Supreme Court allows appeal against second instance dismissal due to incorrect company name in appeal document.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second instance court's dismissal of the case. The appellant argued that the lower court erred in rejecting the appeal because the company name was incorrectly written in the appeal document. The court found this error did not invalidate the document and ruled that the second instance decision was flawed. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted to the second instance court, and the losing parties were ordered to pay costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal against a second instance decision dismissing an appeal on the ground of lack of standing if the appellant's name was incorrectly written in the appeal document, provided the identity of the party is clear from the document's content.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 968 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 968/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ Ν. ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, εδρεύουσα στη … , που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόφιλου Κώτσιου και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ:1. Χ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου Δημητρίου Μοσχοβού και κατέθεσε προτάσεις, 2. ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ, νομίμως εκπροσωπουμένου, με έδρα τη …, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσίβλητου υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Στη συνέχεια έλαβε το λόγο ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος δε συναίνεσε στο αίτημα αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε επί της έδρας και δια του Προεδρεύοντός του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2010 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 26/2013 Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 12-6-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου, ανέγνωσε την από 7-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2 και 4, 576 παρ.1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.
δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ.4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (ΚΠολΔ 575 εδ.
β’ ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατ’ αυτήν διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει έγκυρα ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία εχώρησε η αναβολή, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ’ αυτήν, είτε είχε σε κάθε περίπτωση παραστεί νόμιμα κατ’ αυτήν, καθόσον με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, εάν δηλ. κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε νόμιμα ο ίδιος τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί ή δεν παραστάθηκε νόμιμα, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος που τον εκπροσώπησε κατά την προηγουμένη δικάσιμο δεν είχε πληρεξουσιότητα (ΚΠολΔ 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104), η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπομένου κατ’ αυτήν διαδίκου (ΑΠ 720/2013, ΑΠ 1406/2012).
Ειδικά, εάν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, για την εγκυρότητα της κλήτευσής του, άρα και για το παραδεκτό της συζήτησης, δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλ’ απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 720/2013, ΑΠ 1876/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...12-9-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς Δ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου, είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Επαρχίας Λιβαδειάς για την ορισθείσα δικάσιμο της 25-11-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 28-4-2015.
Επομένως, εφόσον το τελευταίο δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του.
2.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση. Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται τόσο η πρωτόδικη, όσο και η εφετειακή απόφαση, η τελευταία, όμως, μόνον ως προς το σχετικό με την απόρριψη της εφέσεως κεφάλαιο (ΑΠ 1687/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναίρεση προσβάλλονται η 26/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας και η 24/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Εκ των αποφάσεων αυτών, η δεύτερη επί αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου και η πρώτη εκδόθηκε επί εφέσεως της αναιρεσείουσας. Και το μεν Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, το δε Εφετείο, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησής της. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νόμιμα, με κατάθεσή της στη γραμματεία τόσο του εφετείου όσο και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο περί απαραδέκτου της ασκήσεως αυτής ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσίβλητου είναι αβάσιμος.
3.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 68 παρ.1 και 2 και 75 παρ.1 και 2 του ΚΝ 2190/1920, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του π.δ 498/1987 και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 12 του ίδιου π.δ., προκύπτει ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση ανωνύμων εταιριών είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρείας (άρθρ.68 παρ.1).
Συγχώνευση με απορρόφηση είναι εκείνη με την οποία μία ή περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη ανώνυμη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρ.2 του ίδιου άρθρου.
Κατά το άρθρο 75 παρ.1, από την καταχώρηση, στο μητρώο ανωνύμων εταιριών, της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφουμένων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, β) ..., γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν.
Κατά δε το άρθρο 75 παρ.2, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ’ αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της. Κατά την έννοια της, κατά τα άνω, συγχώνευσης, με αυτήν η συγχωνευόμενη εταιρία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες (ΑΠ 1182/2012, ΑΠ 702/2012, ΑΠ 1165/2009).
Περαιτέρω, από την ημερομηνία καταχώρησης της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της ανώνυμης εταιρίας και την έγκριση του καταστατικού της στο μητρώο ανωνύμων εταιριών (ΜΑΕ) της οικείας νομαρχίας, η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα (άρθρο 7β παρ.10 ΚΝ 2190/1920). Η καταχώρηση δηλαδή στο ΜΑΕ έχει για την ανώνυμη εταιρία συστατικό χαρακτήρα.
Της καταχώρησης της εταιρίας στο ΜΑΕ έπεται δημοσίευση σχετικής ανακοίνωσης στο ΦΕΚ, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, η οποία έχει δηλωτικό χαρακτήρα και προσδιορίζει τις έννομες σχέσεις της εταιρίας έναντι τρίτων (άρθρο 7β παρ. 1 περ. β` και 13 ΚΝ 2190/1920). Τροποποίηση του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας αποτελεί κάθε μεταβολή του περιεχομένου του καταστατικού, που μπορεί να συνίσταται σωρευτικά ή διαζευκτικά στην προσθήκη επιπλέον διατάξεων ή στην κατάργηση, αντικατάσταση ή αλλοίωση του περιεχομένου ήδη υφισταμένων διατάξεων του καταστατικού.
Το καταστατικό τροποποιείται μόνο με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας (άρθρα 4 παρ.2 και 34 παρ.1 περ. α’ ΚΝ 2190/1920) και η απόφαση της γενικής συνέλευσης υπόκειται στην έγκριση του Υπουργού Εμπορίου (άρθρο 4 παρ.2 ΚΝ 2190/1920). Εφόσον διαπιστωθεί η νομιμότητα της τροποποίησης του καταστατικού, ο νομάρχης υποχρεούται να την εγκρίνει.
Με την απόφαση του νομάρχη για την έγκριση της τροποποίησης του καταστατικού διατάσσεται, παράλληλα, η καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης στο ΜΑΕ της νομαρχίας και η δημοσίευση αντίστοιχης ανακοίνωσης στο ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Η τροποποίηση του καταστατικού συντελείται μόνο μετά την καταχώρηση στο ΜΑΕ της νομαρχίας της εγκριτικής διοικητικής απόφασης μαζί με ολόκληρο το νέο κείμενο του καταστατικού (άρθρο 7Β παρ.11 εδ.
α’ ΚΝ 2190/1920). Τέλος, από το συνδυασμό των άρθρων 118, 119 και 520 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων και την επωνυμία του νομικού προσώπου που ασκεί την έφεση, κατά τρόπο ώστε να μην γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Έτσι, η ενδεχομένως εσφαλμένη αναγραφή του ανωτέρω στοιχείου δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της έφεσης, εφόσον εκ της εσφαλμένης αναγραφής του στοιχείου αυτού δεν δημιουργείται αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, το δε δικαστήριο, για να την προσδιορίσει, χωρεί στη συνολική έρευνα του περιεχομένου του δικογράφου της έφεσης (ΑΠ 1719/1997, ΑΠ 444/2000).
4.Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η από 1-11-2011 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ Ν.
ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" κατά της 24/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, διότι τάχα αυτή εκδόθηκε μεταξύ του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Χ. Σ. και του υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβάντος δεύτερου αναιρεσίβλητου "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ" και της εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΤΕΛ Ν.
ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΕΠΕ", χωρίς τη συμμετοχή της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας, ως διαδίκου με οποιαδήποτε ιδιότητα, η οποία ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης. Παρατηρείται, όμως, ότι κατά της αρχικώς εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΤΕΛ Ν.
ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΕΠΕ", με έδρα τη Λιβαδειά, ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς την από 13-4-2010 αγωγή. Με αυτήν, ενάγων ζητούσε ν’ αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 20-1-2010 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την αρχικά εναγομένη εταιρεία, να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και ν’ αναγνωριστεί η υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 24/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της τελευταίας απόφασης άσκησε έφεση η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ Ν. ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Η τελευταία με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, για τη νομιμοποίησή της, ισχυρίσθηκε ότι είναι καθολική διάδοχος της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΤΕΛ Ν. ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΕΠΕ". Η παραπάνω ανώνυμη εταιρεία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ Ν.
ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" προήλθε από μετατροπή της "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΤΕΛ Ν. ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΕΠΕ", αρχικά δυνάμει των από 24/28-9-2002 και 26/19-7-2003 αποφάσεων της Γ.Σ. των μετόχων του ΚΤΕΛ ΕΠΕ, με τις οποίες έγινε μετατροπή της εναγόμενης ΕΠΕ σε ανώνυμη εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2963/2001 "Οργάνωση μεταφορών με λεωφορεία", στο άρθρο 3 του οποίου προβλέφθηκε η δυνατότητα μετατροπής των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρείες.
Χρόνος για την ολοκλήρωση των διαδικασιών μετατροπής ορίστηκε η 31-12-2003. Μετά τη μετατροπή, η ΚΤΕΛ ΑΕ υποκαθιστά αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση το ΚΤΕΛ ΕΠΕ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και η μεταβίβαση αυτή αποτελεί οιονεί καθολική διαδοχή. Η μεταφορά προσωπικού των ΚΤΕΛ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας γίνεται, αυτοδικαίως και χωρίς προηγούμενη αποζημίωση, στην ανώνυμη εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις των ΚΤΕΛ έναντι του προσωπικού αυτού.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από την ανώνυμη εταιρία και δεν επέρχεται βίαιη διακοπή αυτών. Η ως άνω ανώνυμη εταιρεία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ Ν. ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" έχει συσταθεί δυνάμει του …30-9-2003 καταστατικού, το οποίο συνετάγη από τη συμβολαιογράφο Λιβαδειάς Αναστασία Σταύρου, καταχωρήθηκε νόμιμα στο ΜΑΕ της Νομαρχίας Βοιωτίας με αριθμό 55311/1 1/Β/03/21 και εγκρίθηκε με την 5119/30-9-2003 απόφαση του Νομάρχη Βοιωτίας, περίληψη της οποίας δημοσιεύθηκε στο 10320/3-10- 2003 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ.
Σύμφωνα με το άρθρο 37 του ως άνω Καταστατικού, η εταιρεία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΚΤΕΛ Ν. ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΕΠΕ", κύρια, νομέας, κάτοχος και εκμεταλλεύτρια 44 λεωφορείων της δύναμης του ΚΤΕΛ, αναλαμβάνει 4.400 ονομαστικές μετοχές μετοχικού κεφαλαίου 440.000 ευρώ (βλ. σελ. 67 Καταστατικού). Στη σελ.77 αυτού ρητώς συνομολογήθηκαν τα εξής "Η συνιστώμενη με το παρόν Ανώνυμη Εταιρεία υποκαθιστά αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση το ΚΤΕΛ σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και η μεταβίβαση αυτή αποτελεί οιονεί καθολική διαδοχή.
Στο περιθώριο των οικείων βιβλίων προκειμένου περί ακινήτων, σημειώνεται η καθολική διαδοχή που επέρχεται με τις διατάξεις του παρόντος. Η μεταφορά προσωπικού του ΚΤΕΛ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας γίνεται αυτοδικαίως και χωρίς προηγούμενη αποζημίωση στην Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις του ΚΤΕΛ έναντι του προσωπικού αυτού.
Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από την Ανώνυμη Εταιρεία και δεν επέρχεται βίαιη διακοπή αυτών". Στη συνέχεια, την 31-7-2013 καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο του Επιμελητηρίου Βοιωτίας με ΚΑΚ 84369, μετά από έλεγχο της Περιφερειακής Ενότητας Βοιωτίας, το από 20-6-2013 Πρακτικό Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα με το οποίο αποφασίσθηκε η συγχώνευση με απορρόφηση από αυτήν των επιχειρήσεων των νομικών προσώπων "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΙΒΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΕΠΕ" και "ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ-ΤΙΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ ΣυνΠΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 5 του ν. 2166/1993, δυνάμει της ...30-7-2013 συμβολαιογραφικής πράξης της Συμβολαιογράφου Λιβαδειάς Αναστασίας Σταύρου.
Η καταχώρηση αυτή ανακοινώθηκε νόμιμα στο Εθνικό Τυπογραφείο με το 5641/31-07-2013 έγγραφο του Επιμελητηρίου Βοιωτίας, Τμήμα Μητρώου, υπηρεσία ΓΕΜΥ, και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 4858/5-08-2013, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Η σχετική εγκριτική απόφαση της συγχωνεύσεως καταχωρήθηκε την 2-9-2013, στο ΜΑΕ. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, επήλθε συγχώνευση της αρχικής εναγομένης ΕΠΕ με την αναιρεσείουσα ΑΕ με απορρόφηση από αυτήν και η τελευταία νομιμοποιούνταν στην άσκηση εφέσεως, ως καθολική διάδοχος της πρώτης.
Η εμφιλοχωρήσασα εσφαλμένη αναγραφή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στο δικόγραφο της έφεσης, δεν καταλείπει, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της έφεσης, καμία αμφιβολία περί της ταυτότητας της εταιρείας και δεν δημιουργεί ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της έφεσης. Το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, κήρυξε το απαράδεκτο αυτής αντίθετα προς τις διατάξεις που αναφέρθηκαν.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως κατά της εφετειακής αποφάσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5.Επειδή, μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και όχι και εκείνη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, μετά την αναίρεση της απόφασης του Εφετείου, δεν είναι τελεσίδικη, με συνέπεια να μην μπορούν να εξετασθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι στρέφονται κατ’ αυτής και το παραδεκτό των οποίων, προδήλως, τελεί υπό την αίρεση της απόρριψης του πρώτου λόγου, που κρίνεται βάσιμος (ΑΠ 1211/1992). Μετά την αναίρεση, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012). Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183 και191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 26/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ