Supreme Court dismisses appeal in lease dispute, rejecting tenant's claim of force majeure regarding rent arrears.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the First Instance Court's judgment in a lease dispute, ruling that the tenant failed to prove the arrears were caused by force majeure. The court found the tenant's health-related expenses did not constitute a valid legal excuse for non-payment and rejected the claim of abuse of rights. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the tenant was ordered to pay the landlord's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 559(1), 597 of the Civil Code; The tenant's failure to prove that rent arrears were caused by force majeure or abuse of rights results in the dismissal of the appeal and the rejection of the claim for termination of the lease.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 850 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 850/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Πρέβεζας, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχο του, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Βουκελάτου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:115/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2010 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 79/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία έκρινε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης και ο αναιρεσίβλητος την επανέφερε για συζήτηση με την από 20-4-2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 12-10-2011 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί..- Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. …/23.1.2013 και …/5.9.2012 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πρεβέζης …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και της από 20.4.2012 κλήσης του αναιρεσίβλητου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την 25.1.2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, στον αναιρεσείοντα της αναγραφής της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχυούσης ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο, εφόσον νομότυπα και εμπρόθεσμα είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 226 παρ 4 εδ3,4). Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-
ΙΙ.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι, οι με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενες υπ' αριθμ. 115/2009 και 154/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης και του Εφετείου Ιωαννίνων, αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :
Ο ήδη αναιρεσίβλητος είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης την από 24.6.2008 αγωγή, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία επικαλούμενος ότι η μεταξύ αυτού και του εναγόμενου καταρτισθείσα κατά το έτος 1996 σύμβαση μίσθωσης του εις αυτήν αναφερομένου καταστήματος είχε λήξει, κατόπιν καταγγελίας του κατ' άρθρο 597 ΑΚ, γενομένης με την ένδικη αγωγή, λόγω μη καταβολής των εις αυτήν μνημονευομένων μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος από μηνός Μαΐου 2007 μέχρι και μηνός Ιουνίου 2008, ζήτησε όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος α) να του καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα και β) να του αποδώσει την χρήση του μισθίου ακινήτου.
Κατά την επ' ακροατηρίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής ο ενάγων, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, παραιτήθηκε του αιτήματος καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων, λόγω μεταγενέστερης της καταγγελίας καταβολής αυτών, γενομένης μετά την πάροδο ενός μηνός από αυτήν (καταγγελία), το δε ως άνω δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 115/2009 οριστική απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή κατά το δεύτερο των προαναφερομένων αιτημάτων της.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος την από 3.7.2009 έφεση, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 154/2010 οριστική απόφαση με την οποία αφού έγινε τυπικά δεκτή αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσία.
Κατά της απόφασης αυτής, καθώς και της ως άνω υπ' αριθμ. 115/2009 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, εναντιώνεται ο εναγόμενος - εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους. Επί της εν λόγω δε αναίρεσης, καθόσον προσβάλλεται με αυτήν η προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα :
Κατά το άρθρο 566 § 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 2 Κ.Πολ.Δικ., που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης, ως απαράδεκτης, για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1760/2007, ΑΠ 361/2004).
Εξάλλου, αν η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αναίρεση στρέφεται μόνο κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ αν η έφεση έγινε τυπικά δεκτή σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, περαιτέρω, αν μεν η έφεση ευδοκίμησε κατ' ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να ισχύει, αν δε η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσία η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου (ΑΠ 1087/2005).- Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται, όπως προαναφέρθηκε, η με αριθμό 115/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης και η με αριθμό 154/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων που εκδόθηκε μετά από έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης.
Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 3.7.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η από 24.6.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου. Επομένως και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 115/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, πρέπει, κατ' έλεγχο αυτεπαγγέλτως γενόμενο (άρθρ. 577 § § 1, 2 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση και σε κάθε περίπτωση διότι μετά την απόρριψη της έφεσης κατ' ουσία και την ενσωμάτωση της πρωτόδικης απόφασης στην απόφαση του Εφετείου σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου.-
ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 § 1 και 577 § 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και οι λόγοι αναίρεσης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τις αποδιδόμενες στο δικαστήριο της ουσίας νομικές πλημμέλειες, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ιδίου κώδικα λόγους αναίρεσης θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, και δεν αρκεί η επίκληση μόνο της διάταξης που προβλέπει το σχετικό λόγο αναίρεσης Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναίρεσης, επικαλούμενος και το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.
α' Κ.Πολ.Δ., μέμφεται το Εφετείο διότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία τον ισχυρισμό του, από το άρθρο 281 ΑΚ, για καταχρηστική εκ μέρους του αναιρεσίβλητου άσκηση με την προαναφερόμενη αγωγή του δικαιώματός του για απόδοση του μισθίου ακινήτου, λόγω λήξης της μίσθωσης, η οποία επήλθε με καταγγελία του αναιρεσίβλητου με την ένδικη αγωγή για μη καταβολή των μνημονευομένων σ' αυτή (αγωγή) μισθωμάτων.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, συνισταμένης στο ότι εφόσον η εν λόγω ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος απορρίφθηκε κατ' ουσία, έπρεπε να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το αβάσιμο του ισχυρισμού, με τις οποίες παραδοχές εχώρησε η προβαλλόμενη από αυτόν (αναιρεσείοντα) παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο ίδιος αυτός λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι απορρίπτοντας τον ως άνω ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού εν προκειμένω δικαιώματος του ενάγοντος παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 (σεβασμός της αξίας του ανθρώπου), 5 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, ατομικές ελευθερίες), 22 (δικαίωμα εργασίας, κοινωνική ασφάλιση) και 25 (προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αρχή κοινωνικού κράτους) του Συντάγματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί στο Εφετείο, καθώς και διότι δεν αναφέρονται σ' αυτό (αναιρετήριο) οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.- IV.- Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, όπως το όλο περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, διότι παραβίασε την καθιερούμενη με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επέβαλε - κατά τον αναιρεσείοντα - ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος να αξίωνε ολιγότερα σε βάρος του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, επειδή επρόκειτο περί μικρής ουσιαστικά καθυστέρησης καταβολής των μισθωμάτων μετά την παρέλευση του μηνός από την καταγγελία και να του παρείχε προθεσμία καταβολής των μισθωμάτων πριν επιδιώξει την έξωσή του και την παράδοση του μισθίου και επιπλέον διότι "η λύση που δόθηκε από την πληττόμενη απόφαση, η οποία ικανοποίησε όλες τις αξιώσεις του ενάγοντος Δήμου, απορρίπτοντας όλους τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς μου με αποτέλεσμα να καταστραφώ εντελώς, ενώ μπορούσε να δοθεί η πιο πάνω λύση της προθεσμίας για την καταβολή των μισθωμάτων, αφού τα κατέβαλα σε μικρό χρονικό διάστημα, συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού θα μπορούσαν να υπάρξουν επιεικέστερα μέτρα και όχι απολύτως καταστροφικά για μένα".
Ο ερευνώμενος αυτός λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, πράγμα που συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση στην οποία ο ενάγων - νυν αναιρεσίβλητος Δήμος Πρεβέζης λειτουργεί ως ιδιώτης (εκμισθωτής), επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 6/2009).
Στο πεδίο των συμβατικών σχέσεων (ΑΚ 361) και ειδικότερα της μίσθωσης πράγματος (ΑΚ 574 επ.), ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 597 ΑΚ, εδάφ. α' και β' ότι "Αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση τουλάχιστον πριν από ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο, και πριν από δέκα μέρες στις άλλες μισθώσεις.
Δεν αποκλείεται αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση εξαιτίας της πρόωρης λύσης της μίσθωσης" και ότι "Η καταγγελία μένει χωρίς αποτέλεσμα αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία αυτή καταβάλει το καθυστερούμενο μίσθωμα μαζί με τα τυχόν έξοδα καταγγελίας". Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα των συνεπειών της καταγγελίας και παρέχοντας στο μισθωτή την δυνατότητα αποτροπής τους με την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων εντός ενός μηνός από της καταγγελίας.
Επομένως δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 25 § 1 εδάφ. δ' του Συντάγματος, η δε επίκλησή της κατά των συνεπειών της καταγγελίας, που συνίστανται στη λύση της μίσθωσης και στην υποχρέωση απόδοση της χρήσης του μισθίου καταστήματος και οι οποίες συνέπειες είναι αποτέλεσμα της καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων μετά την πάροδο ενός μηνός από την καταγγελία, στερείται έννομης σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 597 ΑΚ, αποτελέσματα.- V.- Από τις διατάξεις του άρθρου 597 ΑΚ, που σύμφωνα με το άρθρο 44 του ΠΔ/τος 34/1995 εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, προκύπτει ότι αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει, πριν από ένα μήνα τη μίσθωση, της οποίας η διάρκεια συμφωνήθηκε για ένα έτος και πλέον.
Έτσι, μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, επέρχεται η λύση της μίσθωσης, εκτός αν ο μισθωτής μέσα στην προθεσμία αυτή κατέβαλε το καθυστερούμενο μίσθωμα, με συνέπεια να καταστήσει ανίσχυρη την καταγγελία. Η εκπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος δεν αναβιώνει τη μίσθωση που λύθηκε, ούτε επιφέρει παραίτηση από την καταγγελία, ώστε, προκειμένου να συνεχιστεί η μίσθωση, απαιτείται η σύναψη νέας σύμβασης ( ΑΠ 1031/2001, ΑΠ 1631/1980).
Περαιτέρω, για να επέλθει η λήξη της μίσθωσης με καταγγελία για καθυστέρηση μισθώματος, απαιτείται υπερημερία, ήτοι υπαίτια καθυστέρηση πληρωμής, η οποία τεκμαίρεται ότι υπάρχει, αν έχει συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα καταβολής και εναπόκειται στο μισθωτή να ισχυρισθεί κατ' ένσταση και αποδείξει ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν φέρει αυτός ευθύνη.
Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος. Δεν αποτελεί, όμως, εύλογη αιτία μη καταβολής μισθώματος η οικονομική δυσχέρεια του μισθωτή, σε οποιαδήποτε αιτία και αν οφείλεται, η οποία, επομένως, δεν τον απαλλάσσει από τις συνέπειες της υπερημερίας (ΑΠ 1080/2001, ΑΠ 96/1989, ΑΠ 1496/1986).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 § 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1702/2011, ΑΠ 1208/2011).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα : "Με το από 13.5.1978 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως ο ενάγων Δήμος εκμίσθωσε στον Θ.
Μ. ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 100 τ.μ., στη θέση "…" του Δήμου … (οδός …) προκειμένου ο τελευταίος να το χρησιμοποιήσει ως εστιατόριο - σνακ μπαρ. Με την υπ' αριθμ. 246/23.12.1996 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πρέβεζας εγκρίθηκε η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσεως από τον ως άνω μισθωτή στον εναγόμενο γιο του και υπεγράφη το από 9.2.1996 συμφωνητικό.
Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε αρχικά σε τέσσερα έτη, δηλ. από την 1.1.1996 μέχρι την 31.12.1999. Ακολούθως παρατάθηκε μέχρι την 31.12.2007 και στη συνέχεια μέχρι την 31.12.2011. Το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα, που ήταν προκαταβλητέο στην αρχή (πρώτη ημέρα) κάθε μισθωτικού μήνα αναπροσαρμόσθηκε διαδοχικά και ορίσθηκε στο ποσό των 1037,50 ευρώ για το μισθωτικό έτος 2007 και στο ποσό των 1262,25 ευρώ για το μισθωτικό έτος 2008.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, παρότι χρησιμοποίησε ανεμπόδιστα το μίσθιο ακίνητο, εντούτοις δεν κατέβαλε κατά τη συμφωνημένη ημέρα τα μισθώματα των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2007, τα οποία ανέρχονταν συνολικά σε 7.573,50 ευρώ, καθώς και τα μισθώματα των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2008, ήτοι συνολικά 7.573,60 ευρώ.
Συνεπώς, ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος περί την καταβολή αυτών. Για το λόγο αυτό ο ενάγων κατήγγειλε τη μίσθωση με το δικόγραφο της αγωγής που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 25.6.2008. Τα αποτελέσματα της εν λόγω καταγγελίας επήλθαν στις 26.7.2008, αφού ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τα ανωτέρω οφειλόμενα μισθώματα μέσα στην προθεσμία του ενός μηνός από αυτήν (καταγγελία) και συνεπώς η επίδικη μίσθωση λύθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 597 Α.Κ.
σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 241 εδάφ. α', 242 και 243 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι ο μισθωτής εναγόμενος, κατέβαλε τα πιο πάνω μισθώματα στον ενάγοντα μεταγενέστερα, ήτοι την 25.8.2008 τα ποσά των 2.272,22 ευρώ και 5.862,20 ευρώ έναντι των ανωτέρω οφειλομένων μισθωμάτων πλέον προσαυξήσεων μέχρι και το Νοέμβριο του 2007 και στις 13.1.2009 το ποσό των 19.220,72 ευρώ έναντι των οφειλομένων υπολοίπων μισθωμάτων πλέον προσαυξήσεων μέχρι και τον Ιανουάριο του 2009 (μετά την καταβολή αυτών ο εναγόμενος ελάμβανε τα μισθώματα ως αποζημίωση χρήσεως).
Η γενομένη ως άνω καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας, επιφέρει μεν απόσβεση της οφειλής των μισθωμάτων, πλην εξακολουθεί υφιστάμενη η υποχρέωση του μισθωτή προς απόδοση της χρήσης του μισθίου, καθόσον δεν αναβιώνει τη μίσθωση που λύθηκε και προκειμένου να συνεχισθεί η μίσθωση απαιτείται η σύναψη νέας σύμβασης, όπως με τα γενόμενα παραπάνω δεκτά κρίθηκε και από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξάλλου η εμμονή του ενάγοντος στην επίκληση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι αντιρρήσεις του στη δίκη αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθώς και η σθεναρά απόκρουση των ισχυρισμών του εναγομένου - εκκαλούντος στην προκείμενη δίκη, καθιστούν αβάσιμο τον ισχυρισμό του (εκκαλούντα) κατά τον οποίο η είσπραξη μετά την πάροδο της προθεσμίας της καταγγελίας από τον ενάγοντα ανεπιφύλακτα των μισθωμάτων για μετέπειτα περίοδο υποδηλώνει παραίτησή του από την καταγγελία που έκανε με την αγωγή.
Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός αυτός με την εκκαλουμένη απόφαση και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον σχετικό λόγο της εφέσεως είναι αβάσιμα. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου, που αποτελεί τον δεύτερο λόγο της έφεσής του, ότι η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, καθόσον συνεπεία απρόβλεπτων δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε προς αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας της μητέρας του είχε οικονομικές δυσχέρειες.
Και τούτο γιατί τα επικαλούμενα προς θεμελίωση αυτού πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν εύλογη αιτία ούτε ανωτέρα βία. Ακόμη ο εναγόμενος - εκκαλών υποστηρίζει καταχρηστική άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του εφεσιβλήτου προς απόδοση της χρήσεως του μισθίου. Από όσα όμως αποδείχθηκαν παραπάνω σε σχέση με τους ισχυρισμούς του περί παραιτήσεως του ενάγοντος από την κατά τα άνω καταγγελία δεν προέκυψαν περιστατικά με βάση τα οποία θα μπορούσε να αχθεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο ενάγων άσκησε, κατά προφανή υπέρβαση των εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
διαγραφομένων αξιολογητικών ορίων το επίδικο δικαίωμά του, όπως έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του. Πρέπει, επομένως, ο περί του αντιθέτου, αναφορικά με την απόρριψη της ένστασης αυτής λόγος της εφέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν". Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της εφαρμοσθείσας εν προκειμένω διάταξης του άρθρου 597 ΑΚ και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
τρίτο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του όλου περιεχομένου του, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του προαναφερόμενου άρθρου του ΑΚ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, τα πραγματικά αυτά περιστατικά σε κάθε περίπτωση δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ κατ' ουσία απόρριψη της επ' αυτού ερειδομένης ενστάσεως του αναιρεσείοντος και την αρνητική αξιολόγηση ως αβασίμου του προεχόντως απαραδέκτου κριθέντος, λόγω της αοριστίας , πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ .
VI.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητου (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, κατά τις εις το σκεπτικό διακρίσεις, την από 15.9.2010 αίτηση αναίρεσης των υπ' αριθμ. 115/2009 και 154/2010 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης και του Εφετείου Ιωαννίνων, αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ