Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding consideration of unproposed facts and substantive law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding labor compensation. The appellant argued the lower court improperly considered unproposed facts and violated substantive law by accepting vague claims without specific evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court had properly addressed the specific arguments presented and that the evidence was sufficient to support its findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the lower court did not consider facts that were not proposed or if the appeal lacks a legal basis because the lower court's reasoning was sound and the evidence was adequate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1118 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1118/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Χ. του Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο - Ευγένιο Χριστοφιλόπουλο, που δήλωσε ότι ανακαλεί την από 31-1-2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6749/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-10-2010 αίτησή της και τους από 1-7-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-2-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίως δικογράφου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως (κύριοι και πρόσθετοι).
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Κατά τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε κατά την διάταξη αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 705/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 591 § 1β' και γ' (όπως ισχύει, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, από 1-1-2002 μετά την αντικατάστασή του με το άρθ. 19 ν. 2915/2001), 256 § 1 περ. δ' και 679 § 1 ΚΠολΔ (ακριβώς όμοια με την διάταξη του άρθ. 666 § 1 του ίδιου Κώδικα) συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθ. 677-681 ΚΠολΔ, ουσιωδώς όμοια με την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών που διαγράφεται στα άρθ. 663 επ.
ΚΠολΔ), κατά την οποία δικάσθηκε και η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων και οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή, έστω και συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθ. 262 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.
σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που "ως γενομένη κατά την συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 190/2011, 341/2011). Εξάλλου, κατά το άρθ. 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο...
ως υπεράσπιση κατά της έφεσης...". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος εναγόμενος παραδεκτά προτείνει στο Εφετείο μη προταθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση, προς την οποία εξομοιώνεται και η προταθείσα απαραδέκτως (όπως είναι και η ένσταση που δεν καταχωρίσθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, ΑΠ 1275/ 2009), εφόσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης, στην κατάλυση δηλ.
του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και μέσω τούτου σε απόρριψη της έφεσης (ΑΠ 2080/2007, 1043/2007) και την στήριξη του (απορριπτικού της αγωγής) διατακτικού της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 941/2010), ανεξάρτητα από τον ειδικότερο λόγο απόρριψης της αγωγής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθ. 527 αριθ. 3 και 269 § 2 περ.
γ' και δ' ΚΠολΔ, όπως η τελευταία αυτή διάταξη ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθ. 11 ν. 2915/2001 και πριν αντικατασταθεί με το άρθ. 27 ν. 3994/2011, κατ' εξαίρεση του συγκεντρωτικού συστήματος η προβολή νέων ισχυρισμών (ενστάσεων κ.λπ.) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται, εκτός από την προαναφερθείσα περίπτωση, και όταν αυτοί αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος που προτείνει τον ισχυρισμό δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι: (1) Με την ένδικη από 17-12-2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε, ότι με ατομική σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου παρείχε τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη ΟΤΕ ΑΕ, με πάγια περιοδική (μηνιαία) παροχή συμβατικά προσδιοριζομένη, κατά το χρονικό διάστημα από 3-5-1985 έως 18-9-1998, όταν λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση, συνταξιοδοτηθείσα από 19-9-1998 ως ασφαλισμένη στο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού της εναγομένης και μέτοχος στο Ταμείο Αρωγής Προσωπικού αυτής, ότι κατόπιν σχετικής συμφωνίας την 13-12-1994 με τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, με την 2382/1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, η πάγια μηνιαία αμοιβή της είχε καθορισθεί από 13-12-1994 μέχρι 18-9-1998 στις αποδοχές του μόνιμου προσωπικού της εναγομένης κατηγορίας ΑΤ5, ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 18-9-1998 είχε αξίωση για την καταβολή του επιδόματος/κινήτρου απόδοσης, το οποίο ως καταβαλλόμενο στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους έπρεπε κατά νόμον να προσαυξάνει την πάγια μηνιαία αμοιβή της, με υπολογισμό του στα επιδόματα αδείας και εορτών και στην καταβληθείσα σ' αυτήν την 18-9-1998 κατά την αποχώρησή της προβλεπομένη από το άρθ. 94 § 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων αποζημίωση των 30 παγίων αμοιβών, στην οποία, όμως, δεν συνυπολογίσθηκε, και ότι η εναγομένη την ζημίωσε, παράνομα και υπαίτια, λόγω του μη υπολογισμού του επιδόματος αυτού στην χορηγηθείσα σύνταξη του Ταμείου Ασφάλισης του Προσωπικού της και στην εφάπαξ χορηγία του Ταμείου Αρωγής του Προσωπικού της, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της οφείλει, με το νόμιμο τόκο, τ' αναφερόμενα στην αγωγή λεπτομερώς ποσά, ως επίδομα/κίνητρο απόδοσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 18-9-1998, με υπολογισμό του στα επιδόματα αδείας και εορτών, ως συμπληρωματική αποζημίωση του άρθ. 94 § 1 Κώδικα περί Δικηγόρων και ως αποζημίωση για τον μη υπολογισμό, παρανόμως και υπαιτίως, του επιδόματος αυτού στην εφάπαξ χορηγία του Ταμείου Αρωγής και στην σύνταξη του Ταμείου Ασφάλισης του Προσωπικού της εναγομένης (2) Κατά την συζήτηση της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εναγομένη αναιρεσίβλητη πρότεινε στο ακροατήριο προφορικά διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της τις καταχωρισθείσες στα οικεία πρακτικά ενστάσεις της αοριστίας της αγωγής και της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, ενώ μόνο με τις κατατεθείσες προτάσεις της προέβαλε ένσταση από το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980, περί συμφωνίας δηλ.
μεταξύ των διαδίκων για μη καταβολή στην ενάγουσα του κινήτρου/επιδόματος απόδοσης με τις υπέρτερες των κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων μηνιαίες αποδοχές της (πάγια μηνιαία αμοιβή). Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η ως άνω ένσταση δεν προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (3) Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αόριστη με την 46/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η ενάγουσα άσκησε έφεση με μοναδικό λόγο, ως εικός, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την ένδικη αγωγή της ως αόριστη. (4) Με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου κατά την συζήτηση της έφεσης της αναιρεσείουσας ενάγουσας η αναιρεσίβλητη εναγομένη προς απόκρουση της έφεσης και διατήρηση του απορριπτικού για την ενάγουσα διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης (άρθ. 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ) υπέβαλε και πάλι την ως άνω ένσταση.
Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 6749/2007 απόφασή του κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας έκρινε ότι η αγωγή της ήταν ορισμένη και, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά το στάδιο της ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης ότι η ένσταση αυτή, που είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μόνο με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης εναγομένης, παραδεκτά επαναφέρθηκε ενώπιον αυτού από την αναιρεσίβλητη σύμφωνα με τα άρθ. 527 αριθ. 3 και 269 § 2 ΚΠολΔ ως εγγράφως, κατά την σχετική επίκληση της αναιρεσίβλητης, αποδεικνυομένη από την σχετική συμφωνία των διαδίκων (με αριθ. 2382/1994 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και από 14-12-1994 έγγραφη αποδοχή της από την ενάγουσα), στην συνέχεια δε κατά παραδοχή αυτής και ως ουσιαστικά βάσιμης απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κρίνοντας το Εφετείο, ότι η ως άνω ένσταση παραδεκτά προτάθηκε ενώπιον αυτού κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 527 αριθ. 3 και 269 § 2 ΚΠολΔ και όχι (ως έδει) σύμφωνα με το άρθ. 527 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεχθέν δηλ. άλλο λόγο παραδεκτής σ' αυτό προβολής του ως άνω ισχυρισμού, σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε (πρβλ. άρθ. 578 ΚΠολΔ) και δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και επομένως ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης (με στοιχ.
Ι) από τις διατάξεις αυτές, με τον οποίο αποδίδονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο παρά το νόμο (α) έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση που δεν είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον αυτού, λόγω μη επίκλησης από την εναγομένη ότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη της ως άνω συμφωνίας και (β) δεν την κήρυξε απαράδεκτη, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Συναφώς προς τα προαναφερθέντα με τον δεύτερο κύριο λόγο αναίρεσης (με στοιχ.
ΙΙ) και τον τέταρτο πρόσθετο κατά το αντίστοιχο μέρος του (με στoιχ. IV2) από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι: (α) Η αναιρεσίβλητη εναγομένη δεν επικαλέσθηκε στο Εφετείο ότι αποδεικνύει εγγράφως τον ως άνω ισχυρισμό της (ένσταση) σύμφωνα με τα άρθ. 527 αριθ. 3 και 269 § 2 ΚΠολΔ, ούτε τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Κατά το σκέλος τούτο ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως ήδη κρίθηκε, η παραπάνω ένσταση προτάθηκε στο Εφετείο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης και στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης (β) Το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη ισχυρίσθηκε κατ' ένσταση, που πρόβαλε πρωτοδίκως (μόνο) με τις προτάσεις της και επανέφερε στο Εφετείο, ότι κατά την μισθολογική συμφωνία του έτους 1994 οι αποδοχές της ενάγουσας ήταν ανώτερες των προβλεπομένων στον Κώδικα Δικηγόρων και για το επίδομα/κίνητρο απόδοσης ορίσθηκε να μην της χορηγείται αυτό με τις υπέρτερες αποδοχές της και κατά παραδοχή αυτής απέρριψε την αγωγή, τέτοια, όμως, ένσταση δεν προβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη (ούτε πρωτοδίκως, ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο), το μοναδικό δε ζήτημα που τέθηκε στο δικαστήριο ήταν το γενικοτέρου ενδιαφέροντος θέμα (όπως αυτό εκτενώς εκτίθεται στο εισαγωγικό μέρος της αναίρεσης, το οποίο το Εφετείο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, παρέκαμψε εντελώς) "εάν κατά την ειδική ρύθμιση που αφορούσε τα επιδόματα των υπηρετούντων δικηγόρων κατά την κατάρτιση της μισθολογικής συμφωνίας του 1994 οι δικηγόροι της αντιδίκου (εναγομένης) λαμβάνουν τα επιδόματα που προβλέπονται από τον νόμο για τους δικηγόρους, υπολογιζόμενα απλώς για τον ποσοτικό τους προσδιορισμό (κατά τις προϋποθέσεις και το ύψος τους) όπως και τα αντίστοιχα επιδόματα των μηχανικών (ΑΤ5 μισθολογική κατηγορία)".
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον η αναιρεσείουσα ενάγουσα με την αγωγή της ζήτησε όσα έχουν ήδη αναφερθεί και η αναιρεσίβλητη πρόβαλε την ως άνω ένσταση, κατά την οποία με βάση την αναφερομένη μισθολογική συμφωνία του έτους 1994 η ενάγουσα δεν εδικαιούτο επίδομα/ κίνητρο απόδοσης, αντικείμενο δε της δίκης δεν ήταν το πιο πάνω "γενικότερης σημασίας" ζήτημα.
Κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ο δεύτερος κύριος λόγος αναίρεσης, κατά τα ως άνω, καθώς και οι συναφείς αιτιάσεις του τετάρτου προσθέτου λόγου (από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ και εφαρμόζονται σε περίπτωση ύπαρξης κενού ή ασάφειας στην σχετική δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, συντελείται, μεταξύ άλλων, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, έστω και έμμεσα, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, περίπτωση δε τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς, διαπίστωσης κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας προέβη πράγματι σε ερμηνεία της για την αληθή μορφή και έννοιά της με την συνεκτίμηση εγγράφων και λοιπών στοιχείων εκτός της δικαιοπραξίας (ΑΠ 530/2011) ή με την χρήση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων, όχι, όμως, και όταν δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής, κρίση που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1333/2012).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, κατά συνέπεια δε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και πλήττεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 530/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με την προαναφερθείσα ένσταση της αναιρεσίβλητης (που κρίθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ως παραδεκτά επαναφερθείσα ενώπιον αυτού) από το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 για την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία την 13-12-1994 (2382/1994 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης), κατά την οποία, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, οι αποδοχές (πάγια μηνιαία αμοιβή) της ενάγουσας από 13-12-1994 μέχρι 18-9-1998 ήταν ανώτερες από τα κατώτατα όρια αμοιβής του Κώδικα περί Δικηγόρων, ενώ το επίδομα/κίνητρο απόδοσης ορίσθηκε να μην χορηγείται στην ενάγουσα με τις ως άνω υπέρτερες αποδοχές, δέχθηκε περαιτέρω ότι αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη, συγκεκριμένα δε ότι "Η 2382/13.12.1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης [θ.14], μεταξύ άλλων: "Έδωσε την δυνατότητα στους υπηρετούντες σήμερα Δικηγόρους (πλην του Νομικού Συμβούλου) να ενταχθούν, από την 20η Οκτωβρίου 1994, με αίτησή τους, που θα υποβάλουν μέχρι και την 23η Δεκεμβρίου 1994, σε μισθολογικά κλιμάκια της κατηγορίας ΑΤ5 του μόνιμου προσωπικού, όπως αυτά θα ισχύουν κάθε φορά, υπό τους εξής ειδικότερους όρους.
α.-Για την ένταξη στα κλιμάκια και τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος θα ληφθεί υπ' όψη η ημερομηνία εγγραφής στο Δικηγορικό Σύλλογο, ως Δικηγόρων καθώς και η στρατιωτική θητεία, όπως υπολογίζεται και στο μόνιμο προσωπικό. β.-Για τα υπόλοιπα δικαιούμενα επιδόματα (επιστημονικό, μεταπτυχιακό, οικογενειακό κ.λπ.) θα εφαρμοστούν ό,τι και στο μόνιμο προσωπικό.
γ.-... δ.-Τυχόν μεγαλύτερες καταβαλλόμενες αποδοχές θα διατηρηθούν και θα συμψηφιστούν μόνο με τη χορήγηση κλιμακίων και χρονοεπιδόματος. ε.-Όσοι επιλέξουν, με αίτησή τους, να ενταχθούν στο μισθολόγιο του μόνιμου προσωπικού, ως ανωτέρω, θα παραιτηθούν από κάθε δικαίωμα μισθολογικής φύσης, που απορρέει από την ισχύουσα ατομική τους σύμβαση, με έγγραφη δήλωσή του" (βλ.
έγγραφο - απόφαση). Την απόφαση αυτή, η ενάγουσα "αποδέχεται", την 14.12.1994, με έγγραφη δήλωσή της προς την εναγομένη. Ειδικότερον, στην έγγραφη δήλωση της εναγούσης αναφέρονται, μεταξύ άλλων: "Αποδέχομαι και ζητώ την ένταξή μου στο εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο της ως άνω κατηγορίας ΑΤ5 του μόνιμου προσωπικού ΟΤΕ σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους" (βλ.
από 14-12-1994 έγγραφη δήλωση)". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι μετά την παραδοχή της ένστασης αυτής δεν υπάρχει αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή του επιδόματος/κινήτρου απόδοσης, ούτε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από το προεκτεθέν τμήμα της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία, μετά από απλή παράθεση αυτουσίως αποσπάσματος της μισθολογικής σύμβασης του 1994, το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω συμπέρασμα σε σχέση με την ένδικη ένσταση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η συμφωνία αυτή των διαδίκων είναι έγκυρη, σύμφωνα με το άρθ.12 § 4 ν. 1093/1980 (αφού με αυτήν αφενός καθορίσθηκε περιοδική αμοιβή της ενάγουσας ανώτερη των ελαχίστων ορίων και αφετέρου τα συμβαλλόμενα μέρη "όρισαν άλλως" για τα επιδόματα του άρθ. 92Α §§ 2 και 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων) και ότι το περιεχόμενο της παραπάνω συμφωνίας είναι απόλυτα σαφές και δεν προέβη σε ερμηνεία της με προσφυγή σε επιχειρήματα από το κείμενό της και σε στοιχεία εκτός αυτής.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, τρίτος κύριος (με στοιχ.
ΙΙΙ) και οι συναφείς πρόσθετοι λόγοι πρώτος (με στοιχ. Ι) και κατά ένα μέρος τέταρτος (με στοιχ. IV.1, 2δ κ.λπ.) κατά το μέρος αυτών από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δέχθηκε έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, την ύπαρξη κενού και ασάφειας ως προς την παραίτηση της αναιρεσείουσας ενάγουσας από την ένδικη αξίωσή της και παρά ταύτα δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, προς άρση του κενού και της ασάφειας, παραβιάζοντας μάλιστα και την διάταξη του άρθ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι αυτοί δε λόγοι από την ίδια διάταξη, καθόσον μέρος τους και κατ' εκτίμηση αυτών προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και διότι με βάση τα κριτήρια που καθιερώνονται απ' αυτές και τις εκτεθείσες παραδοχές του έπρεπε να καταλήξει στην κρίση ότι στην επίδικη σύμβαση δεν περιλαμβάνεται και η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας, πρέπει ν' απορριφθούν ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω σύμβαση και συνακόλουθα δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ και δεν προέβη σε ερμηνεία αυτής (διατυπώνοντας και σχετικό πόρισμα), οι αυτοί ως άνω λόγοι κατά το μέρος τους από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι σε ανακριβή προϋπόθεση.
Ειδικότερα, με τους λόγους αυτούς η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο ότι παραβίασε εκ πλαγίου τα άρθ. 173 και 200 ΑΚ, διότι (α) ενώ μοναδική αποδεικτική (πραγματική) παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασής του αποτελεί η παράθεση αυτουσίου του αναφερομένου εκεί αποσπάσματος της μισθολογικής σύμβασης του 1994, το απ' αυτήν συμπέρασμα δεν συνάγεται "ρητώς από κανένα σημείο της γραμματικής διατύπωσης της δηλουμένης βούλησης των μερών" (β) οι παραδοχές της απόφασης, με βάση τις οποίες απέρριψε την αγωγή της δεχθείσα την ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης εναγομένης (ότι με την μισθολογική συμφωνία του έτους 1994 ορίσθηκε να μην χορηγείται στην ενάγουσα ειδικά το επίδομα/κίνητρο απόδοσης κ.λπ.) δεν είναι αποτέλεσμα του γράμματος της σύμβασης, αλλά ερμηνείας (γ) η απόφαση δεν άγεται στην τελική κρίση της από το γράμμα του αποσπάσματος, αλλ' ασαφώς από κάποια πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν εξειδικεύει (δ) παρά τα τεθέντα υπόψη του δικαστηρίου σοβαρά στοιχεία, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα οποία "συγκροτούν τη φυσιογνωμία, αλλά και την ουσία της διαφοράς και τα οποία, ακόμη και με την κοινή λογική, επιβάλλουν την ανάγκη ερμηνείας της δηλώσεως βουλήσεως" το Εφετείο αγνοώντας όλα αυτά "αφοριστικά" δέχθηκε ότι η ως άνω ένσταση ήταν νόμιμη και ορισμένη, προτάθηκε παραδεκτά και αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμη, περαιτέρω δε τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου δεδομένα, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, που οδηγούν κατά λογική αναγκαιότητα σε έννοια αντίθετη από εκείνη που δέχεται το δικαστήριο.
Παράλληλα, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου το άρθ. 6 § 1 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 ΕΣΔΑ, αυτοτελώς και σε συνδυασμό, αφενός με τα άρθ. 173 και 200 ΑΚ, και αφετέρου με τα άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 και 92Α § 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αλλά και με το άρθ. 93 § 3 του Συντάγματος, καθόσον, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, ουδεμία αιτιολογία παραθέτει στην προσβαλλομένη απόφασή του για την ολοκληρωτική παράλειψη απάντησης στους αποφασιστικής σημασίας ισχυρισμούς της που επηρεάζουν ευθέως και την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες, διότι στηρίζονται, κατά τα προεκτεθέντα, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ειδικά δε κατά το μέρος που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ότι η επίμαχη δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής (μη έχουσα, άρα, ανάγκη ερμηνείας) ως απαράδεκτες (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλ. χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του με βάση τ' αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 76/2013).
Με τους λόγους αναίρεσης τέταρτο κύριο και τον συναφή τέταρτο πρόσθετο, κατά το σχετικό μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της πιο πάνω κρίσης του χρησιμοποίησε αποκλειστικά απόσπασμα από δύο και μόνο έγγραφα, την 2382/1994 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και την από 14-12-1994 αποδοχή της από την ενάγουσα, δηλ.
από την μισθολογική συμφωνία του έτους 1994, και με βάση αυτά δέχθηκε ως αποδεδειγμένο ότι δεν υπάρχει αξίωση της αναιρεσείουσας κατά παραδοχή της ένστασης της αναιρεσίβλητης εναγομένης, πλην όμως "το παρατιθέμενο περιεχόμενο των δύο αυτών αποσπασμάτων δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο αποδεικτικό λόγο, ούτε συνδέεται υλικά ή λογικά, υπό αποδεικτική έννοια με το όλως διάφορο περιεχόμενο της φερομένης ενστάσεως της αντιδίκου...".
Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του σχημάτισε, όπως βεβαιώνει, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους. Επομένως, οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι, κατά το μέρος τους που προσάπτουν την αναιρετική αυτή πλημμέλεια πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον δε υπό την επίφαση αυτού αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη δεν προκύπτουν όσα το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, είναι απαράδεκτοι και γι' αυτό απορριπτέοι, διότι πλήττουν ευθέως την μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του δικαστηρίου για την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και ενγένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό περιστατικό που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του κάθε ενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1485/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. β' του ΚΠολΔ εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στον δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από την γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 29/ 2011).
Επίσης, σε σχέση με την εξώδικη ομολογία, δηλ. την ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου από εκείνο που δικάζει την συγκεκριμένη διαφορά και εκτιμάται ελεύθερα (άρθ. 339, 352 § 2 ΚΠολΔ, ΑΠ 1634/2011), η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εάν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε ουσιαστική εκτίμηση, μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, συναγομένης, κατ' αυτόν, από έγγραφο, δεν θεμελιώνεται, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό (ΑΠ 1014/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται από την ως άνω διάταξη, προβάλλει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση ότι δεν δικαιούται το επίδικο επίδομα, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα και τις ομολογίες που συνάγονται απ' αυτές και ειδικότερα (1) τις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και την σ' αυτές περιεχομένη ομολογία της περί ανάγκης ερμηνείας της μισθολογικής σύμβασης του έτους 1994 (2) τα εκκαθαριστικά σημειώματα των ετών 1989, 1992, 1998 και 2003 που προσκόμισε και επικαλέσθηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι, εάν οι δικηγόροι ελάμβαναν τα επιδόματα του προσωπικού, τότε θα έπρεπε να λαμβάνουν και το τεχνικό επίδομα των μηχανικών στην κατηγορία ΑΤ5 (3) την ομολογία της αναιρεσίβλητης περί μη καταβολής στους δικηγόρους της του τεχνικού επιδόματος (4) την ομολογία της εναγομένης με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όπου ρητά δέχεται ότι το "επίδομα ευθύνης θέσης" (που μετονομάσθηκε σε επίδομα εξόδων κίνησης και παράστασης) χορηγείται στους υπόψη δικηγόρους με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπαλλήλους - Προϊσταμένους του ΟΤΕ, την οποία (ομολογία) επικαλέσθηκε ("του αναφερομένου στην αγωγή επιχειρήματος") προς απόδειξη του προταθέντος ισχυρισμού της, ότι, εάν οι δικηγόροι της αντιδίκου της (αναιρεσίβλητης εναγομένης) ελάμβαναν τα επιδόματα του προσωπικού της και όχι τα επιδόματα των δικηγόρων, τότε δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβλεφθεί ειδικά με την παρ. 3 της μισθολογικής συμφωνίας η απονομή στους δικηγόρους και του επιδόματος "ευθύνης θέσης" (5) τις αποφάσεις 4423/2004 του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρωτόδικη 165/2003, και 87/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες επιδικάσθηκε σε άλλους δικηγόρους της αναιρεσίβλητης το επίδομα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας και τις οποίες αυτή αποδέχθηκε και εκτέλεσε, την σχετική ομολογία του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την ως άνω 87/2003 πρωτόδικη απόφαση, ότι τα "δικαιούμενα επιδόματα" των δικηγόρων κατά την έννοια της κρίσιμης μισθολογικής συμφωνίας του 1994 που καλύπτονταν απ' αυτήν ήταν (εκτός από το μεταπτυχιακό - επιστημονικό) αποκλειστικά το χρονοεπίδομα, οικογενειακό και το ως άνω επίδομα ευθύνης θέσης, και 2526/2006 του Εφετείου Αθηνών εκδοθείσα επί ομοίας αγωγής για τους με πάγια αντιμισθία δικηγόρους της ΕΥΔΑΠ.
Ο λόγος αυτός (1) κατά το μέρος του που αναφέρεται στα παραπάνω έγγραφα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ως άνω ειδικότερα μνημονευόμενα έγγραφα (2) κατά το μέρος του που αφορά την μη λήψη υπόψη των παραπάνω φερομένων ως γενομένων ομολογιών της αναιρεσίβλητης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το δικαστήριο δεν προέβη, όπως προαναφέρθηκε, σε ερμηνεία της παραπάνω (μισθολογικής) συμφωνίας, με προσφυγή σε ερμηνευτικά επιχειρήματα από το κείμενό της και σε στοιχεία εκτός αυτής, εκ της οποίας κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα δεν δικαιούται την ένδικη απαίτηση και συνεπώς για την κρίση του αυτή δεν ήταν αναγκαίο να λάβει υπόψη του και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ειδικότερα δε η φερομένη ως ομολογία με στοιχ. 4 στην πραγματικότητα αφορά (όχι πραγματικό περιστατικό αλλά) επιχείρημα για άλλο, και όχι το επίδικο, επίδομα, ενώ οι αναφερόμενες ως άνω αποφάσεις και οι φερόμενες ως εξ αυτών συναγόμενες ομολογίες αφορούν άλλα επιδόματα και άλλους διαδίκους, πέραν του ότι η ευχέρεια του δικαστηρίου να συναγάγει ομολογία ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
V. Από τις διατάξεις των άρθ. 1, 2 § 1, 38, 39 § 1, 44, 63 §§ 1-5, 9, 92 και 94 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, σε συνδυασμό με αυτές των άρθ. 648 επ. και 713 επ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος είναι δυνατό ν' αμείβεται και με πάγια περιοδική αμοιβή, η οποία κανονίζεται με συμφωνία του ίδιου και του εντολέα του και σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να είναι χαμηλότερη από τα ελάχιστα όρια που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, δημοσιευομένη στην ΕτΚ, μετά σύμφωνη γνώμη του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.
Σύμφωνα με το άρθ. 92Α §§ 1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθ. 2 ν. 1093/1980 και τροποποιήθηκε με το άρθ. 12 ν. 1816/ 1988 (1) σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες απ' αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή τα κατώτατα όρια της αμοιβής αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως (α) για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μισθολογικό κλιμάκιο (β) για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μ.κ. (γ) για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μ.κ. (2) τα κατώτατα όρια αμοιβής της προηγουμένης παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους σύμφωνα με τις ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις, για τον καθορισμό δε του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος.
Περαιτέρω, με την ΚΥΑ 2022210/ 2776/002/1997 (ΦΕΚ Β' 319), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 24 ν. 2470/1997, για την αναμόρφωση του μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης, και ισχύει από 1-1-1997 κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί (δηλ. με έμμισθη εντολή, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 2 ν. 1093/1980, δηλ.
το άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων) στα αναφερόμενα και στο άρθ. 92Α § 1 του Δικηγορικού Κώδικα μισθολογικά κλιμάκια και ορίσθηκε ότι σ' αυτούς καταβάλλεται και το κίνητρο απόδοσης του άρθ. 13 ν. 2470/1997 (όπως, σύμφωνα με το ως άνω άρθ. 92Α Κώδικα περί Δικηγόρων, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθ. 8 ν. 2470/1997).
Εξάλλου, κατά το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 σε περίπτωση καθορισμού στο μέλλον (μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού) με συμφωνία των μερών ποσού περιοδικής αμοιβής ποσού ανωτέρου του καθοριζομένου από το άρθ. 2 (δηλ. το προστεθέν με αυτό άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων), τούτο, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν άλλως, θα προσαυξάνεται σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου τούτου, ως βάση δε υπολογισμού των προσαυξήσεων θα λαμβάνεται το ποσό αμοιβής που θα συμφωνηθεί.
Επομένως, το κίνητρο απόδοσης καταβάλλεται στους αμειβομένους με πάγια αντιμισθία δικηγόρους, ακόμη και αν αμείβονται με ποσό ανώτερο αυτού που καθορίζεται από το άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων, εκτός εάν συμφωνηθεί ότι στις ανώτερες των ελαχίστων ορίων αποδοχές περιλαμβάνονται ή συμψηφίζονται και όλα ανεξαιρέτως τα προβλεπόμενα από την ως άνω διάταξη επιδόματα.
Μπορεί, επίσης, να συμφωνηθεί ότι στις ως άνω ανώτερες των νομίμων αποδοχές συμψηφίζονται ορισμένα μόνο από τα προβλεπόμενα επιδόματα, στην περίπτωση δε αυτή ο δικηγόρος έχει δικαίωμα καταβολής των υπολοίπων, εκτός αν από το περιεχόμενο της συμφωνίας προκύπτει σαφώς η βούληση των μερών για την μη καταβολή, πέραν αυτών, άλλων επιδομάτων.
Αν με την ατομική σύμβαση των ενδιαφερομένων συμφωνήθηκε η καταβολή κάποιων από τα νόμιμα επιδόματα, ο δικηγόρος δεν μπορεί να ζητήσει εκ νέου αυτά με βάση το νόμο, μπορεί, όμως, εφόσον το συμφωνηθέν ποσό ή ποσοστό υπολείπεται του νομίμου, να ζητήσει την διαφορά, εκτός αν συμφωνήθηκε το αντίθετο. Επομένως, σε περίπτωση καθορισμού της πάγιας (περιοδικής) αμοιβής δικηγόρου με συμφωνία που καταρτίσθηκε μετά το ν. 1093/1980 σε ποσό ανώτερο αυτού που καθορίζεται από το άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων, ο εναγόμενος εντολέας μπορεί, κατ' ένσταση, να ισχυρισθεί και ν' αποδείξει ότι το θέμα της αμοιβής ρυθμιζόταν διαφορετικά με βάση σχετική συμφωνία των διαδίκων, ότι δηλ.
είχε συμφωνηθεί ειδικά ο συμψηφισμός κάποιων επιδομάτων στις υπέρτερες αυτές αποδοχές. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με τη προσβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, δικηγόρος στον Άρειο Πάγο από το 1982, προσλήφθηκε την 3-5-1985 από την εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία ΟΤΕ ΑΕ με έγγραφη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια (περιοδική) αμοιβή και έκτοτε παρείχε σ' αυτήν δικηγορικές υπηρεσίες μέχρι την 18-9-1998, όταν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία της εναγομένης και στην συνέχεια η ενάγουσα συνταξιοδοτήθηκε, ότι κατά την διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης κατά σχετική συμφωνία των διαδίκων (2382/13.12.1994 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης) από 13.12.1994 μέχρι 18.9.1998 η πάγια μηνιαία αμοιβή της ενάγουσας είχε καθορισθεί στις αποδοχές που λάμβανε το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης, κατηγορίας ΑΤ5, και ήταν υπέρτερες από τα κατώτατα όρια αμοιβής κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, ότι η ένσταση της εναγομένης για την συμφωνία την 13.12.1994 (2382/1994 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης), κατά την οποία οι αποδοχές (πάγια μηνιαία αμοιβή) της ενάγουσας από 13.12.1994 μέχρι 18.9.1998, ήταν ανώτερες από τα κατώτατα όρια αμοιβής του Κώδικα Δικηγόρων, ενώ το επίδομα/κίνητρο απόδοσης ορίσθηκε να μην χορηγείται στην ενάγουσα με τις ως άνω υπέρτερες αποδοχές, είναι νόμιμη σύμφωνα με το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 και αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη, ότι συγκεκριμένα η 2382/13-12-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης [θ.14], μεταξύ άλλων, "Έδωσε την δυνατότητα στους υπηρετούντες σήμερα Δικηγόρους (πλην του Νομικού Συμβούλου) να ενταχθούν, από την 20η Οκτωβρίου 1994, με αίτησή τους, που θα υποβάλουν μέχρι και την 23η Δεκεμβρίου 1994, σε μισθολογικά κλιμάκια της κατηγορίας ΑΤ5 του μόνιμου προσωπικού, όπως αυτά θα ισχύουν κάθε φορά, υπό τους εξής ειδικότερους όρους.
α.-Για την ένταξη στα κλιμάκια και τον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος θα ληφθεί υπ' όψη η ημερομηνία εγγραφής στο Δικηγορικό Σύλλογο, ως Δικηγόρων καθώς και η στρατιωτική θητεία, όπως υπολογίζεται και στο μόνιμο προσωπικό. β.-Για τα υπόλοιπα δικαιούμενα επιδόματα (επιστημονικό, μεταπτυχιακό, οικογενειακό κ.λπ.) θα εφαρμοστούν ό,τι και στο μόνιμο προσωπικό.
γ.-... δ.-Τυχόν μεγαλύτερες καταβαλλόμενες αποδοχές θα διατηρηθούν και θα συμψηφιστούν μόνο με τη χορήγηση κλιμακίων και χρονοεπιδόματος. ε.-Όσοι επιλέξουν, με αίτησή τους, να ενταχθούν στο μισθολόγιο του μόνιμου προσωπικού, ως ανωτέρω, θα παραιτηθούν από κάθε δικαίωμα μισθολογικής φύσης, που απορρέει από την ισχύουσα ατομική τους σύμβαση, με έγγραφη δήλωσή του", ότι την απόφαση αυτή, η ενάγουσα "αποδέχεται", την 14.12.1994, με έγγραφη δήλωσή της προς την εναγομένη, ότι ειδικότερα, στην έγγραφη δήλωση της εναγούσης αναφέρονται, μεταξύ άλλων "Αποδέχομαι και ζητώ την ένταξή μου στο εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο της ως άνω κατηγορίας ΑΤ5 του μόνιμου προσωπικού ΟΤΕ σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους" (βλ.
από 14-12-1994 έγγραφη δήλωση)" και ότι από τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά δεν υπάρχει αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή του επιδόματος/κινήτρου απόδοσης. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή της είχε απορριφθεί ως αόριστη, και στην συνέχεια απέρριψε αυτήν (ερειδομένη στις διατάξεις των άρθ. 92Α §§ 1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, 12 § 4 ν. 1093/1980, 330, 297, 298 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ) ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον, με βάση τις παραδοχές του από το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης του ΔΣ της εναγομένης και της δήλωσης της ενάγουσας προκύπτει σαφής συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την θέσπιση νέου μισθολογίου, το οποίο περιελάμβανε πλέον τα σαφώς αναφερόμενα εκεί επιδόματα, καθώς και εκείνα που ελάμβανε και το μόνιμο προσωπικό της εναγομένης (όπως το επιστημονικό, μεταπτυχιακό, οικογενειακό κ.λπ.), πέραν δε αυτών δεν θα εδικαιούτο να λαμβάνει η ενάγουσα άλλα επιδόματα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων, υφιστάμενα ή μελλοντικά, αφού αυτά, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ως προς το περιεχόμενο της ως άνω συμφωνίας, καλύπτονταν από την καταβαλλομένη, με βάση το νέο μισθολόγιο, αμοιβή, που ήταν ανώτερη της προβλεπομένης από το άρθ. 92Α του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Η προαναφερθείσα συμφωνία των διαδίκων είναι έγκυρη σύμφωνα με το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980, αφού με αυτήν, αφενός καθορίσθηκε περιοδική αμοιβή της ενάγουσας ανώτερη των ελαχίστων ορίων και αφετέρου τα συμβαλλόμενα μέρη "όρισαν άλλως" για τα επιδόματα του άρθ. 92Α §§ 2 και 3 του ως άνω Κώδικα, ενώ οι διαλαμβανόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αιτιολογίες αναφορικά με το ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται το επίδικο επίδομα είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Επομένως, είναι αβάσιμος και γι' αυτό απορριπτέος ο περί του αντιθέτου τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 και 92Α §§ 1, 2, 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (σε συνδυασμό με την 128494/1954 απόφαση του Υπ.
Δικαιοσύνης και την παρ. 2 της 128599/1973 ομοίας), ως προς όλες τις προβαλλόμενες με αυτόν ειδικότερες αιτιάσεις και δη ότι δεν αναφέρεται στην απόφαση η ύπαρξη ειδικής και σαφούς/αναμφίβολης συμψηφιστικής συμφωνίας ως προς τον αποκλεισμό της χορήγησης στην ενάγουσα του επιδίκου επιδόματος.
VI. Με τον έκτο πρόσθετο λόγο από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση που προέβαλε προς "εξουδετέρωση" της από το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 ως άνω ένστασης της αναιρεσίβλητης εναγομένης και συγκεκριμένα την αντένσταση "από το δίκαιο των Γενικών Όρων των Συναλλαγών, η παραδοχή της οποίας θα συνεπαγόταν την μη είσοδο στη μισθολογική σύμβαση και πάντως την ακυρότητα, ιδίως ως αιφνιδιαστικής, ρήτρας με περιεχόμενο την, συμψηφιστικά προς τις συμφωνημένες αποδοχές τους, παραίτηση των δικηγόρων για το απροσδιόριστο μέλλον από κάθε παροχή που ο ίδιος ο νομοθέτης, με βάση την ιδιότητά τους και συγκεκριμένο λόγο, θα χορηγούσε ειδικά σε αυτούς", ειδικότερα δε ότι με τις πρωτόδικες αλλά πλέον εκτεταμένα με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της εξέθεσε "με σαφήνεια τον βίαιο εξαναγκασμό των δικηγόρων της αντιδίκου για να αποδεχθούν το μισθολόγιο του έτους 1994, δηλ.
να αποδεχθούν την 2382/94 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου" και ότι "όλοι οι όροι ήταν μονομερώς και εγγράφως προδιατυπωμένοι με την ως άνω απόφαση του ΔΣ της αντιδίκου (2382/13.12.1994) για το σύνολο των δικηγόρων της, γεγονός που επιβεβαιώνει την ιδιότητά τους ως Γενικών Όρων των Συναλλαγών". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν, υπό οποιονδήποτε χαρακτηρισμό, και τον απέρριψε εκ του πράγματος, αφού δέχθηκε ειδικότερα ότι (α) την ως άνω απόφαση του ΔΣ της εναγομένης αποδέχθηκε η ενάγουσα με την από 14-12-1994 δήλωσή της, στην οποία αναφέρει ότι αποδέχεται την απόφαση αυτή και ζητεί την ένταξή της στο εκάστοτε ισχύον μισθολόγιο της ως άνω κατηγορίας ΑΤ5 του μονίμου προσωπικού της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους (β) η συμφωνία αυτή των διαδίκων είναι νόμιμη σύμφωνα με το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980, αφού με αυτήν, αφενός καθορίσθηκε περιοδική αμοιβή της ενάγουσας ανώτερη των ελαχίστων ορίων και αφετέρου τα συμβαλλόμενα μέρη "όρισαν άλλως" για τα επιδόματα του άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων και (γ) η αναιρεσίβλητη έδωσε την δυνατότητα και δεν επέβαλε την υποχρέωση στην αναιρεσείουσα να ενταχθεί στο μισθολόγιο του μονίμου προσωπικού.
VII. Κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης, κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που ελέγχονται από τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 4/2012, 3/2006), δεν αποκλείεται, όμως, η διαφορετική ρύθμιση περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες.
Με τον έβδομο πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και κατ' εκτίμηση αυτού αποδίδεται από την αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και, πάντως, εκ πλαγίου τα άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ απορρίπτοντας την αγωγή της και μη επιδικάζοντας το κίνητρο απόδοσης, το οποίο επιδίκασε με την 2526/2006 απόφασή του, που εκδόθηκε επί ομοίας ακριβώς αγωγής των με πάγια αντιμισθία δικηγόρων της ΕΥΔΑΠ, και μη απορρίπτοντας, όπως με την παραπάνω απόφαση, ως απαράδεκτη, άλλως ως αόριστη, την ένσταση από το άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980.
Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές δεν θεμελιώνουν κάποια αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ. 559 ΚΠολΔ σε σχέση με την προεκτεθείσα συνταγματική διάταξη, διότι αυτή απευθύνεται στο νομοθέτη, τον οποίο και δεσμεύει, ώστε κατά την ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων, καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων να μην εισάγει εξαιρέσεις και να μην προβαίνει σε διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων και μόνο υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ούτε σε σχέση με το άρθ. 6 § 1 της ΕΣΔΑ (για την δίκαιη δίκη), καθόσον με βάση το ισχύον κατά την άσκηση της αγωγής δίκαιο και όσα προαναφέρθηκαν δεν υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά το επίδικο δικαίωμα της αναιρεσείουσας.
Επομένως, ο ερευνώμενος εδώ λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΙΙΧ. Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο από τα άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και πάντως ακυρότητα και έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε ότι απαραδέκτως δέχθηκε τον αόριστο ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η αναιρεσείουσα ελάμβανε συμβατικές αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, αν και η αναιρεσείουσα προέβαλε στο Εφετείο την αοριστία της ένδικης ένστασης της αναιρεσίβλητης, συνισταμένη, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, στο ότι "δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα το ύψος των συμβατικών αποδοχών της για το επίδικο χρονικό διάστημα..., ώστε να μπορεί να κριθεί εάν καλύπτουν και πάντως σε ποίο βαθμό καλύπτουν και το ένδικο επίδομα".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της επικαλέσθηκε και προσδιόρισε το ύψος των νομίμων και συμβατικών αποδοχών της αναιρεσείουσας. Με τον ένατο, και τελευταίο, πρόσθετο λόγο από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες εκεί ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθ. 12 § 4 ν. 1093/1980 και του άρθ. 92Α του Κώδικα περί Δικηγόρων σε συνδυασμό και με την 128494/1954 απόφαση του Υπ.
Δικαιοσύνης και με την παρ. 2 της 128599/1973 ομοίας), με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι (α) η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης ότι από την μισθολογική συμφωνία του έτους 1994 προκύπτει ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ήταν ανώτερες από τις νόμιμες τελεί σε πλήρη αντιφατικότητα με το παρατιθέμενο στην απόφαση κείμενο της μισθολογικής αυτής συμφωνίας (β) δεν αναφέρεται σε ποιό μισθολογικό κλιμάκιο εντάχθηκε η αναιρεσείουσα, ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθούν οι συμβατικές της αποδοχές (γ) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ποιά κατηγορία προσωπικού δέχεται το δικαστήριο ως σημαινομένη υπό τους χαρακτήρες ΑΤ5 και έτσι δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, σε ποιές αποδοχές αναφέρεται η απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, δηλ. ότι οι συμβατικές αποδοχές ήταν υπέρτερες των νομίμων, εκτίθεται με σαφήνεια, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2010 αίτηση και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους της Δ. Χ. για αναίρεση της 6749/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ