Legislator Case Law & Legislation
110/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as it challenges non-reviewable evidence evaluation by lower court.

Case Number 110/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding the invalidity of a will. The appellant argued that the lower court violated principles of equal treatment and fair trial by relying on specific evidence while ignoring hers and by giving undue weight to a private psychiatrist's opinion over a court-appointed forensic expert. The court rejected these claims because they essentially challenged the lower court's non-reviewable assessment of evidence, which falls outside the scope of appellate review under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 561 no. 1, Art. 495 no. 3, Art. 176, 183, 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the substantive evaluation of evidence by a court of first instance constitutes a challenge to non-reviewable assumptions and must be rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
appellate review scope evidence evaluation non-reviewable assumptions equal treatment principle forensic expert opinion fair trial rights dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 110 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 110/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. θυγ. Γ. Ζ., κατοίκου Αργυρούπολης Αττικής, η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Δέσποινας Μαρκοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ζ. του Γεωργίου, κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής, 2) Γ. Ζ. του Π., κατοίκου Πύργου Ηλείας, 3) Κ. θυγ. Π. Ζ., κατοίκου Αγ. Δημητρίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπαλατή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1996/2014 μη οριστική και 1145/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3547/2018 μη οριστική και 4705/2020 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-4-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4705/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των αναιρεσιβλήτων την από 20-2-2013 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ως άκυρη η από 15-8-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα της και πατέρα του πρώτου εναγόμενου-αναιρεσιβλήτου και παππού των λοιπών Γ. Ζ., ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα στις 11-1-2011, αφενός μεν λόγω πλαστότητας αυτής, αφετέρου δε λόγω της ανικανότητας του πατέρα της να συντάξει οποιοδήποτε έγγραφο κατά το φερόμενο ως χρόνο σύνταξης τη διαθήκης, επειδή έπασχε από ανοϊκή συνδρομή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1996/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διενέργεια της οποίας, εκδόθηκε η 1145/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της διαθήκης λόγω της εξ ολοκλήρου πλαστότητάς της.

Οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της ως άνω οριστικής απόφασης την από 19-7-2017 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η 3547/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί νέα γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από άλλο πραγματογνώμονα, καθώς και για να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Μετά τη διενέργεια των όσων διέταξε το Δικαστήριο, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 4705/2020 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση και το Δικαστήριο, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή της αναιρεσείουσας, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 30 του ν.2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο της σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη νοείται, ειδικότερα, κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή, εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται, κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στην πιο πάνω διαταραχή είναι οι ίδιες, οι οποίες, σύμφωνα με τη ρύθμιση της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 1719 αριθ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη της χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή, οι γνήσιες ψυχώσεις, όπως λ.χ. η μανιοκατάθλιψη, η σχιζοφρένεια, οι παράνοιες, αλλά και οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως λ.χ.

η γεροντική άνοια, όταν απ' αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης, η ολιγοφρένεια κ.ά. Η συνδρομή της ανικανότητας με τις παραπάνω μορφές κρίνεται κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευση της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο από μόνη της δεν ασκεί επιρροή.

Η διακρίβωση, εξ άλλου, πότε σε συγκεκριμένη περίπτωση αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, είναι έργο ιδιαίτερα λεπτό και δυσχερές, ενόψει και του ότι μια εξελικτική οργανική ασθένεια του εγκεφάλου καθιστά, κατά την εξέλιξή της, ανίκανο τον πάσχοντα για σύνταξη διαθήκης.

Η απλή δε νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 558/2021, ΑΠ 405/2019, ΑΠ 727/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ12/2016, Ολ ΑΠ10/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της σχετικά με την κατάσταση της υγείας του πατέρα της αναιρεσείουσας και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και παππού των λοιπών καθώς και της ικανότητάς του για σύνταξη διαθήκης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Προσέτι από την επισκόπηση του πλησιόχρονου προς την επίδικη διαθήκη δειγματικού υλικού, ήτοι των από Ιανουάριο 2005 ποιημάτων που ο διαθέτης έγραφε επί ημερολογίου, της από 4-12-05 ευχετήριας κάρτας, ως προς τα ευκρινή τμήματά της, ήτοι αυτά που δεν έχουν υποστεί επιδιόρθωση με επιχάραξη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ημεροχρονολογία (4-12-05), καθώς και της από 7-1-06 και 28-8-06 ευχετήριων καρτών, όλων των παραπάνω σε σχέση με την επίδικη διαθήκη, αποδείχθηκε ότι ο γραφικός χαρακτήρας στα παραπάνω κείμενα είναι ο ίδιος εξελισσόμενος όμως ως προς ειδικότερα χαρακτηριστικά του λόγω προϊόντος γήρατος και ασθενείας.

Πέραν των ανωτέρω, στη συγκεκριμένη περίπτωση η ύπαρξη σημειωμάτων του διαθέτη σε μεταγενέστερο της κρινόμενης διαθήκης χρόνο (οι από 4-12-05, 7-1-06 και 28-8-06 ευχετήριες κάρτες), αφενός μεν επιβεβαιώνουν κατ' αρχήν τη γραφική του ικανότητα, αφετέρου δε οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο διαθέτης είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο και νοητική ικανότητα, αφού το περιεχόμενο ακόμα και των μεταγενέστερων της διαθήκης χειρόγραφων σημειωμάτων είναι ορθογραφημένο και με σαφές και λιτό περιεχόμενο...

Προσέτι ως προς την κατάσταση της υγείας του διαθέτη, αυτός το Μάρτιο του έτους 2005 διαγνώστηκε για πρώτη φορά με ανοϊκή συνδρομή, καθώς διαπιστώθηκε έκπτωση των γνωστικών του λειτουργιών με διαταραχή προσανατολισμού σε τόπο, χρόνο, διαταραχή της προσφάτου μνήμης, κινητική ανησυχία και καταθλιπτικές εκδηλώσεις και συστήθηκε η λήψη αντιανοϊκής και αντικαταθλιπτικής αγωγής (βλ.

την από 27-2-2012 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Χ. Α.). Ακολούθως, η αξονική τομογραφία εγκεφάλου, που έγινε στις 16-6-2005, ανέδειξε μικροέμφρακτα παλαιάς αρχής στα βασικά γάγγλια αμφοτεροπλεύρως και αύξηση της διαυγαστικότητας της λευκής εγκεφαλικής ουσίας ως επί διαχύτου μικροαγγειακής εγκεφαλοπάθειας (βλ.

CT Eγκεφάλου της 16-6-2005 του νοσοκομείου MEDITERRANEO HOSPITAL). Επίσης, στην από 10-1-2013 ιατρική βεβαίωση της παθολόγου Μ. Π. βεβαιώθηκε ότι περίπου από το Μάρτιο του έτους 2005 και λόγω ανοϊκής συνδρομής ο Γ. Ζ. παρέμεινε οίκοι, οπότε ανά τακτά διαστήματα και όποτε χρειαζόταν η ως άνω ιατρός τον επισκεπτόταν. Από τα ανωτέρω ιατρικά πιστοποιητικά όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δε είχε συνείδηση των πράξεών του.

Η αναφερόμενη στην από 27-2-2012 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Χ. Α. ανοϊκή συνδρομή, αναγόμενη στο μήνα Μάρτιο του έτους 2005, με διαταραχή προσφάτου μνήμης και προσανατολισμού σε τόπο και χρόνο, δεν μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε αντίθετη κρίση. Στην παραπάνω γνωμάτευση γίνεται για πρώτη φορά η διάγνωση της άνοιας, όμως η διάγνωση αυτή δεν σημαίνει αυτόματα και έλλειψη ικανότητας του διαθέτη να φροντίζει για τις υποθέσεις του, να έχει ικανότητα ανάγνωσης και γραφής, να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνική ζωή, αντίθετα αυτή η ικανότητα πρέπει να κριθεί ειδικά.

Η άνοια είναι ψυχική διαταραχή που οφείλεται σε εκφύλιση του εγκεφάλου και επιφέρει έκπτωση των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών, έχει προϊούσα εξέλιξη επί τα χείρω, αλλά ξεκινά με ήπιες διαταραχές, που δεν εμποδίζουν τον ασθενή να χειρίζεται τις υποθέσεις του. Με την παραπάνω γνωμάτευση διαγιγνώσκεται μεν η άνοια, αλλά δεν προσδιορίζεται ο βαθμός έκπτωσης των ανωτέρων νοητικών λειτουργιών, επομένως αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο της ικανότητας του διαθέτη να χειρίζεται τις υποθέσεις του.

Δεν διευκρινίζεται στη γνωμάτευση αυτή, εάν αυτός είχε και σε ποιο βαθμό συνείδηση των πράξεών του, προκειμένου να κριθεί εάν ήταν σε θέση να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του και να καταρτίζει διάφορες δικαιοπραξίες ή εάν είχε καταστεί λόγω αυτής της νόσου ανίκανος για σύνταξη διαθήκης. Αντίθετα, επειδή η γνωμάτευση αυτή είναι η πρώτη με την οποία διαπιστώνεται άνοια, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η διαταραχή βρίσκεται σε αρχικά στάδια, σαφής ένδειξη ότι ο διαθέτης εκείνη την περίοδο ήταν ικανός να αποφασίζει για τις υποθέσεις του, δεδομένου και του ότι, όπως προεκτέθηκε, έχει συντάξει κείμενα, έστω και σύντομα, σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο, ήτοι τις από 4-12-05, 7-1-06 και 28-8-06 ευχετήριες κάρτες.

Επίσης, στη γνωμάτευση της ανωτέρω ψυχιάτρου, περιγράφεται συγχυτικό επεισόδιο, που αναφέρει η κόρη του και ενάγουσα, κατά το οποίο ο διαθέτης αναπαρίστανε τη μάχη της Ζαχάρως και πίστευε ότι μιλά στο πλήθος ως βουλευτής. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι σε πολύ ηλικιωμένα άτομα, η εγκεφαλική λειτουργία επιτελείται με μία εύθραυστη ισορροπία και παράγοντες, όπως πυρετός, αφυδάτωση λόγω μη επαρκούς κατανάλωσης υγρών, συναισθηματική φόρτιση και πολλοί άλλοι, οι οποίοι μπορούν να επιφέρουν παρόμοια συγχυτικά επεισόδια.

Τα επεισόδια αυτά μπορεί να συμβούν τόσο σε ανοϊκούς, όσο και σε υγιείς ηλικιωμένους, είναι παροδικά και δεν επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να αποφασίζει για τις υποθέσεις του (βλ. την από 17-10-2019 ψυχιατρική γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Μ. Π.). Όσον αφορά στα ευρήματα της από 16-6-2005 αξονικής τομογραφίας διαπιστώνεται "...

αύξηση της διαυγαστικότητας της λευκής εγκεφαλικής ουσίας, ως επί διαχύτου μικροαγγειακής εγκεφαλοπάθειας. Ελαφρά για την ηλικία του εξεταζόμενου περιφερικού τύπου εγκεφαλική ατροφία και ελάχιστη παρεγκεφαλιδική ατροφία". Η εξέταση αυτή ουσιαστικά είναι φυσιολογική για την ηλικία του ασθενούς, αφού υπάρχει ελαφρά ατροφία, το δε εύρημα της διαυγαστικότητας της λευκής ουσίας είναι κοινό σε πολλούς ηλικιωμένους ασθενείς.

Άλλωστε, η διάγνωση της άνοιας μπαίνει πάντοτε με κλινικά κριτήρια και οι απεικονιστικές του εγκεφάλου εξετάσεις έχουν επικουρικό ρόλο. Τα λοιπά προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά αναφέρονται σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν η κατάσταση της υγείας του διαθέτη είχε πλέον επιδεινωθεί. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο διαθέτης κατά τη σύνταξη της ιδιόγραφης διαθήκης στις 15-8-2005 έπασχε μεν από άνοια , δεν αποδεικνύεται, όμως, βαριά έκπτωση γνωσιακής ικανότητας, που είχε καταστήσει ανίκανο το διαθέτη να καταρτίσει κατά τον κρίσιμο χρόνο διαθήκη.

Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να οδηγήσει η με αριθμό καταθέσεως 8690/2018 και με ημερομηνία 18-12-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Γ. Δ., σύμφωνα με την οποία "η ανοϊκή συνδρομή δεν αρχίζει από την προηγούμενη ημέρα της εξέτασης, ξεκινά, ως είθισται από μακρού, με βάθος παρελθόντος χρόνου από έξι μήνες έως και δύο χρόνια πριν...

προκύπτει δε ότι στην προκειμένη περίπτωση η ανοϊκή συνδρομή (άνοια αγγειακού τύπου) αποτελούσε πέντε (5) μήνες μετά τη διάγνωση χρόνια διαταραχή μη αναστρέψιμη, που οδηγούσε τον θανόντα την επίδικη ημερομηνία (σύνταξη διαθήκης) σε ανικανότητα δικαιοπραξίας", διότι το συμπέρασμα αυτό δεν επιρρωνύεται ούτε από κλινική εξέταση του διαθέτη, που άλλωστε ήταν πλέον ανέφικτη, ούτε από σύγχρονη ή τουλάχιστον πλησιόχρονη με τη διαθήκη (15-8-2005) ιατρική βεβαίωση, περί του εάν ο διαθέτης είχε καταστεί λόγω αυτής της νόσου ανίκανος για σύνταξη διαθήκης κατά το κρίσιμο χρόνο.

Εξ άλλου, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση της Τ. Ε. στη δοθείσα με αρ. 6879/2013 ένορκη βεβαίωσή της, η οποία κατέθεσε μεταξύ των άλλων, ότι ο Γ. Ζ. μετά το Φεβρουάριο του 2005, λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, δεν ήταν σε θέση ούτε να γράφει, ούτε να διαβάζει. Σε κάθε περίπτωση τα ανωτέρω συμπεράσματα περί της διανοητικής κατάστασης του διαθέτη στις 15-8-2005, τα οποία θεωρεί ως αληθή το παρόν δικαστήριο, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, δεν είναι δυνατό να ανατραπούν από ένορκες βεβαιώσεις προσώπων που δεν έχουν ειδικές γνώσεις".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, και αφού προηγουμένως δέχθηκε ότι η επίδικη διαθήκη ήταν γνήσια, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα ση συνέχεια, και όχι πλαστή, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εξαφάνισε την εκκληθείσα από τους αναιρεσίβλητους πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή αυτή.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1718 και 1719 αριθ. 3 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε κατά τα παραπάνω για το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της μη ύπαρξης στο πρόσωπο του διαθέτη, κατά το χρόνο σύνταξης της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, της επικαλουμένης στέρησης της χρήσης του λογικού του, συνεπεία πνευματικής ασθένειας και ειδικότερα ανοϊκής συνδρομής, με αποτέλεσμα την εγκυρότητα της εν λόγω διαθήκης.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της εγκυρότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης και της απόδειξης ότι ο ανωτέρω διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξής της, μπορούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της επιχειρούμενης πράξης του, η οποία απεικόνιζε την πραγματική βούλησή του, καθόσον βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική κατάσταση, που του επέτρεπε τον ελεύθερο προσδιορισμό αυτής (βούλησης) με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον μάλιστα δέχθηκε ότι η ανοϊκή συνδρομή από την οποία έπασχε, βρισκόταν σε αρχικά στάδια και δεν επηρέασαν την ικανότητά του αυτή.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ και οδηγήθηκε με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών αυτών περιστατικών στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του και ότι επί πλέον στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα λογίζονται και τα έγγραφα ακόμη και τα δημόσια για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 1262/2018), η δε δικαστική πραγματογνωμοσύνη, όπως και οι γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης, εκτιμώνται ελεύθερα κατά τα άρθρα 387 και 390 ΚΠολΔ και εναπόκειται στο δικαστήριο να τους προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα, χωρίς να υποχρεούται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του (ΑΠ 919/2020, ΑΠ 555/2019).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης δηλαδή των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στη γνωμοδότηση του ψυχιάτρου Μ. Π., που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, ενώ αποδυνάμωσε την έκθεση της διαταχθείσας από το ΔΙκαστήριο πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Γ.

Δ.. Ότι, επίσης, το Εφετείο παραβίασε το νόμο σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων αναφορικά με την εκτίμηση της ιατρικής γνωμάτευσης της ψυχιάτρου Χ. Α., η οποία διέγνωσε τη νόσο από την οποία έπασχε ο διαθέτης και της οποίας η γνωμάτευση, που στηρίζεται στην κλινική εξέτασή του, αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ για τη νοητική κατάσταση και την ικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εκτίμησε ελεύθερα κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, που ήταν ισοδύναμα ως προς την αποδεικτική τους δύναμη και τα συνεκτίμησε, ως προς το αποδεικτέο θέμα, με τα υπόλοιπα. αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε κάποια από αυτά ή να αποδυναμώσει τα υπόλοιπα.

Ειδικότερα δε ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Χ. Α. δεν αποτελεί δημόσιο έγγραφο, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ σχετικά με την αποδεικτική της δύναμη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1718 και 1821 παρ. 1, 3 και 4 ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη, απαιτείται πλην άλλων, να γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, να χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν.

Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται σαν να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη ή, σε περίπτωση παράλειψής του, από το δικαστήριο που δικάζει το κύρος της διαθήκης και μπορούν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.

Στην τελευταία διάταξη, ο νομοθέτης απαριθμεί ενδεικτικά ορισμένα εξωτερικά ελαττώματα της διαθήκης, όπως είναι οι διαγραφές, τα ξύσματα αλλά και η απάλειψη ή μεταβολή λέξης ή αριθμού της διαθήκης. Αλλοιώσεις που εμπίπτουν στην έννοια των εξωτερικών ελαττωμάτων της διαθήκης, τις οποίες επέφερε στο σώμα της τρίτος, χωρίς τη συγκατάθεση του διαθέτη, δεν λαμβάνονται υπόψη, ενώ αν τις επέφερε ο τρίτος κατ' εντολή και ενώπιον του διαθέτη, ενεργώντας ως όργανο του τελευταίου, θεωρείται ότι έγιναν αυτοπροσώπως από εκείνον και η εγκυρότητα της διαθήκης κρίνεται κανονικά στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1721 παρ. 4 εδ.

β' ΑΚ από το δικαστήριο. Οι διορθώσεις που γίνονται στο έγγραφο της διαθήκης από τον ίδιο το διαθέτη είναι επιτρεπτές, εφόσον όμως έχουν το χαρακτήρα εξωτερικών ελαττωμάτων παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο, μετά από ελεύθερη εκτίμηση του είδους και της σημασίας των ελαττωμάτων, να κηρύξει ολική ή μερική ακυρότητα της διαθήκης (ΑΠ 333/2021, ΑΠ 1520/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα του αναιρετικού λόγου μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την επικαλούμενη με την αγωγή της αναιρεσείουσας πλαστότητα της διαθήκης: "Ο Γ.

Ζ. του Π. και Θ., γεννηθείς στις 8-11-1912, κάτοικος εν ζωή Αργυρούπολης Αττικής, απεβίωσε στην Αθήνα στις 11-1-2011 από λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού, νεφρική ανεπάρκεια, μεταβολική οξέωση και σακχαρώδη διαβήτη. Κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε ως πλησιέστερους συγγενείς του τα τέκνα του Π. Ζ. (πρώτο εναγόμενο), Φ.

Ζ. (ενάγουσα), Φ. Ζ. και Κ. Ζ., γεννηθέντα διαρκούντος του γάμου του με την Κ. Ζ., η οποία προαπεβίωσε αυτού στις 12-2-1995. Μετά το θάνατο του πατρός τους οι ως άνω θυγατέρες του προέβησαν σε δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς του, κατά τους κανόνες της περί εξ αδιαθέτου διαδοχής και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου εκάστη, καταρτίστηκε δε η με αριθμό ...

πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ωστόσο, στις 11-7-2012 δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, κατά τη συνεδρίασή του στις 11-7-2012, με αριθμό πρακτικού ..., η με ημερομηνία 15-8-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Ζ., με την οποία εγκαθιστούσε τον υιό του (πρώτο εναγόμενο) και τα τέκνα αυτού - εγγονούς του (δεύτερο και τρίτη των εναγομένων) μοναδικούς του κληρονόμους στο σύνολο της περιουσίας του, οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά και καταρτίσθηκε η με αριθμό 627/25-10-2012 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πύργου Μ.

Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας, δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του στις 15-2-2013, με αριθμό πρακτικού ..., η από 3-11-2004 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Ζ., η οποία καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στον τόμο 3505 και με αύξοντα αριθμό 135 και κηρύχθηκε κυρία με τα 249/15-2-2013 πρακτικά και απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Δυνάμει της προαναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης ο θανών εγκατέστησε τις θυγατέρες του ως κληρονόμους του στα αναγραφόμενα στη διαθήκη του ακίνητα. Η ενάγουσα με την από 20-2-2013 ένδικη αγωγή, που άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αμφισβήτησε την εγκυρότητα της από 15-8-2005 διαθήκης, υποστηρίζοντας ότι κατά το χρόνο εκείνο ο διαθέτης έπασχε από άνοια, καθώς και ότι η διαθήκη συντάχθηκε καθ' ολοκληρίαν και υπεγράφη από τρίτο πρόσωπο και ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της διαθήκης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια γραφολογικής πραγμαγνωμοσύνης, συνταχθείσας της με αριθμό καταθέσεως 89/12-5-2015 και ημερομηνία 30-4-2015 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Χ. Ν., δικηγόρου-δικαστικής γραφολόγου, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κείμενο της ένδικης διαθήκης, μετά της υπογραφής του, έχει γραφεί από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, σε προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης της γνήσιας γραφής και υπογραφής του θανόντος.

Ακολούθως εκδόθηκε η 1145/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (εκκαλούμενη), η οποία υιοθέτησε το συμπέρασμα της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 15-8-2005 φερόμενης ως ιδιόγραφης διαθήκης του Γ. Ζ.. Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες-εναγόμενοι άσκησαν την κρινόμενη από 19-7-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 3547/2018 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης και τη διεξαγωγή ψυχιατρικής και εκ νέου γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.

Ήδη, προσκομίζονται μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους η με αριθμό καταθέσεως 8690/2018 και με ημερομηνία 18-12-2018 έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου Γ. Δ. και η με αριθμό καταθέσεως 8690/2018 και με ημερομηνία 9-7-2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ... Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι η επίδικη διαθήκη είναι γνήσια, καθώς έχει γραφεί εξ ολοκλήρου από το χέρι του διαθέτη και φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του.

Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε μετά βεβαιότητας και η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ.. στη με αριθμό καταθέσεως 8690/2018 και ημερομηνία 9-7-2019 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της, στο ίδιο δε συμπέρασμα κατέληξε και η με ημερομηνία 24-5-2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της Χ. Κ.-Π., δικαστικής γρφολόγου-φιλολόγου.

Σε αντίθετα αποτελέσματα κατέληξαν η διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικαστική γραφολόγος Χ. Ν. στη με αριθμό καταθέσεως 89/12-5-2015 και ημερομηνία 30-4-2015 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, όπως προεκτέθηκε, η Ε. Φ., δικηγόρος-δικαστική γραφολόγος, στη με ημερομηνία 3-3-2015 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και στην από 17-10-2019 έκθεση γραφολογικών κριτικών παρατηρήσεων, που συνέταξε κατ' εντολή της ενάγουσας, καθώς και η Μ.

Κ., δικαστική γραφολόγος στη με ημερομηνία 10-8-2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεώς της, που συνέταξε ομοίως κατ' εντολή της ενάγουσας. Η πρώτη και η δεύτερη εξ αυτών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το κείμενο της ένδικης διαθήκης, μετά της υπογραφής του, δεν έχει γραφεί από τον αποβιώσαντα Γ. Ζ., αλλά από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, σε προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης της γνήσιας γραφής και υπογραφής του θανόντος, η τρίτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ως άνω διαθήκη με πολύ υψηλό βαθμό πιθανοτήτων δεν έχει χαραχτεί από το Γ.

Ζ.. Αξιολογώντας το παρόν Δικαστήριο τις παραπάνω γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες και εκθέσεις, οι οποίες καταλήγουν σε διαφορετικά συμπεράσματα σε σχέση με τη γνησιότητα ή μη της επίδικης διαθήκης, προέκρινε ως περισσότερο αξιόπιστη την από 9-7-2019 πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ.. Σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης η γραφή του κειμένου της επίδικης από 15-8-2005 διαθήκης δεν είναι επιμελημένης χάραξης, αλλά σχετικά πρόχειρη και αυθόρμητη, το νοηματικό περιεχόμενο το κειμένου είναι γενικό και σχετικά σύντομο και η διατύπωσή του σαφής, λιτή, σε απλή καθαρεύουσα με τη χρήση πολυτονικού συστήματος, που είναι συμβατό με την παιδεία και την ηλικία του διαθέτη.

Η δειγματική γραφή επιμελημένης χάραξης της προηγούμενης από 3-11-2004 διαθήκης έχει τα αυτά δομικά και εξατομικευμένα χαρακτηριστικά, που έχει και η γραφή της επίδικης διαθήκης. Η μικρή διαφοροποίηση εντοπίζεται κυρίως στη γενική εικόνα, την επιμέλεια, την ταχύτητα χάραξης και τις περισσότερες συνδέσεις, ενώ τέτοιες διαφοροποιήσεις είναι συνήθεις μεταξύ επιμελημένης και πρόχειρης γραφής κάθε ατόμου.

Επίσης, η παραπάνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ως προς την ομοιογένεια και τον αυθορμητισμό στο σύνολο του κειμένου της κρινόμενης διαθήκης, ότι υπάρχει ελαφρά παθολογικότητα και σχετική γραφική αδυναμία της γραφής σε όλο το κείμενο, αλλά αυτή έχει ομοιογένεια και αυθορμητισμό χάραξης, ότι οι υπάρχουσες διορθώσεις είναι εμφανέστατες και δικαιολογούνται, διότι διορθώνονται λανθασμένες αρχικές διατυπώσεις και δεν γίνονται επιδιορθώσεις στη δομή των γραμμάτων και αριθμών, ενώ τέτοια χαρακτηριστικά εντοπίστηκαν και στην προγενέστερη από 3-11-2004 γνήσια διαθήκη του διαθέτη και σε άλλα δειγματικά έγγραφα.

Επίσης, διαπίστωσε ως προς το βαθμό γραφικής αδυναμίας του χαράκτη ότι η γραφή του κειμένου προδίδει σαφώς ηλικιωμένο άτομο, όπως δεν υπάρχει συγκεκριμένος βαθμός γραφικής αδυναμίας ανάλογα με την ηλικία του κάθε ανθρώπου ή την πορεία της νόσου από την οποία πάσχει, διότι αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες αλλά και από την ίδια την ιδιοσυγκρασία του κάθε ατόμου, καθώς και από τυχόν φαρμακευτική αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση η γραφική αδυναμία της γραφής και η εν γένει εμφάνισή της είναι στοιχεία συμβατά με την ηλικία και την παιδεία του διαθέτη, όπως αποδείχθηκε από τα συγκριτικά στοιχεία της δειγματικής γραφής του. Δεν επισημαίνονται διαφοροποιήσεις άξιες λόγου από αυτά τα συγκριτικά στοιχεία, εκτός από την επιμέλεια στη χάραξη, όπως προαναφέρθηκε.

Αντίθετα, τόσο στην υπό έλεγχο όσο και στη δειγματική γραφή του διαθέτη υπάρχουν όλα τα εξατομικευμένα γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία μένουν αναλλοίωτα κατά τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και τα οποία προσδιορίζουν την ταυτότητα του χαράκτη. Περαιτέρω, η παραπάνω πραγματογνώμονας διαπίστωσε στις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη την ύπαρξη ποικιλομορφίας ως προς τη μορφή του άνω τμήματος, η οποία είναι άλλοτε καμπυλωτή και άλλοτε σε μορφή βρόχου, καθώς και ως προς τη φορά της ανοδικής χάραξης, η οποία είναι άλλοτε δεξιόστροφη, άλλοτε αριστερόστροφη και άλλοτε έχει ευθεία πορεία.

Στην υπό έλεγχο υπογραφή η ανάκαμψη γίνεται ενίοτε με τη μορφή βρόχου, ενώ οι γραμμικές κινήσεις στο τμήμα της έναρξης στη φορά της ανοδικής χάραξης και στην απόληξη είναι όμοιες με τις αντίστοιχες κινήσεις στις γνήσιες υπογραφές του, στις οποίες ενίοτε το άνω τμήμα τους έχει τη μορφή βρόχου και η φορά χάραξης είναι ενίοτε δεξιόστροφη.

Χαρακτηριστικές επίσης είναι οι οφιοειδείς κινήσεις στο αποληκτικό τμήμα με τη μορφή του γράμματος "ξ" σε καλλιγραφική μορφή. Οι αυθόρμητες αυτές κινήσεις δεν είναι εύκολο να απομιμηθούν με επιτυχία από πλαστογράφο. Προσέτι, η παραπάνω πραγματογνώμονας προχώρησε ως προς συγκεκριμένα στοιχεία της επίδικης διαθήκης σε περαιτέρω ειδικότερες διαπιστώσεις.

Οι ομοιότητες των γραφολογικών γνωρισμάτων της γραφής του κειμένου, της ημερομηνίας και της υπογραφής της επίδικης διαθήκης με τα αντίστοιχα γραφολογικά γνωρίσματα της γνήσιας δειγματικής γραφής και αριθμογραφής, καθώς και των γνήσιων δειγμάτων υπογραφών του Γ. Ζ. είναι πολλές, ουσιώδεις και χαρακτηριστικές.

Οι ομοιότητες αυτές είναι έντονες και καταφανείς περισσότερο στην προχειρογραμμένη και ταχύρυθμη γραφή του διαθέτη, που υπάρχει τόσο στα προγενέστερα όσο και στα μεταγενέστερα της κρινόμενης διαθήκης δειγματικά έγγραφα, ενώ δεν επισημάνθηκαν δομικές διαφορές. Η υπάρχουσα ποικιλομορφία, οι εξατομικευμένες χαράξεις στη γραφή, αριθμογραφή και υπογραφή της επίδικης διαθήκης είναι στοιχεία που συναντώνται με όμοιο τρόπο και στην ίδια έκταση στη δειγματική γραφή, αριθμογραφή και τις δειγματικές υπογραφές του διαθέτη.

Από τη συγκριτική αντιπαραβολή της γραφής της υπό έλεγχο διαθήκης με την προσκομιζόμενη δειγματική γραφή του διαθέτη, η πραγματογνώμονας διαπίστωσε ομοιότητες ως προς τη γενική εμφάνιση και τη γραφοκινητική εικόνα των συγκρινόμενων γραφών, ως προς τον εμφαινόμενο γραφικό ρυθμό και τον αυθορμητισμό απόδοσης με φυσικότητα και αυτοματισμό, ως προς την ποιότητα χάραξης, ήτοι το βαθμό της γραφικής ικανότητας.

Στις πλησιόχρονες της διαθήκης δειγματικές γραφές του Γ. Ζ. υπάρχει μεν φυσικότητα και αυθορμητισμός, διακρίνεται όμως κάποια γραφική αδυναμία χειρισμού του γραφικού μέσου, προφανώς λόγω της μεγάλης ηλικίας (90 ετών) και των προβλημάτων υγείας. Επίσης, μεταξύ των συγκρινόμενων γραφών υπάρχουν ομοιότητες ως προς το σχήμα των γραμμάτων και αριθμών και ως προς την ένταση της γραφικής πίεσης, την οποία ασκεί ο γραφέας στο χαρτί, και τις αυξομειώσεις αυτής.

Όμως στην παρούσα περίπτωση λόγω της κάποιας γραφικής αδυναμίας η γραφική πίεση εμφανίζει κάποια παθολογική μεταβλητότητα, η οποία θεωρείται εξατομικευμένο χαρακτηριστικό στοιχείο, το οποίο δεν μπορεί να αναπαραχθεί με επιτυχία από πλαστογράφο. Μεταξύ των συγκρινόμενων γραφών υπάρχουν ομοιότητες ως προς την οριζόντια ή ελαφρώς κυματοειδή πορεία του γραφικού στοίχου, ως προς το βαθμό σύνδεσης μεταξύ δύο ή τριών γραμμάτων που χαράσσονται αυθόρμητα σε μία λέξη, χαρακτηριστικό που δείχνει μεγάλη ατομικότητα και έχει μεγάλη γραφολογική αξία, ως προς τον αριθμό χαρακτηριστικών κινήσεων ανά γράμμα και αριθμό, όπως π.χ.

κ, λ, μ, σ, Δ, Κ, ως προς το σημείο έναρξης και λήξης των κοινών γραμμάτων, ως προς τις μεσολεξικές και μεσογραμματικές αποστάσεις, οι οποίες είναι σχετικά ακανόνιστες, ως προς το πολυτονικό σύστημα, εκτός από μερικές λέξεις που ο τονισμός είναι ελλιπής, ως προς το μέγεθος και τον τρόπο σχηματισμού των σημείων τονισμού και τη σχετική θέση τους με το τονιζόμενο γράμμα, ως προς το μορφωτικό επίπεδο του φερόμενου διαθέτη, όπως ορθογραφία, διατύπωση περιεχομένου, τονικό σύστημα της εποχής του, ως προς το μικρό μέγεθος των γραμμάτων και τη σχέση αναλογίας μεταξύ των κεφαλαίων και πεζών γραμμάτων, η οποία είναι φυσιολογική, ως προς την κλίση των γραμμάτων, η οποία συνήθως είναι όρθιας χάραξης και ενίοτε με ελαφρά ταλάντευση προς τα δεξιά, ως προς τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού πολλών γραμμάτων, τα οποία εμφανίζουν μεγάλη ατομικότητα λόγω σπάνιας εμφάνισης σε δειγματικό πληθυσμό, όπως τα γράμματα α, γ, δ, ε, η, θ, κ, λ, μ, π, ρ, σ, τ, φ, Γ, Δ, Ζ, Ε, Κ, Π και τους αριθμούς 2, 5, 8 και 0, ως προς την έναρξη και την απόληξη των γραμμάτων που περιέχουν κύκλο, ως προς την τοποθέτηση των γραμμάτων σε σχέση με τον προχαραγμένο οριζόντιο στίχο, ως προς τη διάταξη του κειμένου επί τους γραφικού πεδίου, όπως ύπαρξη επικεφαλίδας, αριστερό περιθώριο ευθύγραμμο και δεξί ακανόνιστο, αλλαγή παραγράφων χωρίς εσοχές.

Τα στοιχεία αυτά είναι μη συνειδητά εγγενή χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν μεγάλη γραφολογική αξία και δείχνουν έμμεσα άτομο το οποίο έχει συναίσθηση της σοβαρότητας του εγγράφου που συντάσσει. Επίσης υπάρχουν ομοιότητες ως προς τη γραμμή έναρξης και απόληξης των συγκρινόμενων κοινών γραμμάτων, ως προς την ποικιλόμορφη χάραξη μερικών γραμμάτων, όπως τα γράμματα α, ε, η, θ, κ, λ, μ, σ, ς, τ, Δ, Κ και τους αριθμούς 1, 5, σε διορθώσεις γραμμάτων με διπλοχάραξη, όπως στον 2ο και στον 8ο στίχο της υπό έλεγχο διαθήκης και στη γνήσια διαθήκη του έτους 2004 στους 5ο, 6ο, 11ο, 18ο, 21ο και 23ο στίχους, ως προς τη δομή όλων των γραμμάτων και αριθμών, ενώ δεν εντοπίστηκαν αξιόλογες διαφορές, ικανές να ανατρέψουν την γραφολογική σύνδεση που υπάρχει μεταξύ της γραφής της υπό έλεγχο διαθήκης και της δειγματικής γραφής του διαθέτη.

Προσέτι, από τη συγκριτική αντιπαραβολή της υπό έλεγχο υπογραφής με τις δειγματικές υπογραφές του διαθέτη, η πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι υπάρχουν ομοιότητες ως προς τον υπογραφικό τύπο (συμβολικό τύπο), ως προς τον εμφαινόμενο γραφικό ρυθμό, την ταχύτητα, τη γραφική ευχέρεια και τον αυθορμητισμό - αυτοματισμό, ως προς την ποιότητα χάραξης, ως προς το σχήμα των γραμμικών μορφωμάτων και του αποληκτικού σχηματισμού, ως προς τις διαστάσεις και τις αναλογίες ύψους - πλάτους των γραμμικών μορφωμάτων, ως προς την έκταση των συγκρινόμενων υπογραφών, ως προς την ένταση της γραφικής πίεσης και τις αυξομειώσεις αυτής, ως προς τον τρόπο σύνδεσης των γραμμικών μορφωμάτων, ως προς την πυκνότητα των γραμμικών μορφωμάτων, ως προς την κλίση των γραμμικών μορφωμάτων, ως προς τον αριθμό των γραφικών κινήσεων (μονογραμμική χάραξη), ως προς την ποικιλομορφία χάραξης των υπογραφικών σχηματισμών.

Επίσης, υπάρχουν ομοιότητες ως προς το σημείο έναρξης και απόληξης, ήτοι ευθεία από αριστερά έναρξη και με οφιοειδείς κινήσεις η απόληξη, ως προς την τοποθέτηση των συγκρινόμενων υπογραφών στο γραφικό πεδίο, καθώς τόσο η υπό έλεγχο υπογραφή όσο και οι γνήσιες του διαθέτη συχνά τέμνουν την άνωθεν αυτών χειρόγραφη ένδειξη.

Υπάρχουν ομοιότητες ως προς τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά, που συνυπάρχουν στις συγκρινόμενες υπογραφές, ως προς την ανάστροφη φορά της γραφικής κίνησης της υπό έλεγχο υπογραφής (από κάτω προς τα πάνω) των ενδιάμεσων γραμμικών μορφωμάτων αυτής και του βρόχου που σχηματίζεται στην κορυφή. Η ανάστροφη δεξιόστροφη φορά της γραφικής κίνησης, ο σχηματιζόμενος βρόχος στην κορυφή και ο αποληκτικός σχηματισμός εντοπίστηκαν και σε γνήσιες υπογραφές του διαθέτη.

Επίσης, υπάρχει ομοιότητα ως προς τη δομή και τον τρόπο κατασκευής των επί μέρους λεπτομερειών των γραμμικών μορφωμάτων και του καμπυλοειδούς αποληκτικού σχηματισμού, που συνθέτουν τις συγκρινόμενες υπογραφές, υπό έλεγχο και γνήσιες. Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, η πραγματογνώμονας συμπέρανε ότι η γραφή του κειμένου της υπό έλεγχο διαθήκης που αποδίδεται στον Γ.

Ζ., έχει πολλές και χαρακτηριστικές ομοιότητες στα γενικά, ειδικά και εξατομικευμένα γραφολογικά γνωρίσματα με τα αντίστοιχα της γνήσιας δειγματικής γραφής και αριθμογραφής του ανωτέρω. Η σχετικά γραφική αδυναμία που υπάρχει στη χάραξη μερικών γραμμάτων και αριθμών δεν είναι ικανή από μόνη της να καταδείξει "ελεύθερη απομίμηση", καθόσον αυτή δικαιολογείται στα πλαίσια της ηλικιακής και σωματικής εξασθένησης δυνάμεων.

Τέτοιου είδους άλλωστε χαρακτηριστικά απαντώνται και σε σχετικά πλησιόχρονες δειγματικές γραφές του Γ. Ζ.. Επίσης η ίδια πραγματογνώμονας συμπέρανε ότι η υπογραφή στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη τέθηκε από τον ίδιο και είναι γνήσια, διότι η υπό έλεγχο υπογραφή του διαθέτη έχει πολλές και ουσιώδεις ομοιότητες σε όλα τα γενικά, τα ειδικά και τα εξατομικευμένα γραφολογικά γνωρίσματα με τις γνήσιες δειγματικές υπογραφές του, όπως γραφικό ρυθμό, ποιότητα χάραξης, πορεία, μορφή και δομή γραμμικών σχηματισμών, αυξομείωση της γραφικής πίεσης, μορφή (σχήμα), κλίση, μέγεθος, διαστάσεις και αναλογίες των γραμμικών σχηματισμών, ιδιόμορφη χάραξη και ποικιλομορφία.

Τελικά, η πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα, το οποίο αποδέχεται το παρόν δικαστήριο, ότι η από 15-8-2005 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Ζ., γράφτηκε, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο και συνεπώς είναι καθόλα γνήσια. Προσέτι από την επισκόπηση του πλησιόχρονου προς την επίδικη διαθήκη δειγματικού υλικού, ήτοι των από Ιανουάριο 2005 ποιημάτων που ο διαθέτης έγραφε επί ημερολογίου, της από 4-12-05 ευχετήριας κάρτας, ως προς τα ευκρινή τμήματά της, ήτοι αυτά που δεν έχουν υποστεί επιδιόρθωση με επιχάραξη, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ημεροχρονολογία (4-12-05), καθώς και της από 7-1-06 και 28-8-06 ευχετήριων καρτών, όλων των παραπάνω σε σχέση με την επίδικη διαθήκη, αποδείχθηκε ότι ο γραφικός χαρακτήρας στα παραπάνω κείμενα είναι ο ίδιος εξελισσόμενος όμως ως προς ειδικότερα χαρακτηριστικά του λόγω προϊόντος γήρατος και ασθενείας.

Πέραν των ανωτέρω, στη συγκεκριμένη περίπτωση η ύπαρξη σημειωμάτων του διαθέτη σε μεταγενέστερο της κρινόμενης διαθήκης χρόνο (οι από 4-12-05, 7-1-06 και 28-8-06 ευχετήριες κάρτες), αφενός μεν επιβεβαιώνουν κατ' αρχήν τη γραφική του ικανότητα, αφετέρου δε οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο διαθέτης είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο και νοητική ικανότητα, αφού το περιεχόμενο ακόμα και των μεταγενέστερων της διαθήκης χειρόγραφων σημειωμάτων είναι ορθογραφημένο και με σαφές και λιτό περιεχόμενο.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι στη χρονολογία της κρινόμενης διαθήκης, στο δεύτερο και δέκατο στίχο υπάρχει απόσβεση στη θέση του ψηφίου "5". Ο τρόπος απόσβεσης, ήτοι πλήρης απόσβεση, δεν επιτρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση να διακριβωθεί τι υπήρχε κάτω από τον αριθμό "5". Παρά ταύτα, τα ίχνη απόσβεσης και στις δύο χρονολογίες του κειμένου, είναι ενισχυτικά υπέρ της γνησιότητας της διαθήκης, καθότι αν η διαθήκη ήταν πλαστογραφημένη και είχε γίνει κάποιο λάθος στη χρονολογία, ο πλαστογράφος θα είχε την άνεση να συντάξει μία καινούργια διαθήκη, ώστε να μην δημιουργηθούν υποψίες για τη γνησιότητά της.

Εξάλλου, η μορφή και η δομή του ψηφίου "5" και στις δύο περιπτώσεις ουδόλως διαφοροποιείται από το αντίστοιχο ψηφίο στη γνήσια γραφή του Γ. Ζ.. Καθίσταται, επομένως, σαφές ότι ο διαθέτης διαπίστωσε ότι έκανε λάθος στη χρονολογία και γι' αυτό τη διόρθωσε.

Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση ξέσματος επιφέροντος ακυρότητα της διαθήκης και δεν δημιουργούνται υποψίες για έλλειψη του animus testandi, διότι επιπλέον το Δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη (Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, κατά τη συνεδρίασή του στις 11-7-2012, με αριθμό πρακτικού ...), ούτε βεβαίωσε αυτό το εξωτερικό ελάττωμα, ούτε βέβαια το εκτίμησε ως ικανό να επιφέρει ολική ή μερική ακυρότητα της διαθήκης (άρ. 1721 παρ. 4 εδ.

β' ΑΚ). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η απόξεση της χρονολογίας της επίδικης διαθήκης έγινε για να αλλαχθεί η αρχικά τιθέμενη χρονολογία αυτής από προγενέστερη σε μεταγενέστερη της από 3-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομουμένου, δεν συνάδει με τη γραφή της επίδικης διαθήκης, που είναι επηρεασμένη σαφώς από την ασθένειά του με το γραφικό νήμα να παρουσιάζει τρέμουλο, χαρακτηριστικό της γραφής του σε όλα τα συγκριτικά δείγματα μετά το Φεβρουάριο του έτους 2005, ενώ αν ήταν η διαθήκη προγενέστερη, η γραφή της θα ομοίαζε με αυτή της από 3-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης που δεν παρουσίαζε αυτό το χαρακτηριστικό.

Εξ άλλου η με αριθμό καταθέσεως 89/12-5-2015 και ημερομηνία 30-4-2015 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Ν., η από 3-3-2015 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως και η από 17-10-2019 έκθεση γραφολογικών κριτικών παρατηρήσεων της Ε. Φ., δικηγόρου-δικαστικής γραφολόγου, καθώς και η με ημερομηνία 10-8-2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως της Μ.

Κ., δικαστικής γραφολόγου, που καταλήγουν όλες στο συμπέρασμα ότι το κείμενο της ένδικης διαθήκης, μετά της υπογραφής του, έχει γραφεί από τρίτο άγνωστο πρόσωπο, σε προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης της γνήσιας γραφής και υπογραφής του θανόντος, δεν κρίνονται πειστικές, διότι, αν υπήρχε ελεύθερη απομίμηση, θα είχε τηρηθεί μεν η ταχύτητα και ο αυθορμητισμός χάραξης της υπό έλεγχο γραφής, αλλά θα υπήρχαν διαφορές στη δομή και τη γενική εμφάνιση, καθώς και κατάλοιπα ξένων στοιχείων γραφής - υπογραφής τρίτου προσώπου, τα οποία στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν.

Αντίθετα, τόσο η γραφή όσο και η υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης, φέρουν όλα τα γενικά, ειδικά και εξατομικευμένα γραφολογικά χαρακτηριστικά και τη συνήθη ποικιλομορφία του τρόπου γραφής και υπογραφής του διαθέτη. Επίσης, η προσπάθεια "ελεύθερης απομίμησης" της γραφής και υπογραφής της κρινόμενης διαθήκης πρέπει να αποκλεισθεί, διότι τόσο η γραφή όσο και η υπογραφή αυτής έχουν μία αυθόρμητη δυναμική ισορροπία του γραφικού ρυθμού και της μορφής και δομής των γραμμάτων και των γραμμικών μορφωμάτων, χωρίς στοιχεία αφύσικης και επιτηδευμένης χάραξης".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1721 παρ. 4 εδ. β' ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε κατά τα ανωτέρω σχετικά με τα ξύσματα στον αριθμό 5 της χρονολογίας της επίδικης διαθήκης και το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα για το γεγονός ότι τα ξύσματα αυτά δεν επέφεραν στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει των παρατιθέμενων παραδοχών της απόφασης, την ακυρότητα της διαθήκης.

Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρεί), είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 314/2021, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 1293/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό που πρότεινε ενώπιόν του και συγκεκριμένα ότι και στα 40 προσκομισθέντα προς συγκριτικό έλεγχο πρωτότυπα έγγραφα του διαθέτη, οι όποιες διορθώσεις έγιναν επ' αυτών δεν έχουν γίνει με απόξεση, αλλά με διαγραφή, μουτζούρα ή επαναγραφή, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διόρθωση του αριθμού 5 στη χρονολογία της διαθήκης δεν έγινε από το διαθέτη Γ.

Ζ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο περιλαμβανόμενος σ' αυτόν ισχυρισμός δεν αποτελεί ?πράγμα? κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αποδεικτικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας συναγόμενο από τις αποδείξεις. Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, σχετικά με την εκτίμηση από το Εφετείο των αναφερόμενων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι πλήττεται με αυτές η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον του δικαστηρίου. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4 Νοεμβρίου 1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ/τος 53/1974, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Με τις διατάξεις της ανωτέρω διεθνούς Σύμβασης, κατά το μέρος της με το οποίο ορίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η Σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του ΚΠολΔ, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται κατά την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων, όταν πολιτικό δικαστήριο, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις των παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος (κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεων, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητας του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 62/2022, ΑΠ 825/2020).

Με το τρίτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα, με την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τη θεμελιώδη δικονομική αρχή του άρθρου 110 ΚΠολΔ για την ίση μεταχείριση των διαδίκων, καθώς και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα στη χρηστή δικαιοσύνη, καθώς μεταχειρίστηκε με εντελώς άνισο και άδικο τρόπο και σε βάρος της τα αποδεικτικά μέσα των αντιδίκων της, στηρίζοντας την κρίση της στα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα, ενώ αγνόησε τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η ίδια.

Ότι, επίσης, το Εφετείο στηρίχτηκε στην γραφολογική εκτίμηση της πραγματογνώμονας Τ. για την γραφική ικανότητα του διαθέτη, καθώς και στη γνωμοδότηση του ιδιώτη ψυχιάτρου Μ. Π., την οποία θεώρησε ανώτερη και πειστικότερη σε σχέση με την έκθεση της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που το ίδιο διέταξε, παραβλέποντας παράλληλα τις γνωματεύσεις των αρμόδιων επιβλεπόντων ιατρών του διαθέτη πατέρα της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα με την επίφαση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και των προαναφερθέντων διατάξεων του ΚΠολΔ και της ΕΣΔΑ, προσβάλλει ουσιαστικά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-4-2021 αίτηση της Φ. συζ. Γ. Ζ. για αναίρεση της 4705/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ