Legislator Case Law & Legislation
1113/2006 AI generated

Appeal against final court decision remitted to regular panel due to procedural irregularities.

Case Number 1113/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court remitted the appeal to the regular panel for decision rather than ruling on the merits. The appellants challenged a final judgment from the multi-member court of first instance, while the appellees argued the appeal was procedurally improper. The court found that the specific circumstances did not justify suspending the regular procedure, leading to the remittal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para.1 Civil Procedure Code; Art. 8, 87, 94, 94 para.2, 94 para.4 Constitution; Art. 6 para.1 ECHR; Art. 26 Law 2882/2001: Appeals against final judgments are permitted only under strict conditions, and procedural irregularities must be weighed against the necessity of suspending the regular procedure.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment regular panel remittal Civil Procedure Code procedural irregularities suspension of regular procedure constitutional rights equality of arms

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para.1 Civil Procedure Code
Art. 8 Constitution
Art. 87 para.1-2 Constitution
Art. 94 para.2 Constitution
Art. 94 para.4 Constitution
Art. 6 para.1 ECHR
Art. 26 Law 2882/2001
Art. 563 para.2b Civil Procedure Code
Art. 23 Law 1756/1988
Art. 16 para.1 Law 2331/1995
Art. 3 para.6 Law 2479/1997

Cited Case Law

AI generated
AED 42/1990
AP 9/1996
AP 1/1998
AP 626/1980
AP 1523/2002
AP 722/2006
Supreme Court dismisses appeal by political accuser as inadmissible due to lack of standing under new law.
EDDA A 301B 9-12-2004
EDDA A179 28-6-1990
EDDA A84 22-10-1984
AP 27-28/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1113 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1113/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ....., 2. ......, 3. ......., ως καθολικών διαδόχων του αρχικώς ενάγοντος ....., ήδη αποβιώσαντος, άνευ διαθήκης, την 11-9-2003 και 4. ......, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ – Ο.Ε.Κ.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Απόστολο Γεωργιάδη, Βασίλειο Γιαννόπουλο, Κωνσταντίνο Γερογιάννη και Ιωάννη Καραγκούνη και 2. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αναστασία Ζαφειριάδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2003 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2393/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26 Αυγούστου 2004 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οριστική απόφαση του Εφετείου που υπόκειται καταρχήν σε έφεση μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης από εκείνο το διάδικο που έχασε το δικαίωμα ν' ασκήσει έφεση, είτε γιατί πέρασε άπρακτη μετά την επίδοση η προθεσμία για άσκηση έφεσης κατ' αυτής, είτε γιατί παραιτήθηκε, έστω και σιωπηρά απ' αυτό.

Τέτοια παραίτηση ενέχει η άσκηση από μέρους του αναίρεσης, ενώ διαρκεί η προθεσμία της έφεσης υπό την προϋπόθεση ότι ο δικηγόρος που υπογράφει την αναίρεση έχει σχετική ειδική πληρεξουσιότητα ή ότι εκ των υστέρων εγκρίθηκε η άσκηση αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, όπως συμβαίνει όταν ο αναιρεσείων παρίσταται αυτοπροσώπως στον Αρειο Πάγο για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή παρέχει πληρεξουσιότητα σε δικηγόρο για τη συζήτησή της (σχ.

ΑΕΔ 42/1990, Ολ.ΑΠ 9/1996, 1/1998, 626/1980, ΑΠ 1523/2002 , 722/2006). Σύμφωνα με αυτά, η κρινόμενη από 26-8-2004 αίτηση, για αναίρεση της 2393/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την από 30-7-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων, ασκήθηκε παραδεκτά, διότι προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ότι οι αναιρεσείοντες, με σχετική ρητή δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που υπογράφει το αναιρετήριο, παραιτήθηκαν από το δικαίωμα της έφεσής τους και άσκησαν, ενώ διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης, την αναίρεση αυτή, γεγονότα που ενέκριναν με την αυτοπρόσωπη παράστασή τους στο ακροατήριο για την παρούσα συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

ΙΙ.- Το Σύνταγμα της Ελλάδας, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6-4-2001 της Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζει στα άρθρα του 4 παρ.1, 8, 87 παρ.1 και 2, 93 παρ.4 και 94 παρ.2, ότι : «Οι 'Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου (4 παρ.1). Κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος. Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα δεν επιτρέπεται να συσταθούν (8).

Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος (87 παρ.1 και 2).

Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (93 παρ.4). Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (94 παρ.2)».Εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ.1α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα και θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσεως, είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως».

Περαιτέρω, το άρθρο 26 του ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) στις παραγράφους 1,2,11 τελ.εδ.και 12 (όμοια άρθρα 26 και 27 ν.δ. 797/71) ορίζει ότι : «Η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης γίνεται με δικαστική απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος (παρ.1). Αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης είναι το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού.

Το πρωτοδικείο επιλαμβάνεται μετά από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου (παρ.2). Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριουμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ'αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία (παρ.11, τελ.εδ.). Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και εάν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής, χωρίς αυτό να ασκεί επιρροή στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης (παρ.12).

Τέλος, το άρθρο 39 του ν.3130/2003, στις παραγράφους 1,2,9,10 και 12, ορίζει, ανάμεσα σε άλλα, ότι «η αναγνώριση των δικαιούχων αποζημίωσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του κτήματος «.....», περιοχής «....» του Δήμου Αχαρνών, η οποία κηρύχθηκε με την 1111495/11703/0010/7-12-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, χωροταξίας και Δημόσιων 'Εργων, Πολιτισμού και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 885 Β', 9-12-1999) για την ανέγερση του Ολυμπιακού Χωριού και των συνοδευτικών αυτού εγκαταστάσεων, σε όποιο στάδιο βρίσκεται κατά τη δημοσίευση του παρόντος, παραπέμπεται για όλους τους δικαιούχους στη συνιστώμενη με τον παρόν διοικητική Επιτροπή, απαρτιζόμενη, από ένα σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, έναν ανώτερο υπάλληλο της κτηματικής υπηρεσίας του Δημοσίου, έναν ανώτερο υπάλληλο της Δ.Ο.Υ.

Αχαρνών, έναν τοπογράφο μηχανικό και έναν δικηγόρο στον 'Αρειο Πάγο. Η αναγνωριστική απόφαση της επιτροπής εκδίδεται ενιαία για όλους τους αιτούντες και τους παρεμβαίνοντες, δημοσιεύεται με κατάθεσή της στο τμήμα απαλλοτριώσεων του πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρείται στα οικεία βιβλία, καθίσταται δε εκτελεστή, μετά την αποδοχή της από τους δικαιούχους.

Η αποδοχή γίνεται με ανεπιφύλακτες δηλώσεις των ενδιαφερομένων, ατομικές ή ομαδικές, ενώπιον του γραμματέα της επιτροπής, συντασσομένων προς τούτο σχετικών πρακτικών. Οι δηλώσεις αποδοχής της απόφασης μπορούν να γίνουν και από πληρεξούσιους δικηγόρους των ενδιαφερομένων, ειδικά εξουσιοδοτημένους προς τούτο με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Η απόφαση αποδοχής καθίσταται εκτελεστή, μόνο ως προς εκείνους τους δικαιούχους που αποδέχτηκαν ανεπιφύλακτα κατά τα ανωτέρω το περιεχόμενό της. Η αποδοχή της απόφασης ισοδυναμεί με παραίτηση του δικαιούχου από κάθε άλλη αξίωσή του έναντι του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεου αποζημίωσης Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας… Σε περίπτωση αδυναμίας της Επιτροπής να προσδιορίσει τον αληθή δικαιούχο, η διαφορά μεταξύ των διεκδικητών της αποζημίωσης για τα επικείμενα παραπέμπεται στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό. 'Οσοι εκ των δικαιούχων δεν κατέθεσαν εμπροθέσμως τις αιτήσεις για αναγνώριση ή δεν αναγνωρίστηκαν με την απόφαση της επιτροπής, ενόλω ή εν μέρει, ή δεν κατέθεσαν την δήλωση της παραγράφου 9 του παρόντος, διατηρούν το δικαίωμα να ασκήσουν ανακοπή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Η κατάθεση και η συζήτηση αίτησης αναγνώρισης εκ μέρους οποιουδήποτε δικαιούχου, σε διαδικασία διαφορετική από την προβλεπόμενη με το παρόν, είναι απαράδεκτη». Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη μετά τη γενόμενη με το αναιρετήριο παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατ' αυτής, έκρινε ότι οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3130/2003 δεν είναι αντίθετες προς τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, γι' αυτό και τις εφάρμοσε, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, απορρίπτοντας την από 30-7-2003 αγωγή των τελευταίων, για αναγνώρισή τους ως δικαιούχων αποζημίωσης από απαλλοτρίωση ακινήτου τους στο πιο πάνω κτήμα «.....» περιοχής Δήμου Αχαρνών ως απαράδεκτη.

Ειδικότερα το πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: «Οι αναιρεσείοντες ζήτησαν αρχικά με την από 6-9-2001 αίτησή τους προς το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών να αναγνωριστούν, κατά την ειδική διαδικασία του ν.δ. 797/1971 (άρθρα 26 και 27 αυτού), δικαιούχοι αποζημίωσης, που καθορίστηκε οριστικά με την 6665/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για την αναγκαστική ως άνω απαλλοτρίωση, για δημόσια ωφέλεια, υπέρ και με δαπάνες του πρώτου εναγομένου (αναιρεσίβλητου).

Για την αίτηση αυτή το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών δημοσίευσε την 1687/2002 απόφασή του, με την οποία απέσχε να αποφανθεί, προκειμένου η αναγνώριση των δικαιούχων να λάβει χώρα κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.11β του ν.2882/2001. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) με την από 30-7-2003 αγωγή τους στο πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών, κατά την τακτική διαδικασία, ζήτησαν να αναγνωριστούν συνδικαιούχοι, κατά το ½ εξ αιδιαρέτου καθένας από αυτούς, της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί οριστικά για την απαλλοτρίωση του άνω ακινήτου, το οποίο περιγράφεται στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του ν.3130/2003, που δεν είναι αντίθετο προς τις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ που αναφέρθηκαν». Κρίνοντας έτσι η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 8 παρ.2, 87, 94 παρ.2 4 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε υπέπεσε στην αποδιδόμενη, κατ' ορθή εκτίμηση, πλημμέλεια που προβλέπεται από το εδάφιο 14 (και όχι από το 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔικ.

Αυτό για τους εξής λόγους: Από το περιεχόμενο των ως άνω διατάξεων του άρθρου 39 του ν.3130/2003 προκύπτει, ότι δι' αυτών και για τη συγκεκριμένη απαλλοτρίωση θεσπίζεται κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 26 του ν.2882/2001 υποχρεωτική διοικητική προδικασία που σκοπό έχει να διευκολύνει την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης της έκτασης που απαλλοτριώθηκε, η οποία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην εισηγητική έκθεση του νόμου, φέρεται να ανήκει στη συγκυριότητα χιλιάδων συνιδιοκτητών (τουλάχιστον 2750) η αναγνώριση των οποίων ως δικαιούχων της αποζημίωσης κατά την τακτική διαδικασία, προβλέπεται εκ του ασφαλούς πολυδάπανη και χρονοβόρα με αποτέλεσμα να παραμένουν επί μακρόν αναποζημίωτοι οι μικροιδιοκτήτες αληθείς δικαιούχοι αυτής, παρά την αποβολή τους από τις ιδιοκτησίες τους μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Υπό την έννοια αυτή η άνω ρύθμιση δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια με οποιοδήποτε όνομα δεν επιτρέπεται να συσταθούν. Και τούτο γιατί η δια των άνω διατάξεων συνιστώμενη διοικητική επιτροπή δεν είναι δικαστική με την έννοια της οριστικής και δεσμευτικής επίλυσης της σχετικής διαφοράς, δεδομένου ότι ούτε υποχρεωτική είναι η προσφυγή σ' αυτή ούτε η απόφαση της είναι δεσμευτική για τους ενδιαφερομένους οι οποίοι και δεν υποχρεούνται να την αποδεχθούν και διατηρούν δικαίωμα προσφυγής (ανακοπής) κατ' αυτής στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών.

Περαιτέρω η άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 87 παρ.1 και 94 παρ.2 του Συντάγματος. Και αυτό γιατί, ορίζεται μεν από τις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει, πλην εξ αυτών, ιδίως της τελευταίας, δια της οποίας απαγορεύεται στο κοινό νομοθέτη η ανάθεση της επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών σε άλλα εκτός των πολιτικών δικαστηρίων δικαιοδοτικά όργανα, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αυτού να θεσπίσει για λόγους συναρτώμενους με το δημόσιο συμφέρον για ορισμένη κατηγορία ιδιωτικών διαφορών μια εξώδικη προδικασία, για να ακολουθήσει μετά, σε περίπτωση μη επίλυσης της διαφοράς κατά τρόπο αποδεκτό από τα ενδιαφερόμενα μέρη στο στάδιο αυτό της προδικασίας, η προσφυγή στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια για την παροχή άμεσης δικαστικής προστασίας (σχ.

αρθρ. 16 ν.δ. 1266/1972, 12 ν.1418/1984, 95 ν.2725/1999 κλπ). Εξάλλου η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι ΄Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Και τούτο γιατί ναι μεν κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσης ή καταστάσεις να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, δεν ισχύει όμως αυτό όταν οι διακρίσεις αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 11/2003, 24/2004, 3/2006) και το οποίο, ενόψει και των παραπάνω αναφερομένων στη εισηγητική έκθεση του νόμου, συντρέχει εν προκειμένω.

Τέλος, με την παραπάνω ρύθμισης δεν παραβιάζεται η αρχή της δίκαιης δίκης που θεσπίζεται με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος υπερέχουσα έναντι των κοινών τόκων ισχύ. Ειδικότερα με την υπαγωγή της συγκεκριμένης διαφοράς αρχικά στη διαδικασία της συνιστώμενης διοικητικής επιτροπής δεν περιορίζεται το δικαίωμα των ενδιαφερομένων για δίκαιη δίκη αφού όπως ήδη σημειώθηκε αυτοί δικαιούται είτε να μην προσφύγουν στην ενλόγω επιτροπή, είτε να μην αποδεχθούν την απόφαση της και να καταφύγουν για τις αξιώσεις τους, μετά την περαίωση της σχετικής διαδικασίας στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο.

Επομένως ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά την άποψη που κράτησε στο Δικαστήριο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Δύο όμως μέλη του Δικαστηρίου, οι αρεοπαγίτες Γεώργιος Βούλγαρης και Αχιλλέας Νταφούλης, έχουν τη γνώμη, ότι ο μοναδικός, σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ και ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί απέρριψε, αντί να δικάσει κατά την τακτική διαδικασία, την ως άνω αγωγή τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 3130/2003 που κρίθηκαν ισχυρές και όχι αντίθετες στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 87 παρ.1-2, 94 παρ.2 και 4 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1α της ΕΣΔΑ και 26 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), αλλά με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των τελευταίων, είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός για τις παρακάτω αιτίες:

Οι αναιρεσείοντες, πριν από τη δημοσίευση στο ΦΕΚΑ' 76/28-3-2003 του ν.3130/2003, με την από 6-9-2001 αίτησή τους στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών ζήτησαν να αναγνωρισθούν κατά την ειδική διαδικασία του ν.δ. 797/1971 (άρθρα 26 και 27 αυτού) συνδικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την 6665/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την αναγκαστική ως άνω απαλλοτρίωση.

Στην αίτηση αυτή εκδόθηκε η 1687/2002 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέσχε να αποφανθεί, προκειμένου η αναγνώριση των δικαιούχων να λάβει χώρα κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.11 β του ν.2882/2001. Από την τελευταία αυτή απόφαση, που δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα (άρθρο 26 παρ.12 του ΚΑΑΑ), προκύπτει δεδικασμένο ως προς το δικονομικό ζήτημα που με αυτή κρίθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321 και 322 εδ.β ΚΠολ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 εδ.β του ΚΑΑΑ και κατά την ειδική αυτή διαδικασία (σχ.

ΑΠ 648/1991). Ετσι οι αναιρεσείοντες απόκτησαν δικαίωμα απ' αυτή και δικονομική δυνατότητα να προσφύγουν στην τακτική διαδικασία ενώπιον του καθύλην και κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου για να αναγνωριστούν συνδικαιούχοι της αποζημίωσης. Δηλαδή το αρμόδιο κατά νόμο μονομελές πρωτοδικείο έκρινε, ότι η αναγνώριση αυτή έπρεπε να γίνει κατά την τακτική διαδικασία από το πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο αποτελεί και κατά τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ το δικαστήριο που ορίζει ο νόμος, ανεξάρτητο, αμερόληπτο, συγκροτούμενο από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.

Με την εκδίκαση της υπόθεσής τους κατά την τακτική διαδικασία, οι αναιρεσείοντες θα είχαν από το νόμο δικαίωμα έφεσης και αναίρεσης κατά των αποφάσεων του (αποκλειστικά εδώ αρμόδιου) πολυμελούς πρωτοδικείου και εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, αν αυτές τυχόν απέρριπταν συνολικά ή κατά ένα μέρος το σχετικό αγωγικό αίτημά τους για την ως άνω αναγνώριση.

Με αυτά τα κεντημένα και απαιτητά από τη δικαστική απόφαση δικαιώματα για μια χρηστή (δίκαιη) δίκη για παροχή δικαστικής προστασίας στην ιδιωτική αυτή διαφορά, οι αναιρεσείοντες άσκησαν στη συνέχεια την πιο πάνω από 30-7-2003 αγωγή τους στο πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών και ανέμεναν τη δικαίωσή τους από κρίση (στην ουσία της διαφοράς τους) τακτικών δικαστών που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπικά ανεξαρτησία.

Όμως το δικαστήριο αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του την απέρριψε με την προαναφερθείσα αιτιολογία, διότι εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3130/2003, που στο μεταξύ είχε δημοσιευτεί λίγους μήνες πριν, στις 28-3-2003. Με τις διατάξεις αυτές είναι φανερό, ότι επιχειρήθηκε νομοθετική παρέμβαση ανεπίτρεπτη στη δικαστική λειτουργία με σκοπό τον επηρεασμό της έκβασης της εκκρεμούς δίκης των διαδίκων.

Η νομοθετική εξουσία έχει επέμβει στα έργα της δικαιοσύνης και ρύθμισε εδώ και την τύχη της «εν επιδικία» τελούσας υπόθεσης των αναιρεσειόντων, στην οποία αναμενόταν η δικαιοδοτική κρίση του πολυμελούς πρωτοδικείου Αθηνών. Ανέτρεψε όλα τα κεκτημένα από την απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (1687/2002) ως άνω δικαιώματα των αναιρεσειόντων για μια χρηστή (δίκαιη) δίκη από τακτικούς δικαστές, αμερόληπτους, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία.

Ουσιαστικά κατάργησε τις συνέπειες που επήλθαν από την αμέσως πιο πάνω απόφαση και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να εμπιστευθούν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους σε «διοικητική» επιτροπή, συγκροτούμενη μάλιστα στην πλειοψηφία της από πρόσωπα που υπηρετούν σε υπηρεσίες του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

Σε περίπτωση αδυναμίας της Επιτροπής αυτής να προσδιορίσει τον αληθή δικαιούχο προέβλεψε η διαφορά να παραπεμφθεί στο μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα δικάσει κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, με δικαίωμα των αναιρεσειόντων, υπό τις αναφερόμενες ως άνω προϋποθέσεις (αν δεν αναγνωριστούν δικαιούχοι της αποζημίωσης κλπ), να ασκήσουν ανακοπή ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που θα δικάσει κατά την ίδια διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Καθυστέρηση (έστω και σημαντική) έκδοσης απόφασης, φόρτος εργασίας, δυσχέρεια νομικών θεμάτων κλπ, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την αιφνιδιαστική επέμβαση του νομοθέτη, ώστε να μη δικαστεί αμέσως η αγωγή για την αναγνώριση δικαιούχων αποζημίωσης ενώπιον του άνω αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, για να προηγηθεί η «εκδίκασή» της από τη διοικητική επιτροπή.

Η αρχή του νόμιμου δικαστή αποτελεί σημαντική εγγύηση για την απροσωπόληπτη απονομή της δικαιοσύνης και δεσμεύει τόσο τον κοινό νομοθέτη (άρθρο 8 παρ.1 Συντ.), όσο και τη διοίκηση, που δεν μπορεί να αποσπάσει (ούτε προσωρινά, για τήρηση κάποιας νέας διαδικασίας σε διοικητική επιτροπή που προσθέτει σε χρόνο που εκκρεμεί σε πολιτικό δικαστήριο) υπόθεση από τη δικαστική λειτουργία.

Λόγοι ταχύτερης απονομής δικαιοσύνης στα πλαίσια αναγνώρισης των δικαιούχων αποζημίωσης της συγκεκριμένης απαλλοτρίωσης μπορεί να επιβάλλουν απλούστευση της σχετικής διαδικασίας με ειδική διάταξη νόμου, όμως η απλούστευση αυτή δεν μπορεί να φθάσει και μέχρι την αντικατάσταση του αρμόδιου για όλες τις άλλες αναγνωρίσεις δικαιούχων αποζημίωσης δικαστηρίου και μάλιστα από συνιστώμενη προς τούτο «διοικητική» επιτροπή, απαρτιζόμενη όχι από δικαστικούς λειτουργούς.

Ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετική μεταχείριση των δικαιούχων αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση του πιο πάνω κτήματος, εισάγοντας ίδιες διατάξεις με τις οποίες αντικαθιστά τα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιοδοτικά όργανα, δηλαδή τα πολιτικά δικαστήρια, με «διοικητική» επιτροπή, προσθέτοντας σε εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων νέες διαδικασίες κλπ, με τις οποίες παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων και δεν εξασφαλίζεται μία ισόρροπη ακρόαση και μία δίκαιη δίκη.

Στην υπόθεση που εξετάζεται δεν συνέτρεξαν εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, που δεν αποτελούν η επιτάχυνση της απλής σήμερα και σύντομης τακτικής διαδικασίας (άρθρα 270 επ. ΚΠολΔικ, όπως τώρα ισχύουν) ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, ο φόρτος εργασίας των δικαστών και η καθυστέρηση έκδοσης της απόφασης, η εμφάνιση και συμμετοχή πολλών διαδίκων στη δίκη αναγνώρισης, η διακοπή της δίκης από θανάτους δικαιούχων, η δυσχέρεια επίλυσης νομικών ζητημάτων κλπ.

Με βάση αυτά, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3130/2003, ειδικά σε σχέση με την υπόθεση των αναιρεσειόντων που ρύθμισαν, κατά το μέρος τους με το οποίο συνέστησαν την ως άνω διοικητική επιτροπή και υποχρέωσαν αυτούς αφενός μεν να εγκαταλείψουν την τακτική διαδικασία στο πολυμελές πρωτοδικείο Αθηνών και αφετέρου να πρσφύγουν και να εμπιστευθούν στην επιτροπή αυτή την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους από την απαλλοτρίωση και μόνο αυτή του κτήματος «....» του Δήμου Αχαρνών, είναι ανίσχυρες ως αντίθετες στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 87 παρ.1-2, 94 παρ.2 και 4 παρ.1 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 26 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ).

Η αντίθεση δεν αίρεται από το γεγονός, ότι διατηρείται το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών (που δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό) κατά της απόφασης της διοικητικής ως άνω επιτροπής στις αναφερόμενες περιπτώσεις, αφού η δυνατότητα άσκησης μιάς τέτοιας ανακοπής δεν αίρει την πολλαπλή αντισυνταγματικότητα της Επιτροπής ως δικαιοδοτικού οργάνου, ούτε τη σαφή παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (βλ.σχ.

και τις αποφάσεις του «ΕΔΔΑ» Α 301Β της 9-12-1004-Ελληνικά Διυλιστήρια, .... και ..... κατά Ελλάδος, Α179 της 28-6-1990-..... κατά Αυστρίας, Α84 της 22-10-1984-.... κατά Αυστρίας και Ολ.ΑΠ 27-28/2002). Συνακόλουθα έπρεπε να μην εφαρμοστούν οι ανίσχυρες αυτές διατάξεις του άρθρου 39 του ν.3130/2003 και να δικαστεί η αγωγή των αναιρεσειόντων από το αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο κατά την τακτική διαδικασία, όπως είχε αποφανθεί το μονομελές πρωτοδικείο Αθηνών με την 1687/2002 απόφασή του.

Ύστερα απ' αυτά πρέπει να παραπεμφθεί ο ανωτέρω μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου όπως σ' αυτό διατυπώνεται στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τα άρθρα 563 παρ.2β, εδ.γ' ΚΠολΔικ και 23 του ν.1756/1988, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με άρθρο 16 παρ.1 ν.2331/1995 και 3 παρ.6 του ν.2479/1997, διότι η απόφαση για την απόρριψή του λαμβάνεται με πλειοψηφία μιάς ψήφου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει για κρίση στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό και στην από 26-8-2004 αίτηση των ..... κλπ μοναδικό λόγο, για αναίρεσης της 2393/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ