Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper filing of two judgments and lack of specific legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against two judgments, ruling the appeal inadmissible. The appellant filed the request against both a first-instance and a second-instance judgment, violating the procedural requirement to file against each separately. Furthermore, the appeal lacked specific legal grounds for the second-instance judgment and failed to challenge factual assessments, which are not reviewable by the Supreme Court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 566, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be filed separately against each judgment, and specific legal grounds must be clearly stated for second-instance judgments, while factual assessments are excluded from review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1113 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1113/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. χήρας Α. Σ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Πατρινού και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ., συζύγου Π. Π., 2) Π. Π. του Φ., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταμάτιο Τερεζάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31.07.2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6328/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1923/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Από τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί στην ουσία ή αν γίνει δεκτή και στην ουσία και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση έπαυσε να ισχύει (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 1708/2007, ΑΠ 1253/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση του πρέπει να γίνεται σε καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της ανωτέρω διάταξης, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του Δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 96/2010, ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 850/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1923/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία η από 11.11.2014 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της συμπροσβαλλόμενης 6328/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, με την απόρριψη της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της, ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφ’ ενός μεν για το λόγο τούτο, αφ’ ετέρου δε διότι από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν προκύπτει κατάθεσή της και στη γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την εξέδωσε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 32/1996) αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συγκροτούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 1340/2015, ΑΠ 1296/2007).
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Επιπλέον δε, επί παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των ΑΚ 173 και 200, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες και δεν τους εφάρμοσε ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε σε αυτούς, ενώ επί αιτίασης για εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων αυτών και της ΑΚ 288, είναι αόριστος ο λόγος, αν δεν προσδιορίζεται το σφάλμα σχετικά με την καλή πίστη. Με τον ανωτέρω όμως λόγο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1210/2008, ΑΠ 2197/2007, ΑΠ 1004/1993).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός, αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεση του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. (ΑΠ 766/2017).
Πάντως, και στις δύο ως άνω περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005).
Ωσαύτως, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 12 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο: α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποια αποδόθηκε σε αυτό από το Δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το αποδεικτικό μέσο και δ) επίκληση από τον αναιρεσείοντα, στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, του αποδεικτικού μέσου, ως προς το οποίο υπάρχει παράβαση κατά την αποδεικτική αυτού δύναμη και να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 354/2008).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης, (κύριο ή πρόσθετο), μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί" λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
ΑΠ 15/2000). Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556 & 2, 570 & 1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με την επ’ αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 621/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 766/2017).
[2] Στη συγκεκριμένη υπόθεση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη 1923/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 31.07.2011 αγωγή τους, οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυριζόμενοι ότι είναι μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι κατά ποσοστό 50% ο καθένας, που αποδέχτηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, του αποβιώσαντα στις 21.01.2007 Ν. Μ. του Γ., από τον οποίο η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη είχε αγοράσει, δυνάμει του αναφερόμενου νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου, την ψιλή κυριότητα του περιγραφόμενου ακινήτου του, αντί του συμφωνημένου τιμήματος των δρχ. 15.216.660, ισότιμου των 44.656,37 ευρώ, που εξακολουθεί να οφείλει η εναγομένη• ζήτησαν να υποχρεωθεί η τελευταία να τους καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα της ως άνω πώλησης, κατ’ ίσα μέρη, ήτοι το ποσό των 22.328,18 ευρώ στον καθένα νομιμότοκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγή τους μέχρι την εξόφληση. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή, με την 6328/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και στη συνέχεια, μετά την κατ’ ουσία απόρριψη της από 11.11.2014 έφεσης της εναγομένης, επικυρώθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 1923/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω έφεσης της εναγομένης, δέχτηκε, πλην άλλων, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζομένων αποδείξεων που αναφέρονται σε αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:
«| Δυνάμει του με αρ. .../28-12-2000 συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Αθηνών Α. Κ.-Κ., ο Ν. Μ., ηλικίας τότε 86 ετών, που ήταν κύριος μιας ισόγειας οικίας 40 τ.μ. και ενός ισόγειου κλειστού χώρου στάθμευσης 15 τ.μ, κτισμένων σε οικόπεδο εμβαδού 222,72 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο Δήμο ... Αττικής, επί της οδού ... αρ. … και αποτελεί κάθετη ιδιοκτησία, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, συνολικής έκτασης 445,44 τ.μ., μεταβίβασε στην εναγομένη την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου (οικία με το οικόπεδο της) έναντι τιμήματος 15.216.660 δρχ.
ή 44.656,37 €, που αποτελεί και την αντικειμενική του αξία, ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του και για όλη του τη ζωή την επικαρπία. Στο συμβόλαιο αυτό ρητά αναγράφεται ότι κατά δήλωση των συμβαλλομένων, νωρίτερα και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, η αγοράστρια κατέβαλε στον πωλητή το ως άνω ποσό σε μετρητά.
Το συμβόλαιο αυτό, όπως αναγράφεται στη 13η σελίδα αυτού, συντάχθηκε βάσει σχεδίου των δικηγόρων του πωλητή Σ. Ν. και της αγοράστριας Κ. Κ., οι οποίοι παρέστησαν κατά την υπογραφή του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ως άνω πωλητής και η αγοράστρια ήταν γείτονες και όταν πέθανε η σύζυγος του Ν. Μ., ο οποίος δεν είχε αποκτήσει τέκνα από τον γάμο του, βρέθηκε σε δυσχερή θέση, ενώ του συμπαραστάθηκε η εναγομένη, πηγαίνοντας του συχνά φαγητό και βοηθώντας τον να διεκπεραιώσει διάφορες αναγκαίες για την συντήρησή του εργασίες.
Στη συνέχεια και επειδή η εναγομένη σταμάτησε να τον συνδράμει, ο ως άνω πωλητής κατέθεσε την από 10.02.2004 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης-αγοράστριας, με την οποίαν ζητούσε την ακύρωση του ως άνω συμβολαίου λόγω πλάνης του, που προκλήθηκε δόλια από την εναγομένη, καθώς η αληθινή του βούληση ήταν να δωρίσει την ψιλή κυριότητα του διαμερίσματος στην εναγομένη, με τον όρο ότι θα του παρείχε εφόρου ζωής του κάθε αναγκαία για την διαβίωσή του υπηρεσία και όχι να της το πωλήσει, δεδομένου ότι η τελευταία, δεν κατέβαλε κανένα τίμημα και ότι, εάν γνώριζε την αλήθεια δεν θα προέβαινε στην εν λόγω μεταβίβαση.
Ζήτησε ακόμη και την καταβολή του ποσού των 8.193,96 ευρώ ως αποζημίωση. Αρχικά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμ. 5758/2004 οριστική του απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ενώ μετά την άσκηση έφεσης από την εναγομένη εκδόθηκε η με αριθμ. 2057/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την με αριθμ. 360/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποίαν εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή του Ν.
Μ.. Ειδικότερα κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου παρακάτω: «Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη στη δήλωση πωλήσεως της ψιλής κυριότητας του ακινήτου του συνεπεία απάτης, που μετήλθε σε βάρος του η εναγομένη και ειδικότερα ότι, ενώ ο ίδιος ήθελε να μεταβιβάσει σ' αυτή την ψιλή κυριότητα λόγω δωρεάς αιτία θανάτου, υπό τον όρο ότι θα του παρείχε εφ’ όρου ζωής κάθε απαραίτητη για τη διαβίωσή υπηρεσία, η εναγομένη ενεργώντας δολίως προκειμένου να τον εκμεταλλευθεί οικονομικώς, του παρέστησε ψευδώς ότι θα υπέγραφε συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου υπό τον ως άνω όρο και ότι με τον τρόπο αυτό τον παρέσυρε στην πεπλανημένη δήλωση βουλήσεως περί πωλήσεως του ακινήτου του, στην οποία αυτός δεν θα προέβαινε εάν δεν είχε εξαπατηθεί».
Και σε άλλο σημείο της ίδιας απόφασης κρίθηκε ότι: «Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι η εναγομένη πράγματι κατέβαλε στον ενάγοντα το τίμημα του επιδίκου, που αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι καταβλήθηκε σ’ αυτόν τοις μετρητοίς ενωρίτερα και εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, καθόσον οι καταθέσεις των μαρτύρων της περί της καταβολής του τοις μετρητοίς στα χέρια του ενάγοντος στην κατοικία του δεν κρίνονται πειστικές, ενόψει του μεγάλου χρηματικού ποσού, που δεν αποδεικνύεται εκταμίευση του από κάποιον λογαριασμό, ούτε δικαιολογείται να διατηρούσε η εναγομένη στο σπίτι της, ούτε βρέθηκε κατατεθειμένο στο λογαριασμό που διατηρούσε ο ενάγων στην Εμπορική Τράπεζα, στον οποίο είχε καταστήσει συνδικαιούχο και την εναγομένη για να τον εξυπηρετεί.
Αλλά και από αυτό το γεγονός δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές περί του αντιθέτου συμπέρασμα, διότι το τίμημα μπορεί να πιστωθεί, να δωρηθεί, ακόμη και να υποκρύπτεται στην πώληση σύμβαση δωρεάς υπό τον τρόπο που ο ενάγων επικαλείται, λόγω δε της μη καταβολής του δικαιολογείται και η προσφυγή της εναγομένης στο μάρτυρα Α.
Λ., από τον οποίον ζήτησε να μεσολαβήσει στον ενάγοντα να του καταβάλει το τίμημα και να σταματήσουν τους δικαστικούς αγώνες, στους οποίους έχουν εμπλακεί, μεταξύ των οποίων και ποινικές δίκες, συνεπεία των εκατέρωθεν μηνύσεων κάθε διαδίκου κατά του αντιδίκου του και των μαρτύρων τους. Ούτε τέλος από κανένα από τα υπόλοιπα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα μπορεί να συναχθεί αντίθετο συμπέρασμα».
Η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσης διατείνεται ότι κατέβαλε το τίμημα της πώλησης και αυτό αποδεικνύεται από τις πολιτικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν και γι’ αυτό η ίδια και οι μάρτυρές της απηλλάγησαν από την ποινική δίωξη, που ασκήθηκε. Προβάλλει δε την ένσταση δεδικασμένου, που προκύπτει από τις πολιτικές αυτές αποφάσεις, που επαναλαμβάνει ότι δέχονται ότι κατέβαλε το τίμημα και ότι η σύμβαση είναι σοβαρή, δεδικασμένο, που εκτείνεται και στους εφεσίβλητους, οι οποίοι ζήτησαν την αναίρεση της ως άνω Εφετειακής απόφασης, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 21.01.2007 δικαιοπαρόχου τους και αρχικού διαδίκου, παρέστησαν δε με την ιδιότητά τους αυτή στην ενώπιον του Αρείου Πάγου ως άνω δίκη.
Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς κρίθηκε μεν με δύναμη δεδικασμένου ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης είναι ισχυρή, όμως παράλληλα κρίθηκε σύμφωνα με τα παραπάνω αναγραφόμενα στην με αριθμ. 2057/2006 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου και ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε κανένα τίμημα για την πώληση αυτήν, με τις αναφερόμενες σ’ αυτήν ως άνω αιτιολογίες, κρίση, που αφορά προφανώς την ίδια ιστορική και νομική αιτία [...] οι οποίες άλλωστε δεν αντικρούονται και από κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, είτε απόδειξη καταβολής, είτε ανάληψη του ποσού των 15.216.660 δρχ.
από άλλον λογαριασμό της εναγομένης και κατάθεση του στον κοινό λογαριασμό, που διατηρούσε με τον αποβιώσαντα στην Εμπορική Τράπεζα ή σε κάποιον άλλον. Επομένως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν εξόφλησε το συμφωνημένο τίμημα πώλησης, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά και απέρριψε σιγή την ένσταση δεδικασμένου, που πρόβαλε εν σπέρματι η εναγομένη, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο αλλά και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης αλλά και ο σχετικός λόγος έφεσης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη αντέταξε προς απόκρουση της αγωγής ότι έχει κατά των εναγόντων απαίτηση, ύψους 500.000 €, για την οποία έχει ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εναγόντων και των μαρτύρων τους την από 08.02.2007 και με αρ. καταθ. Δικογρ. 2735/2007 αγωγή της, η οποία μετά από αναβολές και ματαιώσεις εκκρεμεί. Ο ισχυρισμός αυτός με τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει ένσταση συμψηφισμού κατά τις διατάξεις των άρθρων 440, 441 ΑΚ, κρίνεται ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι ελλείπουν τα κατά νόμο στοιχεία που απαιτούνται για τη στήριξη της προτεινόμενης σε συμψηφισμό ανταπαίτησης και συγκεκριμένα δεν αναφέρεται ο χρόνος γέννησης αυτής, η ιστορική και νομική αιτία αυτής, ο χρόνος που τυχόν κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται εάν έχει εκδικαστεί η υπόθεση αυτή και ποιο είναι το αποτέλεσμά της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε για τον ίδιο λόγο την ένσταση αυτή, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και γι’ αυτό ο σχετικός πέμπτος λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Με τον έκτο λόγο της έφεσης, η εκκαλούσα επαναφέρει προς κρίση την ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης ισχυριζόμενη ότι από τον θάνατο του αρχικώς ενάγοντος, στις 21.01.2007 μέχρι την κοινοποίηση της κρινόμενης αγωγής στην ίδια, στις 08.09.2011, παρήλθε ο χρόνος παραγραφής, χωρίς να αναφέρει ποιος είναι αυτός. Η ένσταση αυτή είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οποιοδήποτε και αν είναι το εναρκτήριο γεγονός της παραγραφής, η απαίτηση για την καταβολή του συμφωνημένου, λόγω πώλησης τιμήματος, παραγράφεται μετά από 20 έτη (άρθρο 249 ΑΚ), τα οποία και δεν έχουν παρέλθει.
Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, που απέρριψε με την ίδια αιτιολογία την ένσταση αυτή, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και γι' αυτό ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Τέλος με τον έβδομο λόγο της έφεσης η εκκαλούσα επαναφέρει τον απορριφθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της, δηλαδή της άρνησης απάντησης στην κρινόμενη αγωγή εωσότου της καταβληθεί από τους ενάγοντες το ποσό των 4.623 €, με το νόμιμο τόκο από 18.04.2011, οπότε και επέδωσε στους ενάγοντες σχετικές επιταγές προς εκτέλεση και το οποίο επιδικάστηκε, υπέρ αυτής και σε βάρος του δικαιοπαρόχου τους, Ν.
Μ., ως δικαστικά έξοδα, με τις αποφάσεις με αρ. 2057/2006 και 360/2011 του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, οι οποίες απέρριψαν ως αβάσιμη την ως άνω από 23.07.2002 αγωγή του ανωτέρω κληρονομουμένου. Η ένσταση αυτή προβάλλεται μεν παραδεκτά, κατ’ άρθρο 263 ΚΠολΔ, πλην όμως πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, διότι από το συνδυασμό της περίπτωσης δ’ της ως άνω διάταξης και του άρθρου 295§2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικονομική αναβλητική ένσταση της μη καταβολής των εξόδων της προηγούμενης δίκης παρέχεται μόνο στη περίπτωση που υπήρξε κατά το άρθρο 295§1 εδ.
α' ΚΠολΔ παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και στη συνέχεια ασκήθηκε πάλι η ίδια αγωγή στηριζόμενη στην ίδια νομική βάση και όχι σε άλλες περιπτώσεις, όπως όταν προηγούμενη αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή αβάσιμη, γεγονός που επικαλείται εν προκειμένω η εναγομένη. Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, που με όμοια αιτιολογία απέρριψε την ένσταση αυτή, δεν έσφαλε και συνεπώς ο έκτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σε κάθε περίπτωση οι εφεσίβλητοι έχουν καταβάλει για δικαστικά έξοδα των ως άνω αποφάσεων, κατόπιν συμβιβασμού, το συνολικό ποσό των 3.300 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες οκτώ αποδείξει πληρωμής του πληρεξουσίου δικηγόρου της εκκαλούσας, στην τελευταία εκ των οποίων με ημερομηνία 12.05.2012 αναφέρεται ότι έχει εξοφληθεί, κατόπιν συμβιβασμού η δικαστική δαπάνη βάσει των παραπάνω αποφάσεων. Κατά συνέπεια, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν των εναγόντων 22.328,18€, που αντιστοιχούν στο ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας δηλαδή 50% επί του ποσού των 44.656.37€, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος πωλητή, στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθαν σε ποσοστό 50% ο καθένας και στην οποία περιλαμβάνεται και η απαίτηση για την καταβολή του τιμήματος της πώλησης, που έλαβε χώρα με το με αρ. .../28-12-2000 ως άνω συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Α. Κ.- Κ.. Το πρωτοβάθμιο δε δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ομοίως και δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, δεν έσφαλε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο αλλά και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί αντιθέτου ως άνω λόγων έφεσης|».
[3] Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης (1923/2017) η εκκαλούσα – εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία, αφού αναφέρεται εκτενώς στο ιστορικό της προηγούμενης αντιδικίας εξαιτίας της επικαλούμενης αγωγής του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων εναντίον της, που έληξε με την έκδοση της 360/2011 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ισχυριζόμενα στη συνέχεια «γενικά» ότι «η αναιρεσιβαλλόμενη απόφασις εφήρμοσεν διατάξεις των οποίων το περιεχόμενον ψευδώς ερμήνευσεν και θα έδη όπως ορθώς εκτιμουμένης της βάσεως να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω μόνον ότι η πώλησις σε οιαδήποτε μορφήν επερατώθη και εκ των συμβαλλομένων να παράσχει την δυνατότητα η οποία προβλέπεται εις την σύμβασιν πωλήσεως, δηλαδή αναστροφή της πωλήσεως ή μείωση του τιμήματος», πλην «τοιούτο τι δεν συνάγεται και οδηγεί την πληττόμενην απόφασιν εις την χωρίαν των λανθασμένων αποφάσεων των δικαστηρίων ουσίας», καθώς και ότι «εν τέλει και ανεξαρτήτως των ανωτέρω η πληττομένη απόφασις επιδιώκει να τάμνει νέους οδούς διονομικάς και ουσιαστικάς ως τούτο θα εκτεθεί κατωτέρω», αποδίδει στη ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση «ειδικώς» με τους περιεχόμενους στο δικόγραφό της λόγους, τις ακόλουθες κατά λέξη πλημμέλειες:
«I. Ανωτέρω εξετέθη μετά πληρότητας ότι ο αρχικώς ενάγων δια αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών εκρίθη η αγωγή του κατά εμού εστερείτο νομίμου και ουσιαστικού ερείσματος γεγονός το οποίο άλλωστε εδέχθη και το ανωτέρω δικαστήριο δια της μνησθήσης απόφασεως αυτού. Οι ανωτέρω αποφάσεις παράγουν δεδικασμένο δεσμεύουν τόσο τον αρχικό ενάγοντα αλλά και τους αντιδίκους τους υπεισέρχοντας εις την δίκην ως κληρονόμοι αυτού.
Κατά τας διατάξεις περί δεδικασμένου αι ρηθείσαι αποφάσεις δεσμεύουν τους αντιδίκους δικονομικώς αλλά και ουσιαστικώς τόσον ώστε να ανεύρει η εξέτασις του θέματος την εφαρμογή του νομικού ρητού «δεδικασμένο τῇ ἀληθείᾳ ἔοικεν». Του ανωτέρω όντως αληθούς η πληττομένη απόφασις παρεβίασε τας διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής αλλά και τας διατάξεις περί τελεσιδικίας.
Δέχεται η εκκαλουμένη απόφασις κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αλλά και κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου ότι ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος• κατά την υπογραφήν του φερομένου ως εικονικού συμβολαίου, επίστευσε ότι δι’ αυτού συνίστατο δωρεά υπό τρόπον δηλονότι ότι ούτος θα μου έδιδε λόγω δωρεάς το επίδικο ακίνητο υπό τον όρον της προς αυτόν προσφοράς υπηρεσιών μου εν είδει ανταλλάγματος και ότι αύτη ήτο η αληθής βούληση αυτού ενώ εάν ορθώς εξετίμα τας προσαχθείσας αποδείξεις θα έδη όπως εδέχετο ότι η δια του πληττουμένου συμβολαίου παροχή εις εμέ ήτο καθαρά πώλησις της ψιλής κυριότητας του συγκεκριμένου ακινήτου, εις την οποίαν κατέτεινε και η αληθής βούλησις αυτού.
Ούτως δι' ον λόγον άλλωστε ο αντίδικος ενεθυλάκωσε το αναγραφέν και συμφωνηθέν τίμημα της γενομένης πωλήσεως. Ούτως η εκκαλουμένη δεχομένη τα ανωτέρω κατέστησε εαυτήν ακυρωτέα, ανακλητέα άλλως μεταρρυθμιστέα διότι θα έδη να διαπιστώσει ότι δεν ήμουν συνεπής εις τους όρους υφ’ ους εφέρετο να έχει λάβει χώραν η προς εμέ δήθεν δωρεά.
Δηλαδή θα έδη όπως παύσω να παρέχω εις αυτόν τας συμφωνηθείσας εις τον τρόπον υπηρεσίας μου. Σημειούται ότι εν πάσει περιπτώσει τας προς τον αντίδικον υπηρεσίας μου ούτως και οι συν αυτώ ηρνήθησαν να δεκτούν αφής εξήλθεν εκ της νοσηλείας του εις το Ασκληπιείον Βούλας. Εν όψει των ανωτέρω θα έδει όπως η αγωγή των αντίδικών και επάυτης εκδιδομένη απόφασις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών παρεβάσει το δεδικασμένο ως τούτο εκπηγάζει εκ των ανωτέρω αποφάσεων και δεσμεύει τους αντοδίκους. (559 περιπτ. 1).
II. Η εκκαλουμένη εστρέβλωσεν την αποδεικτική ισχύν δημοσίου εγγράφου, άλλως εσφαλμένως προέβη εις την ερμηνεία αυτού καθόσον φέρεται να δέχεται ως εικονικό το υπ’ αριθ. 1329/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Κ., εις την οποίαν σύμβασιν ανεγράφετο η προς εμέ πώλησις της ψιλής κυριότητος του συγκεκριμένου ακινήτου, εις δε το πέρας αυτής ρητώς αναγράφεται η υποχρέωσις της συνταξάσης της πράξεως συμβολαιογράφου ότι το περιεχόμενο της πράξης ταύτης ανεγνώσθη ευκρινώς και εις επήκοον πάντων των συμβαλλομένων καθώς και των συμπαρισταμένων πληρεξουσιών δικηγόρων αυτών.
Σημειούται ότι η ανάγνωσις του συγκεκριμένου συμβολαίου ανήκει εις τας υποχρεώσεις της συμβολαιογράφου και αποτελεί πλήρη απόδειξη μη επιτρεπομένης ανταποδείξεως παρά μόνον της•προσβολής του εγγράφου τούτου ως πλαστού.
Επομένως πλήρως απεδείχθη ότι ο αντίδικος ήκουσεν το συμβόλαιον και την δι' αυτού συμφωνηθείσα πώλησιν και λαμβανομένου υπόψιν του ότι δεν προκύπτει ούτε προέκυπτε εξ ουδενός στοιχείου ότι ούτος ήτο κωφός ή μειωμένης αντιλήψεως, τόσον ο ίδιος όσον και ο δικηγόρος του εγνώριζε πλήρως και καλώς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως, το οποίο απεδέχθη ασμένως δια της θέσεως εις αυτό της υπογραφής τόσον του ιδίου όσο και του πληρεξουσίου του δικηγόρου.
Εάν μετά ταύτα ο αντίδικος έρχεται και αμφισβητεί τα όσα υπέγραψε παρουσία και του νομικού του παραστάτου και, αφού ήκουσε το περιεχόμενο της συμβάσεως, την οποία υπέγραψε, τότε ευρισκόμεθα προ της περιπτώσεως στρεβλώσεως της αποδεικτικής ισχύος δημοσίου εγγράφου και της πλημμελούς ερμηνείας αυτού.
Επομένως η εκκαλουμένη έσφαλε και θα έδη όπως ανακληθεί, ακυρωθεί άλλως μεταρρυθμιστεί.
ΙΙΙ. Κατά την αποδεικτική διαδικασία πλήρως απεδείχθη ότι ο αντίδικος κατά την υπογραφήν της συγκεκριμένης εκποιητικής δικαιοπραξίας και προ της προσελεύσεως αυτού εις το γραφείο της συνταξάσης ταύτην συμβολαιογράφου εισέπραξε ολόκληρον το αναγραφόμενο εις την πράξιν συμφωνηθέν τίμημα.
Η καταβολή του τιμήματος ισχυροποιεί την φύσιν της συμβάσεως αυτής ως εκποιητικής και αφαιρεί από τον αντίδικον την δυνατότητα να ισχυριστεί ψευδώς ότι η συγκεκριμένη σύμβασις αφορά δωρεά υπό τρόπον.
Τα αντίθετα δεχομένη η εκκαλουμένη έσφαλεν και θα έδη όπως ακυρωθεί, ανακληθεί άλλως μεταρρυθμιστεί.
IV. Πέραν των ανωτέρω και ανεξαρτήτως αυτών λεκτέα τα ακόλουθα:
Δέχεται, η εκκαλουμένη ότι η συγκεκριμένη συμβολαιογραφική πράξις ήτο εικονική και όπισθεν αυτής εκρύπτετο δωρεά υπό τρόπον. Τούτο αληθούς υποτιθεμένου δια να λάβει χώρα επαναφορά του πωληθέντος άλλως καθ’ οιονδήποτε τρόπον μεταβιβασθέντος ακινήτου εις χείρας του αντιδίκου θα έδη όπως λάβη χώραν ανάκλησις της δήθεν δωρεάς και έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ανακλήσεις ούτως ώστε να είναι δυνατή η δια της συγκεκριμένης πράξεως αναμεταβίβασις και ακύρωσις της δι’ αυτής γενομένης μεταβιβάσεως.
Η εκκαλουμένη απόφασις δεν ηρεύνησε τους λόγους δήθεν ανακλήσεως της δωρεάς και όλως αναιτιολογήτως εχώρησε εις την ακύρωσιν της συγκεκριμένης συμβολαιογραφικής πράξεως και εις την επαναφορά της κυριότητας του συγκεκριμένου ακινήτου εις χείρας του αντιδίκου ενώ δεν απεδείχθη παράβασις των όρων της δήθεν δωρεάς παρ’ εμού άλλως δεν ερείδεται η απόφασις επ’ αυτού του συγκεκριμένου στοιχείου και συνεπώς η αναίρεση βαλλομένη όλως αναιτιολογήτως εδέχθη τα ανωτέρω.
Επομένως η εκκαλουμένη θα έδη ακυρωθή, ανακληθεί άλλως μεταρρυθμιστεί.
V. Εν τέλει επισημαίνεται ότι η εκκαλουμένη απόφασις εστηρίχθη εις ψευδόρκους καταθέσεις των μαρτύρων της αντιδίκου και μάλιστα επί σημείων, τα οποία ήτο ευχερές να διαπιστωθούν και να μην λάβη υπ’ οψιν της ταύτας, σφάλλουσα κατά τρόπον χαρακτηριστικόν εις την εκτίμησιν των καταθέσεων των μαρτύρων της αντιδίκου γεγονός συνεπαγόμενον την ακύρωσιν, ανάκλησιν άλλως μεταρρύθμισην αυτής.
Εν προκειμένω λοιπόν έλαβε χώραν στρέβλωσις της αποδεικτικής ισχύος εγγράφων τα οποία ελήφθησαν υπόψιν τόσο μεταξύ εμού και του προκτήτορος των αντιδίκων όσον και εις δίκην αυτών μετ’ εμού. Επιμένει η άλλη πλευρά ότι μετά εμού και του προκτήτορος εμού σύμβασις ερείδεται επί των διατάξεων περί πωλήσεως. Συμφώνως προ τας ανωτέρω διατάξεις το δίκαιον (513 επ. ΑΚ) αναγνωρίζει δυο και μόνο τρόπους επαναφοράς των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν ήτοι ή μείωσις του τιμήματος ή επαναφορά των πραγμάτων εις την προτέραν κατάστασιν ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και αν προσεχωρήση εις την άποψιν της εκκαλουμένης ότι εμμένει εις την παρ’ εμού καταβολίν του ποσού του αντιστοιχούντος προς την αξίαν του ακινήτου γεγονός το οποίον σημαίνει ότι οι αντίδικοι δεσμευόμενοι από το δεδικασμένο αποδέχοντο σύμβασις πωλήσεως και τις συνέπειες παραβιάσεως των όρων αυτής οπότε αφαιρείται από την αναιρεσιβαλλόμενη η νόμιμως αιτιολογία άλλως εμφανίζεται χωρίς αιτιολογία.
VI. Εν τέλει εμφανίζονται οι αντίδικοι ασκούντες το δικαίωμα του προκτήτορος του να εγείρουν την υπό κρίση αγωγήν ως αποδεχθέντες την καταληφθείσα αυτοίς κληρονομία. Εις το σημείο τούτο επισημαίνω ότι η υπό κρίσην αγωγήν είναι ανομιμοποίητος τόσον ενεργητικώς όσον και παθητικώς διότι οι αντίδικοι στερούνται άνευ αποδοχής της κληρονομίας την δυνατότητα να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου. Είναι προφανές ότι η ύπαρξις κυριότητας αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση άνευ της οποίας και δια της παραλείψεως αυτού δημιουργείται έλλειψης ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως».
[4] Ενόψει, όμως, των παραδοχών της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκαν, οι διατυπωθέντες κατ’ αυτής λόγοι αναίρεσης με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι, καθώς στο υπό κρίση αναιρετήριο δικόγραφο δεν γίνεται επίκληση ότι οι ισχυρισμοί που στηρίζουν τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης, είχαν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 Κ.ΠολΔ, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επιπλέον, αναφορικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου περί κληρονομικής διαδοχής, τελεσιδικίας και δεδικασμένου, που φέροντας ότι παραβιάστηκαν, οι νομικές πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή σε τι συνίστανται ακριβώς τα αποδιδόμενα στο Εφετείο νομικά σφάλματα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων, αλλά ούτε αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ουσιαστικών διατάξεων, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Επίσης, όσον αφορά τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, οι αποδιδόμενες στο Δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένες νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι εφικτή η υπαγωγή αυτών σε κάποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ενώ εάν ήθελε εκτιμηθεί με τους δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, προβάλλονται πλημμέλειες του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από τον αριθμό 12 αυτού για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, στο δεύτερο και πέμπτο, από τον αριθμό 1 για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των ΑΚ 173 και 200 στο δεύτερο, από τον αριθμό 19 για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης εφετειακής απόφασης, στον τέταρτο και πέμπτο τούτων, δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση των λόγων αυτών στοιχεία, όπως αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Τέλος όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω, (πρώτο έως έκτο), λόγους αναίρεσης, αναφέρονται αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων από τα Δικαστήρια της ουσίας κατά τη διάρκεια αντιδικίας της αναιρεσείουσας με τους αναιρεσιβλήτους και το δικαιοπάροχό τους, οι οποίες δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
[5] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 4580/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.06.2017 αίτηση της Κ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1923/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της 6328/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει
η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή
της παρούσης έπαψαν να
είναι τοποθετημένα στο
Δικαστήριο τούτο λόγω
συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ