Supreme Court dismisses appeal by political accuser as inadmissible due to lack of standing under new law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the political accuser's appeal against a Council of Appeal's ruling, declaring it inadmissible. The accuser argued for a retrial based on alleged errors in evidence evaluation, but the court found these grounds insufficient for review. Ultimately, the decision was rejected because the accuser lacked the legal standing to file an appeal following the enactment of Law 3160/2003.
Legislator headnote
AI generatedArticles 476(1) and 583(1) of the Code of Criminal Procedure; An appeal by a political accuser is inadmissible if filed after the amendment removing them from the list of entitled persons under Article 41(1) of Law 3160/2003.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 722 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 722/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ Ποινικό Τμήμα – Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη – Εισηγητή και Δημήτριο Κιτρίδη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαρτίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος – πολιτικού ενάγοντος Χ1 , που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τεντόμα, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 2417/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1) Ψ1, 2) Ψ2, 3) Ψ3 , 4) Ψ4 και 5) Ψ5.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων – πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 335/2005.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Λάμπρου με αριθμό 504/01.11.2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Eισάγω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1ΚΠΔ, την υπ'αριθμ. 5/2005 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 , κατά του υπ' αριθμ. 2417/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίον απορρίφθηκε η υπ' αριθμ. 234/13 Μαΐου 2004 έφεση του κατά του υπ' αριθμ. 1778/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των: α) Ψ1 β) Ψ2 γ) Ψ3 δ) Ψ4 και ε) Ψ5 κατηγορουμένων για την κατά συναυτουργία απάτη κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσόν των 25.000.000 δραχμών (73.000,00 ΕΥΡΩ) και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τις διατάξεις των άρθρων 148-153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1 και 503 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ προκύπτει ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ'αυτή λόγοι αναίρεσης από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένo. Διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Απλή επανάληψη των διατάξεων των άρθρων 484 και 510 ΚΠΔ, που προβλέπουν τους λόγους αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της νομικής πλημμέλειας, δεν αρκεί, πολύ περισσότερο που το βούλευμα ή η απόφαση έχουν κατά κανόνα πολλά κεφάλαια, για ορισμένα από τα οποία είναι ενδεχόμενο ο αναιρεσείων να μην έχει παράπονο ώστε να ασχοληθεί με αυτά το Ακυρωτικό. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας(Α.Π. 2099/2001 Π.Χ.ΝΒ 811).
Στην προκειμένη περίπτωση με τη δήλωση του πληρεξουσίου του πολιτικώς ενάγοντος που περιέχεται στην υπ'αριθμ. 5/20-1-2005 έκθεση του γραμματέως του Εφετείου Αθηνών προβάλλονται οι εξής κατά λέξη λόγοι αναιρέσεως :<< Με το υπ'αριθμ. 1778/2004 βούλευμα του το Συμβούλιο Πλημ/κών εσφαλμένα παρά το νόμο και απαράδεκτα απήλλαξε τους κατηγορουμένους Ψ3 και Ψ1 και Ψ2.
Ο Αντεισαγγελέας Εφετών στη πρότασή του επί της εφέσεως μου (πολ. ενάγοντος ) αναφέρει ότι ο δικαιοπάροχος των κατηγορουμένων είχε αποκτήσει την κυριότητα από την διαθήκη των θείων του .... και ... και είχεν αποδεχθεί την κληρονομία. Αυτό είναι ανακρίβεια και αναληθέστατον…Στη μήνυσή μου αυτή αναφέρω ότι οι κατηγορούμενοι με το συμβόλαιο πούλησαν τρία ακίνητα από τα οποία διεκδικώ τα δύο και όχι το τρίτο….Ο Εισαγγελέας έσφαλλε γιατί είχε υποχρέωση να διαβάσει την 19890/1904 διανομή, όπου επιβεβαιώνονται όλα όσα ισχυρίζομαι στη μήνυσή μου …όφειλε να αναγνώσει το υπ'αριθμ. 19972/1931 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο …Στην περίπτωση που δεν επείθετο έπρεπε να διορίσει πραγματογνώμονα ….Το ακίνητο, που πούλησαν ολόκληρο οι κατηγορούμενοι, ήταν του Ζ1 , το οποίον το έτος 1874 με το υπ'αριθμ. 21859/1874 συμβόλαιο ανταλλαγής, απέκτησε η σύζυγός του Ζ2, όπως και άλλα δύο ακίνητα ένα στη θέση << ... >> και το άλλο στη θέση << ... >>…Από τ'ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι μετήρχοντο απατηλές πράξεις δια ν'αποκτήσουν παράνομη ωφέλεια……Σ'αυτήν τη δικαζομένη υπόθεση κατέθεσε ως μάρτυρας υπερασπίσεως ο σύζυγος της Ψ1 Ψ2, ο οποίος καταθέτοντας ενόρκως επί της κρινομένης μηνύσεως μου …ότι και αυτό το επίδικο ήταν της Ζ2.
Αναφέρει ακόμα ότι η Ζ2 , δεν είχε περιουσιακά στοιχεία στο Μαρούσι, αλλά είχε αποκτήσει με ανταλλαγή από το σύζυγό της Ζ1 δύο ακίνητα, ένα στη θέση <<...>> και το επίδικο στη θέση <<....>>.
Οι λόγοι αυτοί, όπως διατυπώθηκαν στην έκθεση, είναι απαράδεκτοι καθόσον οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων από το Δικαστικό Συμβούλιο δεν συνιστούν λόγους αναιρέσεως, δεδομένου ότι η κρίση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Συνεπώς, οι εκτιθέμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι και η κρινόμενη αίτηση, πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ να κηρυχθεί απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Να κηρυχθεί απαράδεκτη και ν'απορριφθεί η υπ'αριθμ. 5/2005 αίτηση αναιρέσεως του πολιτικώς ενάγοντος Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 2471/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος Αθήνα 27-6-2005
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου (Χρήστος Λάμπρου)»
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος – πολιτικώς ενάγοντος, ο οποίος ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή μετά την αντικατάσταση του άρθρου 482 παρ. 1 του ΚΠΔ με το άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, η ισχύς του οποίου άρχισε από την κατά την 30-6-2003 δημοσίευση του Νόμου αυτού, ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, αφού δεν περιλαμβάνεται στα πρόσωπα, τα οποία, κατά το ανωτέρω άρθρο, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, έχουν αυτό το δικαίωμα. Επομένως η υπό κρίση με αριθ. 5/2005 αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο αναιρεσείων πολιτικώς ενάγων Χ1 στις 20 Ιανουαρίου 2005, δηλαδή μετά την κατά την 30-6-2003 έναρξη ισχύος του Ν. 3160/2003, κατά του με αριθ. 2417/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, είναι απαράδεκτη, ως ασκηθείσα από πρόσωπο, που δεν έχει δικαίωμα για την άσκησή της. Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Ιανουαρίου 2005 και με αριθ. 5/2005 αίτηση του Χ1, για αναίρεση του με αριθ. 2417/2004 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2006. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ