Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of labor claim filed after statutory three-month limitation period expired.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by annulling the Court of Appeal's decision regarding a labor claim for moral damages. The plaintiff filed the suit in March 2005 for a dismissal that occurred in May 2004, missing the three-month statutory limitation period for such claims. The lower court failed to examine this procedural bar, awarding damages despite the claim being procedurally inadmissible under the relevant law.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 § 1 letter a of Law 3198/1955; Art. 559 § 8 of the Code of Civil Procedure: A claim for a worker arising from the annulment of a labor contract dismissal is inadmissible if not filed within three months of the dismissal, and the Court of Appeal must examine this bar even if not raised by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 705 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 705/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εμπορικής και βιομηχανικής εταιρίας ειδών οικιακής χρήσεως με την επωνυμία "TEFACO ΑΕΒΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Β. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Πολιτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1320/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3157/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-10-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος (κατά το πρώτο μέρος) λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθ. 6 § 1 εδ. α' ν. 3198/1955 "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας". Πρόκειται για καθιέρωση ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκην και τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.
Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΑΠ 2120/2009, 1514/2008), καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση που πηγάζει από ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσης εργασίας (ΑΠ 998/ 2001).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο είτε έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, είτε δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως "πράγματα" δε κατά την διάταξη αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, με την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους, συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 131/2012).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νόμιμα ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.
Πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι η ως άνω κατ' άρθ. 6 § 1 ν. 3198/1955 αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπάγγελτα κατ' άρθ. 280 ΑΚ, δεν αφορά, όμως, την δημόσια τάξη, διότι καθιερώθηκε για την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανωτέρου κοινωνικού σκοπού (ΑΠ 31/2013), ενώ εξάλλου οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 15/ 2000, ΑΠ 31/2013).
Και στις περιπτώσεις, όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, για να προβληθεί στον Άρειο Πάγο ο περί απαραδέκτου της αγωγής μισθωτού για αξιώσεις που πηγάζουν από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας σχετικός ισχυρισμός, που δεν προτάθηκε, όμως, στο δικαστήριο της ουσίας, θα πρέπει ν' αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δίκης ότι οι πραγματικές προϋποθέσεις της συμπλήρωσης της προθεσμίας αυτής είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και επιπλέον να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής ή να προκύπτουν από την προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 98/2004).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522 και 535 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στα όρια που καθορίζονται απ' αυτήν (και τους τυχόν προσθέτους λόγους) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει σε σχέση με την αγωγή την ίδια εξουσία που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί, όπως και εκείνο να εξετάσει αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρ. 280 ΑΚ, αν η αξίωση που ασκείται με την αγωγή έχει υποκύψει στην αποσβεστική προθεσμία και στην συνέχεια να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, έστω και αν δεν υποβάλλεται ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εκκαλών και να μη εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση, χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 31/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το πρώτο σκέλος αυτού από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση αυτού και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της κρινόμενης αίτησης, αποδίδεται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό που πρόβαλε η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως και κατ' έφεση περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 6 § 1 ν. 3198/1955, δηλ.
ότι η ένδικη από 8-3-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, επιδοθείσα σ' αυτήν την 15-4-2005, ασκήθηκε ένα σχεδόν έτος μετά την καταγγελία της σύμβασής του που έγινε την 3-5-2004, ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, ενώ δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης εργασιακής σύμβασης έγινε την 3-5-2004 και ότι η ένδικη αγωγή είναι η από 8-3-2005, δηλ.
ότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση του ως άνω τριμήνου, εντούτοις απέρριψε την έφεσή της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 15.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άκυρη, ως καταχρηστική, καταγγελία της σύμβασης εργασίας, τέλος δε ότι το προβαλλόμενο ως άνω σφάλμα προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι: (1) Με την από 8-3-2005 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως αυτή παραδεκτά συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τις επ' αυτής προτάσεις του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε την 1-2-1999 από την εναγομένη εταιρεία, που διατηρεί επιχείρηση εμπορίας ειδών οικιακής χρήσης, ως διευθυντής πωλήσεων και ότι η εναγομένη την 3-5-2004 κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση εργασίας, η καταγγελία, όμως, αυτή ήταν για τους αναφερομένους εκεί λόγους ιδιαίτερα σκληρή, άδικη, επιζήμια και καταστρεπτική γι' αυτόν, δηλ.
καταχρηστική, με βάση δε τα παραπάνω ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 30.000 € ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την ως άνω απόλυσή του (2) Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις της ως άμυνα κατά της αγωγής ότι αυτή ασκήθηκε "ένα σχεδόν έτος μετά την καταγγελία της σύμβασης", τον ίδιο δε απορριπτικό της αγωγής ισχυρισμό προέβαλε και στο Εφετείο, στο οποίο η υπόθεση μεταβιβάσθηκε ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε ενμέρει την αγωγή για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την πιο πάνω αιτία (της εναγομένης διωκούσης την απόρριψη της αγωγής και κατά το κεφάλαιο τούτο), διαλαμβάνοντας ρητά στην έφεσή της ότι η ένδικη από 8-3-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου ασκήθηκε ένα έτος μετά την καταγγελία της σύμβασης, αφού η αγωγή αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη την 15-4-2005, ενώ η καταγγελία έλαβε χώρα την 3-5-2004 (3) Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 3157/2010 απόφασή του, ενώ δέχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε με την ένδικη από 8-3-2005 αγωγή τις εκεί αναφερόμενες αξιώσεις, μεταξύ των οποίων και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως άνω, και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν καταχρηστική (δηλ.
άκυρη), χωρίς να ερευνήσει αυτεπάγγελτα το απαράδεκτο της αγωγής λόγω της άσκησής της μετά την πάροδο της παραπάνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την ως άνω καταγγελία, με βάση δε αυτά απέρριψε την έφεση της εναγομένης και δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος μόνο ως προς την επιδίκαση τόκων για το ποσό αυτό της χρηματικής ικανοποίησης, εξαφανίζοντας αντίστοιχα την πρωτόδικη απόφαση.
Επομένως, εφόσον αποδεικνύεται από τα διαδικαστικά έγγραφα ότι οι προϋποθέσεις συμπλήρωσης της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθ. 6 § 1 ν. 3198/1955 είχαν υποβληθεί στο Εφετείο, ενώ η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών προκύπτει και από την προσβαλλομένη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του, παρελκούσης της έρευνας αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει (1) ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση (2) να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση που δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) (3) να γίνουν τυπικά δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων, στην συνέχεια δε (α) ν' απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου (β) να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθόσον μέρος της δέχθηκε την αγωγή ως προς την χρηματική ικανοποίηση, καθώς και κατά την διάταξη για την δικαστική δαπάνη, να δικασθεί η αγωγή κατά το μέρος τούτο και ν' απορριφθεί ως προς αυτό κατ' ουσίαν και (γ) να καταδικασθεί ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος -αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης -εφεσίβλητης - εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3157/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 12-6-2008 έφεση (του Ν. Β.).
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την από 26-1-2009 έφεση (της εταιρείας με την επωνυμία "TEFACO ΑΕΒΕ").
Εξαφανίζει την 1320/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον μέρος της έγινε με αυτήν δεκτή η από 8-3-2005 (και με αριθ. έκθ. κατ. 45409/1166/2005) αγωγή του Ν. Β. ως προς την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς την διάταξή της για την δικαστική δαπάνη.
Δικάζει την αγωγή αυτή κατά το μέρος τούτο.
Την απορρίπτει ως προς αυτό.
Καταδικάζει τον ενάγοντα - εφεσίβλητο - εκκαλούντα - αναιρεσίβλητο στα δικαστικά της εναγομένης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης - αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ