Legislator Case Law & Legislation
72/2006 AI generated

Supreme Court dismisses government appeal against appellate court ruling establishing private ownership via acquisitive prescription.

Case Number 72/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Patras Court of Appeal's decision recognizing the plaintiff's property rights. The appellate court found that the defendants acquired exclusive ownership through acquisitive prescription after holding the land openly for over thirty years under the Ionian Civil Code. The court rejected the government's argument that hunting and fishing should count as acts of possession, ruling that such activities require public property as a prerequisite.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12, 2 of Law 2298/1995; Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal against an appellate court decision establishing ownership via acquisitive prescription when the lower court correctly applied the law regarding the nature of possession acts and the status of the land.

Keywords

AI generated
acquisitive prescription property ownership hunting and fishing public property appellate review Ionian Civil Code legal possession

Cited Legislation

AI generated
Article 12, paragraphs 1 and 2 of Law 2298/1995
Article 42 of Law 2721/1999
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 2 and 7 of Presidential Decree 1539/1938
Article 215 of Law 4173/1929
Article 58 of Presidential Decree 86/1969
Article 343/1914
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 72/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …

Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης:Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Club Mediterranee-Ξενοδοχειακή -Τουριστική-Κέντρα Διακοπών Α.Ε", που εδρεύει στην … Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-1979 αγωγή και 10-9-1979 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης καθώς και με την από 16-4-1980 παρέμβαση των Ν. Λ. και Ε. Λ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/1980,135/1981 μη οριστικές,109/1986 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 212/1997 του Εφετείου Πατρών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1478/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 1005/2001 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-5-2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη ανέγνωσε την από 23-9-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 1005/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της από 5-5-2003 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1005/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών έχει κατατεθεί νομίμως και εμπροθέσμως αντίγραφο της 10/16-10-2003 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995), όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 42 ν. 2721/1999).

Από την παραδεκτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει, ότι με τη 212/1997 απόφαση του Εφετείου Πατρών έγινε τυπικά δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία απέρριψε την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτων αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΕλληΝ.ό Δημόσιο, ακολούθως, όμως, απορρίφθηκε κατ' ουσία.

Η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με τη 1478/200 απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση της τότε αναιρεσείουσας - εκκαλούσας - ενάγουσας, με την οποία είχε ζητήσει η τελευταία, και εφαρμογή των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ., να υποχρεωθεί το αντίδικό της να επιδείξει την υπ' αριθ. 3281/6-2-1963 αναφορά του Δασαρχείου Κεφαλληνίας προς το Υπουργείο Γεωργίας, που βρίσκεται στο φάκελο με αριθμό …"Αργοστολίου" "Πευκόλογγος Λ." της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Γεωργίας, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι τα επίδικα ακίνητα κατά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα δεν ήταν αδέσποτα, αφού τα κατείχαν και τα νέμονταν οι δικαιοπάροχοί της, υποπίπτοντας, έτσι, στην από τον αριθμό 9 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Το Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, σε σχέση με το αίτημα της ήδη αναιρεσίβλητης επίδειξης του προμνημονευόμενου εγγράφου από το αντίδικό της, τα ακόλουθα: "Το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκομίζει μεν το επίμαχο έγγραφο αλλά με τις προτάσεις του (βλ.

σελ. 2 αυτών) σαφώς συνομολογεί τόσο την ύπαρξη όσο και το περιεχόμενό του, όπως το εκθέτει η εκκαλούσα. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί πλέον η προσκομιδή ή επίδειξη του εγγράφου αυτού, που θα συνεκτιμηθεί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία". Στην προκείμενη περίπτωση, οι συναφείς τρεις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, οι συναφείς τρεις πρώτοι λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της παραπομπής, με το να δεχθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα παραπάνω, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 452 παρ. 1 και 2, 366 και 346 του ίδιου κώδικα, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, αφού οι εν λόγω διατάξεις που καθορίζουν τον τρόπο, το όργανο και τη μορφή της δικαστικής προστασίας, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

Για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται να είχε προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής. Εξάλλου, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αξιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, ούτε, επίσης, οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που υπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να μη συμπεριλάβει στις παραδοχές του την ύπαρξη η μη στα επίδικα ακίνητα αιγιαλού και παραλίας, ποια είναι η έκταση που καταλαμβάνουν, αν περιλαμβάνεται το μέρος του αιγιαλού και της παραλίας στην όλη επίδικη έκταση και, τέλος, αν δέχεται ή όχι κυριότητα του αναιρεσείοντος επί του υπάρχοντος αιγιαλού και της παραλίας ως κοινόχρηστων πραγμάτων, τόσο κατά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967 και 968 του από 23-2-1996 ισχύοντος και στα Ιόνια νησιά Αστικού Κώδικα, όσο και κατά τις αντίστοιχες σχετικές διατάξεις των άρθρων 423 - 425 κ.α.

του προϊσχύσαντος στα Επτάνησα Ιόνιου Αστικού Κώδικα, καθώς και εκείνη του άρθρου 1 επ. του α.ν. 2344/1940, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, τόσο κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε ότι αφορά τον αιγιαλό και την παραλία, αφού οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται σαφώς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), όσο και κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η πιο πάνω απόφαση, γιατί δεν εξέφερε κρίση περί της ιδιότητάς του αιγιαλού και της παραλίας ως κοινόχρηστων πραγμάτων, αφού στο αναιρετήριο δεν γίνεται επίκληση, ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί της ιδιότητας του αιγιαλού και της παραλίας, - όρια προς βορράν της επίδικης ενιαίας έκτασης, - δηλαδή, ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της παραπομπής.

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της παραπομπής διέλαβε αντιφατικές, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με το χαρακτηρισμό της επίδικης ενιαίας έκτασης ως ιδιωτικής, δασικής και όχι αδέσποτης και, συνακόλουθα, ανεπίδεκτη έκτακτης χρησικτησίας από τους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της παραπομπής, κατά τα κρίσιμα πιο πάνω σημεία, δέχθηκε τα ακόλουθα: Τα επίδικα ακίνητα, ως ενιαία έκταση, βρίσκονται στο 14ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Ζακύνθου - Βασιλικού, η οποία τα διαχωρίζει σε δύο τμήματα και συνορεύει από τις τρεις πλευρές με ιδιοκτησίες (καλλιεργημένες ή θαμνώδεις) και βόρεια με αιγιαλό και θάλασσα.

Με εξαίρεση ορισμένα διάκενα το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης καλύπτεται από δάσος χαλεπίου πεύκης. Ειδικότερα πρόκειται για ημιπεδινή έκταση με λοφώδεις εξάρσεις ήπιων κλισών κυμαινομένων περί το 10%, επικρατέστερο δε πέτρωμα είναι μάργα ασβεστούχη νεογενής. Το συνεχόμενο του αιγιαλού και μέχρι απόσταση 250 μ.

τμήμα καλύπτεται από φρύγανα, δένδρα αλμυρίκης και πικροδάφνης, μεμονωμένα δένδρα πεύκης και θαμνώδη βλάστηση και σε μικρή επιφάνεια από αείφυλλα. Η υπόλοιπη έκταση αποτελεί υψηλό δάσος χαλεπίου πεύκης 70-150 ετών και στο τμήμα νοτίως της ασφαλτόστρωτης οδού ηλικίας άνω των 150 ετών, εκτός από ένα τεμάχιο που καλύπτεται από άτομα πεύκης ηλικίας 25-30 ετών.

Η έκταση που περιβάλλει την επίδικη χαρακτηρίζεται ως αγροτική που διακόπτεται κατά θέσεις από δασοσκεπείς ή μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις μικρής επιφανείας. Η επίδικη έκταση δεν ήταν καταχωρισμένη ως δημόσιο κτήμα και το Δημόσιο δεν είχε επιχειρήσει πριν από την έκδοση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις εκμετάλλευσης, αξιοποίησης και προστασίας αυτής.

Μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου το ΕλληΝ.ό Δημόσιο εγκαταστάθηκε στην επίδικη έκταση και ενήργησε πράξεις δασοπροστασίας μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 998/1979, Η επίδικη έκταση θεωρείται ότι ανήκει στο Δημόσιο λόγω της δασικής μορφής της, της ελλείψης ιχνών γεωργικής και δενδροκομικής καλλιέργειας και κυρίως, γιατί δεν υπάρχουν τίτλοι που να αποδεικνύουν ότι αυτό ανήκει σε ιδιώτες.

Όπως, όμως, αποδείχθηκε, η εν λόγω έκταση βρισκόταν πάντοτε στη νομή και κατοχή των δικαιοπαρόχων της εκκαλούσας. Συγκεκριμένα, πριν από το έτος 1906, οπότε απεβίωσε, και κατά το χρόνο που έγινε η Ενωση των Επτανήσων με την Ελλάδα την κατείχε και νεμόταν ο Ν. Λ. και μετά το θάνατό του τα τέκνα του Δ. και Ε., εκμεταλλευόμενοι τα δασικά προϊόντα και εκμισθώνοντας τα τμήματα που ήταν επιδεκτικά καλλιεργείας σε καλλιεργητές, καθώς και για τη λειτουργία ασβεστοκαμίνων και τη διενέργεια θήρας.

Το πρώτο τμήμα της επίδικης έκτασης μάλιστα ήταν ανέκαθεν γνωστό ως "...". Η οικογένεια Λ. ήταν ιδιοκτήτης όχι μόνο της επίδικης αλλά μείζονος έκτασης στην ίδια περιοχή, μέρος της οποίας έχει εκποιήσει κατά καιρούς σε τρίτους, όπως στον Ε. Γ., στον Π., στον Α., στον Α., χρησιμοποιώντας ιδιώτες αγροφύλακες για την προστασία των ακινήτων της.

Όπως προκύπτει εξάλλου, από το 11ο φύλλο του μεταβιβαστικού συμβολαίου, οι πωλητές πριν από τη μεταβίβαση των ακινήτων ζήτησαν από το Υπουργείο Γεωργίας σχετική άδεια περί μη κατάτμησης αυτών, η οποία και χορηγήθηκε (συγκεκριμένα το Υπουργείο με το 3590/508/23.2.1963 έγγραφό του προς το Δασαρχείο Κεφαλληνίας, στο οποίο υπαγόταν τότε και η Ζάκυνθος, γνώρισε, ότι δεν απαιτείται τέτοια άδεια).

Η αίτηση των πωλητών υποβλήθηκε δια του Δασαρχείου Κεφαλληνίας, το οποίο με τη σειρά του υπέβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας την 3281/ΠΣ/6-2-1963 αναφορά του με το ακόλουθο περιεχόμενο "εκ της εκτάσεως των 317 στρεμ. τα 70 στρέμματα περίπου κάτωθεν του δρόμου προς τη θάλασσα είναι γυμνή έκταση, αμμώδης ή βραχώδης και περιβάλλεται ολόκληρη η έκταση από γεωργικές καλλιέργειες.

Οι ιδιοκτήται Δ. και Ε. αδελφοί, υιοί του Ν. Λ. και μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ν.. Λ., "άμα δε και δυνάμει" υπέρ 50ετους χρησικτησίας, ειρηΝ.ής, συνεχούς, δημοσίως, αδιακόπως, αδιαταράκτως, καλή τη πίστει, είναι ήδη οι αποκλειστικοί συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι και κατ' ίσα εξ' αδιαιρέτου ιδαΝ.ά μέρη έκαστος ιδιοκτήτες της εκτάσεως".

Η αναφορά αυτή με το προαναφερθέν περιεχόμενο διαλαμβάνεται στην από Οκτωβρίου 1996 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη του δασολόγου Μ. Δ., με τη διευκρίνιση ότι ευρίσκεται στον 37 φάκελλο "Αργοστολίου Πευκο..." της Γεν. Δ/νσεως Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και, όπως έχει εκτεθεί, πρόκειται για το έγγραφο του οποίου ζητήθηκε η επίδειξη.

Από το 2031/1981 έγγραφο της Δ/νσης Δασών Ζακύνθου σε συνδυασμό με το από Αυγούστου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Α. Δ., προκύπτει ότι η επίδικη έκταση περιβάλλεται από καλλιεργήσιμες και δασικές εκτάσεις 1179 στρεμ., που ανήκαν στους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας, τμήματα των οποίων είχαν μεταβιβάσει σε τρίτους (σχετικά τα ..., ...

και ... συμβόλαια των συμβολαιογράφων Ζακύνθου Χ. Ταμπάζη και Σ. Τυρογαλά). Με την από 25.2.1956 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Α. Ζ. και Ν. Κ. οι αδελφοί Λ. αφενός ως αγροδότες και οι αδελφοί Τ. αφετέρου, ως αγρολήπτες, διένειμαν έκταση μεγαλύτερη των 400 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Από την αγροληψία αυτή, συνολικής έκτασης 409,444 τετρ.

μέτρων περίπου, δοθέντος ότι ο υφιστάμενος "λόγγος" δεν καταμετρήθηκε, περιήλθαν στους αδελφούς Λ. 290.586 τετρ. μέτρα. Με το 2413/1871 πρόγραμμα πλειστηριασμού του κλητήρα Ζακύνθου Α. Π. εκτέθηκε σε πλειστηριασμό το δικαίωμα αλιείας που είχαν μέλη της οικογένειας Λ. επί της παραλίας έμπροσθεν της ιδιοκτησίας τους (το δικαίωμα αλιείας παραχωρούνταν σε εκείνον που είχε κυριότητα στην έκταση πριν από την ακτή).

Η 52/1925 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου ασχολείται με το ίδιο θέμα του δικαιώματος αλιείας επί της παραλίας έμπροσθεν των κτημάτων της οικογένειας Λ. που παρενοχλείτο από τρίτους. Στην απόφαση γίνεται μνεία της προέλευσης του επίδικου δικαιώματος που χρονολογείτο από το έτος 1605, όταν η τότε Ενετική Κυβέρνηση, υπό την κυριαρχία της οποίας ήταν η Ζάκυνθος, το παραχώρησε στην οικογένεια Λ. "καθ' όλην την παραλίαν (Spianzia) Βασιλικού και από την άκραν Βασιλικού μέχρι της παραλίας και θέσεως ...

των κτημάτων της οικογενείας Λ. εκτεινομένων σχεδόν καθ' όλην την έκτασιν της άνωθεν της παραλίας ταύτης ως φέουδον", η οποία το ασκούσε έκτοτε συνεχώς και αδιακόπως και όταν η Ζάκυνθος περιήλθε στην Αγγλική κυριαρχία και μετά την Ενωσή της με την Ελλάδα. Πράγματι, από αρκετά στοιχεία προκύπτει η παραχώρηση μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη, στην οικογένεια Λ., η οποία, προερχόμενη από την Κωνσταντινούπολη, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο πριν από το έτος 1.500 και με την πάροδο του χρόνου απόκτησε μεγάλη περιουσία και αξιώματα.

Η ευρύτερη αυτή έκταση, όπου είναι και η επίδικη, κατέχεται από την οικογένεια Λ. από το έτος 1620 τουλάχιστον και εφεξής μέχρι της πρόσφατης αμφισβήτησης της κυριότητάς της από το Ελληνικό Δημόσιο. Όπως, επίσης, αποδείχθηκε, η επίδικη έκταση, δεν υπήρξε αδέσποτη, κατά την έννοια του νόμου, δηλαδή δεν δεσπόζονταν από ιδιώτη ώστε να περιέλθει ex lege στο ΕλληΝ.ό Δημόσιο με το ν.

ΡΝ/1866, με τον οποίο επεκτάθηκε η ισχύς του νόμου της 21.6.1837 "περί διαχειρίσεως δημοσίων κτημάτων" στα Ιόνια Νησιά. Αντίθετα, η έκταση αυτή κατεχόταν πριν από το έτος 1864 από τον απώτερο δικαιοπάροχο της εκκαλούσας Ν. Λ. και μετά το θάνατό του το έτος 1906 από τα άρρενα τέκνα του Δ. και Ε. ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.

Ετσι, δεν αποτέλεσε δημόσιο κτήμα, ώστε να είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας από 12.9.1915 και μεταγενεστέρως κατά τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και των με βάση αυτών εκδοθέντων διαταγμάτων και του από 2-4/16.5.1926 Ν.Δ. Οι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας που κατείχαν συνεχώς και αδιακόπως, ανενοχλήτως και με την πεποίθηση ότι είναι κύριοι μέχρι την 23.2.1946 την επίδικη έκταση, ενεργώντας αυτοπροσώπως ή με αντιπροσώπους τους τις πράξεις νομής που προεκτέθηκαν επί χρόνο μείζονα των τριάντα ετών υπό την ισχύ του Ιονίου Αστικού Κώδικα και επίσης τη νέμονταν, ομοίως επί χρόνο μεγαλύτερο των είκοσι ετών από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία.

Ετσι, η εκκαλούσα έγινε κυρία των επίδικων ακινήτων, αφού τα απέκτησε από τους αληθινούς κυρίους τους. Ακολούθως, το Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την κρινόμενη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτων αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου τα αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε αυτή, κατά τα προεκτιθέμενα, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με του ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως αποκλειστικής κυριότητας στα επίδικα ακίνητα από μέρους της αναιρεσίβλητης.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο πέμπτος, τέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της παραπομπής παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 και 7 του α.ν. 1539/1938, 215 επ.

του ν. 4173/1929, 58 του ν.δ. 86/1969, όπως ήδη ισχύει και 8 εδάφιο τελ. του ν. 343/1914, αντίστοιχα, με το να δεχθεί ως πράξεις νομής χρησικτησίας τη θήρα και την αλιεία, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Δικαστήριο της παραπομπής, προκειμένου να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με την παραδοχή, ότι οι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης έγιναν κύριοι της επίδικης ενιαίας έκτασης με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, με έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη αποκλειστικά ως πράξεις νομής χρησικτησίας τις προαναφερόμενες πράξεις.

Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι οι αμέσως πιο πάνω νόμοι, με τους οποίους ρητά αποκλείστηκαν από πράξεις νομής η θήρα και η αλιεία προϋποθέτουν δημόσια κτήματα, τα οποία λόγω της κατάργησης του τεκμηρίου κυριότητας υπέρ του Δημοσίου στην Περιφέρεια των Πρωτοδικείων των Ιόνιων Νήσων πρέπει να αποδειχθούν ως τέτοια.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 5-5-2003 αίτηση για αναίρεση της 1005/2001 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2005. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ