Supreme Court dismisses appeal and restitution request due to lack of jurisdiction over the abuse of process claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding abuse of process. The court held that the appellant failed to raise the abuse of process objection in the separate lawsuit filed on September 24, 2014, which was the only occasion to address that specific claim. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the request for restitution of the case was also denied since it depended on the success of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; The abuse of process objection must be raised in the specific lawsuit where the claim is contested, and failure to do so precludes its consideration in a subsequent appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 687 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 687/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΡΓΟΛΑΒΩΝ ΥΔΡΑΥΛΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ - ΠΕΙΡΑΙΩΣ Συν. Περιορισμένης Ευθύνης" (Σ.Ε.ΥΔ.Α.Π. ΣΥΝ.Π.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Οικονόμου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Π., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε κοινές προτάσεις με την υπόθεση με αριθμό πινακίου 20 της ίδιας ως άνω δικασίμου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/7/2014 και 24/9/2014 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσίβλητος με την από 9/6/2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 863/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής, εκδόθηκε η 5202/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων συνεταιρισμός με την από 6/12/2019 αίτησή του, ο οποίος με την από 20/10/2020 αίτησή του ζητά και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος συνεταιρισμού ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 06.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 11888/1176/12.12.2019, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, με αριθμό 5202/16.9.2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της υπόθεσης μετά την έκδοση της με αριθμό 863/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την προηγουμένη με αριθμό 89/2017 απόφαση του ως άνω Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 5202/2019, απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 12.2.2016 και με αριθμό κατάθεσης 518/12.2.2016 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης και δέχθηκε (εν μέρει) κατ' ουσίαν την από 8.1.2016 και με αριθμό κατάθεσης 139/8.1.2016 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου δικηγόρου κατά της με αριθμό 02/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επίσης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις από 25.7.2014 (και με αριθμό κατάθεσης 89756/233/2014) και από 24.9.2014 (και με αριθμό κατάθεσης 110010/284/2014) αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, τις απέρριψε κατ'ουσίαν, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε ο εναγόμενος-αναιρεσείων.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κράτησε την υπόθεση και αφού συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25.7.2014 αγωγή, δεχόμενο την περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ένσταση του εναγόμενου -αναιρεσείοντος και δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 24.9.2014 αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο -εφεσίβλητο- ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.218 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση λόγω της λύσης της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης του εναγομένου -αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ήτοι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών) δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 12.12.2019 και η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 2.12.2019, σύμφωνα με τη σημείωση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Α.
Π. Σ., που υπάρχει στο πρώτο φύλλο του προσκομιζόμενου από τον αναιρεσείοντα αντιγράφου της (άρθρα 68, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. που ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία: "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", προκύπτει ότι το ουσιαστικό δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτή ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, διότι διαφορετικά η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση κατά το άρθρο 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 1593/2017).
Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ. αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και κατ' εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007).
Ειδικότερα, μετά την αναίρεση της απόφασης στο σύνολό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση (ΑΠ 845/2010).
Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 581 παρ. 2 και 3, 579 παρ. 1 του ΚΠολΔ., επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 698/2012). Δεν επιλύεται όμως νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), χωρίς κατά τα λοιπά ν' αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε (ΑΠ 831/2013, ΑΠ 698/2012).
Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων, όπως η περ. δ της παρ. 5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το νέο Κώδικα Δικηγόρων [ν. 4194/2013 άρθρο 166 αριθμ. 2 (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013)] συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου.
Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (δηλαδή το έτος 1991) και με τις οποίες κρίνεται το κύρος αυτής προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει της αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου (άρθρο 2 ΑΚ), η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς (ΑΠ 1219/2019, ΑΠ 863/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1 και 2 και 92 Α παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο 92 Α προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988, συνάγεται ότι τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του, σε περίπτωση δε που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ο δικηγόρος να αμείβεται για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια αντιμισθία ή με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 308/2017).
Εξάλλου, με το άρθρο 42 εδαφ. α του ισχύοντος από 27.9.2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), το οποίο εν προκειμένω εφαρμόζεται ως εκ της χρονικής διάρκειας της μεταξύ των διαδίκων έννομης σχέσης, ορίζεται ότι: "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ούτε αποτελούν ζητήματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 1703/2009). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα η ευθεία ή η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή περί απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όπου υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 145/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με τις ένδικες, από 25-7-2014 και από 24-9-2014 αγωγές (με αριθμούς κατάθεσης 89756/233/2014 και 110010/284/2014, αντίστοιχα), επικαλούμενος ότι το έτος 1991 συνήψε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως δικηγόρος του για να του παρέχει νομικές υπηρεσίες αντί μηνιαίας σταθερής αμοιβής, η οποία ανερχόταν σε 100.000 δραχμές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1994, αυξανομένη έκτοτε και ανερχομένη κατά τη χρονική περίοδο από 1-1-2003 έως την άσκηση των αγωγών σε 587 ευρώ.
Ότι οι ως άνω μηνιαίες αμοιβές που του καταβάλλονταν, υπολείπονταν της νόμιμης μηνιαίας αντιμισθίας την οποία δικαιούταν βάσει της κείμενης νομοθεσίας και η οποία ανερχόταν σε 1.941 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2012 και μετά την ισχύ του ν. 4093/2012 και κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο ομοίως σε 1.941 ευρώ.
Ότι ο εναγόμενος του οφείλει για διαφορές μηνιαίων αντιμισθιών, διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2009 έως και 2014 το συνολικό ποσό των 114.597 ευρώ. Ότι, επίσης, του οφείλει για τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές του ιδίου χρονικού διαστήματος το ποσό των 19.153 ευρώ, καθώς και ότι πρέπει να του καταβάλει 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της περιγραφόμενης ηθικής του βλάβης.
Με βάση το ιστορικό αυτό και για τις ως άνω αιτίες ζήτησε με την πρώτη από 25-7-2014 αγωγή να υποχρεωθεί ο εναγόμενος -αναιρεσείων να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 148.750 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής. Περαιτέρω, με τη δεύτερη, από 24.9.2014, αγωγή ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος την ίδια άνω σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και την από τον ίδιο καταγγελία της την 17.9.2014, για τους λόγους που παραθέτει και που αναφέρονται σε υπαιτιότητα των οργάνων του εναγομένου -εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος, ζήτησε να του καταβάλει ο τελευταίος το ποσό των 36.879 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 19.410 ευρώ ως περιοδική καταβλητέα αμοιβή του για τη χρονική περίοδο από τον Ιούλιο 2014 έως τον Απρίλιο του 2015, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Επί των αγωγών εκδόθηκε η με αριθμό 2/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, αφού τις συνεκδίκασε και δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία, στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του εναγομένου -αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και απέρριψε τις αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, [ο αναιρεσείων, αν και νίκησε, επικαλούμενος έννομο συμφέρον, ως προς την αιτιολογία κατ' αρθ. 516 παρ. 2 ΚΠολΔ] επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 89/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτή το Εφετείο έκρινε ότι με κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία καθότι από τις αποδείξεις προέκυψε ότι ο ενάγων - εκκαλών -αναιρεσίβλητος πληρωνόταν χωριστά κατ' αποκοπή για τις υποθέσεις του εναγομένου - εφεσίβλητου - αναιρεσείοντος Συνεταιτερισμού, που αναλάμβανε και, κατόπιν αυτού, απέρριψε κατ' ουσία την 8.1.2016 έφεση του ενάγοντος-εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου, δέχθηκε κατ' ουσία την από 12.2.2016 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος -αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε κατ' ουσία και τις δύο αγωγές με αυτή την αιτιολογία.
Κατά της 89/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 9.7.2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 863/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την ως άνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά παραδοχή του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης περί αντιφατικών αιτιολογιών της ως προς τον χαρακτήρα της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Στη συνέχεια, με κλήση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Τούτο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συμμορφούμενο προς την ως άνω αναιρετική απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις από 8.1.2016 και από 12.2.2016 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 2/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 12.2.2016 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος -αναιρεσείοντος και δέχθηκε (εν μέρει) ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8.1.2016 έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου.
Στη συνέχεια εξαφάνισε τη με αριθμό 2/2016 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε τις από 25.7.2014 και από 24.9.2014 αγωγές. Ως προς την από 25.7.2014 αγωγή το Εφετείο δέχθηκε ότι το έτος 1991 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με μηνιαία πάγια αντιμισθία, που εξ αρχής ήταν μικρότερη της νόμιμης, η οποία (νόμιμη) από το έτος 2003 μέχρι και την 12.12.2012 ανερχόταν σε 1.941 ευρώ και ότι μετά την 12.12.2012, οπότε άρχισε να ισχύει ο ν. 4093/2012, στον οποίο δεν υφίσταται διάταξη για ελάχιστη νόμιμη αντιμισθία των δικηγόρων στον ιδιωτικό τομέα, δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για διατήρηση της μηνιαίας αμοιβής του ενάγοντος -εκκαλούντος στο ποσό των 1.941 ευρώ.
Περαιτέρω, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του εναγομένου -εφεσίβλητου -αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος- εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου να ζητεί τις διαφορές μεταξύ της νόμιμης και της καταβληθείσας πάγιας αντιμισθίας του και των επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και τις ασφαλιστικές του εισφορές και απέρριψε την από 25.7.2014 αγωγή.
Ως προς τη δεύτερη, από 24.9.2014, αγωγή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματά της, με τα οποία ζητούνται: α) η κατά το άρθρο 46 παρ. 3 εδαφ. β του ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" προσαύξηση της προβλεπόμενης στο εδάφιο α της ως άνω παραγράφου του άρθρου 46 του ν. 4194/2013 αποζημίωσης, και β) η κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ίδιου νόμου καταβολή του ποσού των 19.410 ευρώ, για μηνιαίες πάγιες αντιμισθίες του ενάγοντος-εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου που αφορούν την χρονική περίοδο από τον Ιούλιο του 2014 μέχρι και τον Απρίλιο του 2015, κατά την οποία δεν του έχει καταβληθεί η αιτουμένη αποζημίωση.
Κατά τα λοιπά το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την από 24.9.2014 αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα -εκκαλούντα- αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.218 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 24.9.2014 αγωγής, ως αποζημίωση. Ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος, από τους αριθμούς 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του πρώτου λόγου αναίρεσης επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 92 Α του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων" και του άρθρου 42 του ν. 4194/2013, δηλαδή του ισχύοντος από 27.9.2013 Κώδικα Δικηγόρων (ΦΕΚ Α 208/27.9.2013), καταλήγοντας στην κρίση ότι, με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές της, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και εκκαλών - εφεσίβλητος (δηλαδή ο αναιρεσίβλητος) είναι δικηγόρος Αθηνών από το έτος 1981.
Ο εναγόμενος και εφεσίβλητος - εκκαλών (δηλαδή ο αναιρεσείων) είναι συνεταιρισμός που έχει ως μέλη του εργολάβους υδραυλικούς και ως σκοπό την εμπορία και μεταπώληση σ' αυτούς διαφόρων ειδών σχετικών με την επαγγελματική τους δραστηριότητα. Το έτος 1991 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος συνεταιρισμός προσέλαβε τον ενάγοντα για να του παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες, αντί σταθερής μηνιαίας αμοιβής, η οποία αρχικά συμφωνήθηκε στο ποσό των 100.000 δραχμών και μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές το έτος 2003 ανήλθε στο ποσό των 587 ευρώ, στο οποίο παρέμεινε σταθερή μέχρι το χρόνο άσκησης των ένδικων αγωγών.
Με βάση την ίδια ως άνω συμφωνία των διαδίκων, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα και κάθε άλλο ποσό που αφορούσε στα έξοδα που πραγματοποιούσε ο τελευταίος για λογαριασμό του (εναγομένου) κατά τη διενέργεια των δικαστικών ή άλλων ενεργειών στο πλαίσιο της επίδικης διαρκούς εντολής, το οποίο (ποσό εξόδων) ο ενάγων ενσωμάτωνε στις εκδιδόμενες από τον ίδιο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, προσθέτοντάς το στο ως άνω σταθερό ποσό της αμοιβής του.
Μόνο δε το ποσό της συμφωνημένης αμοιβής του ο ενάγων συνέχισε να το λαμβάνει και κατά το χρόνο, κατά τον οποίο αδυνατούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο λόγω τραυματισμού του σε τροχαίο ατύχημα (από το Νοέμβριο 2007 μέχρι το Σεπτέμβριο 2008). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι διάδικοι δεν είχαν αναγγείλει την ως άνω σύμβαση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, όπως είχαν υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 63Α παρ. 8 και 9 του ν.δ. 3026/1954.
Η παράλειψη, ωστόσο, της αναγγελίας αυτής δεν καθιστά άκυρη τη σύμβαση, αλλά επισύρει ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις [...].. Πέραν των ανωτέρω, στην περίπτωση της σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, όπως εν προκειμένω, τα κατώτερα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο νόμο και σ' αυτήν περιλαμβάνονται βασική αμοιβή, επιδόματα εορτών και αδείας, μέρος των ασφαλιστικών εισφορών του δικηγόρου κλπ [...].
Οι διάδικοι, όμως, από την αρχή συμφώνησαν στην καταβολή μόνο των παραπάνω αποδοχών του ενάγοντα, χωρίς να τις συναρτήσουν με όσα ορίζονται για τα κατώτερα νόμιμα όριά τους ή τα ως άνω επιδόματα και τις εισφορές. Τα εκάστοτε ποσά τα οποία ο εναγόμενος κατέβαλλε στον ενάγοντα ως μηνιαία αντιμισθία καθ' όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο τελευταίος προσέφερε τις υπηρεσίες του και ειδικά στο επίδικο χρονικό διάστημα (1.1.2009 μέχρι 31.7.2014), ήταν πάντοτε χαμηλότερα των κατά το νόμο κατώτερων ορίων, ενώ ουδέποτε του κατέβαλλε τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ή επιδόματα εορτών και αδείας. [...].
Για πρώτη φορά (εννοείται ο ενάγων) διεκδίκησε τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές του με την από 25.7.2014 αγωγή του, ενώ μετά την άρνηση του εναγομένου να του καταβάλει αναδρομικά τις διαφορές των αμοιβών του ή να συμφωνήσει την αναπροσαρμογή τους για το μέλλον, ο ίδιος κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση την 17.9..2014".
Με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 63 παρ. 4, 5, 92 παρ. 1, 2 και 92 Α παρ. 1, 2 του ισχύσαντος μέχρι την 27.9.2013 ν.δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων" και του άρθρου 42 του μετά την 27.9.2013 ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), που αναπτύσσονται στην προηγηθείσα σκέψη, συνήγαγε το συμπέρασμα ότι το έτος 1991 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος -αναιρεσείων συνεταιρισμός προσέλαβε τον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο δικηγόρο, για να του παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες και ότι η ως άνω σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία διήρκεσε μέχρι την 17.9.2014, οπότε και έληξε με την με ίδια ημερομηνία καταγγελία της από τον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο.
Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος από τον αριθμό 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ πρώτου λόγου αναίρεσης, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα ως προς το είδος της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης είναι αβάσιμο. Εξάλλου, το ως άνω σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ του πρώτου λόγου αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστο, διότι στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δεν εξειδικεύεται, δηλαδή, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για να έχει πλήρη αιτιολογία και δεν εντοπίζονται οι αντιφάσεις στις εκτεθείσες παραδοχές της.
Σε κάθε δε περίπτωση το ίδιο σκέλος, όμως, είναι και αβάσιμο, διότι οι αφορώσες το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις.
Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτές της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, είτε για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).
Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφίου β του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την παραδοχή: "Με βάση την ίδια ως άνω συμφωνία των διαδίκων, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει και στον ενάγοντα και κάθε άλλο ποσό που αφορούσε στα έξοδα που πραγματοποιούσε ο τελευταίος για λογαριασμό του (εννοείται του εναγομένου) κατά τη διάρκεια των δικαστικών ή άλλων ενεργειών στο πλαίσιο της επίδικης διαρκούς εντολής, το οποίο (εννοείται ποσόν εξόδων) ο ενάγων ενσωμάτωνε στις εκδιδόμενες από τον ίδιο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, προσθέτοντάς το στο ως άνω σταθερό ποσό της αμοιβής του", παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου που εφαρμόζει, καθόσον εκλαμβάνει τα ποσά αυτά ως πραγματικά έξοδα που ο ενάγων -αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε για λογαριασμό του εναγομένου- αναιρεσείοντος και δεν τα εκλαμβάνει ως επιπλέον αμοιβές του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου για τον κατ' αποκοπή χειρισμό υποθέσεων, όπως θα έπρεπε να πράξει αν είχε χρησιμοποιήσει ορθώς τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον στην αιτιολογία των αποδείξεων του ενάγοντος η αναφορά των λέξεων "διάφορες νομικές ενέργειες", "προεισπράξεις", "αγωγή", "παράσταση" δεν είναι δόκιμες και δεν συνηθίζεται να αναγράφονται από δικηγόρο και να αφορούν έξοδα, αλλά αμοιβές.
Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε με τον ως άνω λόγο αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται η παράβαση του άρθρου 1 εδαφ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι αυτός δεν αναφέρεται στην παράλειψη του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου να προσφύγει στα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των ως άνω παραδοχών του στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, (δηλαδή στο άρθρο 63 παρ. 4 περ.
α του ν.δ. 3026/1954 ως εκ του χρόνου σύναψης της ένδικης έννομης σχέσης, αλλά και στο άρθρο 42 εδαφ. α του ν. 4194/2013, ως εκ του χρόνου που διήρκεσε αυτή), αλλά αναφέρεται στο ότι το Εφετείο παρέλειψε ως προς το αποδεικτέο γεγονός του είδους της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε να χαρακτηρίσει ως " επιπλέον αμοιβές" και όχι ως "έξοδα" τα επιπλέον του σταθερού μηνιαίου ποσού κονδύλια, τα οποία δέχθηκε ότι ο εναγόμενος -αναιρεσείων κατέβαλε στον ενάγοντα- αναιρεσίβλητο.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετεί και την από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα. Επιπλέον, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος και διότι υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 950/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 371/2009).
Τέτοιοι ουσιώδεις ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 574/2018, 179/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων συνεταιρισμός προβάλλει την αιτίαση ότι, παρά την περί του αντιθέτου μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, η τελευταία δεν έλαβε υπόψη της τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφά του και συγκεκριμένα τις λογιστικές του καρτέλες και τα αντίγραφα των αντίστοιχων φορολογικών παραστατικών (ΑΠΥ και ΤΠΥ), τα οποία του εξέδιδε ο αναιρεσίβλητος μαζί με τις επισυναπτόμενες από τον τελευταίο αναλύσεις για τα ποσά που ελάμβανε για τις νομικές του υπηρεσίες, τα οποία (έγγραφα) στο αναιρετήριο αναλυτικά παραθέτει και από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν αμειβόταν με πάγια μηνιαία αμοιβή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, από τη βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι αυτό έλαβε υπόψη: "την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση (11.636/2015) που νόμιμα [...] λαμβάνεται υπόψη, καθώς και την 11629/2015 ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου (εννοείται ένορκη βεβαίωση), αλλά και τις υπ' αριθμούς 3161/2015 και 3162/2015 (εννοείται ένορκες βεβαιώσεις) ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζονται από τον ενάγοντα -εκκαλούντα (ήδη αναιρεσίβλητο), από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [...], και έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου [...], τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [...], χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων από τα ανωτέρω έγγραφα να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για καθένα μνεία [...]", σε συνδυασμό με την πλήρη και εμπεριστατωμένη κατά τα άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδεμία γεννάται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τον εναγόμενο -εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα και ειδικότερα τις λογιστικές του καρτέλες, καθώς και τα αντίγραφα των αντίστοιχων φορολογικών παραστατικών (ΑΠΥ και ΤΠΥ), που τη χρονική περίοδο από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014 εξέδωσε ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσίβλητος, μαζί με τις επισυναπτόμενες από τον τελευταίο αναλύσεις για τα ποσά που έλαβε για τις νομικές του υπηρεσίες στην ίδια χρονική περίοδο.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, κατά το σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με το οποίο, υπό την επίφαση του από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων πλήττει τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το Εφετείο δέχθηκε αναφορικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Με τον τρίτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωσή του, επικαλείται τα εξής: Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξήγαγε το (ορθό) συμπέρασμα ότι είναι καταχρηστική η από 25.7.2014 αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή του ποσού των 148.750 ευρώ για διαφορές μεταξύ των νόμιμων μηνιαίων αντιμισθιών του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου και των καταβληθεισών σε αυτόν αποδοχών κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 2009 μέχρι το έτος 2014, για αναλογούσες ασφαλιστικές του εισφορές κατά την ίδια χρονική περίοδο και για τη χρηματική αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, δεχόμενο ότι:
α) οι διάδικοι από την αρχή συμφώνησαν στην καταβολή μόνο των παραπάνω (εννοείται των μειωμένων) αποδοχών, β) οι εκπρόσωποι του εναγομένου -αναιρεσείοντος δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις ώστε να αντιλαμβάνονται το εύρος των υποχρεώσεών τους από την ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και τις συνέπειες αυτών και γ) ο ενάγων -αναιρεσίβλητος, ως δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, αν και γνώριζε ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή του για την παροχή των νομικών του υπηρεσιών ήταν υψηλότερη από αυτή που είχε συμφωνήσει και ελάμβανε από τον εναγόμενο- αναιρεσείοντα, συνομολόγησε, αποδέχθηκε και εισέπραττε για πολύ μεγάλο διάστημα (περί την εικοσαετία συνολικά, αλλά και καθ' όλο το επίδικο διάστημα) ανεπιφύλακτα μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας την κατάρτιση της σύμβασης και έτσι δημιούργησε αφενός την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του -εναγόμενο ότι δεν του οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε και αφετέρου μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη ζημία.
Στη συνέχεια, όμως, αντιφατικά προς τις ως άνω παραδοχές, επιδίκασε στον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο την αποζημίωση του άρθρου 46 παρ. 3 εδαφ. α περ. ια του ν. 4194/2013, η οποία οφείλεται σε περίπτωση λύσης της σύμβασης μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα, αν και η καταβολή της αποζημίωσης τυγχάνει άμεση υποχρέωση και συνέπεια αυτής της σχέσης (έμμισθης εντολής), για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα ως άνω.
Σχετικά με τους ως άνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, από την παραδεκτή επισκόπηση των κρίσιμων σημείων των από 5.5.2015 προτάσεων (σελ. 29-34) τις οποίες αυτός ως εναγόμενος κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Αθηνών προς αντίκρουση της από 24.9.2014 (δεύτερης) αγωγής του αντιδίκου του και των από 21.1.2019 προτάσεων που ο ίδιος ως εφεσίβλητος κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών (σελ. 24-30) προς αντίκρουση της από 8.1.2016 έφεσης του ενάγοντος - εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι σε αυτές περιγράφεται καταχρηστική συμπεριφορά του τελευταίου σε χρόνο προγενέστερο της από 17.9.2014 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, η οποία από το έτος 1991 συνέδεε τους διαδίκους, σε χρόνο, δηλαδή, κατά τον οποίο δεν είχε γεννηθεί το δικαίωμα του ενάγοντος - εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου να ζητήσει την αποζημίωση την οποία αξιώνει με την από 24.9.2014 (δεύτερη) αγωγή του και η οποία του επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, στις ως άνω προτάσεις του εναγομένου -εφεσίβλητου- αναιρεσείοντος δεν διαλαμβάνεται και ισχυρισμός ότι ο ενάγων -εκκαλών -αναιρεσίβλητος με πράξεις ή παραλείψεις του είχε δημιουργήσει την εδραία πεποίθηση στον αντίδικό του (εντολέα) ότι σε περίπτωση καταγγελίας της μεταξύ τους έννομης σχέσης, δεν θα ασκούσε κάθε νόμιμο δικαίωμά του από την καταγγελία της.
Επομένως, οι ακόλουθες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ότι: "Περαιτέρω, [...] αποδείχθηκε ότι μετά την κοινοποίηση στον εναγόμενο της από 25.7.2014 αγωγής, αυτός δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τις αμοιβές του των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου, ενώ για τους δύο μήνες που ακολούθησαν ανέθεσε τις τρέχουσες υποθέσεις στον νεοπροσληφθέντα τότε δικηγόρο Χρήστο Οικονόμου, παραγκωνίζοντας τον ίδιο (ενάγοντα).
Έτσι ο τελευταίος, αισθανόμενος ότι υποβαθμίζεται, κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση έμμισθης εντολής, με την από 17.9.2014 έγγραφη δήλωσή του. Με τον τρόπο αυτό, η επίδικη σύμβαση λύθηκε έκτοτε και ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα την αποζημίωση που προβλέπεται στο άρθρο 46 παρ. 3 εδαφ. α περ. ια του ν. 4194/2013 [...]." δεν έρχονται σε αντίθεση με τις εκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση της από 25.7.2014 (πρώτης) αγωγής του ενάγοντος -εκκαλούντος -αναιρεσίβλητου.
Τούτο, διότι τα ως άνω, κρίσιμα ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, αναφέρονται σε διαφορετική αξίωση του αναιρεσίβλητου (αξίωση αποζημίωσης), την επιδίκαση της οποίας ο τελευταίος ζήτησε με τη συνεκδικασθείσα (δεύτερη) από 24.9.2014 αγωγή του και ως προς αυτήν ο αναιρεσείων δεν έχει προτείνει είτε ως εναγόμενος είτε ως εφεσίβλητος την ένσταση καταχρηστικής της άσκησης, αποβλέποντας στην ουσιαστική απόρριψη και της από 24.9.2014 αγωγής.
Κατά συνέπεια, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των προαναφερθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η από 6.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης 11888/1176/2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5202/16.9.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υποβληθείσα με αυτοτελές δικόγραφο από 20.10.2020 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 20.10.2020 και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 2.9.2020 (βλ. τη με αριθμό 1195Α/2.9.2020 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ν. Σ.) ο αναιρεσείων ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να του αποδώσει το επιδικασθέν κεφάλαιο των 8.218 ευρώ και τους επ' αυτού τόκους, που του κατέβαλε, σε εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, κατά τα ανωτέρω, απορρίπτεται η ένδικη αίτησή του για αναίρεση της με αριθμό 5202/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.12.2019 (με αριθμό κατάθεσης 11888/1176/2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5202/16.9.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Απορρίπτει την υποβληθείσα με αυτοτελές δικόγραφο από 20.10.2020 αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ