσφέρεται για τον υπολογισμό της έκτασης των 4 "ζευγαριών" του κτήματος Κ., που φέρεται να παραχωρήθηκε με τα 3 άνω πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια", η σύγκριση του τιμήματος, που επιτεύχθηκε ή των μισθωμάτων, που επιτεύχθηκαν διαχρονικά, με εκείνα που επιτεύχθηκαν αντίστοιχα, κατά την πώληση ή τη μίσθωση άλλων τσιφλικιών σε διάφορες περιοχές της Αττικής ή και σε όμορες προς το αγρόκτημα (τσιφλίκι) Κ.ς, καθώς το τίμημα εξαρτάται, κάθε φορά, από πολλούς και ποικίλους παράγοντες και όχι μόνο από την έκταση, όπως είναι π.χ.
η θέση του τσιφλικιού, το ομαλό ή ανώμαλο του εδάφους και η υφή του κλπ., πέραν του ότι μπορούν να επηρεάσουν την τιμή του ακόμη και υποκειμενικοί παράγοντες, όπως είναι οι εκάστοτε ανάγκες των Οθωμανών πωλητών τους και των Ελλήνων ή ξένων αγοραστών. Περαιτέρω, τα αγροκτήματα (τσιφλίκια) αυτά αποτελούσαν οργανωμένες μονάδες καλλιεργούμενης εδαφικής έκτασης (δημόσιες γαίες), όπου κατοικούσαν συνήθως κολίγοι και έτσι, ήταν αναγκαίο για την εξυπηρέτησή τους να υπάρχουν σχετικές εγκαταστάσεις, όπως γεωργικά κτίσματα, πύργοι, αλώνια, περιβόλια, δένδρα, πηγάδια, οικόπεδα και λοιπά στοιχεία, δηλαδή κτίσματα, που χρησίμευαν, ως κατοικίες τους και τους βοηθούσαν στην καλλιέργεια, τα οποία (επικείμενα) αποτελούσαν πλήρεις ιδιοκτησίες ("μούλκια").
Ωστόσο, δεν είναι οπωσδήποτε αναγκαίο, να συνοδεύεται υποχρεωτικά η αρόσιμη έκταση ενός αγροκτήματος (τσιφλικιού) και από λιβάδια και δάση (χειμερινές και θερινές βοσκές), λατομεία και ασβεστοκάμινα. Το ότι η αρόσιμη επιφάνεια των τσιφλικιών υπολογιζόταν με "ζευγάρια", προκύπτει και από τη διαφοροποίηση, που παρατηρείται στο άνω ...
πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι" σχετικά με τον υπολογισμό σε 200 στρέμματα, (τα οποία, σημειωτέον αναφέρονται στα παλαιά τουρκικά στρέμματα, καθένα εκ των οποίων αντιστοιχούσε σε λιγότερο από μισό σημερινό στρέμμα και δη, σε 409 τ.μ.) της έκτασης των προαναφερομένων πέντε αγρών (δημοσίων επίσης γαιών) στις θέσεις ..., ..., ..., ..., ..., αντίστοιχα, που παραχωρήθηκαν με το άνω πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι" και δικαιολογείται, καθώς οι αγροί αυτοί αποτελούσαν αυτοτελή ακίνητα (χωράφια) σε σχέση με το (4) "ζευγαριών" τσιφλίκι (αγρόκτημα) Κ., κείμενα εκτός αυτού, όπως άλλωστε ρητώς αναγράφεται, ενώ, αντιθέτως, σε αυτό, ως οργανωμένη μονάδα, πέραν της αρόσιμης εδαφικής έκτασης (δημόσιας γαίας), ανήκαν τα βοηθητικά κτίσματα και τα λοιπά στοιχεία (εγκαταστάσεις), που περιγράφονται στα άνω πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια", όπως ο πύργος, οι φούρνοι κλπ , τα οποία πωλήθηκαν ως καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια").
Για την επικύρωση των οθωμανικών αυτών πωλήσεων, όπως προαναφέρεται, είχε συσταθεί από τον Κυβερνήτη Καποδίστρια αρμόδια "επί των κατά την Αττικήν και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή", στην οποία προσκόμιζαν τα σχετικά πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια" οι αγοραστές, ενώ η πώληση επιβεβαιωνόταν και με μαρτυρίες ενώπιον της συσταθείσης, κατά το έτος 1830, επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, προς απόδειξη κυρίως της ιδιοκτησίας των Οθωμανών πωλητών, οι οποίοι και προσήγαγαν τους μάρτυρες, επειδή πολλοί από τους οθωμανικούς τίτλους "χοτζέτια", με τους οποίους είχαν αποκτήσει τις πλήρεις ιδιοκτησίες τους ("μούλκια") οι τελευταίοι, είχαν απωλεσθεί κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επαναστάσεως και ιδίως στην Αττική, κατά το χρονικό διάστημα από 9-6-1822 έως 24-5-1827, οπότε έληξε η πολιορκία της Ακρόπολης και άρχισε η τρίτη οθωμανική κυριαρχία στην Αττική, αλλά και για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των Ελλήνων κυρίως αγοραστών και του Ελληνικού Δημοσίου επί των εκτός συναλλαγής αφιερωμένων γαιών ("βακούφια"), οι οποίες του ανήκαν αυτοδικαίως με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου 4/16-6-1830 (Ολ ΑΠ 1/2013) και οι οποίες δεν αποτελούσαν ευδιάκριτα ακίνητα (αφού μπορούσαν να είναι είτε οικοδομήματα είτε γη), ενώ αντιθέτως οι κατεχόμενες με "ταπί" οθωμανικές δημόσιες γαίες αποτελούσαν ευδιάκριτα ακίνητα, όπως αγροί, καλλιεργούμενα χωράφια, δάση ή χορτολιβαδικές εκτάσεις.
Και είναι αλήθεια, όπως προαναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια της τρίτης οθωμανικής κατοχής της Αθήνας (25-5-1829 έως 31-3-1833), με σουλτανικό Θέσπισμα του έτους 1829 παραχωρήθηκε δωρεάν η κυριότητα επί δημοσίων γαιών (αγρών, δασών και λιβαδιών), από το Οθωμανικό Δημόσιο, στο οποίο μέχρι τότε ανήκε, στους νόμιμους κατόχους τους (Έλληνες και Οθωμανούς), που τις κατείχαν με σχετικό επίσημο οθωμανικό τίτλο "ταπί", με αποτέλεσμα να μπορούν αυτοί να αναγνωρίσουν και να πωλήσουν την κυριότητά τους επί των δημοσίων αυτών γαιών, επί των οποίων μέχρι τότε ασκούσαν δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως ("τεσσαρούφ"), μόνο, όμως, εφόσον προσκόμιζαν τον επίσημο αυτόν οθωμανικό τίτλο "ταπί", που αποδείκνυε το μέχρι τότε δικαίωμά τους διηνεκούς εξουσιάσεως, αφού ο οθωμανικός αυτός τίτλος "ταπί", σε αντίθεση με το "χοτζέτι", ακόμη και αν είχε χαθεί, διατηρείτο σε πρωτότυπο στην έδρα της τότε οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, στο Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο, από το οποίο σε κάθε περίπτωση, μπορούσαν να εξαχθούν αντίγραφα.
Γι' αυτό, η άνω Επιτροπή στα έγγραφα επικύρωσης των οθωμανικών πωλήσεων διατηρούσε εγγράφως επιφύλαξη υπέρ του Δημοσίου ότι οι αγοραστές, εφόσον είχαν στην κατοχή τους "ταπί", είχαν υποχρέωση να το προσκομίσουν, υποβαλλόμενοι στη μέλλουσα να εκδοθεί σχετικώς νομοθεσία, που, πράγματι, ακολούθησε, καθόσον αφορά τα δάση και τα λιβάδια, με την έκδοση των β.δ. 17/29.11.1836 (για τα δάση) και β.δ.3/15.12.1833 (για τα λιβάδια).
Η επιφύλαξη αυτή υπέρ των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των δημοσίων γαιών (αγρών, δασών και λιβαδιών) είχε την εξής στερεότυπη, σε όλες τις αποφάσεις της Επιτροπής, διατύπωση : "Καθ' όσον αφορά τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των διά ταπίου κατεχομένων κτημάτων, ο ειρημένος κύριος θέλει υπόκεισθαι εις το περί των τοιούτων ληφθησόμενον γενικόν μέτρον".
Η ίδια αυτή επιφύλαξη τέθηκε και στις 58, 59 και 60/14-3-1836 αποφάσεις, με τις οποίες η Επιτροπή αναγνώρισε κύριο των αγορασθέντων με τα ... και ... πωλητηρίων εγγράφων - "χοτζετίων" τον Ν. Κ. και κύριο των αγορασθέντων με το ... πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι", τον Γ. Μ.. Όμως, ο τελευταίος αυτός αγοραστής οθωμανικών κτημάτων στο τσιφλίκι Κ., δηλαδή ο Γ.
Μ., έχοντας πλήρη επίγνωση ότι δεν διέθετε "ταπί", προκειμένου να το προσκομίσει και να αναγνωρισθεί έτσι, η κυριότητά του τόσο στις χειμερινές και θερινές βοσκές (δημόσιες γαίες), όσο και στο 1,5 ζευγάρι γαίες (δημόσιες γαίες), που του παραχωρήθηκαν με το ... πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι" (είναι εμφανής η διάκριση των γαιών στο άνω "χοτζέτι", αφού αναγράφεται ότι του παραχωρήθηκαν τα ζευγάρια και οι βοσκές, σε αντίθεση με τις πλήρεις ιδιοκτησίες "μούλκια", που αναγράφεται ότι του πωλήθηκαν), πριν η πώληση αυτή επικυρωθεί, με την 60/14-3-1836 απόφαση της Επιτροπής, υπό την προεκτεθείσα επιφύλαξη υπέρ του Δημοσίου, πώλησε με το από 6-3-1831 ιδιωτικό έγγραφο στον Δ.
Ο. (ή Φ. Ρ.) μόνο τις πλήρεις ιδιοκτησίες ("μούλκια") και το 1,5 ζευγάρι γαίες (δημόσιες γαίες) του Κτήματος Κ., που φέρεται να είχε αποκτήσει με το προαναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο- ... "χοτζέτι", αποφεύγοντας ωστόσο, να πωλήσει τις χειμερινές και θερινές βοσκές.
Το αντίγραφο της πώλησης αυτής επικυρώθηκε, με απόφαση της Δημογεροντίας των Αθηνών με αριθμό πρωτ. εξερχ. …/….11.1833, χωρίς, βεβαίως, η απλή αυτή επικύρωση του αντιγράφου να αποτελεί τίτλο, ικανό να προσπορίσει, από μόνη της, κυριότητα στον αγοραστή, σε περίπτωση έλλειψης κυριότητος του Οθωμανού πωλητή.
Και η κυριότητα του τελευταίου δεν αποδεικνυόταν με το προαναφερόμενο "χοτζέτι" όχι μόνο στις χειμερινές και θερινές βοσκές (δημόσιες γαίες), αλλά ούτε και στην αρόσιμη γη του 1,5 ζευγαριού, αφού και αυτή αποτελούσε αγρό, δηλαδή δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και έπρεπε ο Οθωμανός πωλητής να αποδείξει, με σχετικό "ταπί", το δικαίωμα εξουσιάσεώς της ('τεσσαρούφ') ώστε να του αναγνωρισθεί κυριότητα, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Θέσπισμα του έτους 1829 και να μπορεί να τη μεταβιβάσει περαιτέρω.
Ο τελευταίος αγοραστής Φ. Ρ. (η Δ. Ο.), με την από 16-9-1833 μονομερή δήλωσή του, που θεωρήθηκε, ως προς το γνήσιο της υπογραφής της, από τη Δημογεροντία Αθηνών χωρίς αριθμό πρωτοκόλλου εξερχομένων την 29-11-1833 και ο Ν. Κ. με την από 7-8-1833 μονομερή δήλωσή του, που θεωρήθηκε, ως προς το γνήσιο της υπογραφής της, από τη Δημογεροντία Αθηνών με αριθμό πρωτ.
εξερχ. …/…-9-1833, πώλησαν στον Άγγλο υπήκοο, Ο. Μ. Α., όσα ο καθένας τους φέρεται να είχε αποκτήσει, με τα πιο πάνω έγγραφα, στο κτήμα Κ., δηλαδή τις προαναφερόμενες ιδιοκτησίες ("μούλκια") και αρόσιμη γη 2,5 ζευγαριών (δημόσιες γαίες) ο Ν. Κ. και αρόσιμη γη 1,5 ζευγαριών (δημόσιες γαίες) ο Δ. Ο. και πάντως όχι βοσκές (χειμερινές ή θερινές), τις οποίες, άλλωστε, ο τελευταίος δεν είχε αποκτήσει με αγορά προηγουμένως, γεγονός που γνώριζε.
Περίπου ένα μήνα αργότερα, ο αγοραστής Ο. Μ. βρήκε, πράγματι, τον προαναφερόμενο Δ. Ο. ή Φ. Ρ., ο οποίος, με την από 16-9-1833 έγγραφη δήλωση του, του πώλησε τις πλήρεις ιδιοκτησίες ("μούλκια") καθώς και τα υπόλοιπα 1,5 ζευγάρια αρόσιμης γης (δημόσιες γαίες) του τσιφλικιού, τα οποία εξαντλούσαν, το όλον, εκ (4) ζευγαριών κτήμα Κ.ς και φέρεται να είχε αγοράσει από τον Γ.
Μ., ενώ γνώριζε ότι δεν υπήρχε σχετικό "ταπί" γι' αυτά, χωρίς ωστόσο να του μεταβιβάσει τις θερινές και χειμερινές βοσκές (δημόσιες γαίες), τις οποίες ο αρχικός αγοραστής Γ. Μ. φέρεται να είχε αγοράσει, με το ... πωλητήριο έγγραφο- "χοτζέτι" καθώς ούτε ο αρχικός αυτός αγοραστής Γ. Μ. του είχε μεταβιβάσει τέτοιες βοσκές (για τις οποίες, επίσης, δεν υπήρχε "ταπί"), Ο αγοραστής Ο.
Μ. Α. εξουσιοδοτήθηκε, την 7-8-1833 από τον Ν. Κ., με έγγραφη δήλωσή του πάνω στο ... πωλητήριο έγγραφο- "χοτζέτι", να παραλάβει και τις σχετικές επικυρωτικές αποφάσεις της Επιτροπής, ενώ ο Γ. Μ. είχε υποσχεθεί, με την από 1-12-1833 έγγραφη υπόσχεσή του πάνω στο ... πωλητήριο έγγραφο -"χοτζέτι", να μετατρέψει το τελευταίο στο όνομα του αγοραστή του 1,5 ζευγαριού Δ.
Ο..
Ακολούθως, ο αγοραστής Ο. Μ. Α. με το …/…/…-6-1834 συμβόλαιο του δημοσίου μνήμονος Ναυπλίου, Χαρ. Παπαδόπουλου, πώλησε ό,τι είχε αγοράσει από τους Ν. Κ. και Δ. Ο. στον Κ. Χ. Β. (C. H. B.) και συγκεκριμένα, το πωλούμενο κτήμα περιγράφεται ως εξής: "εις το χωρίον το ονομαζόμενον Κ. (Τζιφλίκι) κείμενα τα κτηματικά τοιαύτα εν τη επαρχία της Αττικής κατά το ρηθέν χωρίον, ως διαλαμβάνονται, κατ' έκτασιν και όρια εις τα διαληφθέντα έγγραφα υπ' αριθμ. ...
και ... δηλαδή εκ γης τεσσάρων ζευγαριών, συνορεύοντος του χωρίου τούτου αφ' ενός μέρους από του Πετράκη το Μοναστήριον, έως και την οδόν ..., από το άλλο με τας γαίας του Μ. και, με την οδόν, από το άλλο με ... όρος και από το άλλο με την δημοσίαν οδόν, εξουσιάζων ο ρηθείς Ο. Μ. από το διαληφθέν χωρίον, τόσον ιδιοκτησίαν, όσην αναφέρουν τα υπ' αρ. ...
και ... έγγραφα. Και δυνάμει των ανά χείρας του πωλητηρίων εγγράφων, το μεν του κυρίου Γ. Μ., χρονολογουμένου τη έκτη αρ.(6) Μαρτίου του έτους χίλια οκτακόσια τριάκοντα εν αρ.(1831) προς τον κύριον Δ. Α. και επικυρωμένου παρά της Δημογεροντίας Αθηνών, την εικοστήν εβδόμην αρ.(27) Νοεμβρίου του έτους χίλια οκτακόσια τριάκοντα τρία αρ. 1833 υπ αρ.
…. των εξερχομένων και δυνάμει ετέρου πωλητηρίου του ειρημένου κυρίου Δ. Ο. προς τον μνησθέντα κύριον Ο. Μ., χρονολογημένον τη δεκάτη έκτη αρ. 16 Σεπτεμβρίου του έτους χίλια οκτακόσια τριάκοντα τρία αρ. 1833 και επικυρωμένου παρά της Δημογεροντίας Αθηνών (άνευ αριθμού) της εικοστής εννάτης Νοεμβρίου αρ.(29) του έτους χίλια οκτακόσια τριάκοντα τρία αρ. 1833, κατά συνέπειαν και ετέρου εγγράφου της κατά την Εύβοιαν και Αττικής Ελληνικής Επιτροπής, μεταφράσεως Οθωμανικού και επικυρομένης εσχάτως, παρά της Γραμματείας της Νομαρχίας Αττικής και Βοιωτίας, τη ενδεκάτη αρ. 11 Απριλίου του τρέχοντος έτους χίλια οκτακόσια τριάκοντα τέσσαρα αρ. 1834, κατά συνέπειαν τούτου και Οθωμανικού πωλητηρίου υπ' αριθμ. ...
και επικυρωμένου παρά της Νομαρχίας Αττικής και Βοιωτίας την εικοστήν δευτέραν αρ.(22) Μαίου του τρέχοντος έτους 183^-δι'όλων των προρρηθέντων εγγράφων, αναγνωριζόμενος νόμιμος ιδιοκτήτης ο προρρηθείς κύριος Ο. Μ., όλων των ιδιοκτησιών, εις το προμνησθέν χωρίον Κ. και της όσης γης έχει αγορασμένην παρά του μνημονευθέντος κυρίου Ο., κειμένης εις το ......".
Αξιοσημείωτο είναι ότι στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, ο πωλητής Ο. Μ. Α., προκειμένου να μεταβιβάσει, περαιτέρω, το όλο κτήμα Κ. στον Σ. (Κ.) Χ. Β., αναφέρεται αμέσως στα πωλητήρια έγγραφα ("χοτζέτια") ... και ..., με τα οποία ο δικαιοπάροχος του Ν. Κ. φέρεται να είχε αποκτήσει τις πλήρεις ιδιοκτησίες ("μούλκια") και αρόσιμη γη 2,5 ζευγαριών (δημόσιες γαίες) εκ των 4 συνολικώς ζευγαριών του κτήματος Κ., τα οποία, στη συνέχεια, φέρεται να του μεταβίβασε καθώς και στο από 6-3-1831 ιδιωτικό έγγραφο, με το οποίο ο δικαιοπάροχος του Δ.
Ο. φέρεται να είχε αποκτήσει από τον Γ. Μ. τις πλήρεις ιδιοκτησίες ('μούλκια') και την αρόσιμη αυτή γη, εκτάσεως 1,5 ζευγαριού και όχι απευθείας στο πωλητήριο έγγραφο -"χοτζέτι" ..., με το οποίο ο αρχικός αυτός αγοραστής οθωμανικών κτημάτων φέρεται να είχε αποκτήσει, πέραν της άνω γης 1,5 ζευγαριού του κτήματος Κ., επί πλέον και τις χειμερινές και θερινές βοσκές (δημόσιες γαίες).
Και τούτο, επειδή είχε πλήρη επίγνωση ότι ο απώτατος αυτός δικαιοπάροχος του (Γ. Μ.) ουδέποτε είχε αποκτήσει τέτοιες (αφού δεν υπήρχε σχετικός οθωμανικός τίτλος "ταπί" και σε κάθε περίπτωση, δεν τις είχε μεταβιβάσει με την από 6-3-1831 μονομερή του δήλωση στον αγοραστή Δ. Ο., από τον οποίο αυτός (ο Ο. Μ. Α.) φέρεται να απέκτησε μόνο τις πλήρεις ιδιοκτησίες ("μούλκια") και αρόσιμη γη 1,5 ζευγαριού (δημόσιες γαίες) στο κτήμα Κ.ς.
Προηγουμένως, ο προαναφερόμενος αγοραστής Κ. Χ. Β. είχε σπεύσει να ζητήσει την από …-…./…-7-1834 γνωμοδότηση του νομοδιδασκάλου Ν. Μ., περί της κανονικότητας των γεγονομένων πωλήσεων από τους Ν. Κ. και Δ. Ο. στον Ο. Μ. Α.. Ούτε, όμως, η εν λόγω γνωμοδότηση ούτε η αποδοχή της και η επικύρωση της γνησιότητας των υπογραφών από την Δημογεροντία Ναυπλίου, αποτελούν τίτλους, που μπορούν, από μόνοι τους, να προσπορίσουν κυριότητα στον αγοραστή Κ.
Χ. Β., σε περίπτωση έλλειψης τέτοιας στο πρόσωπο του πωλητή Ο. Μ. Α.. Άλλωστε, ούτε στην εν λόγω γνωμοδότηση του νομοδιδασκάλου Ν. Μ. αναφέρεται ότι ο Δ. Ο. αγόρασε από τον αρχικό αγοραστή οθωμανικών κτημάτων Γ. Μ., εκτός από "τα αγαθά τα κείμενα εις το Τζεφτιλίκι Κ." και βοσκές (θερινές ή χειμερινές). Απλά, ο γνωμοδοτών νομοδιδάσκαλος περιορίζεται στην εκτίμηση της νομιμότητας των πωλήσεων του Ν.
Κ. και του Δ. Ο. προς τον Ο. Μ. Α., οι οποίες, ωστόσο, αν και έχουν, μεταξύ άλλων, ως αντικείμενο και δημόσιες γαίες (αγρούς και καλλιεργήσιμα χωράφια), δεν έχουν πάντως, ως αντικείμενο πώλησης, χειμερινές και θερινές βοσκές. Όμως, όπως προεκτίθεται ούτε οι αποφάσεις της άνω Επιτροπής, που επικυρώνουν τις οθωμανικές πωλήσεις με τα άνω πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια" και αναγράφουν την προαναφερόμενη διαταγή, αποτελούν νόμιμους τίτλους ικανούς να προσπορίσουν στον αγοραστή πλήρη κυριότητα επί ακινήτων (δημοσίων γαιών, λ.χ.
αγρών, δασών και λιβαδιών), που δεν ανήκαν στους Οθωμανούς κατόχους τους, οι οποίοι προκειμένου να τα αποκτήσουν κατά κυριότητα, με το σουλτανικό Θέσπισμα του 1829 από το Οθωμανικό Δημόσιο και να μπορούν να τη μεταβιβάσουν περαιτέρω, έπρεπε να αποδείξουν προηγουμένως το νόμιμο δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεώς τους ("τεσσαρούφ"), με επίσημο οθωμανικό τίτλο "ταπί".
Γι' αυτό άλλωστε, σε όλες τις αποφάσεις / γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής τέθηκε, όπως προαναφέρεται, η παγία επιφύλαξη του Ελληνικού Δημοσίου για όλες τις κατεχόμενες, με "ταπί", εκτάσεις. Δηλαδή όλες οι άνω πωλήσεις οθωμανικών κτημάτων, στην πραγματικότητα, ήσαν σύμφωνες με τις συνθήκες και τους νόμους, που ίσχυσαν στην Αττική, κατά το έτος εκείνο (1830), μόνον καθόσον αφορά τις καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), δηλαδή τις πωληθείσες εγκαταστάσεις (αλωνότοπους, καλυβότοπους, οικόπεδα αγροικιών, οικήματα γεωργών, ζευγαρόσπιτα, πύργο, φούρνους, ελαιόδενδρα, μελισσομάνδρα, πηγάδια), για την απόδειξη της επί των οποίων κυριότητας αρκούσε "χοτζέτι".
Αντιθέτως, απαιτούνταν να προσκομισθεί "ταπί", για να αποδειχθεί το δικαίωμα "τεσσαρούφ" των Οθωμανών κατόχων όχι μόνο επί δασών και λιβαδιών, αλλά και επί της αγροτικής γης (αρόσιμης γης 4 ζευγαριών) του κτήματος Κ. και των καλλιεργουμένων χωραφιών, που βρίσκονταν εκτός κτήματος Κ. έτσι ώστε να αποκτηθεί η πλήρης κυριότητα, κατά το Θέσπισμα του έτους 1829, των αναχωρούντων Οθωμανών πωλητών επί των εκτάσεων αυτών, που ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και να μπορεί να μεταβιβαστεί περαιτέρω.
Ακολούθως, με το …/…-3-1866 πωλητήριο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κοσμά Κοκκίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, ο άνω αγοραστής Κ. Χ. Β. πώλησε ό,τι φέρεται να είχε αγοράσει από τον Ο. Μ. Α. και παρέδωσε στον ναύαρχο Ι. Σ., που απεβίωσε αργότερα, την 18-8-1874. Στο τελευταίο αυτό μεταβιβαστικό έγγραφο το κτήμα Κ.
περιγράφεται όλως αορίστως "...το εν τη Αττική εντός της περιφέρειας του Δήμου Αθηνών κατά τους πρόποδας της δυτικής πλευράς του Υμηττού κείμενον κτήμα ονομαζόμενον Κ.ς, του εντολέως Κ. Ο. Β., συνιστάμενον το κτήμα τούτο εις γαίας αγροτικός, οικίσκους, αλώνια, περιβόλια, δένδρα και άλλα είδη, ....". Ο Ι. Σ. κληρονομήθηκε από τη χήρα του Χ.
και τα 6 τέκνα του (Ν., Γ., Σ., Α., Μ. και Σ.), εκ των οποίων η ενήλικη θυγατέρα του Σ. συζ. Χ., αποποιήθηκε την κληρονομική της μερίδα και ο ενήλικος υιός του Ν., αναμείχθηκε στην κληρονομιά με πρόθεση κληρονόμου και με το …/…-7-1876 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, πώλησε στη μητέρα του Χ.
τη δική του κληρονομική μερίδα. Η τελευταία, ακολούθως, αγόρασε με το νόμιμα έκτοτε μεταγραμμένο …/…-3-1877 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου, Γρηγορίου Μπουρνιά, από τον Φ. Μ., αδελφό και ειδικό διάδοχο, με το νόμιμα έκτοτε μεταγραμμένο …/…-12-1875 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Α., του υπερθεματιστή Ε.
Μ., το 1/6 εξ αδιαιρέτου ενός κήπου της κληρονομικής μερίδος του καθ ου η εκτέλεση-οφειλέτη Σ. Σ., που είχε κατασχεθεί και πλειστηριασθεί, με την …/…..-9-1875 κατακυρωτική έκθεση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Μουκάκου, περίληψη της οποίας με αριθμό …/…-9-1875 μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών.
Οι προαναφερόμενοι Χ. και Ν. Σ. στο πιο πάνω πωλητήριο της κληρονομικής μερίδας συμβόλαιο …/1876 του Δ. Α. αναγράφουν, ως αντικείμενο πώλησης, "ένα χωρίον ή ... Κ. κείμενον εις την μεσημβρινήν πεδιάδα της πόλεως και του Δήμου Αθηνών, συνορευόμενον γύρωθεν με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Ο. Μ. και με οδόν, με το όρος … και με δημοσίαν οδόν μετά των εν αυτώ οικοδομών, περιβολιού, δένδρων, δεξαμενών, φρεάτων, αμπέλων, αγρών, νομών, λειβαδίων, ασβεστοκαμήνων, λατομείων, δάσους και λοιπών παραρτημάτων και προσαρτημάτων...", δηλαδή για πρώτη φορά αναγράφονται, σε ενδοοικογενειακό μάλιστα συμβόλαιο, ως περιεχόμενο του κτήματος Κ.ς και νομές, λιβάδια ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση, ενώ, κατά τα λοιπά, εξακολουθεί η προηγούμενη περιγραφή του κτήματος.
Οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του Ι. Σ., δηλαδή η χήρα του Χ. και τα 4 από τα 6 τέκνα του/οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά, οι μεν ενήλικες δι' αναμείξεώς τους και μ£ πρόθεση κληρονόμου, κατά τις διατάξεις του βρδ {ν. 12 Πανδ.(28.7), ν.14 Πανδ (11.7), 169 Πανδ.(29.2)], οι δε ανήλικοι-υπεξούσιοι (sui) Α. και Μ. αυτοδικαίως, κατά τις διατάξεις του βρδ ν.2 Εισ.(2-19), ν.3 Εισ. (3-1), ν.14 Πανδ.(38.16) (ΑΠ 1970/2014 ΝΟΜΟΣ), πώλησαν και παρέδωσαν το κτήμα, το έτος 1877, στην Ι.
Σ. - Ρ.. (Στο σχετικό νόμιμα μεταγραμμένο έκτοτε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών …/…-4-1877 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αντωνιάδη, που καταρτίστηκε με τους προαναφερόμενους κληρονόμους Σ., ως πωλητές, εκ των οποίων ο ανήλικος Ανδρέας εκπροσωπήθηκε από την μητέρα του Χ. Σ. και η ανήλικη χειράφετη Μ.
από τον σύζυγο της και προικολήπτη Κ. Μ., αφενός και αφετέρου, με τον αντιπρόσωπο, δια του …./1875 πληρεξουσίου του ίδιου συμβολαιογράφου, της αγοράστριας Ι. Σ. - Ρ. σύζυγο της Α. Σ., περιγράφεται το πωλούμενο κτήμα, ως εξής: "το κατά τους πρόποδας της δυτικής πλευράς του Υμηττού και κατά την μεσημβρινήν πλευράν της πόλεως και του Δήμου … κείμενον κτήμα ονομαζόμενο Κ.
συνιστάμενον εις γαίας, οικίσκους, αλώνια, περιβόλια, δένδρα, δεξαμενάς, φρέατα, αμπέλους, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση και συνορευόμενο γύρωθεν με γαίας της Μονής Πετράκη μέχρι της οδού των ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Οθωμανού Μ. και με οδόν και με το όρος …. και με δημοσίαν οδόν..."). Το γεγονός, όμως, αυτό της διευρυμένης περιγραφής του κτήματος Κ.
ώστε να συμπεριληφθούν λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση, υποδηλώνει σχεδιασμό των άνω συμβληθέντων στα …/1876 και …./1877 συμβόλαια, ώστε σταδιακά να συμπεριλάβουν στην αρχική αρόσιμη γη (αγροτική γη), δημόσια δάση και λιβάδια, τα οποία, όμως, γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν τους ανήκαν. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις πιο πάνω διευρυμένες σε σχέση με τις μέχρι τότε περιγραφές του κτήματος Κ., οι ιδιοκτησίες, που μεταβιβάστηκαν με τους άνω τίτλους είναι εκείνες, τις οποίες πράγματι} απέκτησε, από τους απωτέρους δικαιοπαρόχους του Ν.
Κ. και Δ. Ο., ο Ο. Μ. Α., δηλαδή οι εγκαταστάσεις του κτήματος: αλωνότοποι, καλυβότοποι, οικήματα γεωργών, ζευγαρόσπιτα, οικόπεδα αγροικιών, πύργο, φούρνους, μελισσομάνδρα και πηγάδια, (καθαρές - πλήρεις ιδιοκτησίες "μούλκια"), αφού μόνο αυτές ανήκαν στην κυριότητα των Οθωμανών πωλητών και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους.
Με τους άνω τίτλους, δηλαδή, δεν μεταβιβάστηκε και συνεπώς, δεν απόκτήθηκε παραγώγως η κυριότητα της αρόσιμης γης (4) ζευγαριών ή (400) στρεμμάτων (λόγω του αγόνου εδάφους του τσιφλικιού Κ. υπολογίζεται σε 100 στρέμματα το κάθε ζευγάρι, κατά τα προαναφερόμενα) ούτε η κυριότητα των εκτός του κτήματος Κ. καλλιεργήσιμων χωραφιών, {ενώ σε ουδένα δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, από τον Δ.
Ο. και μεταγενέστερα, μεταβιβάστηκε, με τους επικαλούμενους τίτλους, η κυριότητα χειμερινών και θερινών βοσκών}, αλλά μεταβιβάστηκε μόνον η κυριότητα των αυτοτελών διακεκριμένων ακινήτων (εγκαταστάσεων: κτισμάτων, οικίσκων, αλωνιών, περιβολιών κλπ), που προαναφέρονται. Και τούτο διότι το δικαίωμα, που διέθεταν οι αναχωρούντες Οθωμανοί πωλητές επί της αρόσιμης γης των (4) ζευγαριών του αγροκτήματος Κ.
και επί των καλλιεργήσιμων χωραφιών, δεν μπορούσε να είναι κυριότητα, αφού πρόκειται για δημόσιες γαίες (αγρόκτημα, καλλιεργήσιμα χωράφια) και ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, αλλά απλή κατοχή και μάλιστα, μη νόμιμη, δηλαδή χωρίς σχετικό οθωμανικό τίτλο "ταπί", (γι' αυτό και η χρήση στα "χοτζέτια" του ρήματος παραχώρησαν, καθόσον αφορά τη γη των 4 ζευγαριών, σε αντίθεση με τη χρήση του ρήματος "πώλησαν", καθόσον αφορά τις πλήρεις ιδιοκτησίες "μούλκια"), αφού δεν προσκομίστηκε "ταπί" για να θεωρηθούν νόμιμοι κάτοχοι - εξουσιαστές ("τεσσαρούφ") και να μπορούν να αποκτήσουν κυριότητα με το Θέσπισμα του έτους 1829 ώστε να την μεταβιβάσουν, λόγω πωλήσεως, περαιτέρω.
Συνεπώς, τα 4 ζευγάρια γαίες (αγροτική έκταση 400 στρεμμάτων), τα λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση, που φέρονται να μεταβιβάζονται από τους κληρονόμους του Ι. Σ. στην Ι. Σ., μεταβιβάστηκαν από μη κυρίους, αφού κυριότητα επί τέτοιων ακινήτων δεν τους είχε μεταβιβασθεί, με τους μέχρι τότε τίτλους των δικαιοπαρόχων τους.
Ουδεμία, εξάλλου, επιρροή στην έκταση, που μεταβιβάστηκε, μπορεί να ασκήσει η άδεια εκποίησης, που δόθηκε, με δικαστική απόφαση και με συγκεκριμένο τίμημα, για λογαριασμό του ανηλίκου Α., κληρονόμου του Ι. Σ. στη μητέρα του Χ. και η άδεια εκποίησης, που δόθηκε επίσης με δικαστική απόφαση, για λογαριασμό του ενυποθήκου προκοιλήπτη Κ.
Μ., καθορίζοντας, συγχρόνως και το ποσό της προίκας, που πρέπει να λάβει από την πώληση, αφού το δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να κρίνει το ιδιοκτησιακό καθεστώς και αρκέστηκε στην από τους αιτούντες περιγραφή του ακινήτου, προκειμένου να επιτρέψει την εκποίηση, για την οποία ζητήθηκε η άδεια. Ακολούθως, η αγοράστρια του κτήματος Ι.
Σ.-Ρ., με το …/…-3-1914 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Τσάκωνα, που μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, δώρισε και παρέδωσε στα 3, τέκνα της Ε. συζ. Ι. Μ., Μ. Σ. και Γ. Σ. το Λ, κτήμα, γνωστόν υπό το όνομα Κ.ς, κείμενον παρά τους πρόποδας της δυτικής πλευράς του … και την μεσημβρινήν πεδιάδα της πόλεως των …., όπως συνίσταται εκ γαιών, οικίσκους και αλώνια, περιβόλια, δένδρα, δεξαμενάς και φρέατα, αμπέλους, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση, συνορεύεται γύρωθεν με γαίας Μονής Πετράκη μέχρι της οδού ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου οθωμανού Μ.
Μ. και κτήμα Μ. με οδόν και με το όρος … και με δημοσίαν οδόν...", με τις εξαιρέσεις ενός τμήματος 4 περίπου στρεμμάτων (38,793 στρέμματα), που φέρεται να βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του κτήματος, στη θέση Άγιος Γεώργιος και φέρεται να το έχει προγενέστερα μεταβιβάσει στην εταιρία ΟΕ Αφοί Μ. και ενός τμήματος 5 περίπου στρεμμάτων, που φέρεται να βρίσκεται στο νότιο τμήμα του κτήματος στη θέση ….
Για την περιγραφή του κτήματος, επαναλαμβάνει εκείνη του μεταβιβαστικού προς αυτήν συμβολαίου, αναγράφοντας αγροτικές γαίες, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση, ενώ όπως προεκτίθεται κυριότητα επί τέτοιων ακινήτων δεν της είχε μεταβιβασθεί από τους προηγούμενους πωλητές, που δεν ήταν κύριοι τέτοιων εκτάσεων.
Οι τρεις άνω δωρεοδόχοι, τέκνα της δωρήτριας, πώλησαν και παρέδωσαν, με το …/…-7-1914 πωλητήριο του συμβολαιογράφου Ηλία Τσοκά, που μεταγράφηκε νόμιμα έκτοτε στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, το κτήμα, όπως φέρονταν να το έχουν αποκτήσει, δηλαδή εκτός από 4 ή 5 στρέμματα, στη θέση Άγιος Γεώργιος και τα 5 στρέμματα, στη θέση …., στον Μ.
Σ., με την ίδια ακριβώς περιγραφή του κτήματος, (εκτός από α) ένα τεμάχιο αγρών, εκ στρεμμάτων 38 περίπου, που φέρεται να έχει προγενέστερα πωληθεί στον Παν. Μ. και β) έτερο τεμάχιο αγρών εκ στρεμμάτων 22 περίπου, που φέρεται να έχει προγενέστερα πωληθεί στον Χ. Λ. Ωστόσο ούτε στον άνω αγοραστή Μ. Σ. μεταβιβάστηκε με τον άνω τίτλο, η κυριότητα αγρών, λιβαδιών, ασβεστοκάμινων, λατομείων και δασών, αφού δεν είχε μεταβιβασθεί τέτοια κυριότητα στους πωλητές της.
Ο αγοραστής του κτήματος Μ. Σ.ς απεβίωσε το 1921, ενώ είχε ήδη προσυμφωνήσει, με το από 28-6-1921 ιδιωτικό προσύμφωνο, να πωλήσει το κτήμα στον μέχρι τότε μισθωτή του Α. Ν.. Ο άνω Μ. Σ.ς κληρονομήθηκε από τη χήρα του Μ. Σ. και τις ανήλικες θυγατέρες του Β. και K. εκ των οποίων η χήρα του υπεισήλθε στην κληρονομιά δι' αναμείξεώς της με πρόθεση κληρονόμου και οι ανήλικες υπεξούσιες (sui) αυτοδικαίως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ και με το νόμιμα έκτοτε μεταγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών …/….-12-1922 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Β.
Λαχανά, σε εκτέλεση του άνω (με ιδιωτικό έγγραφο) προσυμφώνου, πώλησαν και παρέδωσαν όλο το κτήμα, (εκτός από 5 στρέμματα, που φέρονται κείμενα στο βόρειο τμήμα του, στη θέση Αγ. Γεώργιος και 5 στρέμματα, που φέρονται κείμενα στο νότιο τμήμα του, στη θέση "...") στον Α. Ν., ο οποίος, ως προαναφέρεται, ήταν ήδη μισθωτής του.
Παρά το γεγονός ότι στο τελευταίο αυτό μεταβιβαστικό συμβόλαιο έτους 1922, το πωληθέν περιγράφεται όλως αορίστως, "αγροτικόν κτήμα Κ., κείμενον κατά την δυτικήν πλευράν του …, όσης εκτάσεως και αν ή συνορευόμενον γύρωθεν με γαίας Μονής Πετράκη μέχρι της οδού ..., με γαίας πρώην ιδιοκτήτου Μ. Μ. και κτήμα Π.Μ. (πρώην τεμάχια ιδιοκτησίας Ι.
Α.Σ.), με οδόν και με το όρος … και με δημόσιον δρόμον και περιλαμβάνον γαίας, οικίσκους, αλώνια, περιβόλια, δένδρα, δεξαμενάς, φρέατα, υδραγωγεία, αμπέλους, λειβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση με τα ανέκαθεν γνωστά όρια....", εν τούτοις, αυτά που, πράγματι, μεταβιβάστηκαν, κατά κυριότητα, με το άνω συμβόλαιο είναι μόνον εκείνα, που είχε αποκτήσει από τους Ν.
Κ. και Δ. Ο. ο απώτερος δικαιοπάροχος των κληρονόμων του Μ. Σ., Ο. Μ. Α., δηλαδή αυτοτελή διακεκριμένα ακίνητα - εγκαταστάσεις του αγροκτήματος, όπως αλωνότοποι, καλυβότοποι, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, πύργος, φούρνοι, μελισσομάνδρα, πηγάδια και ελαιόδενδρα, όχι αγροτική έκταση 4 ζευγαριών ή 400 στρεμμάτων και όχι χωράφια, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση.
Ουδεμία επιρροή μπορεί να ασκήσει στην έκταση των πωληθέντων το 1922 στον Α. Ν. εδαφικών εκτάσεων, η με δικαστική απόφαση άδεια εκποίησης για λογαριασμό των ανηλίκων κληρονόμων του Μ. Σ., αφού το δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να ερευνήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς και αρκέστηκε στην από τους αιτούντες περιγραφή του, προκειμένου να χορηγήσει την αιτούμενη άδεια εκποίησης, ενώ για τον ίδιο λόγο δεν μπορεί να αυξήσει την μεταβιβασθείσα έκταση η …/1922 άδεια εκποίησης του Υπουργείου Γεωργίας, που χορηγήθηκε, μετά από αίτηση της πωλήτριας Μ.
χήρας Μ. Σ., αφού η άδεια αυτή, που χορηγήθηκε μετά από την από 18-10-1922 γνωμοδότηση του Συμβουλίου Εποικισμού, αποτελούσε, κατ' άρθρ. 2 ν. 1650/1919, αναγκαία προϋπόθεση για την εκποίησή του καθώς συνιστούσε άρση της απαγόρευσης δικαιοπραξιών, υπό την οποία τελούσε, ως καλλιεργούμενο "επί μορτή" αγροτικό κτήμα. Περαιτέρω, τον Α.
Ν., που απεβίωσε το έτος 1929, διαδέχθηκε ο φερόμενος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων θετός υιός του Κ. Ν. του Ι., που τον κληρονόμησε κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η επιζώσα σύζυγος του Π. χήρα Α. Ν. - Α., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά, με πρόθεση κληρονόμου, δι' αναμείξεώς τους.
Στο ενδοοικογενειακό νόμιμα έκτοτε μεταγραμμένο συμβόλαιο στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών …/1938 του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιω. Καρτσούνη, με το οποίο φέρεται η τελευταία να μεταβιβάζει, κατά κυριότητα, το ιδανικό της μερίδιο 1/4 επί του όλου κτήματος Κ. στον θετό υιό της Κ. Ν. του Ι., το κτήμα Κ. περιγράφεται για πρώτη φορά ως επιφανείας 12.000 στρεμμάτων και το ανατολικό του όριο τοποθετείται στην κορυφογραμμή του … και, ειδικότερα, φέρεται να μεταβιβάζεται "το ένα τέταρτο (1/4) εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού κτήματος κειμένου κατά την δυτικήν πλευράν του …, γνωστού με το όνομα Κ.ς, εκτάσεως περίπου δώδεκα χιλιάδων (12.000) στρεμμάτων, περιελθόντος σ' αυτήν εκ κληρονομιάς του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος, κατά το έτος 1929, συζύγου της Α.
Ν. (των λοιπών 3/4 περιελθόντων στον αγοραστή), συνορευομένου γύρωθεν με γαίας της διαλελυμένης Μονής '...ς' μέχρι της οδού ..., με γαίας του πρώην ιδιοκτήτου Μ. Μ. και κτήμα Π.Μ. (πρώην τεμάχιο ιδιοκτησίας Ι. Α.Σ.); με οδόν και με το όρος … (κορυφογραμμήν ένθα το όριον της Κοινότητος …. και όριον των εν τη νυν Κοινότητι Γλυφάδας κληρονόμων και διαδόχων Μ.Κ.) και δημόσιον δρόμον (παλαιάν οδόν …)".
Με την προαναφερόμενη σκόπιμη τακτική των απώτερων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων, η έκταση του αγροκτήματος Κ. αυξήθηκε, συμπεριλαμβάνοντας τελικώς όλες τις δυτικές πλαγιές {"κλιτύς"} του …. από τη ζώνη των φυσικών προπόδων {υπωρειών} αυτού μέχρι την κορυφογραμμή του, όχι όμως απότομα, γεγονός που ενδεχομένως θα υπέπιπτε άμεσα στην αντίληψη των αρμοδίων, όσο ζούσαν άνθρωποι, οι οποίοι γνώριζαν την μικρότερη πραγματική έκταση του αγροκτήματος, αλλά σταδιακά και διαχρονικά, έτσι ώστε να έχουν εκλείψει οι αποδείξεις για την πραγματική του έκταση, εξαφάνιση για την οποία, άλλωστε, φρόντισαν οι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, αξιώνοντας από καθέναν από τους μισθωτές - κολίγους τους να εκχερσώνει ετησίως 15-30 στρέμματα χερσολιβαδικής έκτασης, την οποία στη συνέχεια, συμπεριλάμβαναν στην ιδιοκτησία τους.
Αποδείχθηκε λοιπόν ότι με τα προαναφερόμενα μεταβιβαστικά έγγραφα και συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα έκτοτε δεν μεταβιβάστηκε στον φερόμενο απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Κ. Ν., εδαφική έκταση μεγαλύτερη από εκείνη, που καταλαμβάνουν τα αυτοτελή διακεκριμένα ακίνητα, που αποτελούσαν τις εγκαταστάσεις του αγροκτήματος Κ., δηλαδή αλωνότοποι, καλυβότοποι, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, φούρνοι, πύργος, περιβόλια.
Συνεπώς, δεν μεταβιβάστηκε, με τους προαναφερόμενους τίτλους, αγροτική έκταση 400 στρεμμάτων (αρόσιμη γη 4 ζευγαριών) ούτε μεταβιβάστηκαν δάση ούτε λιβάδια. Και τούτο διότι όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο Γ. Μ. ουδέποτε μεταβίβασε τις εδαφικές εκτάσεις, που χρησίμευαν για χειμερινές και θερινές βοσκές και για τις οποίες δεν κατείχε κανένα "ταπί", περαιτέρω, στον διάδοχο του Δ.
Ο. και ο τελευταίος στους διαδόχους του. Με την από 6-3-1831 δήλωσή του, ο Γ. Μ. φέρεται να μεταβίβασε στον Δ. Ο. μόνο τα 1,5 ζευγάρια, που απέκτησε στον Κ. και όχι τις εδαφικές εκτάσεις (δασικές και χορτολιβαδικές), που χρησίμευαν για βοσκές. Αλλά ούτε την κυριότητα της αγροτικής έκτασης 1,5 ζευγαριού μπορούσε να μεταβιβάσει ούτε τη μεταβίβασε ο άνω απώτατος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Γ.
Μ. στον Δ. Ο. και αυτός στον Ο. Μ. και ο τελευταίος περαιτέρω στους διαδόχους του, ούτε την κυριότητα αγροτικής γης 2,5 ζευγαριών μπορούσε να μεταβιβάσει ούτε τη μεταβίβασε ο άνω απώτατος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Ν. Κ. στον Ο. Μ. και αυτός περαιτέρω στους διαδόχους του, αφού δεν την είχαν αποκτήσει προηγουμένως καθώς δεν αρκούσαν τα ..., ...
και ... προαναφερόμενα "χοτζέτια" για να αποκτήσουν παραγώγως την κυριότητα από τους αναχωρούντες Οθωμανούς πωλητές τους, διότι λόγω της αγροτικής μορφής των πωλουμένων γαιών, ως εκ της οποίας αυτές ανήκαν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, έπρεπε οι τελευταίοι να αποδείξουν τη νόμιμη κατοχή τους με "ταπί" για να μπορούν, κατά το Θέσπισμα του έτους 1829, να αποκτήσουν και να μεταβιβάσουν περαιτέρω την κυριότητά τους.
Συνεπώς, οι εκκαλούντες, που στηρίζουν τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας από τον απώτερο δικαιοπάροχο τους; Κ. Ν., σε σειρά των τίτλων, που ανάγονται στην πιο πάνω μεταβίβαση από τους αρχικούς αγοραστές οθωμανικών κτημάτων Ν. Κ. και Γ. Μ. στον απώτατο δικαιοπάροχο Δ. Ο. και, ακολούθως στον Ο. Μ. Α., δεν ανταποκρίθηκαν στο σχετικό βάρος αποδείξεως και δεν απέδειξαν ότι ο άνω δικαιοπάροχος τους Κ.
Ν. απέκτησε παραγώγως, κατά κυριότητα αρόσιμη γη 4 ζευγαριών ή αγροτική έκταση 400 στρεμμάτων ούτε την ευρύτερη δασική και χορτολιβαδική έκταση (τις θερινές και χειμερινές βοσκές), όπως αβάσιμα αυτοί ισχυρίζονται, συνολικής επιφάνειας 12.713 στρεμμάτων. Τo αντίθετο προκύπτει από τα μεταβιβαστικά έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες ότι δηλαδή ο άνω δικαιοπάροχος τους Κ.
Ν. και οι απώτατοι δικαιοπάροχοι έως τους αρχικούς αγοραστές οθωμανικών κτημάτων Ν. Κ. και Γ. Μ., απέκτησαν παραγώγως μόνο την κυριότητα διακεκριμένων αυτοτελών ακινήτων (εγκαταστάσεων), που αποτελούσαν αλωνότοπους, καλυβότοπους, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, πύργο, φούρνους, η επιφάνεια και η ακριβής θέση εκάστου των οποίων, εντός του αγροκτήματος K.
δεν προσδιορίστηκε επακριβώς, παρά μόνον η χιλιομετρική απόστασή τους, περί τα 3,5 χιλιόμετρα, από το νότιο άκρο του κατά το 1922, πολεοδομικού σχεδίου της Αθήνας και όχι την κυριότητα εδαφικής έκτασης επιφάνειας 12.713 στρεμμάτων, όπως ισχυρίζονται, αφού η ευρύτερη αυτή εδαφική έκταση αποτελούσε αγροτικές, δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις (δημόσιες γαίες).
Οι δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στους μετά τον Δ. Ο. τίτλους τους, οι δε αγροτικές εκτάσεις (αρόσιμη γη 4 ζευγαριών) φέρονται μεν να περιλαμβάνονται στους τίτλους τους, πλην όμως, οι αρχικοί αγοραστές των οθωμανικών κτημάτων και απώτατοι δικαιοπάροχοί τους Ν. Κ. και Γ. Μ. δεν προσκόμισαν τον απαιτούμενο επίσημο οθωμανικό τίτλο "ταπί" ώστε να αποκτήσουν την κυριότητα των 4 ζευγαριών ή 400 στρεμμάτων, που φέρονται να είχαν αγοράσει από αναχωρούντες Οθωμανούς, με απλό πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι", δηλαδή ακύρως, κατά το οθωμανικό δίκαιο, που ίσχυε τότε (1830) ακόμη στην …, λαμβανομένων υπόψη της κατηγορίας τους ως δημοσίων γαιών και του σουλτανικού Θεσπίσματος του 1829, που δώρισε μεν την κυριότητα τέτοιων εκτάσεων (δημοσίων γαιών) και επέτρεψε τη μεταβίβασή τους, μόνο, όμως, σε όσους τις κατείχαν νόμιμα, δηλαδή με επίσημο οθωμανικό τίτλο "ταπί".
Η κυριότητα των εκτάσεων αυτών (αγροτικών, δασικών και λιβαδικών), τις οποίες κατείχαν χωρίς σχετικό νόμιμο οθωμανικό τίτλο ("ταπί") οι αναχωρούντες Οθωμανοί, την 3-2-1830, κατά την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, ανεξάρτητα από τις περιγραφές των άνω συμβολαίων, περιήλθε δυνάμει τω διεθνών Συνθηκών, που προαναφέρονται, στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν προσκομίστηκε "ταπί" από κανέναν από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, όπως τους είχε υποδειχθεί με σχετική διατύπωση στα επικυρωτικά των πωλήσεων έγγραφα της Επιτροπής.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι στην εδαφική έκταση, που καταλαμβάνουν τα αυτοτελή διακεκριμένα ακίνητα, που αποτελούσαν τις εγκαταστάσεις του αγροκτήματος και βρίσκονταν σε απόσταση 3,5 χλμ από την νότια άκρη του κατά το έτος 1922 πολεοδομικού σχεδίου της πόλεως των Αθηνών, δηλαδή στους αλωνότοπους, καλυβότοπους, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, φούρνο, πύργο, περιβόλια, την κυριότητα των οποίων ο απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Κ.
Ν., απέκτησε, με παράγωγο τρόπο, περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, το οποίο σε μεγαλύτερη έκταση ο τελευταίος, με το 21279/29-11-1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Περράκη, είχε πωλήσει στη Μ. Ν. χήρα Ι. Μ.. Ούτε αποδείχθηκε, ότι στην αγροτική έκταση των 4 ζευγαριών ή 400 στρεμμάτων, που αποτελούσε όλο το αγρόκτημα Κ., την οποία, κατά τα άνω, ναι μεν δεν απέκτησε, παραγώγως, κατά κυριότητα, ο Κ.
Ν., πλην όμως, αυτός και οι προκτήτορές του και κατ' ακολουθία οι διάδοχοι του εκκαλούντες, την απέκτησαν, πρωτοτύπως, με έκτακτη χρησικτησία του βρδ, καταλύοντας εκείνη του Δημοσίου, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, ενέπιπτε το επίδικο ακίνητο καθώς αυτό περιλαμβανόταν σε δάσος και σε χορτολιβαδικές εκτάσεις (και όχι σε αγροτική {αρόσιμη γη} έκταση).
Επί των δασικών αυτών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, εντός των οποίων περιλαμβανόταν, πράγματι, το επίδικο ακίνητο ούτε παραγώγως ούτε πρωτοτύπως απέκτησαν κυριότητα, καταλύοντας εκείνη του Δημοσίου, οι άνω δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων και ιδίως οι Κάρ Ο. Β., Ι. Σ., Ι. Ρ. – Σ., Ν. Σ.ς, με έκτακτη χρησικτησία του βρδ μέχρι 11-9-1915 και, ακολούθως, οι Α.
Ν., Κ. Ν. και οι ίδιοι εκκαλούντες, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στη δική τους νομή χρησικτησίας εκείνη των προκατόχων τους. Και τούτο διότι όλοι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων μέχρι 11-9-1915, είχαν πλήρη επίγνωση ότι στους τίτλους τους δεν περιλαμβάνονται τέτοιες εκτάσεις, δηλαδή δάσος και χορτολιβαδικές εκτάσεις - θερινές και χειμερινές βοσκές, ο δημόσιος χαρακτήρας των οποίων ήταν γνωστός σε όλους, ήδη από την πρόσφατη τότε οθωμανική κυριαρχία και τις οποίες (δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις) οι ίδιοι επιδίωξαν να ιδιοποιηθούν, αφενός ασκώντας εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί αυτών, από το έτος 1837 και ενώ γνώριζαν ότι προσβάλλουν τα δικαιώματα κυριότητας του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, στο οποίο γνώριζαν ότι είχαν αυτές περιέλθει, (όπως προκύπτει, εκτός άλλων και από τα …/1877, … …/1877 και …../1882 μισθωτήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών, Γεωργίου Αντωνιάδη, με τα οποία αξίωναν με την απειλή χρηματικής ποινής από τους μισθωτές τους να εκχερσώνουν έκαστος ανά 15-30 στρέμματα ετησίως, ώστε να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους, σε βάρος των δημοσίων χερσολιβαδικών εκτάσεων, αφετέρου, συμπεριλαμβάνοντας δασικές και χερσολιβαδικές εκτάσεις στους τίτλους τους σταδιακά, από το έτος 1876, αρχής γενομένης με το ενδοοικογενειακό συμβόλαιο …./1876 του συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ.
Α., μεταξύ της μητέρας Χ. Σ. και του υιού της Ν. Σ. με την αόριστη αναφορά και νομές, λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία, δάσος και ακολούθως, με το πωλητήριο του επόμενου έτους 1877 της χήρας Χ. Σ. και των λοιπών κληρονόμων 1. Σ. προς την Ι. Ρ. – Σ., στο οποίο, με εξαίρεση τις προαναφερόμενες νομές, επανέλαβαν την πιο πάνω διευρυμένη και αόριστη περιγραφή, συμπεριλαμβάνοντας στο κτήμα Κ.ς και λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση και, στη συνέχεια, με το μεταγενέστερο ενδοοικογενειακό συμβόλαιο του έτους 1914, με το οποίο δώρισε η Ι.
Κ. στα τρία τέκνα της το κτήμα Κ.ς, με την ίδια πιο πάνω περιγραφή και τέλος, με το ενδοοικογενειακό πωλητήριο του έτους 1938 μεταξύ του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Κ. Ν. και της θετής του μητέρας Π. χήρας Α. Ν., με το οποίο διευρύνεται ακόμη περισσότερο η έκταση του κτήματος Κ., συμπεριλαμβάνοντας όλη τη δυτική πλαγιά του …., αφού ως ανατολικό όριο του κτήματος τέθηκε η κορυφογραμμή του.
Συνεπώς, η ασκηθείσα νομή χρησικτησίας στη διευρυμένη αυτή έκταση, ήταν επιλήψιμη, αφού όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, ιδίως από τον Κ. Χ. Β. και μετέπειτα είχαν πλήρη επίγνωση ότι με τη νομή, με διάνοια κυρίου, που ασκούσαν επί της άνω έκτασης, προσέβαλαν τα δικαιώματα τρίτων και δη, του Ελληνικού Δημοσίου.
Ειδικότερα, οι αρχικοί αγοραστές από αναχωρούντες οθωμανούς Ν. Κ. και Γ. Μ., που φέρονται να απέκτησαν 2,5 και 1,5 ζευγαριών αρόσιμης γης εκ του συνόλου 4 ζευγαριών του κτήματος Κ., με τα ..., ... πωλητήρια έγγραφα - "χοτζέτια" ο πρώτος και με το ... πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι", μαζί με εδάφη, που χρησίμευαν για θερινές και χειμερινές βοσκές ο δεύτερος, γνώριζαν πολύ καλά, αφού έζησαν, κατά τους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας, τον δημόσιο χαρακτήρα τους (τόσο της αγροτικής γης, όσο και των χειμερινών και θερινών βοσκών) και ότι για την κτήση και τη μεταβίβαση της κυριότητάς τους απαιτούνταν "ταπί", το οποίο δεν διέθεταν.
Παρόλα αυτά, ο άνω Γ. Μ. μεταβίβασε στον Δ. Ο. μόνο την αρόσιμη γη 1,5 ζευγαριών, όχι, όμως, τις θερινές και χειμερινές βοσκές και ο τελευταίος (Δ. Ο.), γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει το απαιτούμενο "ταπί" για την κτήση κυριότητας ούτε της αρόσιμης γης 1,5 ζευγαριών στο κτήμα Κ., που φέρεται να απέκτησε, μαζί με τον πρώτο (Ν.
Κ.) φέρονται να μεταβίβασαν τα 4 συνολικά ζευγάρια του κτήματος στον διάδοχο τους Ο. Μ. Α., ο οποίος γνώριζε, επίσης και από απλή ανάγνωση και αντιπαραβολή των τίτλων του ότι σε κάθε περίπτωση, δεν απέκτησε θερινές και χειμερινές βοσκές, αφού τέτοιες δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους του. Το ίδιο γνώριζε από απλή ανάγνωση και αντιπαραβολή των τίτλων του και ο Κ.
Χ. Β., χωρίς να αναιρεί τη γνώση του αυτή η γνωμοδότηση του νομομαθούς Ν.Μ., την οποία αυτός ζήτησε, πριν καταρτίσει το πιο πάνω συμβόλαιο καθώς η γνωμοδότηση αφορούσε, αφενός μεν, την εγκυρότητα των αρχικών πωλήσεων από οθωμανούς προς τον Ν. Κ. με τα πωλητήρια έγγραφα - ... και ... "χοτζέτια", αφετέρου, την εγκυρότητα της πώλησης, που έπεται της αρχικής (με το ...
πωλητήριο "χοτζέτι") και έλαβε χώρα, με την από 6-3-1831 μονομερή δήλωση του Γ. Μ. προς τον Δ. Ο. και είχε ως αντικείμενους αρόσιμες γαίες 1,5 ζευγαριού, χωρίς τις θερινές και χειμερινές βοσκές (που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της πώλησης). Ωστόσο, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Κ. Χ. Β., αν και δικαιολογημένα, μετά την γνωμοδότηση αυτή, είχε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με τους προαναφερόμενους τίτλους του, έχει αποκτήσει, παραγώγως, κυριότητα σε αγροτική γη 4 ζευγαριών (δημόσια γαία) και σε όσα κτήματα αποτελούσαν καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, εν τούτοις, γνώριζε πολύ καλά και από την προαναφερόμενη γνωμοδότηση, που ο ίδιος είχε ζητήσει ότι δεν έχει αποκτήσει, με την προς αυτόν πώληση, δικαιώματα κυριότητας σε λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση, αφού τέτοιες εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στους τίτλους του, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Πλην όμως, εκμεταλλευόμενος, στη συνέχεια, την 60/14-3-1836 απόφαση της "επί των κατά την Αττικήν και Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής", την οποία τότε έλαβε στα χέρια του, με την οποία επικυρώθηκε η αρχική πώληση, που φέρεται να έλαβε χώρα, με το ... πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι" και αφορούσε πώληση 1,5 ζευγαριού ομού μετά των χειμερινών και θερινών γαιών, σε συνδυασμό με την επί της απόφασης αυτής παρεμπίπτουσα κρίση της Επιτροπής περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, συνέλαβε το σχέδιο διεύρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του, σε βάρος εκείνης του Ελληνικού Δημοσίου, την υλοποίηση του οποίου (σχεδίου) άρχισε ο ίδιος, από το έτος 1837, με την εκμίσθωση δημοσίων δασικών εκτάσεων ως λατομείων, ασβεστοκαμίνων και βοσκησίμων τόπων και την ολοκλήρωσαν οι διάδοχοι του.
Έτσι και οι μεταγενέστεροι διαδοχικοί αγοραστές του κτήματος Κ.ς, όπως ο Ι. Σ., η Ι. Σ. - Ρ., ο Μ. Σ.ς και ο Α. Ν., ενώ γνώριζαν από την ανάγνωση και μόνο των τίτλων τους ότι δεν πωλήθηκαν και δεν μεταβιβάστηκαν εδάφη, που χρησίμευαν για θερινές και χειμερινές βοσκές από τον αρχικό, αγοραστή οθωμανικών κτημάτων Γ.
Μ. προς τον απώτερο δικαιοπάροχο τους Δ. Ο. και, συνεπώς ότι δεν μπορούσαν ούτε οι ίδιοι να αποκτήσουν την κυριότητα τέτοιων εκτάσεων (δασικών και χορτολιβαδικών) από τους άνω δικαιοπαρόχους τους καθώς και ότι δεν προσκομίστηκε και μάλιστα μέσα σε ορισμένη προς τούτο προθεσμία "ταπί", όπως όριζε το Β.Δ. 17/29.11.1836, που ακολούθησε τις επικυρωτικές αποφάσεις της Επιτροπής και επομένως ότι δεν τους μεταβιβάστηκαν εδάφη δασικά και χορτολιβαδικά, που χρησίμευαν ως βοσκές, με κακή πίστη, εκμεταλλευόμενοι και αυτοί, αφενός μεν, το γεγονός ότι το αρχικό πωλητήριο έγγραφο "χοτζέτι" ...
αναφέρει πώληση 1,5 ζευγαριού, ομού μετά των χειμερινών και θερινών βοσκών (τα ... και ... περιορίζονται μόνο σε ζευγάρια) και ότι η πώληση αυτή με το πωλητήριο έγγραφο "χοτζέτι" ... επικυρώθηκε με την 60/^3-1836 απόφαση της άνω Επιτροπής, μολονότι οι εκτάσεις αυτές δεν είχαν περιληφθεί από τον φερόμενο αγοραστή τους Γ.
Μ. στο μεταβιβαστικό από 6-3-1831 έγγραφο προς τον διάδοχο του και απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Δ. Ο., αφετέρου, τη διαχρονική ασύγγνωστη αμέλεια των εκάστοτε οργάνων του Δημοσίου, που παρέλειπαν να ελέγξουν τους τίτλους τους, πέτυχαν να επεκτείνουν το κτήμα Κ. σε βάρος της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, σε όλη τη δυτική πλαγιά του Υμηττού, περιλαμβάνοντας σ' αυτό εδάφη από τους φυσικούς πρόποδες {υπώρειες} αυτού μέχρι την κορυφογραμμή του, που ανέκαθεν αποτελούσαν δάση καθώς και εδάφη, που ανέκαθεν αποτελούσαν λιβάδια.
Για την επίτευξη του σκοπού τους, προσέθεσαν στην περιγραφή του μεταβιβαζομένου κτήματος ήδη από το …/1876 ενδοοικογενειακό μεταβιβαστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Α. και νομές, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάσος, ως αντικείμενο της πώλησης, ενώ με τα μεταγενέστερα συμβόλαια, που κατάρτισαν το επόμενο έτος 1877, με εξαίρεση τις νομές, ακολούθησαν τη διευρυμένη περιγραφή του κτήματος, συμπεριλαμβάνοντας, στο αντικείμενο της πώλησης, λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση και τέλος, με το μεταβιβαστικό συμβόλαιο το 1938 μετατόπισαν το ανατολικό όριο από τους φυσικούς πρόποδες {υπώρειες} του Υμηττού στην κορυφογραμμή του, περιλαμβάνοντας, έτσι στους τίτλους τους όλη τη δυτική πλαγιά του Υμηττού, χωρίς όμως να τους έχει μεταβιβασθεί η εδαφική αυτή έκταση από κύριο, αφού αυτή ανήκε, ανέκαθεν από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) με κυριαρχικό δικαίωμα (με βάση την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα προαναφερόμενα Πρωτόκολλα του Λονδίνου) από το μέχρι τότε κύριο αυτών Οθωμανικό Δημόσιο, γεγονός που γνώριζαν.
Με βάση τα προαναφερόμενα, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του βρδ, που συμπληρώθηκε μέχρι 11-9-1915, μόνο επί των 400 στρεμμάτων αγροτικής έκτασης, στα οποία, όμως, δεν περιλαμβάνεται το επίδικο ακίνητο, αφού αποδείχθηκε ότι όλοι οι μετά τον απώτερο δικαιοπάροχο τους Κ.
Χ. Β. (καθώς οι προηγούμενοι αυτού απώτατοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων Γ. Μ., Δ. Ο., Ν. Κ. και Ο. Μ. Α. δεν άσκησαν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί των ακινήτων αυτών, περιορισθέντες στις περαιτέρω μεταβιβάσεις τους), δηλαδή από το έτος 1837 μέχρι 11-9-1915, για χρονικό διάστημα πέραν των τριάντα ετών συνεχώς και αδιαλείπτως, άσκησαν τις προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή της έκτασης αυτής εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί αυτών, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση και σε αναφορά με τους προαναφερόμενους τίτλους τους ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου και δη, του Ελληνικού Δημοσίου.
Και τούτο διότι ο άνω απώτατος δικαιοπάροχός τους Κ. Χ. Β., με βάση και την προαναφερόμενη γνωμοδότηση Ν.Μ., που έκρινε έγκυρες τις πωλήσεις αγροτικής γης 4 ζευγαριών (δημόσιας γαίας), σε συνδυασμό με τις …, … και …/…-3-1836 επικυρωτικές των αρχικών πωλήσεων αποφάσεις της Επιτροπής, με την παρεμπίπτουσα κρίση της περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 573/2015), τις οποίες έλαβε στα χέρια του, αλλά και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι παρά την ρητή επιφύλαξη στις πιο πάνω αποφάσεις σχετικά με τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου επί των εδαφικών εκτάσεων για τις οποίες απαιτείτο "ταπί", μεταξύ των οποίων και οι αγροί, δεν επακολούθησε σχετική νομοθεσία του Ελληνικού Κράτους για τα αγροτικά εδάφη, καλώντας τους δικαιούχους να προσκομίσουν τους τίτλους τους, σε αντίθεση, με τις εκτάσεις που αποτελούσαν δάση και λιβάδια, για τα οποία θεσπίστηκε σχετική νομοθεσία, είχε δικαιολογημένα την ειλικρινή πεποίθηση, όπως άλλωστε την ίδια ειλικρινή πεποίθηση είχαν και οι ειδικοί διάδοχοι του και δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων έως 11-9-1915 ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα επί των 400 στρεμμάτων αγροτικής έκτασης και ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων επ' αυτών και ιδίως του Ελληνικού Δημοσίου.
Αντιθέτως, η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί της ευρύτερης δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης, εντός της οποίας αποδείχθηκε ότι βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δεν καταλύθηκε ούτε και με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα έως 11-9-1915, αφού οι επικαλούμενες από τους εκκαλούντες εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ακόμη και όσες από αυτές προσιδιάζουν σε δάσος ή σε λιβάδι, όπως λ.χ.
η ρητινοσυλλογή, η ασβεστοκαμίνευση ή η βόσκηση ποιμνίου, όλων των δικαιοπαρόχων τους, αρχής γενομένης από τον Κ. Ο. Β., ασκήθηκαν με κακή πίστη. Γνώριζαν, δηλαδή πολύ καλά όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων ότι με την άσκηση της νομής τους προσέβαλαν δικαιώματα κυριότητας τρίτων και δη του Ελληνικού Δημοσίου, αφού μολονότι είχαν εκδοθεί τα β.δ.3/15-12-1833 περί λιβαδιών και β.δ. 17/29.11.1836 περί δασών, με τα οποία κλήθηκαν να προσκομίσουν "ταπί" οι ιδιοκτήτες λιβαδιών και δασών και μάλιστα εντός ανατρεπτικής προθεσμίας οι δεύτεροι, τέτοιοι τίτλοι δεν προσκομίστηκαν.
Και ναι μεν η προσκόμισή τους δεν ήταν απαραίτητη για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. κατά τις διατάξεις του βρδ, επί δασικής έκτασης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο η παράλειψη προσκόμισής τους και η γνώση της παράλειψης αυτής υποδηλώνει κακή πίστη και επιλήψιμη νομή, που εμπόδιζε την κτήση κυριότητας με χρησικτησία του βρδ καταλύοντας εκείνη του Ελληνικού Δημοσίου.
Ακόμα, η πληθώρα των συμβολαιογραφικών μισθωτηρίων και κολιγικών συμφωνιών, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες και ανάγονται ήδη στο έτος 1837, οπότε ιδιοκτήτης του κτήματος Κ. ήταν ο Κ. Χ. Β., δεν μπορούν να στηρίξουν τρόπο κτήσης κυριότητας επί δασών και χορτολιβαδκών εκτάσεων ούτε με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, που επιτρεπόταν μέχρι την 11-9-1915, καθώς πέραν της έλλειψης οθωμανικού τίτλου - "ταπί" και, συνεπώς, της απαιτούμενης καλής πίστης, δηλαδή της ειλικρινούς πεποίθησης ότι δεν προσέβαλαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, όσων επιχείρησαν να χρησιδεσπόσουν στην έκταση αυτή, επί πλέον, δεν αποδεικνύεται.
από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μισθωτήρια ότι οι σχετικές μισθώσεις και κολιγικές συμφωνίες αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται εντός ευρύτερης εδαφικής έκτασης, η οποία από το έτος 1830 αποτελούσε δάσος με ελάχιστα τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης και, ως τέτοια, ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, ήδη από το έτος 1830, αφού το τεκμήριο της κυριότητάς του δεν ανατράπηκε, με την προσκόμιση, έως το τέλος του έτους 1837, από τον αρχικό κύριο Γ.
Μ., που φέρεται να το είχε αγοράσει, ακύρως, με το ... πωλητήριο έγγραφο - "χοτζέτι" από Οθωμανούς, σχετικού επίσημου οθωμανικού τίτλου- "ταπί", όπως ορίστηκε αρχικά για τα λιβάδια με το Β.Δ.3/15-12-1833 και, ακολούθως, για τα δάση με το Β.Δ. 17/29-11-1836 και μάλιστα στην αρμόδια Γραμματεία Οικονομικών, εντός έτους από την ισχύ του τελευταίου Β.Δ., όπως του είχε υποδειχθείτε την ρητή επιφύλαξη υπέρ του Δημοσίου στην 60/14-3-1836 επικυρωτική απόφαση της "επί των κατά την Αττική και Εύβοια οθωμανικών πωλήσεων Επιτροπής", (ούτε όμως, από τους διαδόχους του Δ.
Ο. και Ο. Μ. Α., οι οποίοι, άλλωστε, δεν είχαν και κανένα λόγο να προβούν σε τέτοια ενέργεια, αφού ο δικαιοπάροχος τους Γ. Μ. δεν τους είχε μεταβιβάσει τέτοια εδάφη, που χρησίμευαν ως χειμερινές και θερινές βοσκές). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ο φερόμενος απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Κ. Ν., με τους τίτλους του απέκτησε, παραγώγως όχι δάσος ή λιβάδι, αλλά διακεκριμένα αυτοτελή επί μέρους ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια"), κατά την οθωμανική κατοχή της …, δηλαδή εγκαταστάσεις του αγροκτήματος, όπως αλωνότοπους, καλυβότοπους, ζευγαρόσπιτα, οικήματα γεωργών, οικόπεδα αγροικιών, πηγάδια, πύργο, περιβόλια και πρωτοτύπως (με έκτακτη χρησικτησία του βρδ, που συμπληρώθηκε έως την 11.09.1915) αγροτική έκταση 400 στρεμμάτων, την οποία και μόνο χρησιδέσποσε ανεπίληπτα, αυτός και οι προκτήτορές του, με την ειλικρινή πεποίθηση, ότι δεν παραβλάπτουν τα δικαιώματα τρίτων και δη, του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς η μέχρι 11-9-1915 ασκηθείσα νομή του πιο πάνω και των απωτέρων προκτητόρων του επί των προαναφερομένων δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, που εκτείνονται στις δυτικές πλαγιές {κλιτύς} του …, δυτικά της ζώνης των προπόδων {υπωρειών} αυτού (όπως οριοθετήθηκε διοικητικά, το έτος 1953, αλλά μορφολογικά αποτελεί πλαγιά) και ανατολικά της παλαιάς οδού ..., αποδείχθηκε επιλήψιμη, όπως προεκτίθεται και δεν ήταν ικανή να τους προσπορίσει ούτε τους προσπόρισε, κυριότητα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι εκκαλούντες δεν απέδειξαν ότι το επίδικο ακίνητο, όλο ή εν μέρει, κείται εντός της εδαφικής έκτασης, που καταλαμβάνουν τα ανωτέρω διακεκριμένα αυτοτελή επί μέρους ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες ("μούλκια") ούτε απέδειξαν ότι το επίδικο ακίνητο, ολόκληρο ή εν μέρει, κείται εντός αγροτικής εδαφικής έκτασης εκ 400 στρεμμάτων (4 ζευγαριών) του κτήματος Κ., που αποτελούσε δημόσια γη στην περίοδο της οθωμανικής κατοχής της … και την είχαν αποκτήσει, κατά κυριότητα, με πρωτότυπο τρόπο, οι φερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, η επακριβής θέση της οποίας (αγροτικής έκτασης 400 στρεμμάτων) δεν προσδιορίστηκε από τους εκκαλούντες, που έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη εδαφική έκταση, στην οποία κείται το επίδικο ακίνητο, η οποία εκτείνεται στις δυτικές πλαγιές {κλιτύς} του …, δυτικά της ζώνης των προπόδων {υπωρειών} αυτού (όπως οριοθετήθηκε, διοικητικά το έτος 1953, αλλά μορφολογικά αποτελεί πλαγιά) και ανατολικά της παλαιάς οδού ..., κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1830-1836, αποτελούσε δάσος με ελάχιστα διάσπαρτα εντός αυτής, τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης και περιήλθε, πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, 3-2-1830, από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ελληνικό Δημόσιο, η τεκμαιρόμενη κυριότητα του οποίου δεν ανατράπηκε αργότερα με τη διαδικασία του Β.Δ. 3/15.12.1833 (για τα τμήματα που αποτελούν λιβάδια, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθούν ως αυτοτελή) ή εκείνη του Β.Δ. 17/29.11.1836 (για όλη τη δασική αυτή έκταση), καθώς οι εκκαλούντες, που βαρύνονται με την ανατροπή του τεκμηρίου της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί δάσους (κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη), δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος αυτό, αποδεικνύοντας στα πλαίσια της κύριας απόδειξης της ιστορικής βάσης της αγωγής τους ότι η έκταση αυτή, το κρίσιμο έτος 1830, ήταν αγρός και όχι δάσος.
Ούτε, όμως, αποδείχθηκε από τους εκκαλούντες, που έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης ότι καταλύθηκε η κυριότητα αυτή του Ελληνικού Δημοσίου επί του δάσους ή εκείνη επί των χορτολιβαδικών εδαφικών τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, συμπληρωθείσα μέχρι 11-9-1915.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία αναγνώριση της κυριότητας των εκκαλούντων επί του επιδίκου εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου δηλώνεται με: α) την πληρωμή από τους εκκαλούντες και τους δικαιοπαρόχους τους φόρων πάσης φύσεως, προς το Δημόσιο και την εγγραφή από το τελευταίο επί της ευρύτερης έκτασης υποθηκών για εξασφάλιση της απαίτησής του από φόρους κληρονομιάς διότι η επιβολή φόρων και η είσπραξη τους από τις αρμόδιες φορολογικές αρχές γίνεται με βάση τη σχετική δήλωση του φορολογούμενου, η δε εξασφάλιση της σχετικής απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου με υποθήκες γίνεται επί των ακινήτων, που βρίσκονται εγγεγραμμένα στις μερίδες τους στα οικεία Υποθηκοφυλακεία, χωρίς πραγματικό έλεγχο των τίτλων τους και β) την επικύρωση από την "κατά την Αττική και την Εύβοιαν επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή" της πώλησης των οθωμανικών κτημάτων στους φερόμενους απωτάτους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων και την παρεμπίπτουσα κρίση της περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου διότι όπως προεκτίθεται, δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο, ικανό να προσπορίσει κυριότητα.
Τα παραπάνω εκτιθέμενα έγιναν δεκτά και με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το Ελληνικό Δημόσιο 257/2016 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που έκρινε επί αγωγών διαδόχων του Α. Ν. και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπου τα επίδικα ήταν αστικά ακίνητα συνολικού εμβαδού 198 στρεμμάτων, τα οποία ευρίσκονταν διάσπαρτα στα διοικητικά όρια τριών Δήμων, μεταξύ των οποίων και του Δήμου …, στην ειδικότερη θέση "..." και στο ….
Ο.Τ., στο οποίο (οικοδομικό τετράγωνο) βρίσκεται και το επίδικο στην παρούσα δίκη ακίνητο. Με το πρώτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι με την 831/1967 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η δικαιοπάροχος τους Μ. Μ. - Ν., αναγνωρίστηκε δικαιούχος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης τμήματος του επιδίκου ακινήτου λόγω διαπλάτυνσης και ευθυγράμμισης της Λεωφόρου … και επειδή στη δίκη εκείνη παρέστη το Ελληνικό Δημόσιο και δήλωσε ότι δεν προβάλει ιδία δικαιώματα επί της απαλλοτριωθείσας έκτασης, η απόφαση αυτή έχει ισχύ δεδικασμένου και συγκεκριμένα ότι το οφελούμενο από την απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο δεν είναι κύριο της έκτασης αυτής και επομένως αποκλείεται το τελευταίο να προβάλει την κυριότητά του στην έκταση αυτή, σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ αυτού και του δικαιούχου της αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, λόγω έλλειψης της αντικειμενικής προϋπόθεσης της ταυτότητας διαφοράς και, ειδικότερα, του αντικειμένου της, αφού η απαλλοτριωθείσα έκταση δεν ταυτίζεται με το επίδικο ακίνητο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως ουσία αβάσιμη, δεν έσφαλε ούτε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ούτε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τους εκκαλούντες με τους λοιπούς συναφείς λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της" Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το τελευταίο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 1, 9 και 20 που αναφέρονται) μέρος του, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν αναφέρει: α) το τίμημα των πωλήσεων, για τις οποίες τα ..., ...
και ... χοτζέτια, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω, β) το διατακτικό των χοτζετίων αυτών, γ) την κατά το έτος 1920 απαλλοτρίωση του κτήματος Κ. από το Κράτος, δ) την κατά το έτος 1922 άρση της απαλλοτρίωσης αυτής και ε) την άδεια του Υπουργού Γεωργίας προς τους κληρονόμους Σ. να πουλήσουν (το κτήμα Κ.) στον Α. Ν.. Σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η παράθεση των ανωτέρω στοιχείων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από την ένδικη αγωγή και τους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή, με βάση το παραπάνω περιεχόμενο της, έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμοστήκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, βάσει του άρθρου 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-12-2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-12-2018 πρόσθετους λόγους αναίρεσης των Π. Β. κλπ., κατά των 3208/2018 και 1521/2017 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντίστοιχα.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ