Supreme Court dismisses appeal on evidence review, ruling lower court properly considered all submitted proof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued the appellate court failed to consider crucial sworn testimonies and documents, but the court found these materials were already evaluated in the lower judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(g) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's duty is to verify that all evidence presented by the parties was duly considered and weighed in the lower court's decision, without requiring a separate explicit evaluation of every single item if the overall reasoning demonstrates comprehensive assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1107 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1107/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Θ. του Γ., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1580/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1144/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-5-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.5.2022 και με αριθμό κατάθεσης 1944/187/3.3.2023 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 1144/8.3.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1.9.2020 και με αριθμ.
κατάθεσης 83650/6810/2020 έφεση της ενάγουσας [αναιρεσείουσας] κατά της υπ' αριθμ. 1580/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 10.6.2016 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 36049/1174/2016 αγωγή, ως ουσία αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου, όπως στην περίπτωση που ο εργοδότης προέβη στην καταγγελία εξαιτίας εχθρότητας προς το εργαζόμενο λόγω της συνδικαλιστικής δράσης του τελευταίου ή λόγω προηγηθείσας νόμιμης άσκησης των δικαιωμάτων αυτού, η οποία δεν άρεσε στον εργοδότη και ήταν αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησής του, είτε για να απαλλαγεί ο εργοδότης από το μισθωτό αυτόν, είτε για να εκφοβίσει τους άλλους εργαζομένους ώστε αυτοί να απόσχουν ανάλογη δράση (ΑΠ 392/2021, 359/2020, 1162/2019, 179/2016).
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη έλαβε χώρα υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 90/2018, 254/2012).
Στην περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο, αυτή θεωρείται ότι δεν έγινε με συνέπεια η σύμβαση εργασίας να εξακολουθεί να είναι ενεργός και ο καταγγέλλων εργοδότης, που αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου, να καθίσταται υπερήμερος και να υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν τις αποδοχές του, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ, με βάση τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 359/2020, 1162/2019, 868/2018, 1714/2017, 1628/2017, 179/2016, 601/2013) Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 10.6.2016 (αριθμ.
εκθ. κατάθ. 36049/1174/2016) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την από 10.06.2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. 36049/1174/2016) αγωγή, η ενάγουσα - εκκαλούσα [ήδη αναιρεσείουσα], εξέθεσε ότι, την 1.11.2004 δυνάμει προκήρυξης μέσω ΑΣΕΠ, προσλήφθηκε από την εναγομένη - εφεσίβλητη εταιρεία [ήδη αναιρεσίβλητη], με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της, ως ιδιωτικός υπάλληλος με την ειδικότητα τη ΔΕ Χειριστών Ηλεκτρονικού Υπολογιστή, εργαζόμενη επί 5θήμερο εβδομαδιαίως και επί 8ωρο καθημερινώς, οι δε μηνιαίες μεικτές αποδοχές της την 1.4.2014, ανέρχονταν στο ποσό των 3.019,33 ευρώ.
Ότι, η εναγόμενη εταιρεία, την απασχόλησε σε διάφορα τμήματα αυτής, όχι όμως σε θέση ανάλογη με τα τυπικά προσόντα της και της ειδικότητας που είχε προσληφθεί. Ότι, την 1.4.2014, κατόπιν άσκησης ψυχολογικής πίεσης από την εναγόμενη, αναγκάστηκε να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας, δυνάμει της οποίας, μειώθηκαν οι μηνιαίες μεικτές αποδοχές της, από το ποσό των 3.019,33 ευρώ που ελάμβανε, στο ποσό των 2.100 ευρώ.
Ότι, η μείωση αυτή των αποδοχών της, καθώς και η μη απασχόλησή της σε θέση ανάλογη με τα τυπικά προσόντα της και της ειδικότητας για την οποία είχε προσληφθεί, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της. Ότι, για την εν λόγω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στην εναγόμενη εταιρεία, με την από 8.1.2016 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην τελευταία, στις 29.2.2016.
Ότι, στις 30.3.2016 η εναγόμενη εταιρεία, ενεργούσα με εμπάθεια και εχθρότητα προς την ίδια, εξαιτίας της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, η οποία, για το λόγο αυτό, είναι άκυρη ως καταχρηστική. Ότι, η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρήθηκε, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς της και την πρόκληση ηθικής βλάβης.
Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίσθηκε κατά ένα μέρος σε έντοκο αναγνωριστικό, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κυρίως με βάση τη σύμβαση και επικουρικά, με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωρισθεί ότι, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης είναι άκυρη, να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, με τους ίδιους όρους, που ίσχυαν, όπως και πριν την καταγγελία, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασης, να υποχρεωθεί εναγόμενη να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, από 30.3.2016 έως 30.9.2016 συνολικά το ποσό των 18.115,98 ευρώ, να αναγνωρισθεί ότι, η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών από 1.4.2014 έως 30.3.2016 και για επιδόματα εορτών και άδειας 2014-2015 συνολικά το ποσό των 25.741,24 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας από 1.10.2016 μέχρι τις 13.3.2017, το ποσό των 16.606,31 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 50.000 ευρώ, τα ανωτέρω δε ποσά, με το νόμιμο τόκο, από την ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί κάθε κονδύλιο, άλλως, από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση, ειδικότερα δε, το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1580/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη και μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας - εκκαλούσας [αναιρεσείουσας] εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1144/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ως άνω έφεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020, 27/1998). Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για αυτά (ΑΠ104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1864/2022, 1241/2019, 717/2016), ούτε άλλωστε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ 1864/2022, 625/2018, 45/2014, 259/2007).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 70/2022, 158/2019, 1320/2011).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1506/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και μετά από εκτίμηση των διαλαμβανόμενων σε αυτήν αποδεικτικών μέσων κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Η εναγόμενη - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία ... [αναιρεσίβλητη], την 1.11.2004, προσέλαβε μέσω ΑΣΕΠ την ενάγουσα - εκκαλούσα [αναιρεσείουσα], με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως ιδιωτική υπάλληλο και με προσόντα απολυτηρίου Λυκείου και κάτοχο τίτλου ΙΕΚ, απασχολούμενη επί 5θήμερο εβδομαδιαίως και επί 8ωρο καθημερινώς, αρχικά για δοκιμαστική περίοδο ενός έτους, αμειβόμενη για την εργασία της αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κανονισμού εργασίας και του άρθρου 2 της ΣΣΕ υπαλλήλων της εναγόμενης εταιρείας.
Η ενάγουσα, ολοκλήρωσε με επιτυχία την ως άνω δοκιμαστική περίοδο και ως εκ τούτου, η ανωτέρω σύμβαση μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και υπογράφηκε μεταξύ των, η από 22.12.2005 σύμβαση εργασίας. Η εναγόμενη απασχόλησε την ενάγουσα σε διάφορα τμήματα ανάλογα με τις ανάγκες της, όπως έπραττε και με όλους τους εργαζομένους της, όπως στη διεύθυνση κερδών και οικονομικών διαχείρισης δικτύου πωλήσεων, στη διεύθυνση προώθησης και ανάπτυξης δικτύου, στο τμήμα διαχείρισης αδειών δικτύου, κλπ.
Η ενάγουσα πράγματι, σύμφωνα και με την προκήρυξη του ΑΣΕΠ, είχε προσληφθεί ως χειρίστρια ηλεκτρονικών υπολογιστών, ωστόσο, η ειδικότητα αυτή, δεν απαιτεί αποκλειστική απασχόληση σε ιδιαίτερο ειδικό τμήμα, αφού κάτι τέτοιο, δεν υφίσταται στις επιχειρήσεις, καθότι, όλες οι επιχειρήσεις, σε όλους τους τομείς και τμήματα, χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Η εναγόμενη, υπό τη νέα διοίκηση αυτής, λόγω μεταβίβασης του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της σε ιδιώτη επενδυτή, προκειμένου να έχει σαφή εικόνα για τις ικανότητες του προσωπικού της, έκρινε ότι έπρεπε να αξιολογηθεί όλο το προσωπικό, έργο που ανέθεσε στην εξειδικευμένων συμβούλων εταιρεία με την επωνυμία ....
Αποτέλεσμα της αξιολόγησης αυτής, ήταν η ενάγουσα να κριθεί πάνω από το μέσο όρο, δηλαδή ικανή να εκτελέσει διάφορα έργα της εναγόμενης. Περαιτέρω, στις 31.12.2013 έληξε η ισχύς της 3τούς διάρκειας επιχειρησιακής ΣΣΕ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού της ..." και η 3μηνη μετενέργεια αυτής, στις 31.3.2014 και συνεπώς, έπρεπε το προσωπικό της εναγόμενης ή να παραιτηθεί και να εισπράξει την αποζημίωση που προέβλεπε η ως άνω ΣΣΕ, η οποία ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τους λοιπούς απασχολούμενους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα (ο μισθός περιελάμβανε και bonus) ή να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας, με μειωμένες πράγματι αποδοχές, σε κάθε περίπτωση όμως, υπέρτερες των νομίμων κατωτέρων ορίων.
Έτσι, η εναγόμενη εταιρεία, πρότεινε στους υπαλλήλους της ότι, στις νέες συμβάσεις τους θα περιληφθεί όρος που θα προβλέπει ότι, σε περίπτωση που η εναγόμενη καταγγείλει τη σύμβασή τους στο Α' 12μηνο από της υπογραφής της, θα λάβουν αποζημίωση το 80% του αυξημένου ποσού της ΣΣΕ που έληξε, ενώ αν την καταγγείλει στο Β' 12μηνο, θα λάβουν αποζημίωση το 70% του ποσού της ΣΣΕ που έληξε.
Για τα ανωτέρω, τελούσε σε πλήρη γνώση και η εκκαλούσα, όπως άλλωστε και όλοι οι εργαζόμενοι της εναγομένης (βλ. κατάθεση μάρτυρος ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), η οποία, και αποφάσισε οικειοθελώς και χωρίς την άσκηση ψυχολογικής βίας από την εναγόμενη, την 1.4.2014 να καταρτισθεί μεταξύ των, νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μηνιαίες μεικτές αποδοχές 2.100 ευρώ, επί 14 φορές ετησίως, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι νόμιμες αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις κλπ., πέραν των οικειοθελών παροχών (bonus) της εναγόμενης.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα παρέχει τις υπηρεσίες της ανάλογα με τις εσωτερικές διαδικασίες και οδηγίες της εναγόμενης, μετακινούμενη ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες της τελευταίας, ενώ περιλήφθηκε ο όρος ότι, σε περίπτωση που η εναγόμενη καταγγείλει τη σύμβαση στο Α' 12μηνο, από της υπογραφής της, θα λάβει αποζημίωση σε ποσοστό 80% του ποσού των 44.264,97 ευρώ, αν την καταγγείλει στο Β' 12μηνο θα λάβει αποζημίωση το 70% του ίδιου ποσού, ενώ, αν την καταγγείλει μετά το πέρας του Β' 12μηνου θα λάβει αποζημίωση το ποσό που προβλέπει ο νόμος χωρίς προσαύξηση.
Ακολούθως, η ενάγουσα και νυν εκκαλούσα, παρείχε τις υπηρεσίες της στην εφεσίβλητη, με βάσει τη νέα σύμβαση εργασίας, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για τη μείωση της αμοιβής της, ενώ, στις 29.2.2016 κοινοποίησε στην εναγόμενη εξώδικη διαμαρτυρία, αναφέροντας, οψίμως όμως, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι, παράνομα, αντισυμβατικά και υπό καθεστώς τεράστιας ψυχολογικής πίεσης, υπέγραψε τη νέα σύμβαση εργασίας με ετήσια μείωση των αποδοχών της κατά ποσοστό 40%, γεγονός που αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς της, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, και ότι η εφεσίβλητη, δεν της έχει καταβάλει την αμοιβή της λόγω υπερωριακής απασχόλησης της, από τον Σεπτέμβριο 2014, όπως είχε κάνει σε άλλα τμήματα, καθώς και ότι, συνεχίζει να δημιουργεί σε βάρος της καταστάσεις που την μειώνουν ηθικά, ως προσωπικότητα και της δημιουργούν έντονη ψυχολογική φόρτιση και άγχος, με σκοπό να την εξαναγκάσει σε παρά τη βούλησή της παραίτηση, κατά παράβαση της εργατικής νομοθεσίας.
Ακολούθως, η εναγόμενη - εφεσίβλητη, στις 30.3.2016 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας - εκκαλούσας, καταβάλλοντας σε αυτήν, τη νόμιμη αποζημίωση. Από τα ανωτέρω πραγματικά γεγονότα, αποδεικνύεται ότι, η από 1.4.2014 νέα σύμβασης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε με την ελεύθερη βούληση της εκκαλούσας και όχι υπό συνθήκες ψυχολογικής πίεσης εκ μέρους της εναγόμενης, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, αφού, πράγματι, η εκκαλούσα, αφού στάθμισε το συμφέρον της ή να παραιτηθεί στις 31.3.2014 και να εισπράξει την αυξημένη αποζημίωση που προέβλεπε η ΣΣΕ του προσωπικού της εναγόμενης ή να υπογράψει νέα σύμβαση με μειωμένες αποδοχές, αλλά ευνοϊκούς όρους ως προς το ύψος της αποζημίωσης σε περίπτωση καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από την εναγόμενη την επόμενη 2ετία, προτίμησε οικειοθελώς να προβεί στη δεύτερη επιλογή, δηλαδή στην κατάρτιση νέας σύμβασης.
Η μείωση των αποδοχών της ενάγουσας στο ύψος των 2.100 ευρώ προήλθε από ελεύθερη διαπραγμάτευση και όχι μονομερώς από την εναγόμενη και δεν αφίσταται ουσιωδώς των προηγούμενων αποδοχών της, διότι στις 31.3.2014 οι αποδοχές της (βασικός μισθός, χρονοεπίδομα, επίδομα ξένης γλώσσας, ειδικών συνθηκών, ενσωμάτωσης και διαφ.
επιδ. διακ/μού και ενσ/σεων) ανέρχονταν στο ποσό των 2.151,19 ευρώ. Εξάλλου, η απασχόληση τη ενάγουσας σε διάφορα τμήματα της εναγόμενης έγινε όχι αναγκαστικά από την τελευταία, αλλά με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας βάσει των συμβατικών της υποχρεώσεων που αναφέρονται και στις τρεις προαναφερόμενες συμβάσεις εργασίας, η δε μη απασχόληση της αποκλειστικά σε τμήμα χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή οφείλεται, στην ανυπαρξία αποκλειστικά τέτοιου τμήματος της εναγόμενης και στο γεγονός ότι όλα τα τμήματα χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, στα οποία και απασχολείτο η ενάγουσα, μη διαμαρτυρόμενη γι' αυτό κατά τη διάρκεια της δωδεκαετούς εργασίας της στην εναγόμενη.
Αφορμή της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης αποτέλεσε η προαναφερόμενη αποστολή εξωδίκου δηλώσεως της ενάγουσας, όπως η εναγόμενη ομολογεί και βεβαίωσε ενόρκως και η Π.. Γ., Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού - Αμοιβών και Παροχών της εναγόμενης, η οποία ασχολήθηκε με την υπόθεση της ενάγουσας, όμως η αιτία της καταγγελίας οφείλεται στην αντισυμβατική συμπεριφορά της ίδιας, δηλαδή στα όσα αναληθώς αναφέρει στο εξώδικό της, τα οποία πράγματι αποδείχθηκαν αναληθή και όχι γιατί αξίωνε από την εναγόμενη την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης, όπως ισχυρίζεται.
Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα, τα οποία διέλαβε και η εκκαλουμένη απόφαση στο σκεπτικό της, ουδεμία μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας επήλθε και η άσκηση από την εναγόμενη του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης αυτής δεν δύναται να κριθεί καταχρηστική, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα έχει λάβει τα επιδόματα εορτών και άδειας των ετών 2014-2015, θέμα για το οποίο ουδέν αναφέρεται στα υπ' αυτής επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, εμμέσως δε συνάγεται τούτο από την προαναφερόμενη εξώδικη δήλωσή της, ότι η εναγόμενη δεν της έχει καταβάλει την αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης από τον Σεπτέμβριο 2014, εάν δε δεν της είχε καταβάλει και τα ανωτέρω επιδόματα, οπωσδήποτε θα περιελάβανε σ' αυτή (εξώδικη όχληση) και την εν λόγω απαίτησή της, δεδομένου ότι με το εξώδικό της ζητεί την καταβολή της διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών και της υπερωριακής απασχόλησης." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1144/2022 απόφαση δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 1.9.2020 έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο με την υπ' αριθμ. 1580/2019 απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή της.
Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατά το οικείο σκέλος τους, λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι δεν υπήρξε βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας και ούτε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ως καταχρηστικής, προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2, 648, 652, 656, 349, 351, 57, 59, 281, και 932 ΑΚ, 1, 3 και 7 ν.2112/1920, 5 παρ. 3 ν.3198/1955, και άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ουσιώδους βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας της και της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ως καταχρηστικής για λόγους εκδίκησης.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο: κατά το μέρος που απέρριψε την βάση της αγωγής: Α) για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της ενάγουσας [αναιρεσείουσας], με την παράνομη μείωση των αποδοχών της και την ανάθεση σε αυτή [αναιρεσείουσα] καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, καθώς και Β) για ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής για λόγους εκδίκησης, επειδή διαμαρτυρήθηκε για την εκ μέρους της εναγομένης [αναιρεσίβλητης] μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.
Και τούτο διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης α) η αναιρεσείουσα αποφάσισε οικειοθελώς και χωρίς την άσκηση ψυχολογικής βίας από την αναιρεσίβλητη, την κατάρτιση, στις 1.4.2014, νέας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με μειωμένες για όλους τους απασχολούμενους σε αυτή αποδοχές, υπέρτερες όμως των νομίμων κατωτέρων ορίων, β) υπήρξε συναίνεση από πλευράς της αναιρεσείουσας να παρέχει τις υπηρεσίες της καθώς και την απασχόληση αυτής ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες της αναιρεσίβλητης και με τη σύμφωνη γνώμη της αναιρεσείουσας, η δε μη απασχόληση της τελευταίας αποκλειστικά σε τμήμα χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, οφειλόταν στην ανυπαρξία αποκλειστικά τέτοιου τμήματος και στο γεγονός ότι όλα τα τμήματα χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ενώ η ίδια άλλωστε δεν είχε διαμαρτυρηθεί στη δωδεκαετή εργασία της στην αναιρεσίβλητη, γ) αφορμή για την καταγγελία της εργασιακής σχέσης της αναιρεσείουσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης υπήρξε η εξώδικη διαμαρτυρία της αναιρεσείουσας, η οποία όμως είχε αναληθές περιεχόμενο ότι κατόπιν ψυχολογικής βίας και πίεσης προέβη στην υπογραφή της ως άνω σύμβασης εργασίας και δ) ότι εξ αιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της τελευταίας δεν καθίσταται καταχρηστική.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προλεχθείσες διατάξεις, καθώς και ιδίως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προβλήθηκαν με την αγωγή, δεν καθιστούν καταφανώς αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με την αναιρεσείουσα.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε ως προς τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της αναιρεσείουσας, και ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας δεν υπήρξε καταχρηστική, αφού δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε συνιστά προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί ως άνω λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις είναι αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με το οικείο σκέλος του δεύτερου και τρίτου λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι υπάρχει αντίφαση σε αυτή μεταξύ των διατάξεων και του σκεπτικού, αναφορικά με το ζήτημα της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και της μη καταβολής των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2014-2015.
Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό της απόφασης. Επίσης, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος αυτής, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι χωρίς απόδειξη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα έχει λάβει τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2014-2015, και απέρριψε σχετικό αγωγικό κονδύλιο ως ουσία αβάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, έλαβε υπόψη τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα, καθώς και την 29.2.2016 εξώδικη δήλωση της αναιρεσείουσας αλλά και όλα τα με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντα έγγραφα [τα οποία δεν είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το καθένα από αυτά, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων], προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν οφείλονται στην αναιρεσείουσα τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2014-2015.
Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης "χωρίς απόδειξη" κατά το κεφάλαιο αυτό. Κατά συνέπεια, ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2008).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 81/2022, 47/2020, 466/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο σκέλος της, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Π.
Α., τις υπ' αριθμ. 3622, 3623, 3624, 3625/2017 ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας, πουο εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου [...] και εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι υπ' αριθμ. 3622, 3623, 3624, 3625/10-3-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (...) που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, και τα οποία λαμβάνονται υπ' όψη για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (και για ορισμένα εκ των οποίων γίνεται ειδικότερη αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως, να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς)" (βλ.
φύλλο 7ο της προσβαλλόμενης απόφασης) σε συνδυασμό με τις χωρίς αντιφάσεις και κενά, σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης τόσο την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Π.
Α., όσο και τις υπ' αριθμ. 3622, 3623, 3624, 3625/2017 ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και τα λοιπά προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.5.2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. (1944/187/3.3.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1144/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος
η αρχαιότερη της σύνθεσης
Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ