Legislator Case Law & Legislation
1119/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to expiration of three-year limitation period for appeal.

Case Number 1119/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final first-instance judgment and the appellate court's decision. The appellant argued for the appeal's admissibility, but the court found the request filed after the three-year limitation period expired in January 2017. The court ruled that the appeal was inadmissible as it was filed late and the correction of the appellate decision did not reset the time limit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 and 564(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final first-instance judgment is inadmissible if filed after the expiration of the three-year limitation period, and a subsequent correction of the appellate decision does not interrupt or reset this period.

Keywords

AI generated
cassation appeal limitation period inadmissible appeal three-year period code of civil procedure appellate correction statute of limitations

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 152(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1119 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1119/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. - Π., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Λάππα που ανακάλεσε την από 25/2/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Γκιούγκη και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κούρτη που ανακάλεσε την από 22/2/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέλοπα Λάσκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1674/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 256/2014 του Εφετείου Αθηνών όπως αυτή διορθώθηκε με την 1913/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση όλων των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/5/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Kατά το άρθρο 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ ΑΠ 40/1996, ΑΠ 839/2018, ΑΠ 300/2017). Επομένως, στην παρούσα περίπτωση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη η κρινόμενη από 24-5-2018 αίτηση αναίρεσης, καθ' όσον αυτή στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1674/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων έγινε δεκτή ως προς τον αναιρεσείοντα με την επίσης προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 256/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, μετά την εξαφάνιση της ως άνω οριστικής απόφασης και την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης κατά τα αναφερόμενα μέρη της, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 ΚΠολΔ οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή να ερμηνευθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση που εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία διόρθωσης (άρθρ. 317 παρ. 3 ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 ΚΠολΔ το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρει τους λόγους της αναίρεσης, δηλαδή τα παράπονα κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Αν η αίτηση δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναίρεσης, ακόμη και απαράδεκτο ή αβάσιμο, απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ζητείται, εκτός των άλλων, η αναίρεση και της υπ' αριθ. 1913/2016 διορθωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διορθώθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία η υπ' αριθ. υπ' αριθ. 256/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την προσθήκη του από παραδρομή παραλειφθέντος τμήματος του αιτιολογικού της. Πλην όμως η υπό κρίση αίτηση δεν περιλαμβάνει έστω και ένα λόγο αναίρεσης ως προς την εν λόγω διορθωτική απόφασης και συνεπώς είναι απαράδεκτη για το λόγο αυτό ως προς το εν λόγω αίτημά της.

ΙΙΙ. Κατά τα λοιπά με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 256/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 1913/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων καθώς και την αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 1674/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 19-12-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων : α) απέρριψε την αντέφεση του αναιρεσείοντος, β) απέρριψε την έφεση ως τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και γ) έκανε δεκτή την έφεση ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως προς την διάδικο αυτή.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της.

Τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτει δε την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Βέβαια με το νόμο αυτό (4335/2015) η ως άνω προθεσμία ορίστηκε διετής, πλην όμως ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος αυτού (23-7-2015) αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (Ολ ΑΠ 10/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα αναφερόμενα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αναίρεσης, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 573 ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Αντικείμενό της αποτελούν ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρύουν κατά τα σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης. Με την αποδοχή της αίτησης διόρθωσης ή και μετά από αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου, αποκαθίσταται η υπάρχουσα διάσταση, ώστε να αποδοθεί στο κείμενο της απόφασης το ηθελημένο περιεχόμενό της.

Με τη διόρθωση της απόφασης, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα, η οποία ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (ΑΠ 1112/2014, ΑΠ 1151/1976). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη πιο πάνω υπ' αριθ. 256/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 17-1-2014.

Επιπλέον, η υπό κρίση από 24-5-2018 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω Εφετείου στις 24-5-2018, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αυτή σχετική πράξη κατάθεσης. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, σχετικής καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών, η οποία έληγε στις 17-1-2017.

Όσον αφορά δε στην ως άνω υπ' αριθ. 1913/16-6-2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία διορθώθηκε αυτεπαγγέλτως η προαναφερόμενη υπ' αριθ. 256/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου λόγω παραλείψεως τμήματος από το αιτιολογικό της, δεν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως αφετηρία για την έναρξη της εν λόγω τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Τούτο δε διότι με τη διόρθωση της απόφασης αυτής δεν δημιουργήθηκε νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώθηκε η ήδη υπάρχουσα, η οποία ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς όλα τα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της έναρξης της προθεσμίας της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της.

Πρέπει δε να σημειωθεί στην παρούσα περίπτωση ότι από την ως άνω έλλειψη μέρους του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 256/2014 απόφασης, που διορθώθηκε στη συνέχεια, δεν δημιουργήθηκε κατάσταση ανώτερης βίας κατ' άρθρ. 152 παρ. 1 ΚΠολΔ στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, που τον εμπόδιζε να ασκήσει εμπρόθεσμα την ένδικη αίτηση αναίρεσης και έτσι να δικαιολογείται η πάροδος της σχετικής προθεσμίας.

Κατά συνέπεια τούτων η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας των τριών ετών, που άρχισε να τρέχει από την 17-1-2014 και συμπληρώθηκε την 17-1-2017, δηλαδή ασκήθηκε εκπροθέσμως και είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή και της σχετικής ένστασης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων "...

Α.Ε.", που προβλήθηκε με τις προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ είκοσι (20) ημέρες πριν από την ως άνω δικάσιμο. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

ε' του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για το λόγο ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-5-2018 αίτηση του Α. Τ.-Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1674/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της υπ' αριθ. 256/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και της υπ' αριθ. 1913/2016 διορθωτικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ