Legislator Case Law & Legislation
1115/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on costs allocation, ruling lower court's expense award is non-reviewable factual assessment.

Case Number 1115/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by two parties against a First Instance Court judgment regarding civil liability and costs. The appellants argued that the appellate court erred in allocating legal expenses, claiming the lower court incorrectly assigned costs to the appellant despite rejecting most of their claims. The court held that the allocation of litigation costs constitutes a factual assessment falling under the exclusive jurisdiction of the court of first instance and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178, 561 of the Code of Civil Procedure; The allocation of litigation costs by the court of first instance is a factual assessment that is not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
litigation costs allocation appellate review limitation court of first instance factual assessment civil procedure code non-reviewable decision legal expenses award

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1115 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1115/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. του 1, κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Β. Του αναιρεσείοντος: Ιωάννη Φωτίου του Φωτίου, κατοίκου ..., ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2012 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9393/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1980/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 14/3/2018 αίτησή του και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 14/3/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων και υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητος ζήτησε την παραδοχή της από 14/3/2018 αιτήσεώς του, την απόρριψη της από 14/3/2018 αντίθετης αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 43/2023, ΑΠ1305/2019, ΑΠ836/2019). Με την από 16-5-2022 κλήση φέρονται προς συζήτηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 102/2021 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου που ανέβαλε τη συζήτηση για τον αναφερόμενο σ' αυτή λόγο, η από 14-3-2018 αίτηση αναιρέσεως του Ι. Φ. και η από 14-3-2018 αντίθετη αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ. κατά της αυτής υπ' αριθμό 1980/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δ. Μ., εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή για το ποσό των 1500 ευρώ. Οι αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ) πρέπει, επομένως, να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 246, 573 αρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ).

1) Επί της από 14-3-2018 αιτήσεως αναιρέσεως του Ι. Φ.:

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΑΠ 38/2022, ΑΠ 1470/2021).

Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 23/2008). Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη.

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 13-14-15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κρίνοντας αυτή μη πειστική και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα, παρότι η κατάθεση αυτή δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον αναιρεσίβλητο.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του ως άνω αποδεικτικού μέσου και επιχειρείται η στάθμιση και αξιολόγησή του κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και των άρθρων 361, 362, 363 και 367 ΠΚ συνάγεται ότι εκείνος του οποίου προσβάλλεται η προσωπικότητα α) με τη διατύπωση γι' αυτόν, γραπτώς ή προφορικώς, λέξεων ή φράσεων που κατά την κοινή αντίληψη περιέχουν είτε αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του, είτε περιφρόνηση για το πρόσωπό του από το δράστη, ο οποίος γνωρίζει ότι με τέτοια οικειοθελή ενέργειά του προσβάλλεται η τιμή του άλλου και β) με ισχυρισμό ή διάδοση δυσφημιστικού γεγονότος, δηλαδή συμβάντος ή περιστατικού του παρόντος ή του παρελθόντος που υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, το οποίο (δυσφημιστικό γεγονός) δύναται να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, δικαιούται, εκτός άλλων, και την καταδίκη του υπαιτίου της δυσφημιστικής διαδόσεως ή του εξυβριστικού ισχυρισμού στην καταβολή χρηματικού ποσού προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή (ΟλΑΠ 812/1980, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1735/2009, ΑΠ 1599/2000).

Προσβολή της προσωπικότητος με αδικοπραξία πραγματώνεται και με ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ (ΑΠ 848/2019, ΑΠ 521/2018). Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της απλής δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση με την έννοια, που προαναφέρθηκε και για το άρθρο 920 του ΑΚ, από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος, που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του.

Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητάς του.

Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος, που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 24/2015).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1340/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατική αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος δεν τέλεσε σε βάρος του αναιρεσείοντος τα αδικήματα της συκοφαντικής και της απλής δυσφημήσεως, αλλά το αδίκημα της εξυβρίσεως.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Αμφότεροι οι διάδικοι τυγχάνουν δικηγόροι εγγεγραμμένοι στο δικηγορικό σύλλογο της Θεσσαλονίκης. Την 28-9-2010, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συζητούνταν η με αριθμ.

καταθ. 19518/20-5-2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, με την οποία, επικαλούμενος ο πρώτος συκοφαντική δυσφήμησή του από τον δεύτερο, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, και πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υποθέσεως, ο ενάγων παραιτήθηκε τόσο από το δικαίωμα, όσο και από το δικόγραφο της αγωγής του και έτσι η δίκη καταργήθηκε, διότι θεωρήθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ποτέ.

Εν συνεχεία, ο εναγόμενος, που κατά την ανωτέρω δικάσιμο είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι δεν συναινεί στο συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων, άσκησε κατά του ενάγοντος συναδέλφου του τη με αριθμ. καταθ. 5639/2011 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας την επιδίκαση δικαστικής δαπάνης, ύψους 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, την οποία είχε παραλείψει να καταλογίσει το Πολυμελές Δικαστήριο Θεσσαλονίκης στην ως άνω δίκη.

Στις 13-12-2011, η παραπάνω αγωγή συζητήθηκε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, ο δε ενάγων και τότε εναγόμενος, αφού προέβαλε τις ενστάσεις του, οι οποίες καταχωρήθηκαν στα υπ' αριθμ. 8131/2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε ακολούθως να εξεταστεί ως μάρτυρας ανταποδείξεως ο Α. Μ., ο οποίος τυγχάνει δικηγόρος και συνεργάτης του, η δε κατάθεση του τελευταίου καταχωρήθηκε στα ίδια ως άνω πρακτικά.

Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων διατείνεται ότι, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αμέσως μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τις δηλώσεις των παραστάσεων, ο εναγόμενος, απευθυνόμενος στο Δικαστήριο, είπε αρχικώς τη φράση: "ο αντίδικος θα προσπαθήσει να εξαπατήσει το Δικαστήριο" και αμέσως μετά τη φράση: "θα προσπαθήσει να παραπλανήσει το Δικαστήριο σχετικά με τα πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου", οι οποίες είναι λίαν προσβλητικές για την τιμή και την υπόληψή του, αφού τον ενεφάνισαν ενώπιον της δικαστού της έδρας, των λοιπών συναδέλφων του και του ακροατηρίου, ως άτομο που εξαπατά δικαστήρια και μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την άσκηση του επαγγέλματος του.

Από την επισκόπηση, ωστόσο, των ως άνω πρακτικών, που σημειωτέον φέρουν την υπογραφή της διευθύνουσας τη συζήτηση δικαστού και του γραμματέως, προκύπτει ότι τέτοιες φράσεις δεν έχουν καταχωρηθεί. Εφόσον, λοιπόν, τα πρακτικά αυτά έχουν, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, την αποδεικτική δύναμη ενός δημοσίου εγγράφου, αποτελούν δηλαδή πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενό της και εφόσον κατά την ανάγνωση των ενδίκων πρακτικών, ουδεμία αντίρρηση διατυπώθηκε από την πλευρά των διαδίκων αναφορικώς με την ακρίβεια της διατύπωσης, των ομολογιών ή άλλων δηλώσεών τους (άρθρο 259 ΚΠολΔ), αλλ' ούτε και προσβλήθηκαν ποτέ ως πλαστά, τότε ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί αναφοράς εκ μέρους του εναγόμενου των δύο συγκεκριμένων φράσεων κατά τη συνεδρίαση της 13ης-12-2011 κρίνεται ως αναπόδεικτος και ουσία αβάσιμος, μη αρκούσης προς τούτο της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεως του μάρτυρος αποδείξεως Α.

Μ., η οποία ως προς το σχετικό σημείο ελέγχεται ως μη πειστική και ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, στο πλαίσιο της συζήτησης της προαναφερομένης υπ' αριθμ. καταθ. 5639/2011 αγωγής του με αίτημα τον καταλογισμό δικαστικής δαπάνης ύψους 6.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, κατέθεσε μετά από τις προτάσεις του και την από 16-12-2011 προσθήκη-αντίκρουσή του, στην οποία αναφορικώς με την προαναφερθείσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δίκη, κατά την οποία ο ενάγων είχε παραιτηθεί από την υπ' αριθμ.

καταθ. 19518/2005 αγωγή του, καθώς κι από το δικαίωμά του, εξέθετε μεταξύ άλλων και τα εξής: ".......Όπως είναι λογικό, μετά την πανηγυρική απόρριψη της εγκλήσεώς του από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, ο αντίδικος πείστηκε πλέον ότι και η αγωγή του δεν είχε καμία απολύτως ελπίδα ευδοκίμησης. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία έψαχνε τρόπο να απαλλαγεί από αυτήν, καθώς η απόρριψή της ήταν βέβαιη......

Είχε έρθει η ώρα της κωλοτούμπας. Μέχρι και τα παιδάκια του χωριού ΣΟΣ επιστράτευσε από το πουθενά για να συγκινήσει. Έτσι αδίστακτα και χυδαία...". Οι τρεις τελευταίες δυσμενείς φράσεις με τον τρόπο, που έχουν διατυπωθεί, μπορεί να μην στοιχειοθετούν τα αδικήματα της συκοφαντικής και της απλής δυσφημήσεως, αφού για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αυτών των εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση "γεγονότος" ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, ως γεγονός δε νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά αποδείξεως, στοιχειοθετούν, όμως, το αδίκημα της εξυβρίσεως, καθόσον προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντας, καθώς και την κοινωνική και επαγγελματική του οντότητα ως δικηγόρου, αφού τον παρουσιάζουν ως έναν άνθρωπο, που με τρόπο αδίστακτο και χυδαίο, μεταβάλλει τις απόψεις και τις επιδιώξεις του ανάλογα με τις κατά καιρούς περιστάσεις, ενώ, προκειμένου να δικαιολογήσει αυτήν την μεταστροφή του, δεν διστάζει να επικαλείται για λόγους καθαρά συγκινησιακούς, κι όχι από αληθινό ενδιαφέρον, τα παιδιά του χωρίου ΣΟΣ.

Η προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση του άρθρου 367 παρ.1 του ΠΚ περί άρσης του αξιοποίνου της εξυβρίσεως, λόγω προστασίας και διαφύλαξης δικού του δικαιώματος (ισχυρίζεται ότι με τις φράσεις αυτές θέλησε να καταδείξει το συγκινησιακό τρυκ του ενάγοντος και την ψυχρά υπολογισμένη και ιδιοτελή μεθόδευση της παραίτησής του), κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, διότι, με βάση τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, ο εναγόμενος ξεπέρασε το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο προς διαφύλαξη του δικαιώματός του, οι δε προσβλητικοί της τιμής του ενάγοντας ισχυρισμοί, ούτε εύλογοι, ούτε αναγκαίοι ήταν για την αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του, ο δε εναγόμενος τους περιέλαβε στην ως άνω προσθήκη του, τελώντας σε γνώση ότι μπορεί να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντας και γενικότερα την προσωπικότητά του, την οποία και έβλαψαν, δοθέντος ότι το περιεχόμενο της ως άνω προσθήκης κατέστη γνωστό στις δικαστικές αρχές (δικαστές, γραμματείς κλπ), που επιλήφθησαν της εκδικάσεως της υποθέσεως σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.

Συνεπώς, προσεβλήθη από τις παραπάνω εξυβριστικές φράσεις, οι οποίες, πέραν του ποινικού αδικήματος, συνιστούν συνάμα και αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, από την ως άνω δε προσβολή ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως. Ενόψει του είδους της προσβολής, της βαρύτητας και των συνθηκών τελέσεως της προσβολής, του τόπου και του χρόνου, αλλά και του μέσου με το οποίο τελέσθηκε, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου, της επαγγελματικής, κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει, λαμβάνοντας υπόψη και την αρχή της αναλογικότήτας, ότι η χρηματική ικανοποίηση, που ο ενάγων δικαιούται προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από τη σε βάρος του αδικοπραξία, ανέρχεται στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, το οποίο, μετ' εκτίμηση όλων των ανωτέρω στοιχείων, κρίνεται εύλογο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, διότι ο τελευταίος άσκησε την εναντίον του υπό κρίση αγωγή επτά (7) ολόκληρους μήνες μετά την εκ μέρους του ανάγνωση της από 16-12- 2011 προσθήκης, κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, διότι τα ανωτέρω επικληθέντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, που αποδείχθηκαν και που δεν αναιρούνται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο, έπρεπε η από 10-7-2012 και με αριθμό καταθ. 22809/12-7-2012 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, δεχόμενο ότι η προσβολή τούτου συνετελέσθη, όχι μόνο με τις περιλαμβανόμενες στην ως άνω προσθήκη εξυβριστικές φράσεις, αλλά και με όσα φέρονται να ειπώθηκαν από τον εναγόμενο δικηγόρο στις 13-12-2011 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εσφαλμένως εν μέρει τις ενώπιόν του προσκομισθείσες αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση εφέσεώς του, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ' ουσίαν βάσιμοι >>.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 362, 363 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, οι ως άνω δυσμενείς φράσεις που συμπεριέλαβε ο αναιρεσίβλητος στην από 16-12-2011 προσθήκη - αντίκρουσή των προτάσεών του δεν αποτελούν γεγονότα κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 362, 363 ΠΚ, δηλαδή συγκεκριμένα περιστατικά του εξωτερικού κόσμου αναγόμενα στο παρελθόν ή στο παρόν που υποπίπτουν στις αισθήσεις και είναι δεκτικά αποδείξεως, καθώς και συγκεκριμένη συμπεριφορά, αναφερόμενη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια, ώστε να στοιχειοθετήσουν τα αδικήματα της συκοφαντικής και της απλής δυσφημήσεως, αλλά στοιχειοθετούν το αδίκημα της εξυβρίσεως, καθόσον προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσείοντος, την κοινωνική και επαγγελματική του οντότητα ως δικηγόρου, αφού τον παρουσιάζουν ως άτομο που με τρόπο αδίστακτο και χυδαίο μεταβάλλει τις επιδιώξεις του και προκειμένου να δικαιολογήσει αυτή τη μεταστροφή του δεν διστάζει να επικαλείται για λόγους συγκινησιακούς και μόνον τα παιδιά του χωριού ΣΟΣ.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 79/2020).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της επιδικασθείσας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ.

Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου το ως άνω ποσό των 1.500 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερεί εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι ευτελές.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά την σαφή έννοια του άρθρου 246 ΚΠολ.Δ., που ορίζει ότι "το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων", απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο, η παραδοχή ή όχι της αιτήσεως διαδίκου για την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως επί τω τέλει της συνεκδικάσεώς της με άλλη εκρεμή υπόθεση, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ εξάλλου το περί αναβολής και συνεκδικάσεως πλειόνων εκκρεμών υποθέσεων αίτημα και τα προς υποστήριξή του υποβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, που να θεμελιώνουν την αγωγή, ή ένσταση, ή αντένσταση του ουσιαστικού δικαίου. (ΑΠ 668/2005, ΑΠ 410/1976).

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αίτηση του αναιρεσείοντος για αναβολή της συζητήσεως της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να συνεκδικασθεί με τη δική του εκκρεμή έφεση, είναι απαράδεκτος, αφενός διότι η παραδοχή ή όχι της ως άνω αιτήσεως απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και αφετέρου διότι η αίτηση αυτή, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 14-3-2018 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106,176,183,189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

2) Επί της από 14-3-2018 αιτήσεως αναιρέσεως του Δ. Μ.:

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 του Π.Κ. δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της εξυβρίσεως σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ενώ η φράση που ανέγραψε στην προσθήκη των προτάσεών του δεν εμπεριέχει αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του αναιρεσιβλήτου, ούτε καταφρόνηση ή περιφρόνηση αυτού. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω ουσιαστικού νόμου, ούτε εκτίθενται οι παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα ποινικά κολάσιμων πράξεων, αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (περ.γ') ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.δ').

Η προβολή περίπτωσης του πιο πάνω άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας, μέσω εξυβριστικών ή δυσφημιστικών εκφράσεων, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ, και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες εκφράσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Έτσι η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της πιο πάνω ένστασης από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1723/2022, ΑΠ 285/2012). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ με την μη εφαρμογή της, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2β'του ΠΚ με την εφαρμογή της, απορρίπτοντας την ένσταση του αναιρεσείοντος ότι η διατύπωση της επίμαχης φράσεώς του έγινε στα πλαίσια της προστασίας των νομίμων συμφερόντων του για αντίκρουση της αγωγής και των ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου και δεχόμενο ότι οι χαρακτηρισμοί διατυπώθηκαν με σκοπό εξυβρίσεως του αναιρεσιβλήτου.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' του ΠΚ που δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2β'του ΠΚ που ήταν εφαρμοστέα.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με τις επίμαχες φράσεις: "Είχε έρθει η ώρα της κωλοτούμπας. Μέχρι και τα παιδάκια του χωριού ΣΟΣ επιστράτευσε από το πουθενά για να συγκινήσει. Έτσι αδίστακτα και χυδαία..." ο αναιρεσίβλητος υπερέβη το επιβαλλόμενο και αντικειμενικώς αναγκαίο μέτρο προς διαφύλαξη του δικαιώματός του, οι δε προσβλητικοί της τιμής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμοί ούτε εύλογοι, ούτε αναγκαίοι ήταν για την αντίκρουση των ισχυρισμών του τελευταίου, τους περιέλαβε δε στην προσθήκη των προτάσεών του εν γνώσει του ότι μπορούν να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου και εν γένει την προσωπικότητά του, την οποία και έβλαψαν, καθόσον το περιεχόεμενο της ως άνω προσθήκης κατέστη γνωστό στους δικαστές, γραμματείς κλπ.

που επιλήφθησαν της εκδικάσεως της υποθέσεως σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τον υπολογισμό της επιδικασθείσας στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 ΑΚ.

Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρείοντα το ποσό των 1.500 ευρώ, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι υπερβολικά υψηλό.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ ή η επιβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης λόγω μερικής ήττας κατ' άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1331/2013, ΑΠ 1515/2007, ΑΠ 218/2003, ΑΠ 859/2002).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 176 και 178 του ΚΠολΔ, καθόσον, αν και δέχθηκε μερικώς την έφεση του αναιρεσείοντος και απέρριψε το 50% των επιδικασθέντων με την πρωτόδικη απόφαση απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου και συνολικά το 97% των αγωγικών αξιώσεών του, καταλόγισε εσφαλμένα σε βάρος του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περί της εκτάσεως της καταδίκης του ηττώμενου διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 14-3-2018 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 14-3-2018 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Φωτίου και την από 14-3-2018 αντίθετη αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ. κατά της αυτής υπ' αριθμό 1980/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 14-3-2018 αίτηση αναιρέσεως του Ιωάννη Φωτίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 14-3-2018 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Μ..

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ