Legislator Case Law & Legislation
839/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appeal reason does not apply to the final court decision.

Case Number 839/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Multi-Member District Court. The appellant argued that the lower court distorted a prior final decision regarding hospital benefits, but the Court found this reasoning inapplicable because the contested judgment resulted from an appeal and thus fell outside the scope of Article 560 of the Code of Civil Procedure. Furthermore, the Court determined that the prior final decision did not establish res judicata on the specific hospital benefit claimed in the current lawsuit due to a lack of identity of cause.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1) KPolD; Art. 559(20) KPolD; Art. 560 KPolD: An appeal against a judgment rendered on appeal is inadmissible if the appeal reason cited in Article 559(20) is not included in the limited grounds of Article 560, and if the cited prior final decision does not establish res judicata on the specific subject matter due to lack of identity of cause.

Keywords

AI generated
cassation appeal admissibility res judicata identity of cause distortion of document content labor dispute procedural law Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 35 of Law 3329/2005
Article 8(5) of Law 3205/2003
Article 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 839 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 839/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξάνδρου Αραβαντινού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρόνη Μαυροειδή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 24/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 3385/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης .../15-12-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερη-μοδικίας και έφεση και που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπό-κειται μόνο η απόφαση του εφετείου, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή κατ’ ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή, γιατί με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 300/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3385/2015 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την έφεση του ενάγοντος και εκεί εκκαλούντος κατά της 24/2011 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιλίου, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 2-2-2010 (με αριθμό κατάθεσης ...-2-2010) αγωγής.

Επομένως, η κρινόμενη από 30-12-2015 (με αριθμό κατάθεσης .../15-12-2016) αίτηση αναίρεσης, κα-τά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του κατ’ έφεση δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά το μέρος, όμως, που η αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 3385/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Στο άρθρο 92Α του κώδικα δικηγόρων, που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988 (εφαρμοζόμενου λόγω του εν προκειμένω κρισίμου χρόνου), ορίζονται τα εξής: "1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως:

α) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο. β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μισθολογικό κλιμάκιο. γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις [...]".

Εξ άλλου, με τις 2022210/2776/0022/21-4-1997 (ΦΕΚ Β’ 319) και 2/8250/0022/18-2-2004 (ΦΕΚ Β’ 355) κοινές υπουργικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 24 του ν. 2470/ 1997 και 21 του ν. 3205/2003, ορίζεται ότι "Οι δικηγόροι που παρέχουν υπη-ρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα ΝΠΔΔ, των οποίων τα κατώτερα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816/1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής [...].

Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης των άρθρων 13 του ν. 2470/1997 και 12 του ν. 3205/2003. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816/1988". Περαιτέρω, το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/ 1997 ορίζει ότι, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγείται στο προσωπικό των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, κέντρων ψυχι-κής υγείας και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του ΕΚΑΒ νοσοκομειακό επίδομα, οριζόμενο για το "λοιπό προσωπικό" (οι άλλες περιπτώσεις αφο-ρούν το νοσηλευτικό και τεχνικό προσωπικό) σε 5.000 δραχμές.

Το επίδομα αυτό με την 2/27895/0022/3-7-2002 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 833) διαμορφώθηκε από 1-1-2002 έως 30-6-2002 σε 73,37 ευρώ, από 1-7-2002 έως 31-12-2003 σε 146,74 ευρώ και με το άρθρο 8 παρ 5 περ. β’ του ν. 3205/2003 καθορίσθηκε ως ενιαίο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" για το τεχνικό προσωπικό, το προσωπικό που εργάζεται στην εστίαση, καθώς και το λοιπό προσωπικό και διαμορφώθηκε σε 210 ευρώ.

Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 παρ.7 του ν. 3554/2007, τα ποσά της περ. β’ της παρ.5 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 αναπροσαρμόσθηκαν, κατά μήνα, από 1-1-2007 σε 227,50 ευρώ, από 1-7-2007 σε 245 ευρώ, από 1-1-2008 σε 280 ευρώ και από 1-1-2009 σε 315 ευ-ρώ. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.7 του ν. 2470/1997 και 8 παρ.5 του ν. 3205/2003, που συνάγεται από τη διατύπωσή τους, από την ένταξή τους στο όλο σύστημα του μισθολογίου της δημόσιας διοίκησης και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 2470/1997, το ως άνω επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του εθνικού κέντρου άμεσης βοήθειας (ΕΚΑΒ), του τομέα πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας, σε αντικατάσταση διαφόρων άλλων ειδικών επιδομάτων, τα οποία λάμβανε το προσωπικό αυτό στο παρελθόν και τα οποία συνδέονταν με τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας μέσα στα νοσοκομεία (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, προσέλκυσης και παραμονής κλπ).

Οι δικηγόροι που υπηρετούν στα νοσηλευτικά ιδρύματα, τις μονάδες κοινωνικής φροντίδας κλπ με πάγια αντιμισθία και κατέχουν οργανική θέση σε αυτά, απασχολούνται κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Γι’ αυτό και λαμβάνουν μεν τα εν γένει "επιδόματα που καταβάλλονται στους δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις", όχι όμως και εκείνα που συνδέονται με τις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, όπως το "νοσοκομειακό και τροφής".

Το επίδομα αυτό οι έμμισθοι δικηγόροι των προαναφερόμενων ιδρυμάτων δεν το δικαιούνται ούτε ευθέως, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ούτε εμμέσως, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), διότι αυτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία σε σχέση με το νοσηλευτικό και το λοιπό προσωπικό των ιδρυμάτων αυτών και, ενόψει του είδους της εργασίας τους, έχουν διαφορετικούς όρους απασχόλησης και αποδοχών (ΑΠ 398/2017, ΑΠ 1700/2007).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, με την ένδικη από 2-2-2010 αγωγή, ισχυρίστηκε ότι, το "Κέντρο Βρεφών Η ΜΗΤΕΡΑ", το οποίο με το ν. 2646/1998 συγχωνεύθηκε ως υπηρεσία στο συσταθέν ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδας", που υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού και στη συνέχεια, με το ν. 3106/2003, μετατράπηκε σε αποκεντρωμένη και ανεξάρτητη υπηρεσιακή μονάδα του Γ’ ΠεΣΥΠ και ήδη, δυνάμει του άρθρου 9 του ν. 4109/2013, έχει ενταχθεί, ως αποκεντρωμένη υπηρεσία, στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Αττικής", τον προσέλαβε την 1-1-1984 σε κενή οργανική θέση, με σχέση έμμισθης εντολής, ως νομικό σύμβουλο και έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες του, αμειβόμενος με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που καθορίζεται από τις διατάξεις που άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, καθώς και τις 2022210/2776/0022/21-4-1997 (ΦΕΚ Β’ 319) και 2/8250/0022/18-2-2004 (ΦΕΚ Β’ 355) κοινές υπουργικές αποφάσεις.

Με βάση αυτά και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 9.940 ευρώ, που αντιστοιχεί στο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" του χρονικού διαστήματος από 1-10-2007 μέχρι 28-2-2010, το οποίο του καταβαλλόταν στο παρελθόν, αλλά διακόπηκε από τον Ιούλιο 2004, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 24/2011 α-πόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους του ενάγοντος, εκδόθηκε η 3385/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι ο ενάγων, ως έμμισθος δικηγόρος με πάγια αντιμισθία, δεν δικαιούται το νοσοκομειακό επίδομα βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας, διότι ανήκει σε διαφορετική κατηγορία και έχει διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας του, όρους απασχόλησης και αποδοχών, σε σχέση με το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, στο οποίο χορηγείται.

Ακολούθως, απέρριψε την έφεση κατ’ ουσία και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που αποφάνθηκε ομοίως. 4.

Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο ένατο παρ.2 του ίδιου άρθρου και νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1-1-2016), συνάγεται ότι, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος, σύμφωνα με τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 559 αρ.20 του ίδιου Κώδικα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, ενώ με την 52/2009 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, που εκδόθηκε επί προγενέστερης με αριθμό κατάθεσης 90/2008 αγωγής του, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι δικαιούται να λάβει το νοσοκομειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-6-2008, παραμόρφωσε το αληθινό περιεχόμενο της απόφασης και της αγωγής και ήχθη σε πόρισμα, που είναι καταδήλως διάφορο εκείνου που προκύπτει από τα άνω έγγραφα, δεχόμενη ότι αφορά την επιδίκαση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης και όχι του νοσοκομειακού επιδόματος.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη από-φαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιλίου και συνακόλουθα δεν παρέχεται κατ’ αυτής ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν διαλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμε-νους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Ανεξαρτήτως αυτού, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα 52/2009 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου, που εκδόθηκε επί της με αριθμό κατάθεσης 90/2008 προγενέστερης αγωγής του κατά του ίδιου εναγομένου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, αφορούσε το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 35 του ν. 3329/2005 επίδομα ειδικής απασχόλησης και όχι το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή νο-σοκομειακό επίδομα, που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ.5 του ν. 3205/ 2003 και, συνεπώς, από την επικαλούμενη 52/2009 τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιλίου δεν παράγεται δεδικασμένο, διότι δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση αυτού ταυτότητα της διαφοράς (πραγματικής και νομι-κής αιτίας, ΚΠολΔ 324).

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο παραστάθηκε αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης .../15-12-2016 αίτηση για αναίρεση της 3385/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της 24/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιλίου.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ