Legislator Case Law & Legislation
1118/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to internal contradictions and lack of specificity regarding facts ignored by lower court.

Case Number 1118/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by twelve appellants against a Court of First Instance judgment regarding property ownership. The appellants argued the lower court ignored specific documentary evidence and failed to consider their claimed intent, citing specific articles of the Code of Civil Procedure. The court dismissed the appeal as inadmissible because the grounds were internally contradictory and lacked the necessary specificity required by law to identify which facts were disregarded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 566, 118 of the Code of Civil Procedure; Appeals must specify facts disregarded by the lower court, and contradictory grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory grounds Code of Civil Procedure specificity requirement property ownership dispute evidence evaluation appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 118 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1118 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1118/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. ....,3. ....., 4. .....,, 5. ......, 6. ......, 7. ......, 8. ....., 9. ......, 10. ......, 11. ...., και 12. ......... Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Δαλιάνη εκτός του 5ου (Χ5) ο οποίος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μελπομένη Δασκαλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-1998 αγωγή των ήδη 4ου, 5ου, 6ου, 7ης, 8ης, 9ης, 10ης, 11ης και 12ης αναιρεσειόντων και του ..... που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4830/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7160/2004 του Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 13-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την ...... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης από 15-11-2005 αιτήσεως αναιρέσεως με την υπάρχουσα στο τέλος αυτής σχετική πράξη του προέδρου του αρμοδίου τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον τέταρτο των αναιρεσειόντων χ4, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο και συνεπώς η συζήτηση της αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Επειδή από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του, ως προς το κατ' ουσίαν αβάσιμο της ένδικης αναγνωριστικής της κυριότητας επί ακινήτων αγωγής των αναιρεσειόντων, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, την ειδικώς προσδιοριζόμενη υπ' αριθ. 7417/3-4-2000 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Γ1, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και όλα τα έγγραφα που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και συγκεκριμένα τόσον αυτά που παρέχουν άμεση απόδειξη όσον και εκείνα που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών της ως άνω μάρτυρος των αναιρεσειόντων, καθώς και τα ακόλουθα προσκομισθέντα απ' αυτούς έγγραφα, ήτοι α) μισθωτήρια των ετών 1961-1998 που αφορούν τα επίδικα και β) φορολογικές δηλώσεις των διαδίκων.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. Κ,Πολ.Δ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Πάντως δεν είναι έγγραφα οι εκθέσεις ενόρκου εξετάσεως ή βεβαιώσεως μαρτύρων κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα υπό του μάρτυρος κατατεθέντα ή βεβαιωθέντα (ΑΠ 751/1996 και 31/1999).

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το τέταρτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της προαναφερθείσας ένορκης βεβαίωσης ως προς τα ενόρκως βεβαιωθέντα από τη μάρτυρα Γ1, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν ιδρύσει τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

ΙV. Με τον πρώτο, κατά τα δύο πρώτα μέρη αυτού, λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 8 περ. β'και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που συνίστανται στο ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε τόσον η παραχώρηση και παράδοση από την αναιρεσίβλητη στους αναιρεσείοντες του εξ αδιαιρέτου ποσοστού αυτής επί των κληρονομιαίων ακινήτων, όσο και η παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το επίδικο δικαίωμά της.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση), καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). V. Από το άρθρο 566 παρ. 1 σε συνδυασμό με το 118 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για να είναι ορισμένοι οι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να περιέχουν πλήρη και σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που επίσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, συγκροτούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση αυτή.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να περιέχει τόσο τον κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και να προσδιορίζεται με σαφήνεια το σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή αυτού του κανόνα, καθώς και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως (ΑΠ 1170/1993, ΑΠ 2050/2006).

Συνεπώς, ο δεύτερος από τον αριθ. 1 α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η πλημμέλεια ότι " ενώ γίνεται δεκτό ευθέως ως αποδεδειγμένο το γεγονός της μη συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στις εμφανείς πράξεις εκμετάλλευσης των επιδίκων, εν τούτοις καταλήγει στη νομικά εσφαλμένη εκτίμηση πως τούτο δεν αρκεί προς θεμελίωση του αξιούμενου αγωγικού δικαιώματος, απαιτώντας κατ' αυτό τον τρόπο απαραδέκτως περισσότερα από όσα ο νόμος θεωρεί αναγκαία" είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνει κανένα από τα προαναφερόμενα και απαιτούμενα για τη θεμελίωσή του στοιχεία.

VΙ. Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί βάρους της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 14096/1993 ΕλλΔνη 35,1592).

Συνεπώς, ο τέταρτος από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι " εσφαλμένα και παρά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης και κατ' ακολουθίαν έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη τόσο την έφεσή μας όσο και την υπό κρίση αγωγή μας", είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι ούτε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, αναφέρει, ούτε το σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, προσδιορίζει. VIΙ. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 8 περ. β'και 9 περ. γ'του άρθρου 559 πλημμέλειες, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής των αναιρεσειόντων, έκρινε ότι δεν υπήρχε επικουρική βάση στηριζόμενη στο άρθρο 281 ΑΚ και έτσι απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως αυτών, μη λαμβάνοντας υπόψη την πράγματι περιεχόμενη στην αγωγή ως άνω επικουρική βάση, την οποία άφησε αδίκαστη. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής δεν περιέχεται η ως άνω επικαλούμενη βάση και συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

VIIΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α', σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 566 και 118 αρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, για την πληρότητα του αναφερόμενου στην πρώτη απ'αυτές λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει ποιά ήταν τα πράγματα που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαράδεκτα και ποιά επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης. Είναι δε πράγματα, υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1000/2005). Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενος λόγος αναίρεση προϋποθέτει για την ίδρυσή του την παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, πράγματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η έννοια δε του πράγματος είναι ταυτόσημη με την προεκτεθείσα. Τέλος, οι λόγοι αναιρέσεως που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1802/1984 και 72/2006).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφαση οι αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 περ. α', 10, 11 περ. γ' και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που συνίστανται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι "από μόνο το γεγονός ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεν συμμετείχε στις εμφανείς πράξεις εκμετάλλευσης των επιδίκων δεν μπορεί να συναχθεί παραίτηση από του επί των επιδίκων δικαιώματος της", χωρίς να αναφέρει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία συνάγεται το αντίθετο και το ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα συμβολαιογραφικά προσύμφωνα, τα οποία οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν προς απόδειξη της εν γνώσει της αναιρεσίβλητης νομής τους επί των επιδίκων ακινήτων, παραβιάζοντας συγχρόνως τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, αφού δεν τους προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που είχαν κατά νόμον. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας μεν ως προς τις δύο πρώτες επικαλούμενες πλημμέλειες, διότι δεν αναφέρονται τα πράγματα, τα οποία παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά ως αληθινά χωρίς απόδειξη από το δικαστήριο της ουσίας, λόγω αντιφατικότητας δε ως προς τις υπόλοιπες πλημμέλειες, διότι δεν είναι νοητό το Εφετείο να μην έλαβε υπόψη τα ως αναφερόμενα έγγραφα και παράλληλα να μη προσδώσει σ' αυτά αυξημένη δύναμη μολονότι την είχαν κατά νόμο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2005 αίτηση χ1 κ.τ.λ περί αναιρέσεως της 7160/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ