Legislator Case Law & Legislation
1116/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction grounds, ruling labor dispute belongs to administrative courts.

Case Number 1116/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a First Instance Court decision. The State argued the case involved public law relations, while the opposing party contended it was a labor dispute. The Court ruled that the dispute fell under administrative jurisdiction, not civil, and therefore the First Instance Court exceeded its authority.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1) and (2) of the Constitution; Article 1, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 1406/1983; Article 6 of Law 3717/2008: If a civil court accepts a case that is actually a public law dispute, it exceeds its jurisdiction, and the appeal must be rejected on the merits.

Keywords

AI generated
jurisdictional error public law dispute labor dispute excess of jurisdiction administrative court civil court constitutional interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) and (2) of the Constitution
Article 1, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 1406/1983
Article 6 of Law 3717/2008

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1116 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1116/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Κ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2171/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5559/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 24/1/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1)Από την υπ' αριθμ. … έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, που εδρεύει στο Πρωτοδικείο Αθηνών, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της Παρέδρου του ΝΣΚ Μαρίας Βλάσση, η οποία ενεργεί ως πληρεξούσια του Ελληνικού Δημοσίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 24-1-2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5559/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (28-1-2020) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο Ν.Κ.. Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔικ., παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

2)Με την κρινόμενη από 24-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5559/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε δεκτή η από 23-5-2013 έφεση του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 2171/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη κατά την κύρια βάση της από το νόμο (άρθ.6 του Ν.3717/2008) η από 23-12-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς να εξετασθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

3)Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές οι οποίες προκύπτουν από τη διατάραξη εννόμων σχέσεων ή καταστάσεων διεπομένων από κανόνες του δημοσίου δικαίου και ειδικότερα οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).

Στις διαφορές αυτές υπάγονται και εκείνες που προκύπτουν από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα του οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995).

Αντίθετα ιδιωτικές είναι οι διαφορές, οι οποίες προκύπτουν από την αμφισβήτηση περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσης συγκεκριμένου προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα (ΑΠ 485/2008, ΑΠ 1485/2008, ΑΠ 1800/1987). Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 παρ. 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11 Ιουνίου 1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ η παρ.2 του άρθρου 1 αυτού διέλαβε ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τη λέξη "ιδίως", διάφορες κατηγορίες διοικητικών διαφορών ουσίας που υπήχθησαν στη ρύθμιση αυτή.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ. η του Ν. 1406/1983 ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

θ του ιδίου νόμου, όπως στη συνέχεια το εδάφιο θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται και οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).

Επίσης, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι εάν ανέκυψε διαφορά προς καταβολή αποζημίωσης για παράνομη ενέργεια (πράξη ή παράλειψη) οργάνων του δημοσίου, εξ αιτίας της οποίας προκλήθηκε ζημία από τη μη καταβολή αποδοχών ή άλλων παροχών σε πρόσωπο συνδεόμενο με το Δημόσιο κλπ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (λ.χ.

με την παράλειψη έκδοσης της αναγκαίας προς τούτο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή με την έκδοση αυτής με μη σύννομο περιεχόμενο), οπότε η επικαλούμενη παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή έργου, η ούτω προκύψασα διαφορά συνιστά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 3/2004).

Εάν, αντιθέτως, η σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ. αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα, η οποία έχει νομοθετηθεί κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος [και μάλιστα στο πλαίσιο νομοθέτησης δέσμης μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα], οι προκύπτουσες διαφορές από τη μη καταβολή της παροχής αυτής, είτε στηρίζονται απ' ευθείας στις διατάξεις του νόμου που την προβλέπουν, είτε αφορούν την καταβολή αποζημίωσης από παράνομη παράλειψη των οργάνων της διοίκησης να προβούν στην έκδοση της τυχόν αναγκαίας εκτελεστής διοικητικής πράξης για την καταβολή αυτής, συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας και υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Δεν υφίσταται δε έδαφος εφαρμογής του κριτηρίου της υποκειμένης σχέσης στην περίπτωση αυτή, καθότι ο δικαιούχος της ως άνω παροχής, πέραν του ως άνω χαρακτήρα της ως δημοσίου δικαίου, δεν συνδέεται με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου με τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής δημόσιο φορέα. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, είναι αδιάφορο το εάν ο δικαιούχος της ως άνω παροχής συνδεόταν με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου με δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση, της οποίας έπαυσε η λειτουργία και της οποίας η οικονομική αδυναμία για καταβολή προβλεπόμενων από την εργατική νομοθεσία παροχών στους απασχολουμένους σε αυτήν μισθωτούς οδήγησε το Δημόσιο στη θέσπιση μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα, αναλόγου περιεχομένου, προς ανακούφιση των μισθωτών αυτών, ή το εάν η θέσπιση των μέτρων αυτών αφορούσε μόνο τη συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών που απασχολούντο στην επιχείρηση αυτή, αφού τα ανωτέρω ανάγονται στο σκοπό της θέσπισης της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Τέλος, διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η προκύπτουσα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου, όταν η υποκειμένη σχέση είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/2016 ΑΕΔ 12/2013, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 2/1993). Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 (ΦΕΚ Α 216) ορίσθηκε ότι "Δημόσιες επιχειρήσεις, οι οποίες σωρευτικά:

α) αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα ή προβλήματα στη διάρθρωση της δομής των ιδίων κεφαλαίων τους ή παρουσιάζουν έκδηλη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους ή έχουν ίδια κεφάλαια, τα οποία με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό έχουν απομειωθεί τόσο ώστε να συντρέχει νόμιμη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 48 του κ.ν. 2190/1920 και β) έχουν λάβει στο παρελθόν κρατικές ενισχύσεις με αποτέλεσμα η περαιτέρω ενίσχυσή τους από το Ελληνικό Δημόσιο να αντίκειται στις διατάξεις του Κοινοτικού Δικαίου, είναι δυνατόν να τεθούν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Στην περίπτωση αυτή διορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να είναι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υποδείξουν οι αιτούντες την εκκαθάριση, οι οποίοι συνυποβάλλουν στο αρμόδιο κατά την επόμενη παράγραφο δικαστήριο δήλωση του προτεινόμενου εκκαθαριστή ότι αποδέχεται την υπόδειξή του ως εκκαθαριστή".

Εξάλλου, με την διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 ορίσθηκε ότι "Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση δεν αποτελεί λόγο λύσεως της εταιρείας, δεν συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της και δεν επιφέρει τη λύση των πάσης φύσεως συμβάσεών της, ούτε αποτελεί λόγο λύσεως αυτών. Η θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση συνιστά πάντως σε κάθε περίπτωση, για τον εκκαθαριστή και μόνο, σπουδαίο λόγο για την καταγγελία οποιασδήποτε συμβάσεως της επιχείρησης.

Ο εκκαθαριστής διορίζεται και εκπροσωπεί την επιχείρηση. Ο εκκαθαριστής μπορεί να αποφασίζει την άμεση διακοπή ή το σταδιακό περιορισμό ή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όπως και τη διατήρηση ή μη των πάσης φύσεως συμβάσεων της επιχείρησης. Ειδικά οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού, που συνδέεται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, καθώς και με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόρων ή νομικών συμβούλων, μπορούν, όλες ή μερικές από αυτές, μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του Εφετείου, κατά την κρίση του εκκαθαριστή και με αποφάσεις του εκκαθαριστή λαμβανόμενες προς το συμφέρον και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, να λύονται με καταγγελία, ή και να αναστέλλονται, αζημίως για την επιχείρηση.

Στις περιπτώσεις αυτές προϋποτίθεται ότι θα υιοθετηθούν μέτρα, όπως τα όσα στο επόμενο εδάφιο αναφέρονται. Οι Υπουργοί Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών και ο εποπτεύων την επιχείρηση Υπουργός, με αποφάσεις τους οφείλουν να θεσπίζουν μέτρα κοινωνικής προστασίας, όπως ιδίως προγράμματα επιδότησης κατά της ανεργίας, παροχές για απώλεια εισοδήματος, εφάπαξ παροχές ή βοηθήματα, προγράμματα επιμόρφωσης, επανακατάρτισης και επανένταξης στην αγορά εργασίας, μεταφορά σε φορείς και υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μοριοδότηση προς πρόσληψη στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπέρ των εργαζομένων που συνδέονται με την επιχείρηση με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και υπέρ των εμμίσθων δικηγόρων ή νομικών συμβούλων της επιχείρησης, των οποίων οι συμβάσεις λύονται ή αναστέλλονται κατά τα ανωτέρω, πλην περιπτώσεων καταγγελίας συμβάσεως για τέλεση ποινικού αδικήματος ή συνεπεία τελέσεως σοβαρής παραβιάσεως συμβατικής υποχρεώσεως.

Οι εν λόγω υπουργικές αποφάσεις μπορούν να θεσπίζουν τα ίδια μέτρα και για συμβάσεις οι οποίες λύθηκαν ή ανεστάλησαν σύμφωνα με τα παραπάνω έως και έξι μήνες πριν από τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση". Επακολούθησε ο Ν. 3717/2008 (ΦΕΚ Α 239) "Κοινωνικές ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους στις εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε." και άλλες διατάξεις", με τη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου αυτού και υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί", ορίστηκε ότι : (1). "Σημερινοί Εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακές Αερογραμμές Α.Ε.", "Ολυμπιακή Αεροπορία - Υπηρεσίες Α.Ε." και "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", (2) "Αρχικοί εργοδότες" οι εταιρείες "Ολυμπιακή Αεροπορία Α.Ε", "Ολυμπιακή Αεροπλοΐα Α.Ε.", "Ολυμπιακή Τουριστική ΑΕ", "Μακεδονικές Αερογραμμές ΑΕ", "OLYMPIC CATERING Α.Ε."... (3). "Τακτικό Προσωπικό":

το με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών, καθώς και οι με συμβάσεις έμμισθης εντολής δικηγόροι ή νομικοί σύμβουλοι των Σημερινών Εργοδοτών... (4). Εποχικό Προσωπικό:... (5). "Τακτικές Μηνιαίες Αποδοχές" : το ποσό που ισούται με το βασικό μηνιαίο μισθό και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή εξομοιούμενες με συλλογικές συμβάσεις εργασίας διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008, προσαυξημένο κατά 2,5%.

Στα επιδόματα αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού.... (6) "Ισοδύναμες Μηνιαίες αποδοχές" :... (7). "Κρίσιμη Ημερομηνία" : η ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης με την οποία καθεμία από τις Εταιρείες που είναι Σημερινοί Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α'), που προστέθηκε με το άρθρο 40 του ν. 3710/2008 (ΦΕΚ 216 Α'), όπως ισχύει.".

Με τη διάταξη του άρθρου 4 του ιδίου νόμου (3717/2008) υπό τον παράτιτλο "Εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης", όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη παρ. 5, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ.4 του Ν. 3871/2010 (ΦΕΚ Α 141), ορίστηκε ότι "(Παρ. 1). Στους ανήκοντες στο Τακτικό και Εποχικό Προσωπικό των Σημερινών Εργοδοτών εργαζομένους, των οποίων οι συμβάσεις με την επιχείρηση λύονται ή καταγγέλλονται μετά την Κρίσιμη Ημερομηνία, καταβάλλεται εντός διμήνου από την υποβολή της αίτησης της επόμενης παραγράφου 2 εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης το οποίο ισούται.......Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του Ν. 3717/2008, με τις οποίες θεσπίσθηκαν μέτρα κοινωνικής προστασίας για τους εργαζομένους των εταιρειών του άρθρου 1 αυτού [....], οι οποίες τέθηκαν υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης και των οποίων οι συμβάσεις λύθηκαν με καταγγελία και αζημίως για τις υπό εκκαθάριση εταιρείες, και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 3 του ως άνω νόμου εκδοθείσα Κ.Υ.Α.

με αριθ. Φ10621/οικ.23964/1972 [ΦΕΚ Β'21 58/2.10.2009], οι ανήκοντες στο τακτικό προσωπικό [δηλαδή το προσωπικό που συνδέεται με τους Εργοδότες με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου] κατά την Κρίσιμη Ημερομηνία και κατέχοντες την ειδικότητα του Ιπτάμενου χειριστή την 1.10.2008 έχουν δικαίωμα σε ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης [επιπρόσθετο των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 σχετικά με την ειδική επιδότηση ανεργίας βάσει προγράμματος του ΟΑΕΔ μετά την αναγγελία των σ' αυτόν ως άνεργοι], το οποίο υπολογίζεται και καταβάλλεται ως ακολούθως:

Σε όσους θεμελιώνουν δικαίωμα και υποβάλουν αίτηση για λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος εντός δωδεκαμήνου από την Κρίσιμη Ημερομηνία, δηλαδή την ημερομηνία δημοσίευσης της δικαστικής αποφάσεως με την οποία καθεμία από τις εταιρείες που είναι Εργοδότες τίθεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 14Α του ν. 3429/2005 [ΦΕΚ 314 Α'], που προστέθηκε με το άρθρο 40 του Ν. 3710/2008 [ΦΕΚ 216 Α'], το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης ισούται με το εβδομήντα πέντε τοις εκατό [75%] των Ισοδύναμων Μηνιαίων Αποδοχών προσαυξημένων κατά ένα έκτο [1/6], από το οποίο αφαιρείται η μηνιαία σύνταξη του πρώτου πλήρους ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβαν σύνταξη γήρατος, του όλου ποσού πολλαπλασιαζομένου επί εβδομήντα δύο [72].

Το ποσό αυτό καταβάλλεται σε 72 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, στο τέλος κάθε μήνα. Σε περίπτωση κατά την οποία έχει συμπληρωθεί εξαετία από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή ο δικαιούχος αναλάβει εργασία μετά την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση ή υπερβεί το εξηκοστό έτος της ηλικίας του, δεν δικαιούται να λάβει το τμήμα της πρόσθετης ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο αντιστοιχεί στους μήνες που έπονται της ημερομηνίας συμπλήρωσης εξαετίας από την Κρίσιμη Ημερομηνία ή της ημερομηνίας ανάληψης εργασίας ή της ημερομηνίας συμπλήρωσης του 60ού έτους της ηλικίας του.

Το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης βεβαιώνει ο οικείος εκκαθαριστής, ο οποίος εκδίδει σχετικές βεβαιώσεις κατόπιν αιτήσεων των ενδιαφερομένων, στις οποίες αναγράφεται ο αναλυτικός υπολογισμός του βεβαιουμένου ποσού. Για τον υπολογισμό του ποσού της μηνιαίας σύνταξης, η οποία θα αφαιρείται από το ποσό των ανωτέρω ισοδυνάμων Μηνιαίων Αποδοχών για τον προσδιορισμό του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, ο δικαιούχος υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης στην Κεντρική Υπηρεσία Συντάξεων του ΙΚΑ.

Η Κεντρική Υπηρεσία του ΙΚΑ υποχρεούται να εκδίδει εντός προθεσμίας 60 ημερών σχετική βεβαίωση. Η βεβαίωση αυτή, η οποία κοινοποιείται από το ΙΚΑ αποτελεί προσάρτημα του εγγράφου του εκκαθαριστή, με το οποίο προσδιορίζεται το ύψος του ποσού της ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, η οποία καταβάλλεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους εντός 2 μηνών από την υποβολή της αιτήσεως και απαλλάσσεται από κάθε μορφής φόρο, τέλος ή παρακράτηση.

Ακόμη, για την επέλευση των συνεπειών από την ανάληψη εργασίας, απαιτείται αυτή να είναι μεταγενέστερη της υποβολής της σχετικής αίτησης για συνταξιοδότηση [βλ. άρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 3783/2009 ΦΕΚ Α' 136/7.8.2009]. Εξ άλλου, ως "ισοδύναμες μηνιαίες αποδοχές" ορίζεται το ποσό που ισούται με τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, που ορίζονται στο άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου και συγκεκριμένα ο βασικός μισθός και τα τακτικά μηνιαία επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται σε κάθε εργαζόμενο και τα οποία ισχύουν με βάση συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις την 1.10.2008 προσαυξημένες κατά 2,5%.

Δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα εορτών και αδείας στις τακτικές αποδοχές. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και την αιτιολογική έκθεση του νόμου 3717/2008 συνάγεται ότι το πρόσθετο ποσό κοινωνικής ενίσχυσης θεσπίσθηκε για τους ιπτάμενους χειριστές λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και τη δυσκολία εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους αζημίως.

Είναι δε ανεξάρτητο από το εφάπαξ ποσό κοινωνικής ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 του ιδίου νόμου για το προσωπικό των εταιρειών, που θα αποχωρήσει μετά την θέση της εργοδότριας εταιρείας υπό εκκαθάριση, γιατί το τελευταίο καταβάλλεται σε όλους τους μισθωτούς ως αντιστάθμισμα για την μη καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, γι' αυτό και υπολογίζεται σύμφωνα με το χρόνο υπηρεσίας εκάστου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κείμενο του νόμου.

Συνεπώς το δικαίωμα της αποζημίωσης του άρθρου 6, που αφορά τους ιπτάμενους χειριστές είναι ανεξάρτητο από την αποζημίωση του άρθρου 4 του Ν.3717/2008. Επίσης, το προαναφερόμενο ειδικό ποσό κοινωνικής ενίσχυσης δεν απορρέει από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά απορρέει ευθέως από το νόμο (άρθρο 6 του Ν.3717/2008), αφορά παροχή κοινωνικού χαρακτήρα προς εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων) για την ενίσχυση ειδικής κατηγορίας εργαζομένων (ιπταμένων χειριστών) λόγω της ιδιαίτερης φύσης της εργασίας τους και της δυσκολίας εύρεσης εργασίας στο ίδιο ή συναφές αντικείμενο, καλύπτεται από τον κρατικό Υπολογισμό και υπόχρεος για την καταβολή δεν είναι η εργοδότρια εταιρεία αλλά το Ελληνικό Δημόσιο στα πλαίσια άσκησης δημόσιας εξουσίας, οι δε αξιώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τυγχάνουν στην ουσία διοικητικής φύσης, ρυθμιζόμενες από το δημόσιο δίκαιο.

Συνεπώς οι προκύπτουσες από τη χορήγηση ή μη της εν λόγω κοινωνικής παροχής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου διαφορές συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας, υπαγόμενες στην αποκλειστική δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΠ 543/2020, ΑΠ 1463/2019, ΑΠ 1272/2018). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, με την επιφύλαξη του παρεμπίπτοντος ελέγχου του κύρους διοικητικής πράξης, περίπτωση για την οποία δεν πρόκειται, απαγορεύεται κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις υπαγόμενες στα διοικητικά δικαστήρια και ότι αγωγή που αφορά διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως εάν εισαχθεί προς εκδίκαση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1666/2014, ΑΠ 1524/2013).

4)Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 23.12.2013 αγωγή του, ισχυρίσθηκε: Ότι εργαζόνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως Ιπτάμενος Χειριστής - κυβερνήτης αεροσκάφους τύπου Β-737/400 στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…". Ότι η ανωτέρω εργοδότριά του, η οποία αποτελούσε δημόσια επιχείρηση, τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 14Α Ν. 3429/2005 με την υπ' αριθ. 5716/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η εκκαθαρίστρια κατήγγειλε αζημίως τη σύμβαση εργασίας του στις 15.12.2009.

Ότι κατά το άρθρο 3 Ν. 3717/2008 μπορούσε να ενταχθεί σε πρόγραμμα ειδικής επιδότησης ανεργίας από τον ΟΑΕΔ μέχρι την ανάληψη νέας εργασίας. Ότι αν και σύμφωνα με το άρθρο 6 του ιδίου νόμου [3717/2008] δικαιούται επί πλέον το ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης από 215.475,48 ευρώ, υπέβαλε αίτηση στις 30-4-2010 για πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος καθώς και αίτηση προς το Υπουργείο Οικονομικών και Οικονομίας, Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για λήψη του ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης και την 1-7-2010 παρήλθε η από το άρθρο 6 του Ν.3717/2008 δίμηνη προθεσμία από την ως άνω ημερομηνία υποβολής της αίτησης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αρνείται παρανόμως και υπαιτίως να του καταβάλει το ως άνω ποσό ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης, και ότι εξ αιτίας της αρνήσεως του εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη.

Με αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά από περιορισμό του αιτήματος της αγωγής κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και με τις προτάσεις του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, για την ειδική κοινωνική ενίσχυση του άρθρου 6 του Ν.3717/2008, 20.000 ευρώ, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένου να του καταβάλει 97.532,08 ευρώ καθώς και 5.000 ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο.

Τα παραπάνω ποσά ζήτησε ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 6 του Ν.3717/2008), άλλως ως αποζημίωση από αδικοπραξία καθότι το εναγόμενο υπαιτίως παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου αυτού, προκαλώντας του ισόποση ζημία, άλλως και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθότι με τη μη καταβολή του ως άνω ποσού ειδικής κοινωνικής ενίσχυσης κατέστη πλουσιότερο σε βάρος του.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω αγωγή του αναιρεσιβλήτου, τόσο κατά την κύρια βάση της εκ του νόμου όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις αυτής από αδικοπραξία, και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εισάγει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, διοικητική διαφορά ουσίας και συνακόλουθα δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα η αγωγή κατά την κύρια αυτής βάση έχει ως αντικείμενο την καταβολή του ανωτέρω ποσού κοινωνικής ενίσχυσης, το οποίο προβλέπεται από το νόμο (άρθ. 6 του Ν. 3717/2008), το οποίο εμπίπτει κατά τα ανωτέρω στην ενάσκηση δημοσίας εξουσίας, προς εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος (μέτρα κοινωνικής προστασίας) και επομένως η απορρέουσα από την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης αξίωση του ενάγοντος, ο οποίος δεν συνδέεται άλλωστε με το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο για την καταβολή της με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τυγχάνει στην ουσία διοικητικής φύσης και ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο.

Ωσαύτως η αγωγή δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων τόσο κατά την από αδικοπραξία βάση αυτής [ανεξαρτήτως του ότι μόνη η εκ μέρους των οργάνων του εναγομένου παρά το νόμο παράλειψη εφαρμογής των προβλεπομένων από τη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν. 3717/2008 δεν ιδρύει αδικοπρακτική ευθύνη αυτών κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ], εφόσον η επικαλούμενη με την αγωγή παρανομία τελέσθηκε σε συνάρτηση με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας και δεν συνδέεται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του εναγομένου, ούτε οφείλεται κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα σε προσωπικό πταίσμα οργάνου αυτού ενεργήσαντος εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, όσο και κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση αυτής, διότι η υποκειμένη σχέση είναι κατά τα ανωτέρω σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΠ 543/2020, ΑΠ 1463/ 2019, ΑΠ 1272/2018).

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από ουσιαστική παραδοχή λόγου έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ότι η διαφορά υπαγόταν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, έσφαλε κατά τα προεκτεθέντα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, 1 εδ.α και 2 του ΚΠολΔ, 1 του Ν. 1406/1983 και 6 του Ν.3717/2008, και υπερέβη τη δικαιοδοσία του ως πολιτικό δικαστήριο υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναίρεσης και πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης.

5) Κατά τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση λόγω υπερβάσεως της δικαιοδοσίας δεν παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεβληθείσα απόφαση, αλλά απορρίπτει αυτός την αγωγή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, ως απαράδεκτη (ΑΠ543/2020, ΑΠ714/2019, ΑΠ 1781/2005, ΑΠ 1562/2005).

Εν όψει των εκτιθεμένων στην προηγούμενη σκέψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθ.5559/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για υπέρβαση δικαιοδοσίας, να κρατηθεί η υπόθεση, και να απορριφθεί κατ' ουσία η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 2171/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίζονταν αβάσιμα ότι το πρωτόδικο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων των άρθρων 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, 1 εδ.α και 2 του ΚΠολΔ, 1 του Ν. 1406/1983 και 6 του Ν.3717/2008 έκρινε ότι πρόκειται για διοικητική διαφορά.

Επίσης, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, για την παρούσα αναιρετική δίκη, καθώς και για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, μειωμένα όμως κατά τους περιορισμούς του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου, σε συνδυασμό 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5559/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 23-5-2016 (αριθ.κατ.1574/2016) εφέσεως.

Απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθ. 2171/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ και

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ