Legislator Case Law & Legislation
1113/2018 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against civil judgment regarding evidence evaluation and criminal conviction non-res judicata.

Case Number 1113/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a second-instance civil judgment, remanding the case for retrial by a different panel. The court found the lower court erred in evaluating evidence concerning a criminal prosecution and incorrectly applied the principle of res judicata regarding a final criminal verdict. Consequently, the civil claim was deemed unfounded based on the proven facts, necessitating a new trial to address the evidentiary errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 568, 576, 672 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not bind civil courts regarding final criminal judgments, and appeals must be dismissed if the lower court's evaluation of evidence is erroneous.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure res judicata principle criminal judgment effect evidence evaluation error partial appeal success remittal for retrial civil liability claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 2, 4, 576(1)-(3), 672 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1113/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κατσίφα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Δ. Π. του Π., κατοίκου ..., 4) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 5) Φ. Λ. του Α., κατοίκου .... Οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Φωτάκη, ενώ οι 3ος, 4η και 5ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3629/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 672/2015 του Εφετείου Αθηνών, η οποία διορθώθηκε με την 4527/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της 672/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 4527/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-12-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ.1 - 3 και 672 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 182/2016, 968/2015, 266/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από13-12-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 672/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως συμπληρώθηκε με την 4527/2015 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις από 14-11-2013 και από 28-11-2013 εφέσεις κατά της 3629/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 13-12-2010 αγωγής του ενάγοντος -αναιρεσείοντος και είχε απορρίψει αυτή (αγωγή) ως προς τους 1η,2η και 5° εναγομένους- αναιρεσίβλητους δεχθείσα εν μέρει αυτή ως προς τους 3η και 4° εναγομένους-αναιρεσίβλητους, αναγνωρίζουσα ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να καταβάλουν σ' ολόκληρο έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 20000 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ως χρηματική ικανοποίηση, απέρριψε την από 14-11-2013 έφεση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την από 28-11-2013 έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τις διατάξεις που αφορούσαν τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτούς.

Η ένδικη αίτηση αυτή προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 15-1-2018. Κατ' αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας και δη τις 9813/31-10-2017, 9812/30-102017και 9801/24-10- 2017 εκθέσεις επίδοσης του Δικ Επιμελητή των Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Χ Χ. Σ. προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ'αυτούς .Επομένως, πρέπει να χωρήσει η διαδικασία σαν όλοι οι διάδικοι να ήταν παρόντες (άρθ 576 ΚΠοΛΔ).

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ( αρθ 495 και564 ΚΠολΔ).

Με τους δύο πρώτους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση της διάταξης του όρθρου 559 αρ 1,19 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι το εφετείο απόρριψαν την αγωγή, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη Τράπεζα …. ΑΕ ,ως καθολική διάδοχο, λόγω απορροφήσεως, της εταιρίας με την επωνυμία "..." η οποία είχε διοριστεί εκκαθαριστής της εταιρίας, ..., ως αόριστη, παραβίασε την θεμελιώδη αρχή των άρθρων 4 παρ 1 και 2 του Συντάγματος που καθιερώνει την ισότητα έναντι των Ελλήνων πολιτών και το δικαίωμα του να έχει πρόσβαση στο δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις 20 του Συντάγματος, 6 παρ1 της ΕΣΔΑ και 14 παρ 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ) και έτσι υπέπεσε στις πλημμέλειες των άρθρων 1,14,19 ΚΠοΛΔ και δη παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται για την θεμελίωση της αγωγής ,η αοριστία της οποίας ελέγχεται με βάση τις διατάξεις 1 και 19 δηλ έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω της ορθής υπαγωγής στον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου και δη του άρθρου 68 παρ 1,2 ως ισχύει αλλά και περί αποζημιώσεως του λόγω αδικοπραξίας των εναγόμενων των άρθρων 914,919,925,932 και 937 ΑΚ και τη διάταξη του αρ 14 γιατί κήρυξε αδικαιολόγητα απαράδεκτη την αγωγή και τον σχετικό λόγο έφεσης του.

Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η ίδια η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η εκκαθαρίστρια εταιρία είναι ανύπαρκτη λόγω της απορρόφησης της χρησιμοποιώντας απλά την λέξη <συγχώνευση> χωρίς να αναφέρει τα στοιχεία που απαίτησε από αυτόν και δη: α) τα στοιχεία της οικείας συμ/κής πράξης συγχώνευσης με απορρόφηση της β εναγομένης (αριθμός αυτής και ονοματεπώνυμο συμβ/φου, β) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης, γ) την εγκριτική της συγχώνευσης υπουργική απόφαση και δ) την καταχώρηση στο ΜΑΕ ήδη ΓΕΜΗ, ενώ δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η ΕΤΒΑ είναι ικανή ή όχι προς παράσταση, αφού η προσβαλλομένη έχει διάταξη για την μη επιβολή δικαστικών εξόδων σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ερημοδικία της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 13-12-2010 αγωγής του ενάγοντος προκύπτουν τα κατωτέρω: Στην σελίδα 7 αυτής αναφέρονται τα εξής ως προς τη νομιμοποίηση της πρώτης εναγομένης Τράπεζας …ΑΕ μετά την απορρόφηση από αυτήν της ...: <....Όπως προαναφέρω οι μετοχές της εταιρείας εισήλθαν προς διαπραγμάτευση την 10.4.2000 στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, όπου και διαπραγματευόταν μέχρι την 8.8.2003, ημέρα κατά την οποία ανεστάλη η διαπραγμάτευση της μετοχής στο Χ.Α.Α.

και διεγράφη, αφού η εταιρεία υπήχθει, ως αποτέλεσμα του προεκτεθέντος και καταγγελθέντος υπ' εμού τρόπου διοίκησης αυτής, δυνάμει της υπ' αρ. 5864/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισής βάσει του άρθρου 46 του Ν. 1892/1920 όπως ισχύει. Εκκαθαρίστρια ορίσθηκε η δεύτερη εναγόμενη "....", της οποίας το σύνολο των μετοχών ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη εναγόμενη "Τράπεζα … Α.Ε." μετά από συγχώνευση των δύο (2) ως άνω εναγομένων εταιρειών, όπως προκύπτει και από τα υπ'αρ. 1786/21.3.2005 και 11232/1.10.2008 ΦΕΚ>, ενώ στη σελίδα 11 ότι <...η πρώτη εναγόμενη, δια της ανήκουσας στην ιδιοκτησία της, εταιρείας ....

και ήδη δεύτερης εναγομένης (δια της προρρηθείσης από 2005 συγχωνεύσεως - απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη), η οποία από το έτος 2005 είχε διορισθεί ως εκκαθαρίστρια της ... και συνεπώς ήτο η νόμιμη εκπρόσωπος της ..., παρεστάθη -ενώ είχα κατ' επανάληψη επισημάνει στη διοίκηση αυτής, το ψευδές της κατατεθείσης μηνύσεως- ως πολιτικώς ενάγουσα στη διαδικασία της κύριας ανάκρισης και δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής εις βάρος μου τον Σεπτέμβριο του 2005.

Εξάλλου, ως προς το θέμα της νομιμοποίησης της πρώτης εναγομένης το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: <Κατά το άρθρο 75 παρ.1 και 2 κ.ν. 2190/1920 (Όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του άνω π.δ/τος): "1. Από τη καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες, όσο και έναντι των τρίτων, τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α) (όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 ν. 3604/2007). Η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της ή των απορροφούμενων εταιρειών, περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που έχουν, εκδοθεί υπέρ της η των απορροφούμενων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) Οι μέτοχοι της ή των απορροφούμενων εταιρειών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρείας, γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν. 2.

Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους". Επομένως, επί ασκήσεως εφέσεως ως εκκαλούσα ή εφεσίβλητη νομιμοποιείται μόνον η απορροφούσα εταιρεία, αφού η απορροφηθείσα έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως, δεν έχει τη δυνατότητα να είναι διάδικος (ΑΠ 1737/2013, ΑΠ 883/2012, ΑΠ 847/2010, ΑΠ 904/2010, ΑΠ 568/2005, ΑΠ 433/2005 ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων Α. Ζ. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 13.12.2010 (αρ.εκθ.κατ. .../14.12.2010) αγωγή του την οποία απηύθυνε κατά πέντε μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, ως δεύτερη εναγομένη, και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...". Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 3629/2013 απόφαση του ανωτέρω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως προς τους πρώτη, δεύτερη και πέμπτο των εναγομένων και δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος, ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων.

Την ως άνω απόφαση προσέβαλαν ο ενάγων με την από 14.11.2013 (αρ.εκθ.κατ. .../18.11.2013) έφεση του και ο τρίτος και τέταρτη των εναγομένων με την από 28.11.2013 (αρ.εκθ.κατ. .../29.11.2013) έφεση τους. Ειδικότερα, ο ενάγων στρέφει την πιο πάνω από 14.11.2013 έφεση του και κατά των πέντε εναγομένων, δηλαδή και κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...".

Όμως, όπως αναγράφεται στο δικόγραφο της έφεσης, η ως άνω εφεσίβλητη εταιρεία, συγχωνεύθηκε διά απορροφήσεως της, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΕ", που είναι και αυτή διάδικος στη παρούσα δίκη, ως πρώτη εφεσίβλητη (πρώτη εναγομένη), όπως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό 14193 /30.12.2008 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο διαλαμβάνεται η Υπουργική Απόφαση της συγχώνευσης των άνω εταιρειών.

Κατά συνέπεια, εφόσον η δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της πριν από την άσκηση της έφεσης (αλλά και πριν από την άσκηση της αγωγής) από την πρώτη εφεσίβλητη, η τελευταία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στη νομική θέση της απορροφηθείσας δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας, υποκαταστάθηκε δηλαδή σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής ,η οποία έτσι έπαυσε να υπάρχει (ΑΠ 1532/2008).

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η υπό κρίση έφεση κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της απορροφηθείσας εταιρείας, είναι απαράδεκτη ως απευθυνόμενη, εν γνώσει του εκκαλούντος, ήδη από τη διεξαγωγή της πρωτόδικης δίκης, κατ' ανυπάρκτου νομικού προσώπου, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, και πρέπει να απορριφθεί, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι ή αγωγή και η εκδοθείσα επ'αυτής εκκαλουμένη απόφαση ως προς την άνω δεύτερη των εναγομένων (και ήδη δεύτερη των εφεσίβλητων) είναι για τον ίδιο ως άνω λόγο ανυπόστατες (σχετ. ΑΠ 1130/2006, ΑΠ 433/2005, ΕφΘεσ 688/2000 ΤΝΠ Νόμος) ... Ομοίως η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι :<Από την ολοκλήρωση της συγχώνευσης με την καταχώρηση της εγκριτικής της απόφασης του αρμοδίου Υπουργού στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (Μ.Α.Ε., σήμερα Γ.Ε.ΜΗ.), όπως προεκτέθηκε, η συγχωνευόμενη εταιρεία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενώ επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή της απορροφούμενης εταιρείας, νομιμοποιείται ενεργητικώς αλλά και παθητικώς για τη συνέχιση των δικών αυτών, μόνον η απορροφούσα εταιρεία.

Τα έγγραφα που νομιμοποιούν την απορροφούσα εταιρεία είναι η απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που εγκρίνει τη συγχώνευση και η σχετική ανακοίνωση της καταχώρησης των συγχωνευομένων στο μητρώο (ΑΠ 345/2006 ΤΝΠ Νόμος). Για το ορισμένο της αγωγής, συναφώς προς τη νομιμοποίηση της απορροφούσας εταιρείας, πρέπει να εκτίθενται: (α) τα στοιχεία της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης συγχώνευσης με απορρόφηση (αριθμός αυτής και ονοματεπώνυμο συμβολαιογράφου), (β) η ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης και (γ) η εγκριτική υπουργική απόφαση η οποία καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (ήδη Γ.Ε.ΜΗ.) και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (σχ.

ΑΠ 1324/2008 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του, στην σελίδα 7 αυτής, ισχυρίστηκε επί λέξει τα εξής: η άνω εταιρεία υπήχθη, με τη με αριθμό 5864/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 46 του ν. 1892/1990 με εκκαθαρίστρια τη δεύτερα εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας το σύνολο των μετοχών ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη εναγόμενη "ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΕ", μετά από συγχώνευση των δύο ως άνω εναγόμενων εταιρειών, όπως προκύπτει και από τα υπ'αρ. 1786/21.3.2005 και 1232/1.10.2008 ΦΕΚ.

Τα παραπάνω στοιχεία, σύμφωνα με τα αναλυτικώς προεκτεθέντα, δεν επαρκούν για την θεμελίωση της παθητικής νομιμοποίησης της πρώτης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", καθόσον παραλείπεται η αναφορά: (1) των στοιχείων της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης εναγομένης από την πρώτη εναγομένη (αριθμός αυτής και ονοματεπώνυμο συμβολαιογράφου), β) της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της συγχώνευσης (γ) της εγκριτικής της συγχώνευσης υπουργικής απόφασης και δ) της καταχώρησης της στο Μ.Α.Ε. (ήδη Γ.Ε.ΜΗ.).Ειδικότερα, και ως προς στοιχείο του χρόνου έναρξης της συγχώνευσης, που είναι ο χρόνος δημοσιεύσεως της καταχωρήσεως στο μητρώο της πράξης συγχώνευσης, σημειώνεται, ότι στο δικόγραφο της αγωγής παρατίθενται δύο αριθμοί και δύο ημεροχρονολογίες καταχώρησης στο δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 1786/21.3.2005 και ΦΕΚ 11232/1.10.2008), χωρίς όμως να εξειδικεύεται ποιος από αυτούς αφορά στον διορισμό της δεύτερης εναγομένης "..." ως εκκαθαρίστριας και ποιος στην εν λόγω συγχώνευση, με συνέπεια την ασάφεια του δικογράφου συναφώς προς την ημεροχρονολογία της επικαλούμενης συγχώνευσης των υπόψη τραπεζικών εταιρειών.

Η ασάφεια μάλιστα αυτή, επιτείνεται από όσα περαιτέρω εκτίθενται στη σελίδα 11 της αγωγής "... η πρώτη εναγόμενη διά της ανήκουσας στην ιδιοκτησία της εταιρείας ..." και ήδη δεύτερης εναγόμενης (διά της προρρηθείσας από 2005 συγχωνεύσεως -απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη)...", σχετικά με την χρονολογία της ιστορούμενης συγχώνευσης με απορρόφηση των πρώτης και δεύτερης εναγομένων εταιρειών, αφού στο σημείο αυτό αναφέρεται ως χρόνος συγχώνευσης το έτος 2005, στη σελίδα όμως 7 του αγωγικού δικογράφου, γίνεται αναφορά σε ΦΕΚ του έτους 2008 (11232/1.10.2008).

Οι πιο πάνω ελλείψεις και ασάφειες, που καθιστούν το αγωγικό δικόγραφο ποιοτικά αόριστο, δεν θεραπεύτηκαν κατ' άρθρο 224 εδ. β ΚΠολΔ με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις του ενάγοντος, αφού κανένα από τα πιο πάνω στοιχεία δεν συμπληρώθηκε με αυτές, ώστε η αγωγή είναι απορριπτέα ως προς την πρώτη εναγομένη "ΤΡΑΠΕΖΑ … ΑΕ" ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, δεδομένου μάλιστα ότι η εν λόγω εναγομένη ενάγεται ως καθολική διάδοχος της δεύτερης (η οποία και φέρεται να προέβη στην επίμαχη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής) και όχι με βάση ίδια αδικοπρακτική συμπεριφορά έναντι του ενάγοντος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, με άλλη αιτιολογία, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, διότι διέλαβε ορθό διατακτικό.

Συνεπώς, ενόψει του ότι σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της εκκληθείσας απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, το Εφετείο αντικαθιστά τις αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση (ΑΠ 2234/2013), πρέπει μετά από αντικατάσταση κατά τούτο, των αιτιολογιών της εκκαλουμένης με τις αιτιολογίες της παρούσας, να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της από 14.11.2013 (αρ.εκθ.κατ. .../18.11.2013) εφέσεως του ενάγοντος Α. Ζ. κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρώτης των εφεσίβλητων και με τους οποίους ο εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ... Τέλος, κατά το μέρος που η έφεση του ενάγοντος απορρίπτεται ως προς την δεύτερη των εφεσιβλήτων ,δεν ορίζεται διάταξη δικαστικών εξόδων σε βάρος του εκκαλούντος λόγω της ερημοδικίας της άνω εφεσίβλητης >.

Από τις άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο σχετικά με τη νομιμοποίηση της πρώτης εναγομένης - εφεσίβλητης ΤΡΑΠΕΖΑΣ … ΑΕ, ως καθολικής διαδόχου της εκκαθαρίστριας εταιρίας "..." με την απόρριψη ως αόριστη και συνακόλουθα απαράδεκτή ως προς αυτήν της ένδικης αγωγής, επειδή ο εκκαλών είχε παραλείψει να αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής του α)τα στοιχεία της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης συγχώνευσης με απορρόφηση της δεύτερης εναγομένης από την πρώτη εναγομένη (αριθμός αυτής και ονοματεπώνυμο συμβολαιογράφου), β) την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης (γ) την εγκριτική της συγχώνευσης υπουργικής απόφασης και δ) την καταχώρηση της στο Μ.Α.Ε. (ήδη Γ.Ε.ΜΗ.),που όμως προέκυπταν από το φάκελο της υπόθεσης και που το ίδιο το εφετείο διαπίστωσε αφού στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται στο αριθμό 14193/30.12.2008 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο διαλαμβάνεται η Υπουργική Απόφαση της συγχώνευσης των άνω εταιρειών, δεν έδωσε ως προς το ζήτημα αυτό απάντηση στα θέματα της ουσίας, υποδεικνύοντας μια φορμαλιστική προσέγγιση για το παραδεκτό της ένδικης αγωγής με αποτέλεσμα να παραβιάσει το άρθρο 6παρ 1 της ΕΣΔΑ και συνακόλουθα το δικαίωμα πρόσβασης του ενάγοντος - εκκαλούντος -αναιρεσείοντος στη δικαιοσύνη (προβλ.

Υπόθ Ζ. κατά Ελλάδος-Αποφ της 14-12-2006ΝΟΒ2007.206). Επομένως, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ 14ΚΠολΔ, παρά το νόμο το εφετείο κήρυξε απαράδεκτο και κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ 1 ΕΣΔΑ (ΟΛΑΠ2/2008, ΑΠ740/2016) απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς τη νομιμοποίηση της πρώτης εναγομένης Τράπεζας … ΑΕ υπό την ιδιότητα αυτής ως καθολικής διαδόχου λόγω απορρόφησης της εκκαθαρίστριας εταιρίας "...".

Εξάλλου, όλως αντιφατικά, ενώ δέχεται ότι η δεύτερη εναγομένη απορροφήθηκε από την πρώτη, δυνάμει του ΦΕΚ14193/30-12-2008(τ ΑΕ και ΕΠΕ) εντέλει απορρίπτει ως αόριστη ως προς τη νομιμοποίηση της πρώτης εναγομένης την αγωγή. Όσον αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος ως προς την μη επιβολή δικαστικών εξόδων στον εκκαλούντα για την δεύτερη εναγομένη - εφεσίβλητη ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί δεν πλήττει τις παραδοχές της προβαλλομένης απόφασης.

Επομένως, γενομένων δεκτών των άνω λόγων (σχετικά με τη νομιμοποίηση της πρώτης εναγομένης) ως ουσιαστικά βασίμων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη ως προς το ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης της ΤΡΑΠΕΖΑΣ … ΑΕ ως καθολικής διαδόχου της ....

Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της ένδικης αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ σχετικά με τους τρεις τελευταίους των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα παραπονείται ότι α) το εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα εξής: <Ο ενάγων Α. Ζ. υπήρξε από το έτος 1987 ένας από τους ιδρυτές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "..." και κατείχε ως κύριος μέτοχος αυτής, διαδοχικώς, τις θέσεις του Προέδρου του ΔΣ, του Γενικού Διευθυντή και του Διευθύνοντος Συμβούλου μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 2002 που παραιτήθηκε, παραμένοντας απλός μέτοχος με συμμετοχή στο κεφάλαιο της εταιρείας κατά ποσοστό 4,96 %.

Μετά την παραίτηση του ενάγοντος και συγκεκριμένα στις 17-2-2003 η παραπάνω εταιρεία εκπροσωπούμενη από τους-τρίτο και τέταρτη εναγομένους, Π. Π. και Α. Σ., κατέθεσε ενώπιον Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 14.2.2003 μήνυση κατά του ενάγοντος και της αδελφής του, Α. Ζ. - συζ. Ν. Κ., (μη διαδίκου), φερομένων ως δραστών της αξιόποινης πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.1996 έως 30.7.2002.

Στη μήνυση αυτή, ιστορείτο ότι οι άνω εγκαλούμενοι, έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 106.341 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας, προέβησαν σε "αδελφικές τακτοποιήσεις και εταιρικές απάτες". Συγκεκριμένα, ιστορείτο ότι στις 30.1.1996 οι εγκαλούμενοι υπέγραψαν - σύμβαση με συμβαλλομένους (α) την εταιρεία "...", την οποία ο πρώτος εγκαλούμενος (ενάγων) κρυφά και μεθοδευμένα, δήλωσε ψευδώς ότι μόνος αυτός εκπροσωπούσε και (β) την εταιρεία "...", διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν η δεύτερη εγκαλούμενη αδελφή του, πλην όμως στην πραγματικότητα επρόκειτο για "δορυφορική" οικογενειακή εταιρεία του Α.

Ζ., στην οποία αυτός "πάρκαρε" τους πελάτες του, αντί να τους προωθεί κατ' ευθείαν στην εγκαλούσα εταιρεία, με την οποία (συμφωνία) η "..." αναγνώριζε προς την προμηθεύτρια της "...", χρηματική οφειλή, ύψους 32.860.564 δραχμών, από αγορά προϊόντων της τελευταίας από τη πρώτη με σκοπό τη μεταπώληση σε τρίτους, καθώς και ότι η δεύτερη εγκαλούμενη εγγυάτο την εξόφληση του παραπάνω ποσού, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παράσχει εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα, σε μία οριζόντια ιδιοκτησία στην οδό ...

στην Αθήνα, σε ένα περιβόλι 15,5 στρεμμάτων στην Αργολίδα και στα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας στο Αργός. Ότι την επομένη ημέρα (31.1.1996) οι ίδιοι εγκαλούμενοι, υπό τις παραπάνω ιδιότητες τους, υπέγραψαν τροποποιητικό του καταρτισθέντος την προηγουμένη ημέρα, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν τον περιορισμό της αναγνωρισθείσας οφειλής στο ποσό των 28.325.824 δραχμών, το οποίο ορίστηκε να εξοφληθεί ατόκως και σταδιακώς, είτε με χρηματικές καταβολές είτε με συμψηφισμό των οφειλών της "..." από προμήθειες της "...", με την ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως της "...", να προβαίνει σε περιορισμό των προσημειώσεων "που έχει εγγράψει" επί των παραπάνω ακινήτων της εγγυήτριας Α.

Κ.. Ότι η δήλωση που διαλαμβανόταν στο δεύτερο, από 31.1.1996 "τροποποιητικό συμφωνητικό αναγνώρισης αξιώσεων και καθορισμού τρόπου καταβολής χρέους", ότι η προμηθεύτρια είχε ήδη, κατά την άνω ημεροχρονολογία καταρτίσεως του τροποποιητικού συμφωνητικού, εγγράψει προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της Α.

Κ., ήταν ψευδής, αφού στην πραγματικότητα καμμία προσημείωση δεν ενεγράφη σε οποιοδήποτε ακίνητο> της εγγυήτριας, η οποία επί πλέον, προέβη σε καταδολιευτική απαλλοτρίωση των παραπάνω ακινήτων περιουσιακών της στοιχείων, μεταβιβάζοντας αυτά σε τρίτους καθόσον, (α) με το .../8.3.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μ.

Π., πώλησε προς τον αδελφό της (ενάγοντα) τμήμα επιφάνειας 9.514 τετ. μέτρων του άνω περιβολιού, αντί πιστωθέντος τιμήματος 16.000.000 δραχμών,(β) με το .../30.3.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Α. Μ.-Μ., πώλησε έτερο τμήμα του άνω περιβολιού, επιφάνειας 6.000,19 τετ.μέτρων στον Σ. Ι., (γ) με το .../5.7.1996 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου πώλησε έτερο τμήμα του άνω περιβολιού, επιφάνειας 6.069,19 τετ.

μέτρων στους Ν. 1 Π. Τ. ...> υιοθετώντας και αντιγράφοντας τις προτάσεις της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (ΤΡΑΠΕΖΑ …)που είχε ήδη κριθεί ότι ήταν ανομιμοποίητη ως ποιοτικώς αόριστη η κατ' αυτής αγωγή του και δη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα ,ενώ με την ανωτέρω κρίση της προσβαλλομένης απόφασης δεν υπήρχε ανάγκη ενασχολήσεως του εφετείου με τις προτάσεις και τα σε αυτή αναφερόμενα περιστατικά όχι μόνο αρνητικά για την αγωγή του, αλλά και ως περιέχοντα αυτοτελείς ισχυρισμούς - ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής του, όπως πχ της παραγραφής της ένδικης απαίτησής του αν και οι άνω αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προέβησαν σε απλή άρνηση της αγωγής και δεν επικαλούνται έστω και δια παραπομπής τις προτάσεις της πρώτης των αναιρεσιβλήτων που ακόμη και αν υπήρχε δεν θα θεράπευε την έλλειψη.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι παντελώς αόριστες αφού δεν αναφέρει ποιους ισχυρισμούς περιέχουν οι προτάσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης, τους οποίους έλαβε υπόψη το δικαστήριο παρά το νόμο, αν είχε προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό στο δικαστήριο της ουσίας και αν αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη.

Επομένως αυτός ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του άνω λόγου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ 11γ 1γΚΠολΔ το εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν αποδεικτικά μέσα και δη το 1794/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και την σχετική εισαγγελική πρόταση.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένη απόφασης στην οποία αναφέρονται τα εξής: "Από τις ένορκες στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν κατά πρόταση των διαδίκων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απομαγνητοφωνημένα πρακτικά συνεδριάσεως, εκτιμώμενες καθ' εαυτές, αλλά και σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις, ανάλογα με το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας εκάστου, τη με αριθμό .../22.3.2013 ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατάθεση του Π.

Η. η οποία λήφθηκε νομότυπα μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της κατ' άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ (σχετ.προσκ. 6775 και 6776 Γ/15.3.2013 και 6783 Γ, 6784 Γ,6785Γ/19.3.2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Γ.Μ.), τη με αριθμό .../31.10.2014 ένορκη, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ.-Α.

Γ. συζ. Γ. Β., κατάθεση του Ι. Μ., που λήφθηκε νομότυπα μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη της, κατ' άρθρα 270 παρ.2 και 524 ΚΠολΔ (σχετ. προσκ. με αριθμό .../27.10.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ι. Δ.Κ.), [χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι με αριθμούς 375/2.4.2009 και 941/31.7.2009 ένορκες, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, βεβαιώσεις των Α.

Α. και Η. Λ., που προσκομίζονται από τον ενάγοντα, καθόσον δεν αποδεικνύεται προηγούμενη κλήτευση των αντιδίκων του τελευταίου (σχετ. ΑΠ 886/08 ΕΔνη 49.1641, ΑΠ 186/2005 ΕΔνη 47.768, ΑΠ 873/2004 ΕΔνη 47.1362, ΑΠ 1905/87 ΕΔνη 29.1387)], και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν με επίκληση, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, ουδενός των οποίων παραλήφθηκε η συνεκτίμηση, δεδομένου ότι η μνεία κάποιων από αυτά είναι ενδεικτική, μεταξύ των οποίων και αυτά που περιλαμβάνονται στις ποινικές δικογραφίες που σχηματίστηκαν συναφώς με την υπόθεση, λαμβανομένων υπ' όψη αυτεπαγγέλτως των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αρθ. 336 παρ.4 ΚΠολΔ), πλήρως αποδείχθηκαν τα εξής...> καθώς και < Και ναι μεν, με το με αριθμό 1794/2008 βούλευμα του Συμβουλίου 'Εφετών Αθηνών ο ενάγων απηλλάγη της κατηγορίας που διατυπώθηκε σε βάρος του με βάση την ανωτέρω μήνυση, πλην όμως, τούτο, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν επηρεάζει τη δικανική πεποίθηση του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένου ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, λαμβάνονται μεν υπόψη από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι αυτών (σχ.

ΑΠ 753/2011 ΤΝΠ Νόμος)>, προκύπτει αδιστάκτως ότι αυτό(εφετείο) έλαβε υπόψη του μαζί με τα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα κατά την εξέταση της υπόθεσης .Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, αναφερόμενος στις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559αρ 19 ΚΠοΛΔ ισχυριζόμενος ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης σχετικά με τις πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτουν οι εξής παραδοχές αυτής: <Ο ενάγων Α. Ζ. υπήρξε από το έτος 1987 ένας από τους ιδρυτές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." και τον διακριτικό τίτλο "..." και κατείχε ως κύριος μέτοχος αυτής, διαδοχικώς, τις θέσεις του Προέδρου του ΔΣ, του Γενικού Διευθυντή και του Διευθύνοντος Συμβούλου μέχρι τον μήνα Οκτώβριο 2002 που παραιτήθηκε, παραμένοντας απλός μέτοχος με συμμετοχή στο κεφάλαιο της εταιρείας κατά ποσοστό 4,96 %.

Μετά την παραίτηση του ενάγοντος και συγκεκριμένα στις 17.2.2003 η παραπάνω εταιρεία εκπροσωπούμενη από τους τρίτο και τέταρτη εναγομένους, Π. Π. και Α. Σ., κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, την από 14.2.2003 μήνυση κατά του ενάγοντος και της αδελφής του, Α. Ζ. - συζ. Ν. Κ., (μη διαδίκου), φερομένων ως δραστών της αξιόποινης πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατά το χρονικό διάστημα από 30.1.1996 έως 30.7.2002.

Στη μήνυση αυτή, ιστορείτο ότι οι άνω εγκαλούμενοι, έχοντας σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος ύψους 106.341 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας, προέβησαν σε "αδελφικές τακτοποιήσεις και εταιρικές απάτες". Συγκεκριμένα, ιστορείτο ότι στις 30.1.1996 οι εγκαλούμενοι υπέγραψαν - σύμβαση με συμβαλλομένους (α) την εταιρεία "...", την οποία ο πρώτος εγκαλούμενος (ενάγων) κρυφά και μεθοδευμένα, δήλωσε ψευδώς ότι μόνος αυτός εκπροσωπούσε και (β) την εταιρεία "...", διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν η δεύτερη εγκαλούμενη αδελφή του, πλην όμως στην πραγματικότητα επρόκειτο για "δορυφορική" οικογενειακή εταιρεία του Α.

Ζ., στην οποία αυτός "πάρκαρε" τους πελάτες του, αντί να τους προωθεί κατ' ευθείαν στην εγκαλούσα εταιρεία, με την οποία (συμφωνία) η "..." αναγνώριζε προς την προμηθεύτρια της "...", χρηματική οφειλή, ύψους 32.860.564 δραχμών, από αγορά προϊόντων της τελευταίας από τη πρώτη με σκοπό τη μεταπώληση σε τρίτους, καθώς και ότι η δεύτερη εγκαλούμενη εγγυάτο την εξόφληση του παραπάνω ποσού, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να παράσχει εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτων ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα, σε μία οριζόντια ιδιοκτησία στην ...

στην Αθήνα, σε ένα περιβόλι 15,5 στρεμμάτων στην Αργολίδα και στα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας στο Αργός. Ότι την επομένη ημέρα (31.1.1996) οι ίδιοι εγκαλούμενοι, υπό τις παραπάνω ιδιότητες τους, υπέγραψαν τροποποιητικό του καταρτισθέντος την προηγουμένη ημέρα, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν τον περιορισμό της αναγνωρισθείσας οφειλής στο ποσό των 28.325.824 δραχμών, το οποίο ορίστηκε να εξοφληθεί ατόκως και σταδιακώς, είτε με χρηματικές καταβολές είτε με συμψηφισμό των οφειλών της "..." από προμήθειες της "...", με την ταυτόχρονη ανάληψη υποχρεώσεως της "...", να προβαίνει σε περιορισμό των προσημειώσεων "που έχει εγγράψει" επί των παραπάνω ακινήτων της εγγυήτριας Α.

Κ.. Ότι η δήλωση που διαλαμβανόταν στο δεύτερο, από 31.1.1996 "τροποποιητικό συμφωνητικό αναγνώρισης αξιώσεων και καθορισμού τρόπου καταβολής χρέους", ότι η προμηθεύτρια είχε ήδη, κατά την άνω ημεροχρονολογία καταρτίσεως του τροποποιητικού συμφωνητικού, εγγράψει προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της Α.

Κ., ήταν ψευδής, αφού στην πραγματικότητα καμμία προσημείωση δεν ενεγράφη σε οποιοδήποτε ακίνητο> της εγγυήτριας, η οποία επί πλέον, προέβη σε καταδολιευτική απαλλοτρίωση των παραπάνω ακινήτων περιουσιακών της στοιχείων, μεταβιβάζοντας αυτά σε τρίτους καθόσον,(α) με το .../8.3.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μ.

Π., πώλησε προς τον αδελφό της (ενάγοντα) τμήμα επιφάνειας 9.514 τετ. μέτρων του άνω περιβολιού, αντί πιστωθέντος τιμήματος 16.000.000 δραχμών, (β) με το .../30.3.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Α. Μ.-Μ., πώλησε έτερο τμήμα του άνω περιβολιού, επιφάνειας 6.000,19 τετ.μέτρων στον Σ. Ι., (γ) με το .../5.7.1996 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου πώλησε έτερο τμήμα του άνω περιβολιού, επιφάνειας 6.069,19 τετ.μέτρων στους Ν. 1 Π.

Τ., (δ) με το .../22.8.1996 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου πώλησε το εναπομείναν τμήμα του περιβολιού, επιφάνειας 1.074 τετ.μέτρων στον Σ. Ι. και (ε) με το .../1.8.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ. πώλησε το υπό στοιχεία Δ-1 διαμέρισμα επί της οδού ..., στην πόλη των Αθηνών, στον Σ. Τ.. Ιστορείτο επίσης στην άνω μήνυση, ότι ο Α.

Ζ., καθόλο το χρονικό διάστημα από τις 30.1.1996 μέχρι την παραίτηση του τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2002, έχοντας σκοπό να αποφύγει την διαδικασία είσπραξης του χρέους της άνω ΕΠΕ, επαναλάμβανε στα μέλη του ΔΣ της ..., τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του ότι είχε προβεί σε επωφελή για την άνω εταιρεία, τακτοποίηση και εξασφάλιση του χρέους της "..." με τις ρυθμίσεις που περιέλαβε στα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά αναγνώρισης χρέους και ότι η καρτέλα του λογαριασμού της "..." θα παρακολουθείτο από τον ίδιο προσωπικά, προκειμένου να διατηρεί έτσι, την πεπλανημένη εντύπωση σε άπαντες τους φορείς της ..., αφενός μεν, ότι, η οφειλέτιδα ΕΠΕ ήταν φερέγγυα και ικανή να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, παρόλο που καλώς γνώριζε ότι αυτή (ΕΠΕ) είχε ελαχιστοποιήσει την εμπορική της δραστηριότητα δεδομένου ότι η διαχειρίστρια αδελφή του είχε προσληφθεί από τον ίδιο, ως υπάλληλος γραφείου στη ...

ήδη από τις 2-1-1996, αφετέρου δε ότι το εν λόγω χρέος ήταν επαρκώς εξασφαλισμένο με προσημειώσεις υποθήκης, αποκρύπτοντας την απαλλοτρίωση των ακινήτων της αδελφής του. Ότι συνέπεια της απατηλής συμπεριφοράς των εγκαλουμένων υπήρξε η ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική ζημία της εγκαλούσας εταιρείας, ύψους 36.235.679 δραχμών (ισοδύναμο προς 106.341 ευρώ) και η αδυναμία της να αξιώσει δικαστικά την αποζημίωση της λόγω της παραγραφής της σχετικής αξιώσεως.

Συναφώς προς το περιεχόμενο της άνω μηνύσεως, και στα πλαίσια της κύριας ανάκρισης που διενεργήθηκε εις βάρος του ενάγοντος και της αδελφής του, οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος εναγόμενοι κατέθεσαν ενόρκως, ως μάρτυρες, ενώπιον της 14ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών τα εξής: Α. (ο τρίτος εναγόμενος Δ. Π., στις 5.9.2005, ως Πρόεδρος του ΔΣ της εγκαλούσας) ότι η οφειλή των 36.235.679 δραχμών δεν εισπράχθηκε από την εγκαλούσα εταιρεία, ούτε είχαν εγγραφεί προσημειώσεις προς εξασφάλιση της τελευταίας, ότι τα ακίνητα για τα οποία είχε παρασχεθεί βεβαίωση ότι θα εξασφάλιζαν εμπραγμάτως την εγκαλούσα είχαν μεταβιβασθεί σε τρίτους, και μάλιστα ένα από αυτά στον μηνυόμενο-ενάγοντα και ότι η τακτική του να αποκρύπτει την αλήθεια ήταν προμελετημένη με σκοπό να ζημιώσει την εγκαλούσα εταιρεία και να ωφελήσει τον ίδιο και το συγγενικό του περιβάλλον, δηλαδή την εταιρεία της αδελφής του, Β. (η τέταρτη εναγόμενη, Α.

Σ., στις 5.9.2005, ως Αντιπρόεδρος του ΔΣ της εγκαλούσας) ότι λόγω της θέσεως του Α. Ζ. στην εταιρεία και των προσωπικών του διαβεβαιώσεων ότι το χρέος της ... θα εξοφλείτο ,κανείς από την εταιρεία δεν διανοήθηκε να ελέγξει αν πράγματι είχαν εγγραφεί οι προσημειώσεις, ώστε εξ αιτίας της λανθασμένης εντύπωσης που είχε δημιουργήσει ο μηνυόμενος στα μέλη του ΔΣ της εγκαλούσας σχετικά με την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εταιρείας κατά της άνω ΕΠΕ, ο χρόνος περνούσε έως ότου η αξίωση της εγκαλούσας παρεγράφη και Γ. (ο πέμπτος εναγόμενος, Φ.

Λ., στις 7.9.2005, ως εσωτερικός ελεγκτής της εγκαλούσας) ότι δεν είχε αρμοδιότητα να ασχοληθεί με το χρέος της "..." καθόσον γι' αυτό ήταν αποκλειστικά αρμόδιος ο ενάγων και ότι για τα ζητήματα αυτά, έλαβε γνώση το πρώτον τον μήνα Ιούλιο 2002, καθώς και ότι συμμετείχε στον έλεγχο που έγινε από τη νέα διοίκηση της εγκαλούσας, οπότε διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν εγγραφεί προσημειώσεις.

Περαιτέρω, συναφώς προς το αληθές ή μη, των διαλαμβανομένων στην ανωτέρω μήνυση και των όσων κατέθεσαν οι παραπάνω τρίτος, τέταρτη και πέμπτος εναγόμενοι ως μάρτυρες, αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 13.11.1995, υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ..." εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο του ΔΣ αυτής, Ν.

Ρ., σύμβαση έμμισθης εντολής, δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντού της εταιρείας για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών (από 1.1.1996 έως 31.12.2000) με βασική και απόλυτη ευθύνη του, το managment της εταιρείας, δηλαδή τον εμπορικό, τεχνικό και διοικητικό τομέα αυτής, ρητώς εξαιρουμένης από τον τομέα ευθύνης του, της διαχείρισης των οικονομικών της, αντικείμενο στο οποίο, συμφωνήθηκε να παρέμενε απλός συνεργάτης της εταιρείας, η οποία, ας σημειωθεί, με βάση απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, δεσμευόταν στις μετά τρίτων συναλλαγές της με τις υπογραφές δύο τουλάχιστον μελών του διοικητικού συμβουλίου της.

Πριν από τη λήξη της παραπάνω σύμβασης και δη στις 10.9.1998 ο ενάγων, με βάση νέα σύμβαση έμμισθης εντολής, τριετούς διάρκειας, δηλαδή έως τις 31.12.2001, ανέλαβε τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας. Η τελευταία, ήταν προμηθεύτρια από το έτος 1989 και έκτοτε συνεχώς, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." ,που ιδρύθηκε το έτος 1987 από την αδελφή του ενάγοντος Α.

Κ., καθηγήτρια και τον σύζυγο Ν. Κ.. Ο τελευταίος, αποχωρήσας το 1989, αντικαταστάθηκε από την μητέρα του ενάγοντος Ά. Ζ., οικοκυρά, οπότε η κόρη της- παραπάνω αδελφή του ενάγοντος- ανέλαβε την διαχείριση και νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας. Η ... αγόραζε με έκπτωση προϊόντα από την ... και ακολούθως, τα μεταπωλούσε σε τρίτους από το κατάστημα της, επί πλέον δε παρείχε υπηρεσίες εγκατάστασης, εφαρμογής και συντήρησης (σέρβις) αντί προμήθειας που ελάμβανε από την παραπάνω προμηθεύτρια της ανώνυμη εταιρεία.

Κατά το τέλος του έτους 1995, η ... κατήργησε το τμήμα παροχής υπηρεσιών εγκατάστασης, εφαρμογής και συντήρησης αντί προμήθειας, ενώ συνέχισε την συνεργασία της με την ..., στον τομέα της προμήθειας (αγοράς) αγαθών προς μεταπώληση. Από τις συναλλαγές των παραπάνω εταιρειών, είχε προκόψει σημαντική χρηματική οφειλή της ...

προς την προμηθεύτρια της ..., συνολικού ύψους 32.860.564 δραχμών ή 96.435,99 ευρώ. Για τη ρύθμιση της οφειλής αυτής, υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και της αδελφής του, του πρώτου συμβληθέντος ως μόνου νομίμου εκπροσώπου της ... και της δεύτερης ως νομίμου εκπροσώπου - διαχειρίστριας της οφειλέτιδας ... και εγγυήτριας, το από 30.1.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και υπόσχεσης καταβολής χρέους και παροχής εγγύησης, με το οποίο η οφειλέτιδα εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη, αναγνώριζε το παραπάνω χρέος της και υποσχόταν να το εξοφλήσει σταδιακά, σε 12 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης την 1.1.1997, ενώ η αδελφή του ενάγοντος, εγγυάτο ατομικά υπέρ της οφειλέτιδας εταιρείας την εξόφληση του χρέους, και συγχρόνως υποσχόταν να παράσχει στην ..., εμπράγματη ασφάλεια επί των ακινήτων ιδιοκτησίας της, και συγκεκριμένα, σε μία οριζόντια ιδιοκτησία στην οδό ...

στην Αθήνα, σε ένα περιβόλι 15,5στρεμμάτων στην Αργολίδα και στα 3/8 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού ισόγειας οικίας στο Άργος. Την αμέσως επόμενη ημέρα (31.1.1996), οι ίδιοι συμβαλλόμενοι, υπό τις αυτές ως άνω ιδιότητες, συνήψαν το από 1.1.1996 τροποποιητικό του αμέσως προηγουμένου, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφώνησαν την μείωση της υφισταμένης οφειλής της οφειλέτριας εταιρείας, στο ποσό των 28.325.824 δραχμών (83.127,88 ευρώ), δηλαδή τη μείωση του κατά (32.860.564 - 28.325.824 =) 4.535.740 δραχμές, καθώς και την σταδιακή περαιτέρω μείωση του ήδη απομειωθέντος χρέους, από 28.325.824 δραχμές, συμψηφιστικά, δηλαδή, κατά το ποσό των προμηθειών που θα ελάμβανε η οφειλέτρια εταιρεία (...) από την δανείστρια εταιρεία (...) για τη διαμεσολάβηση της σε μελλοντικές πωλήσεις προϊόντων της τελευταίας σε τρίτους.

Συμφωνήθηκε επίσης, ότι η προμηθεύτρια ... ήταν υποχρεωμένη να συμφωνεί στην εξάλειψη των προσημειώσεων υποθήκης (συναινετική διαγραφή) που η εγγυήτρια αδελφή του ενάγοντος, είχε ήδη εγγράψει επί των ακινήτων ιδιοκτησίας της, σε περίπτωση που η τελευταία επιθυμούσε να πωλήσει αυτά σε τρίτους, ενώ τέλος, το τίμημα των αγοραπωλησιών των ακινήτων αυτών, ρητώς συμφωνήθηκε να αποδίδεται στην προμηθεύτρια ..., προς εξόφληση της οφειλής της άνω ΕΠΕ.

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι δυο μήνες περίπου μετά την υπογραφή των παραπάνω συμφωνητικών, η Α. Κ., η οποία εν τω μεταξύ είχε προσληφθεί από τις 2.1.1996 από τον αδελφό της ενάγοντα, υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως Γενικού Διευθυντού της εταιρείας ..., ως υπάλληλος γραφείου στην ..., προέβη, στην πώληση των ακινήτων ιδιοκτησίας της σε τρίτους και συγκεκριμένα: (α) με το .../8.3.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μ.

Π., πώλησε προς τον αδελφό της τμήμα επιφάνειας 9.514 τετ .μέτρων του περιβολιού στην Αργολίδα αντί τιμήματος 16.000.000 δραχμών, (β) με το .../30.3.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Α. Μ.-Μ., πώλησε έτερο τμήμα του άνω περιβολιού, επιφάνειας 6.000,19 τετ.μέτρων στον Σ. Ι., (γ) με το .../5.7.1996 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου πώλησε έτερο τμήμα του άνω περιβολιού, επιφάνειας 6.069,19 τετ.μέτρων στους Ν.

και Π. Τ. (δ) με το .../.8.1996 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου πώλησε το εναπομείναν τμήμα του περιβολιού, επιφάνειας 1.074 τετ.μέτρων στον Σ. Ι. και (ε) με το .../1.8.1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Τ., πώλησε το υπό στοιχεία Δ-1 διαμέρισμα επί της οδού ... στην Αθήνα, στον Σ. Τ.. Τα ακίνητα αυτά μεταβιβάστηκαν στον ενάγοντα και τους λοιπούς τρίτους αγοραστές τους, ελεύθερα εμπραγμάτων βαρών, δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε, ουδέποτε είχε εγγραφεί σε αυτά προσημείωση υποθήκης υπέρ της εταιρείας ..., το δε εισπραχθέν από την πωλήτρια Α.

Κ., τίμημα της πώλησης τους ουδέποτε αποδόθηκε στην ..., προς μερική εξόφληση της οφειλής της .... Περαιτέρω, από το προπεριγραφέν περιεχόμενο των επίμαχων συμφωνητικών αποδεικνύεται, ότι η υπόσχεση για παροχή εμπράγματης ασφάλειας και εγγύησης, καθώς και η ρύθμιση του χρέους της ..., ήσαν συμφωνίες αποκλειστικά οικονομικής φύσεως, αφού με αυτές ρυθμιζόταν εξαντλητικά το ζήτημα της σταδιακής εξόφλησης χρηματικού χρέους προς την εταιρεία ...

όπως και η εξασφάλιση της τελευταίας με προσωπική εγγύηση και εμπράγματη ασφάλεια, ώστε οι συμφωνίες αυτές, βρίσκονταν εκτός των αναληφθεισών με την από 13.11.1995 έμμισθη σύμβαση εντολής, αρμοδιοτήτων του ενάγοντος, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, αυτός ρητώς είχε εξαιρεθεί της διαχείρισης του οικονομικού τομέα της εταιρείας.

Επιπλέον αυτές ήταν και παράτυπες λόγω ελλείψεως της απαραίτητης, όπως προεκτέθηκε δεύτερης υπογραφής από έτερο μέλος του ΔΣ της εταιρείας, ζητήματα που ήσαν εν γνώσει του ενάγοντος, ως εκ της παραπάνω ιδιότητος του. Τα παραπάνω ιδιωτικά συμφωνητικά (αρχικό και τροποποιητικό) αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκαν από τον ίδιο τον ενάγοντα, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη που του παρείχε η θέση του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, παλαιού κυρίου μετόχου αλλά και συνιδρυτού της ..., προκειμένου να καθησυχάσει τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, που ήσαν ενήμερα για την σημαντική οφειλή της εταιρείας της αδελφής του, τους παρίστανε εν γνώσει του ψευδώς, ότι δυνάμει των εν λόγω συμφωνητικών αναγνώρισης χρέους, προέβη σε συμφωνία τμηματικής εξόφλησης της οφειλής αυτής, είτε με χρηματικές καταβολές είτε με συμψηφισμό προμηθειών, και ότι με βάση την προσωπική εγγύηση και εμπράγματη εξασφάλιση που παρέσχε η αδελφή του, έχοντας εγγράψει προσημείωση υποθήκης στα ακίνητα ιδιοκτησίας της, εξασφαλίζονταν απολύτως τα συμφέροντα της εταιρείας.

Στις ψευδείς αυτές παραστάσεις ο ενάγων προέβη, γνωρίζοντας, ότι ουδέποτε είχαν εγγραφεί εμπράγματα βάρη στα ακίνητα της αδελφής του, όπως αυτό ψευδώς βεβαιώθηκε στο από 31.1.1996 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, ότι τα ακίνητα αυτά μεταβιβάστηκαν ελεύθερα βαρών σε τρίτους, ένα δε από αυτά στον ίδιο, χωρίς τελικώς, το τίμημα αυτών να καταβληθεί στην ...

προς μερική εξόφληση του ενδίκου χρέους, καθώς και ότι αποκλειόταν η πιθανότητα εξόφλησης του εν λόγω χρέους συμψηφιστικά. Άλλωστε, από το προσκομιζόμενο με επίκληση φωτοαντίγραφο της καρτέλας λογαριασμού της ..., των ετών 1996-1999, εμφανίζεται συμψηφισμός με την προμηθεύτρια, μόνον για το έτος 1997, ύψους 7.657.387 δραχμών, έναντι όμως συνολικών χρεώσεων 66.709.927 δραχμών, έκτοτε δε, ουδείς συμψηφισμός με προμήθειες σημειώνεται.

Προκειμένου δε, να άρει κάθε αμφιβολία των μελών του ΔΣ της εταιρείας, τους διαβεβαίωνε, ότι ο ίδιος ως Γενικός Διευθυντής και κατόπιν Διευθύνων Σύμβουλος της ..., είχε αναλάβει προσωπικά και επ' ωφελεία της εταιρείας, την παρακολούθηση της καρτέλας του λογαριασμού της .... Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι ουδέποτε διαπραγματεύθηκε το περιεχόμενο των συμφωνιών με την αδελφή του, ως νόμιμη εκπρόσωπο της ..., ότι δεν ήταν αυτός ο συντάκτης των επίμαχων ιδιωτικών συμφωνητικών, αλλά το τότε μέλος του ΔΣ της εταιρείας ..., Θ.

Η., ο οποίος (κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς) μετά την σύνταξη τους, του τα έδωσε να τα υπογράψει, και εν συνεχεία αμέλησε να φροντίσει να υπογραφούν και από δεύτερο μέλος του ΔΣ της εταιρείας, καθώς και ότι τα μέλη του ΔΣ της άνω εταιρείας είχαν συμφωνήσει να μην εγγραφούν οι προσημειώσεις, δεν βρήκαν έρεισμα στο αποδεικτικό υλικό.

Η περί των ζητημάτων αυτών κατάθεση της μάρτυρος Α. Α., δικηγόρου επί των οικονομικών θεμάτων του ενάγοντος, ουδόλως κρίνεται πειστική. Η μάρτυρας αυτή, παρεκτός του ότι όπως κατέθεσε, γνώρισε τον ενάγοντα πολύ αργότερα από τα παραπάνω διαδραματισθέντα και συγκεκριμένα το έτος 2000, αναφέρθηκε συμπερασματικά και όχι με κατηγορηματικότητα για τα ζητήματα αυτά, καταθέτοντας "προφανώς τα συμφωνητικά συνετάγησαν από το νομικό τμήμα της ...

ή από εσωτερικό ή εξωτερικό δικηγόρο... προφανώς τα γνώριζε το οικονομικό τμήμα της εταιρείας, επειδή είχαν θεωρηθεί από την εφορία... συμφωνήθηκαν οι εγγραφές προσημειώσεως. Άξιο μνείας είναι το γεγονός, ότι η παραπάνω μάρτυς κατέθεσε περιστατικά που ούτε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του δεν ισχυρίστηκε ή αντίθετα προς ό,τι ο ενάγων ισχυρίστηκε.

Συγκεκριμένα, και συναφώς προς την κατάρτιση οικονομικής συμφωνίας από τον μη αρμόδιο για τις οικονομικές υποθέσεις της ... ενάγοντα κατάθεση της μάρτυρος Α. Α., δικηγόρου επί των οικονομικών θεμάτων του ενάγοντος, ουδόλως κρίνεται πειστική. Η μάρτυρας αυτή, παρεκτός του ότι όπως κατέθεσε, γνώρισε τον ενάγοντα - πολύ αργότερα από τα παραπάνω διαδραματισθέντα και συγκεκριμένα το έτος 2000, αναφέρθηκε συμπερασματικά και όχι με κατηγορηματικότητα για τα ζητήματα αυτά, καταθέτοντας "....

προφανώς τα συμφωνητικά συνετάγησαν από το νομικό τμήμα της ... ή από εσωτερικό ή εξωτερικό δικηγόρο... προφανώς τα γνώριζε το οικονομικό. Συγκεκριμένα, και συναφώς προς την κατάρτιση οικονομικής συμφωνίας από τον μη αρμόδιο για τις οικονομικές υποθέσεις της ... ενάγοντα και την έλλειψη δεύτερης υπογραφής στα υπόψη συμφωνητικά κατέθεσε, ότι "προφανώς" το ΔΣ της εταιρείας είχε αποφασίσει την ανάθεση στον, ενάγοντα ζητήματος που αφορούσε την οικονομική διαχείριση της εταιρείας και ότι "προφανώς" το ίδιο ΔΣ είχε αποφασίσει να του επιτρέψει να εκπροσωπήσει αυτός μόνος την εταιρεία στις συμφωνίες με την ......, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε ούτε ο ενάγων, ο οποίος ας σημειωθεί, ενώ στη σελίδα 12 της αγωγής του ισχυρίζεται ότι ο συντάκτης των επίμαχων συμφωνητικών ήταν άλλος, ο Θ.

Η., στην σελίδα 13 αυτής ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα συμφωνητικά συνέταξαν οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι. Επί πλέον, η παραπάνω μάρτυς κατέθεσε ότι υπήρξε συμφωνία για την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης στα ακίνητα ιδιοκτησίας της αδελφής του ενάγοντος, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του τελευταίου με την αγωγή του, ότι τα μέλη του ΔΣ της άνω εταιρείας είχαν συμφωνήσει να μην εγγραφούν οι προσημειώσεις.

Πρόδηλο είναι, ότι η άνω μάρτυς κατέθεσε τα περιστατικά, όχι όπως είχαν, στην πραγματικότητα, αλλά προς διευκόλυνση της εκβάσεως της δίκης υπέρ του ενάγοντος, ενώ τα αντίθετα αποδείχθηκαν από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, όσα ισχυρίστηκαν οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι στην ένδικη μήνυση τους, όπως αυτά προπαρατέθηκαν, ότι δηλαδή, σκοπός του ενάγοντος, ο οποίος ενήργησε αυθαιρέτως και εκμεταλλευόμενος την θέση εμπιστοσύνης που κατείχε στην εταιρεία ..., καταρτίζοντας τα παραπάνω ασύμφορα (ως εκ του αυθαιρέτου περιορισμού του οφειλομένου ποσού και έλλειψης οποιοσδήποτε εξασφάλισης) για την εταιρεία ..., ιδιωτικά συμφωνητικά με την εταιρεία ..., εταιρεία οικογενειακών συμφερόντων του και οφειλέτιδα σημαντικού χρηματικού ποσού προς την ....

ήταν με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις του, να παραπεισθούν οι φορείς της ..., ότι το επισφαλές χρέος της ... θα εξοφλείτο σε εύλογο χρόνο και ότι αυτό ήταν εξασφαλισμένο με εμπράγματες ασφάλειες επί ακινήτων της αδελφής του, και παραλλήλως, να καθυστερεί ο έλεγχος του λογαριασμού της ..., προκειμένου με την πάροδο του χρόνου ανελέγκτως, να αποσβεσθεί η σχετική απαίτηση της ..., λόγω παραγραφής, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό (της παραγραφής) στην από 4.12.2002 εξώδικη απάντηση και διαμαρτυρία, απευθυνόμενη προς την εταιρεία ...

και επιδοθείσα σ'αυτή στις 9.12.2002, συστήνοντας μάλιστα στους καθών η εξώδικη δήλωση να συμβουλεύονται δικηγόρο πριν αξιώσουν μία "προφανώς παραγεγραμμένη απαίτηση", ήσαν αληθή. Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι στην προκειμένη περίπτωση, η παραγραφή της ένδικης αξιώσεως ήταν εικοσαετής, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις για την αναγνώριση χρέους, ζήτημα όμως, το οποίο ανυπαιτίως αγνοούσαν οι τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι, λόγω της μη ιδιότητος τους ως νομικών, πολύ δε περισσότερο αφού την ίδια εσφαλμένη νομικώς εντύπωση είχε και ο ενάγων σχετικά με το χρόνο παραγραφής.

Ομοίως αληθή, ήσαν όσα αναφέρονται στην ένδικη μήνυση σχετικά με το γεγονός της αποξένωσης της Α. Κ. από τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων της ..., απασχολούμενης ήδη από τις 2.1.1996 ως υπαλλήλου γραφείου στην εταιρεία ..., γεγονός το οποίο δικαιολογημένα παρείχε βάση στην πεποίθηση των εγκαλούντων, τρίτου και τετάρτης εναγομένων, ότι ο ενάγων ήταν σε πλήρη επίγνωση κατά το χρόνο σύναψης των εν λόγω συμφωνητικών, ότι η οφειλέτιδα ...

δεν θα ήταν σε θέση να καλύψει το χρέος της, είτε με την καταβολή μετρητών, είτε με συμψηφισμό προμηθειών από τη διαμεσολάβηση της στην εισφορά πελατών στην ..., για τον επί πλέον λόγο της έλλειψης ουσιαστικής διαχείρισης των υποθέσεων της. Εξ άλλου, και σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά, αποδεικνύονται αληθή και όσα οι τρίτος, τέταρτη και πέμπτος εναγόμενοι κατέθεσαν ενόρκως ως μάρτυρες, ενώπιον της 14ης τακτικής ανακρίτριας Αθηνών, και συγκεκριμένα, ότι η τακτική του ενάγοντος ήταν προμελετημένη προκειμένου να ζημιωθεί η ...

κατά το ποσό του ενδίκου χρέους με ισόποση ωφέλεια της, οικογενειακών συμφερόντων, εταιρείας της αδελφής του, κατά τα προεκτεθέντα, ότι ουδείς εκ των μελών του ΔΣ της ..., διανοήθηκε καθ' όλο το χρονικό διάστημα των ετών 1996 έως 2002 που έγινε οικονομικός έλεγχος της εταιρείας από τη νέα διοίκηση αυτής, να αμφισβητήσει τις διαβεβαιώσεις του ενάγοντος για τη ρύθμιση και εξασφάλιση του χρέους της εταιρείας της αδελφής του, λόγω της διευθυντικής του θέσεως και της προσωπικής διαδρομής του στην ίδρυση και ανάπτυξη της ..., ότι στόχος του ενάγοντος ήταν να παραπλανήσει τους φορείς της τελευταίας προκειμένου να συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της ένδικης απαίτησης, και ότι ο πέμπτος εναγόμενος, εξ αιτίας ακριβώς της απολύτου εμπιστοσύνης απάντων προς το πρόσωπο του ενάγοντος, και της (ψευδούς) διαβεβαιώσεώς του ότι ο ίδιος ασχολείται αποκλειστικά με την ρύθμιση του χρέους της εταιρείας της αδελφής του, δεν είχε ως εσωτερικός ελεγκτής αρμοδιότητα να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό, παρά μόνον μετά το γενόμενο το έτος 2002 οικονομικό έλεγχο της εταιρείας από το νέο αυτής διοικητικά συμβούλιο.

Σημειώνεται, ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι ο πέμπτος εναγόμενος ως εσωτερικός οικονομικός ελεγκτής είχε γνώση του περιεχομένου των επίμαχων συμφωνητικών από της καταρτίσεως τους, λόγω υποβολής τους στην αρμόδια ΦΑΕΕ, δεν αποδείχθηκε, διότι τα προσκομιζόμενα με επίκληση αντίγραφα των συμφωνητικών δεν φέρουν σφραγίδα από οποιαδήποτε ΔΟΥ, η δε κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος αποδείξεως που καταθέτει ότι αυτά είχαν κατατεθεί στην εφορία, ουδεμία πίστη παρέχει στο δικαστήριο λόγω της μειωμένης αξιοπιστίας της όπως προεκτέθηκε, μη ενισχυθείσα άλλωστε, από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο που προσήχθη ή προσκομίστηκε.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, αποδεικνυομένης της αλήθειας των όσων διελήφθησαν στη μήνυση των τρίτου και τετάρτης των εναγομένων και στις καταθέσεις αυτών και του πέμπτου εναγομένου ως μαρτύρων, (ειδικώς δε ως προς το ζήτημα του χρόνου συμπληρώσεως της παραγραφής, της ελλείψεως υπαιτιότητας κατά τα προδιαληφθέντα) η αγωγή κατά το μέρος που ερευνάται κατ' ουσίαν ελέγχεται ως αβάσιμη.

Και ναι μεν, με το με αριθμό 1794/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ο ενάγων απηλλάγη της κατηγορίας που διατυπώθηκε σε βάρος του με βάση την ανωτέρω μήνυση, πλην όμως, τούτο, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν επηρεάζει τη δικανική πεποίθηση του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένου ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, λαμβάνονται μεν υπόψη από τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά δεν παράγουν δεδικασμένο έναντι αυτών (σχ.

ΑΠ 753/2011 ΤΝΠ Νόμος). Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε την αγωγή βάσιμη ως προς τους τρίτο και τέταρτη εναγομένους, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους έφεσης τους, ενώ ο πέμπτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος της αναγνωρισθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως έναντι των πιο πάνω δύο εναγομένων είναι ουσιαστικά αβάσιμος.

Επίσης, αβάσιμος είναι και ο έκτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος, με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων συναφώς προς τον πέμπτο εναγόμενο. Έπειτα από τα παραπάνω, πρέπει: (Α) να απορριφθεί η έφεση του ενάγοντος, καθό μέρος στρέφεται κατά της πρώτης, τρίτου, τετάρτης και πέμπτου των εναγομένων- εφεσιβλήτων, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν"..Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με θέμα που έχει ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης (αλήθεια ή όχι των αναφερομένων στην επίδικη μήνυση πραγματικών περιστατικών) και ως εκ τούτου ο εκ του άρθρου 559αρ 19 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων αναιρουμένης της απόφασης κατά το μέρος που προαναφέρθηκε θα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου συντιθεμένου από άλλους δικαστές, να επιστραφεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται κατά ένα μέρος την ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της 672/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προκειμένου να εκδικαστεί ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ