Legislator Case Law & Legislation
1116/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible retroactive ground and orders costs.

Case Number 1116/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against a final labor dispute judgment, ruling the second ground inadmissible because it relied on a procedural law change effective only after the appeal was filed. The court held that the new Article 560(6) of the Code of Civil Procedure did not apply retroactively to appeals lodged in 2015, as the principle of non-retroactivity governs admissibility. Consequently, the appeal was rejected entirely, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(6) KPolD; Art. 24 EisNKPolD: The principle of non-retroactivity applies to the admissibility of appeal grounds, meaning new procedural provisions do not apply to appeals filed before their effective date.

Keywords

AI generated
non-retroactivity principle admissibility of appeal procedural law change legal costs award labor dispute appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(6) KPolD
Art. 24 EisNKPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191(2) KPolD
Art. 79 K. 2190/1920

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1116 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1116/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέτα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Χροναίου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο κατάστημά του, την 07η Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Τ. Τ. Ε. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Στάικου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Θ. του Α., κατοίκου Π. Α., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Κατσουλάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-04-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 114/2011 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5042/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12.10.2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, η οποία, ανέγνωσε την από 09.05.2022 έκθεση της κωλυομένης αρεοπαγίτου Μαρίας Χασιρτζόγλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12.10.2015 και με αριθμό κατάθεσης 141/14.10.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5042/27.10.2014 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως οιονεί καθολικής διάδοχου αυτής, λόγω συγχωνεύσεώς της δια εξαγοράς (άρθρο 79 κ.ν. 2190/1920) από την τελευταία.

Ειδικότερα, η συγχώνευση συντελέστηκε με την υπ'αριθ. ... πράξη του συμβολαιογράφου Πειραιά Στέφανου Βασιλάκη, ακολούθησε δε η έγκρισή της από το Υπουργείο Ανάπτυξης με την υπ'αριθ. ... απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης (Γενική Γραμματεία Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή). Η εγκριτική απόφαση καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.Μ.Η.) με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ...

και στάλθηκε για δημοσίευση στο ΦΕΚ (υπ'αριθ. ... τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ & ΓΕΜΗ). Η εν λόγω έφεση εστρέφετο κατά της, εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 114/2011 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης, και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της ανωτέρω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και αφού εξαφανίστηκε αυτή, η οποία είχε δεχτεί εξολοκλήρου την από 30.04.2009 με αριθμό κατάθεσης 752/2009 αγωγή του ενάγοντος κατ' αυτής, περί καταψήφισης διαφοράς αποζημίωσης που έλαβε από την εναγομένη τράπεζα λόγω αποχώρησής του από την υπηρεσία, διότι κατά τον υπολογισμό της δεν συνυπολογίστηκαν στις τακτικές αποδοχές του τα έξοδα κίνησης, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή για μικρότερο ποσό.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2190/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία, κατά νομική δέσμευση που απορρέει από το νόμο ή τη σύμβαση, καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Ο εργοδότης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής σχέσης, μπορεί να προβαίνει και σε οικειοθελείς παροχές προς το μισθωτό. Οι εν λόγω οικειοθελείς παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στο μισθωτό εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία, δεν έχουν χαρακτήρα μισθού.

Έτσι δεν ιδρύεται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα για τις εν λόγω παροχές με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Εφόσον, όμως, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται από τον εργοδότη για ικανό διάστημα ως νόμιμο ή συμβατικό αντάλλαγμα της προσφερόμενης εργασίας, τότε καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί καταβολής των παροχών αυτών ως τμήματος του καταβλητέου μισθού, οπότε ιδρύεται υποχρέωση του εργοδότη προς χορήγηση των παροχών αυτών, συνιστούν τακτικές αποδοχές και η καταβολή τους δεν μπορεί πλέον να διακοπεί, εκτός αν αυτός εξ αρχής επιφύλαξε ρητά για τον εαυτό του το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησής τους στο μέλλον και η επιφύλαξη αυτή δεν έχει ατονήσει εκ των πραγμάτων, ως αντίθετη προς τη διαμορφωθείσα συνείδηση των μερών, ούτε διατυπώθηκε για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του εργαζομένου (ΑΠ 962/2018, ΑΠ 52/2017, ΑΠ 1237/2017, ΑΠ 266/2014, ΑΠ 638/2013).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, μισθωτοί που συνδέονται με σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ή του β.δ. της 16/18-7-1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας και, αν δεν προβλέπεται αυτό, το 65ο έτος της ηλικίας τους (ήδη, από 01-01-2013, το 67ο έτος, το οποίο έκτοτε καθορίστηκε ως γενικό όριο ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος ΙΑ 4 περ. 2 του ν. 4093/2012), αποχωρώντας από την εργασία τους με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το ήμισυ της οριζόμενης από το ν. 2112/1920 ή το ανωτέρω β.δ.

αποζημίωσης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Η αποζημίωση αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου αυτού βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 962/2018). Περαιτέρω. ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος είναι ταυτόσημος με το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγομένη νύν εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Γ.

Τ. Τ. Ε. Α.Ε" [η οποία συγχωνεύθηκε δι' εξαγοράς (άρθρο 79 κ.ν. 2190/1920) με την ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία], με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 6η.3.1978, ως υπάλληλος λογιστικού κλάδου και εργάσθηκε σε αυτήν έως την 10η.11.2008, οπότε και αποχώρησε κατόπιν συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδότησής του.

Ειδικότερα, κατά την αποχώρησή του κατείχε το βαθμό του Υποδιευθυντή Α', ενώ από το έτος 2002 υπηρετούσε στη Διοίκηση της εναγομένης εταιρείας, ως στέλεχος του Γραφείου Διοίκησης, ως Υποδιευθυντής και ως Αναπληρωτής Διευθυντής Διεύθυνσης. Κατά την αποχώρησή του, η εργοδότρια εταιρεία κατέβαλε σε αυτόν ως αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

β' του Ν. 3198/1955, μεικτού ποσού 56.199,26 ευρώ, υπολογιζόμενη με βάση μεικτό μηνιαίο μισθό 4.844,76 ευρώ και ποσοστό 40% της προβλεπομένης στο Ν. 2112/1920 αποζημίωσης. ... ότι ο μισθός του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την αποχώρησή του ανερχόταν στο μεικτό ποσό των 4.743,99 ευρώ, αναλυόμενο ως ακολούθως: Βασικός μισθός 1.350 ευρώ + επίδομα γάμου 135 ευρώ + επίδομα τέκνων 101,25 ευρώ + επίδομα πολυετίας 826,88 ευρώ + επιστημονικό επίδομα 337,50 ευρώ + επίδομα βαθμού 104,50 ευρώ + έξοδα παράστασης βαθμού 251,10 ευρώ + επίδομα 1% 24,32 ευρώ + επίδομα θέσης 900 ευρώ + επίδομα ευθύνης 698,44 ευρώ + ποσοτικό επίδομα 2007-2008 15 ευρώ.

Πέραν όμως του ανωτέρω μισθού, η εναγομένη κατέβαλλε στον ενάγοντα σταθερά και αδιάλειπτα και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον έξι (6) ετών πριν από την αποχώρησή του, ήτοι συγκεκριμένα από την 1η.11.2002, καθώς αυτός υπηρετούσε πλέον ως υπεύθυνος του Γραφείου Διοικήσεως της εναγομένης ... - δίχως η παραπάνω καταβολή να αποτυπώνεται σχετικά στην έγγραφη ανάλυση μισθοδοσίας (αποδοχών /κρατήσεων) του ενάγοντος- το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, ως έξοδα κίνησης, με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε ο ίδιος στο Κεντρικό Κατάστημα της εργοδότριας τράπεζας. ...

η εν λόγω παροχή, που δόθηκε αρχικά οικειοθελώς από την εναγομένη, δίχως επιφύλαξη εκ μέρους της ως προς τον τρόπο ή χρόνο καταβολής της, ούτε ως προς το δικαίωμα αυτής για ανάκλησή της, συνιστά αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας του ενάγοντος και κατέστη με τη μακρόχρονη και συνεχή καταβολή της σιωπηρά όρος συμβάσεως εργασίας του τελευταίου. ...

το εν λόγω ποσό καταβαλλόταν τακτικά στον ενάγοντα, δίχως να εξαρτάται από την πραγματοποίηση των δαπανών και ειδικότερα των εξόδων κίνησης στα οποία αφορούσε και χωρίς να υποχρεούται ο ενάγων να αποδίδει λογαριασμό για τα έξοδα αυτά. ... η εναγομένη ουδέποτε απαίτησε από τον ενάγοντα την προσκόμιση αντιστοίχων παραστατικών για τη σταθερή καταβολή των συγκεκριμένων εξόδων. ....

η επίδικη παροχή των 300 ευρώ μηνιαίως προς τον ενάγοντα δε συνέτεινε αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της εργοδότριας εταιρείας, αλλά συνιστούσε αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας του σε αυτή, με αποτέλεσμα να περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές του, με βάση τις οποίες έπρεπε η εναγομένη να υπολογίσει την αποζημίωση που κατέβαλε σε αυτόν κατά την αποχώρησή του.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι ο ενάγων δικαιούται για τη συμπλήρωση της αποζημίωσης του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ποσό 2.311,02 ευρώ, αφού απέρριψε το σχετικό με το ανωτέρω ζήτημα λόγο έφεσης της εναγόμενης και εκεί εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας, και συμπεριέλαβε (όπως πρωτοδίκως) στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος για τον υπολογισμό της άνω αποζημίωσης τα έξοδα κίνησης, ενώ, περαιτέρω, δέχθηκε λόγο έφεσης αυτής (εναγόμενης) περί καταβολής έναντι της ανωτέρω αποζημίωσης μεγαλυτέρου του δεχθέντος και αφαιρεθέντος πρωτοδίκως ποσού και αφού δέχθηκε την έφεση αυτού και εξαφάνισε την πρωτόδικο απόφαση, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής, δέχθηκε αυτή κατά το ανωτέρω ποσό.

Με την κρίση του αυτή το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, αφού ορθώς έκρινε ότι τακτικές αποδοχές κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση και οι παροχές εξόδων κίνησης, οι οποίες δίδονταν στον ενάγοντα ως μέρος του μισθού του, στην αρχή με τη μορφή οικειοθελούς παροχής και στη συνέχεια με σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση ως αντάλλαγμα της εργασίας του, χωρίς κάποια επιφύλαξη εκ μέρους της εναγομένης για διακοπή χορήγησής τους και ακολούθως υπολόγισε την οφειλόμενη στον πρώτο αποζημίωση επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών αυτού, δηλαδή και επί των ανωτέρω παροχών.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) είναι αβάσιμος.

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 αντικαταστάθηκαν διατάξεις του τρίτου βιβλίου (ένδικα μέσα και ανακοπές - άρθρα 495 έως 590) του ΚΠολΔ και παρατέθηκαν νέες διατάξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ν. 4335/2015 και με τον παράτιτλο μεταβατικές διατάξεις ορίσθηκε στην παρ. 2 αυτού ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα και αγωγές και στην παρ.4 αυτού ότι κατά τα λοιπά, εφ' όσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 01.01.2016.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία απηχεί θεμελιώδη αρχή από άποψη διαχρονικού δικονομικού δικαίου, ορίζεται στην παρ.1 εδ. α' αυτής ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων και το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η νέα διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή επί αιτήσεων αναίρεσης που ασκούνται μετά την 01.01.2016 και στρέφονται κατ' αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 (ΑΠ 962/2018, ΑΠ 1237/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ (και όχι 559 αριθμ. 19 ως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) αναιρετική πλημμέλεια, δηλαδή ότι δεν έχει νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών.

Όμως, η ένδικη αίτηση κατά της 5042/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εφέσεων) ασκήθηκε στις 14.10.2015, ήτοι σε χρόνο που σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν ίσχυε ο προβλεπόμενος στο άρθρο 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Συνακόλουθα, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 955/2022. ΑΠ 687/2022, ΑΠ 1191/2021, ΑΠ 525/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου από 06.03.2023 προτάσεις της, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της αποδώσει το επιδικασθέν ποσό μετά των τόκων που του κατέβαλε σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων είναι αβάσιμη, αφού, κατά τα ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης, υπό την αίρεση της παραδοχής της οποίας ασκήθηκε, απορρίφθηκε. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12.10.2015 και με αριθμό κατάθεσης 141/14.10.2015 αίτηση αναίρεσης της 5042/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ