Legislator Case Law & Legislation
81/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding irrelevant appeal arguments not requiring appellate court response.

Case Number 81/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final judgment regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court ignored the plaintiff's knowledge of the defendant's lack of liquidity when issuing promissory notes, but the court found this argument irrelevant to the appeal. Since the issue concerned a supplementary appeal argument rather than a substantive legal error, the appeal was deemed inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(c) and 569(2)(a) of the Civil Procedure Code; An appeal argument based on a supplementary appeal ground is inadmissible if it concerns an issue the lower court was not required to address.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal supplementary appeal argument irrelevant appeal ground Civil Procedure Code appellate jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 528 of the Civil Procedure Code
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 and 566(1) of the Civil Procedure Code
Article 577(1) of the Civil Procedure Code
Article 569(2)(a) of the Civil Procedure Code
Article 559(9)(c) of the Civil Procedure Code
Article 300 of the Civil Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183 and 191(2) of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 81 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 81/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Η. του Σ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5182/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 142/2019 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-6-2019 αίτησή του και τους από 28-4-2021 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 27-6-2019, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 142/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 17-4-2015 έφεση και τους από 4-8-2015 πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε, κατά το άρθρo 528 ΚΠολΔ, την ερήμην αυτού εκδοθείσα υπ' αριθ. 5182/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, δίκασε εκ νέου την από 18-11-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), με την οποία ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της περιουσιακής της ζημίας και της ηθικής της βλάβης, αντίστοιχα, λόγω της ιστορούμενης στην αγωγή της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και δέχθηκε εν μέρει αυτήν (αγωγή) υποχρεώνοντας τον τελευταίο να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 167.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση και το ποσό των 3.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, ενώ, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, απήγγειλε προσωπική κράτηση διάρκειας τριών μηνών σε βάρος του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 917/2020,ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (31-5-2021), ο δε αιτών άσκησε προσθέτους λόγους με το από 28-4-2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου αυθημερόν, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Καραμπούλη επί του αντιγράφου του δικογράφου των ως άνω προσθέτων λόγων, το οποίο μετ' επικλήσεως προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου αυτών επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν (στις 28-4-2021), ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), αφού συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ), που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ιδίου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη. Η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρο 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρο 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.

Έτσι, δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής, όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν θα έχει κατά την έκδοση ή την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του, κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό.

Αρκεί δηλαδή για το υποκειμενικό στοιχείο ο εκδότης σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει, ακόμη και ως ενδεχόμενο, την έλλειψη των διαθεσίμων κεφαλαίων σε οποιοδήποτε από τα ανωτέρω χρονικά σημεία και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του άνω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.

Επομένως, είναι χωρίς έννομη επιρροή αν το προαναφερόμενο γνωστικό στοιχείο του εκδότη αναφέρεται στο χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή σε εκείνο της πληρωμής (ΑΠ 1846/2007). Η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχει θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημοσίου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής (ΑΠ 1536/2000, 571/2010, 798/2010) και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.

Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ ΑΠ 23/2007, ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 29/2020, ΑΠ 1183/2019, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1550/2013, ΑΠ 377/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 23 του ν. 5960/1933 η οπισθογράφηση μπορεί να περιέχει τη ρήτρα "αξία εις κάλυψη", "προς είσπραξη", "κατά πληρεξουσιότητα" ή κάθε άλλη μνεία που ενέχει απλή εντολή. Η οπισθογράφηση αυτή, μορφή της οποίας είναι και η καλυμμένη, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφηση, δεν επάγεται μετάσταση της κυριότητας του τίτλου και του δικαιώματος, το οποίο πηγάζει απ' αυτόν, αλλά ο κομιστής, λόγω πληρεξουσιότητας, ασκεί τα από την επιταγή δικαιώματα, πάντοτε ως αντιπρόσωπος του εντολέα του και όχι στο δικό του όνομα.

Βέβαια, η "λόγω πληρεξουσιότητας" οπισθογράφηση απαιτεί, κατά την τυπική μορφή της, να σημειώνεται μια από τις ως άνω φράσεις πάνω στον τίτλο. Τούτο όμως ουδόλως αποκλείει την καλυμμένη, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφηση, η οποία γίνεται με βάση ιδιαίτερη, χωρίς τη χρήση τύπου, συμφωνία μεταξύ οπισθογράφου και κομιστή, οπότε ο οπισθογράφος μπορεί να την αποδείξει και να ασκήσει τα από την επιταγή δικαιώματά του, τα οποία και δεν απώλεσε λόγω της καλυμμένης, λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφησης (ΑΠ 1138/2019, 758/2011, ΑΠ 2011, 2012/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 1138/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 164/2021).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 319/2017).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση "μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες". Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 και κατά το οποίο: "Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση".

Η διάταξη αυτή προδήλως αναφέρεται μόνο στις συμβατικές ενοχές και όχι στις αδικοπρακτικές και δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως και επί των τελευταίων, διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 361/2016, ΑΠ 1353/2011, ΑΠ 1160/2004).

Για απαιτήσεις από αδικοπραξία, παρέχεται η δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο της ουσίας να διατάξει προσωπική κράτηση κατά του υπόχρεου, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης για ικανοποίηση της απ' αυτή απορρέουσας απαίτησης, καθορίζοντας και τη χρονική της διάρκεια, μέσα στα όρια του ως άνω άρθρου, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως το ύψος της απαίτησης, τη βαρύτητα της πράξης και τις συνέπειές της, το πταίσμα του υπόχρεου, τη φερεγγυότητα αυτού, την τυχόν συνυπαιτιότητα του δικαιούχου και τις λοιπές εν γένει περιστάσεις.

Η δε σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πλην της περίπτωσης χρήσης απροσφόρων στοιχείων ή κριτηρίων κειμένων εκτός του σκοπού της προσωπικής κρατήσεως (ΑΠ 361/2016, ΑΠ 1442/2003, ΑΠ 554/2007), δεν υπόκειται κατ' αρχήν στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου.

Ωστόσο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη διάρκεια της προσωπικής κράτησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 785/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: " Την 31η Μαΐου 2006 υπεγράφησαν μεταξύ των αντιδίκων δύο ιδιωτικά συμφωνητικά δανείου, ως ακολούθως: α) διά του πρώτου από 31-5-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των αντιδίκων η ενάγουσα εχορήγησε προς τον εναγόμενο δάνειο χρηματικού ποσού 80.000 ευρώ.

Αναφορικώς προς την απόδοση (επιστροφή) του δανείου δεν καθωρίσθη βάσει της δανειακής συμβάσεως δήλη ημέρα επιστροφής του δανείσματος, οπότε η σύμβαση δανείου αρχικώς συνωμολογήθη αορίστου χρόνου. Ρητώς ανεγράφη ότι το χρηματικόν ποσόν του δανείσματος η ενάγουσα κατέβαλε προς τον εναγόμενο μέσω της υπ' αριθ. ...

τραπεζικής επιταγής, η οποία (συρθείσα από τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τραπέζης Γ. Α.Ε.) εξεδόθη υπό της εκ μέρους της εναγούσης νομίμως εκπροσωπουμένης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Μ. Μ. S.Α." διά ποσόν 80.000 ευρώ εις διαταγήν της ιδίας της εκδοτρίας την 1-6-2006, εν συνεχεία ωπισθογραφήθη και παρεδόθη υπό αυτής (μέσω της εναγούσης ως νομίμου εκπροσώπου της εκδοτρίας) προς τον αντίδικό της και εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα εισεπράχθη υπό του εναγομένου.

Προς εξασφάλισιν μάλιστα της επιστροφής του δανείου ο εναγόμενος, όπως ρητώς ανεγράφη εντός του σώματος του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, εξέδωσε εις διαταγήν του ιδίου και ακολούθως ωπισθογράφησε και παρέδωσε εις την ενάγουσα την υπ' αριθ. 00000296 - 8 τραπεζική επιταγή ποσού 80.000 ευρώ, η οποία εσύρθη από τον υπ' αριθ. ...

τραπεζικό λογαριασμό της Τραπέζης … Α.Ε. Η ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω τραπεζικής επιταγής παρέμεινε εσκεμμένως ανοικτή (ασυμπλήρωτη) υπό την προφορική μεταξύ των αντιδίκων μερών συμφωνία να συμπληρωθεί κατά βούλησιν υπό της εναγούσης δανειστρίας, αφού το δάνειο είχε συμφωνηθεί αορίστου χρόνου.

Επειδή εντός του έτους 2010 ο εναγόμενος εις τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της εναγούσης προς απόδοσιν του δανεισθέντος χρηματικού ποσού εζήτει επιπλέον πίστωση χρόνου, κατά τον Ιανουάριο του έτους 2011 εντός των γραφείων της εναγούσης επί της οδού ... αριθ. 9 δήμου … οι αντίδικοι παρουσία και των πληρεξουσίων δικηγόρων αυτών συνεφώνησαν να γίνει η συμπλήρωση της (εσκεμμένως κατόπιν συμφωνίας μέχρι τότε αφεθείσης κενής) ημερομηνίας της ως άνω τραπεζικής επιταγής (διά μεταχρονολογήσεως αυτής) από τον ίδιον τον εναγόμενο, ο οποίος αρχικώς έθεσεν ως μεταχρονολογημένην ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής την 30-6-2011.

Εν συνεχεία την 7ην Ιουλίου 2011 (λόγω αδυναμίας του εναγομένου προς αποπληρωμή του δανείσματος κατά την υπ' αυτού επί του σώματος της ως άνω τραπεζικής επιταγής τεθείσα ημερομηνία της 30-6-2011) οι ως άνω αντίδικοι συνεφώνησαν να διορθωθεί υπό του εναγομένου η υπ' αυτού, κατά τα ως άνω, τεθείσα αρχική ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω τραπεζικής επιταγής και να τεθεί αντ' αυτής ως μεταχρονολογημένη νέα ημερομηνία εκδόσεως η 30-8-2011, όπως και πράγματι ετέθη υπό του εναγομένου ενυπογράφως τόσο αριθμητικώς όσο και ολογράφως επί του σώματος του ως άνω αξιογράφου, συνταγέντος και υπογραφέντος περί των προαναφερθέντων του από 7-7-2011 εγγράφου ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των αντιδίκων και β) διά του δευτέρου από 31-5-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού συνωμολογήθη ότι η ενάγουσα είχε ήδη χορηγήσει προς τον εναγόμενο δάνειο χρηματικού ποσού 87.000 ευρώ.

Ρητώς μάλιστα ανεγράφη διά του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ότι το χρηματικό ποσό του δανείσματος η ενάγουσα είχε ήδη καταβάλει προς τον εναγόμενο μέσω των υπ' αριθ. ..., ..., ... και ... τραπεζικών επιταγών, οι οποίες (συρθείσες από τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τραπέζης Γ. Α.Ε.) είχαν εκδοθεί διαδοχικώς υπό της εκ μέρους της εναγούσης νομίμως εκπροσωπουμένης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Μ.

Μ. S.Α." εις διαταγήν της ιδίας της εναγούσης κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες της 15-12-2005, 20-12-2005, 30-12-2005 και 7-2-2006, εν συνεχεία οπισθογραφήθησαν και παρεδόθησαν υπό αυτής προς τον αντίδικό της και εμφανισθείσες εμπροθέσμως προς πληρωμή στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα εισεπράχθησαν, όπως ρητώς έχει αναγραφεί διά του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, υπό του εναγομένου.

Τα επί μέρους χρηματικά ποσά των ως άνω τραπεζικών επιταγών συνολικού ύψους 87.000 ευρώ δεν αναγράφονται κεχωρισμένως διά του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, πλην, όμως, προσεκομίσθησαν υπό της εναγούσης τα αντίστοιχα σώματα των πρώτης και τετάρτης εκ των ως άνω τραπεζικών επιταγών χρηματικών ποσών 15.000 ευρώ και 17.000 ευρώ και δεν αμφισβητείται υπό του εναγομένου ότι άπασες οι ως άνω τραπεζικές επιταγές εισεπράχθησαν υπ' αυτού (ανεξαρτήτως της -προσχηματικώς κατά τα κάτωθι- προβολής, ως αιτίας εισπράξεως αυτών, την εκπονήσεως μελετών και εργασιών του ιδίου προς την αντίδικό του).

Αναφορικώς προς την απόδοση (επιστροφή) του δανείου δεν καθωρίσθη βάσει της δανειακής συμβάσεως δήλη ημέρα επιστροφής του δανείσματος, οπότε η σύμβαση δανείου αρχικώς συνωμολογήθη αορίστου χρόνου. Προς εξασφάλισιν μάλιστα της επιστροφής του δανείου ο εναγόμενος, όπως ρητώς ανεγράφη εντός του σώματος του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, εξέδωσε εις διαταγήν του ιδίου και ακολούθως οπισθογράφησε και παρέδωσε εις την ενάγουσα την υπ' αριθ. ...

τραπεζική επιταγή ποσού 87.000 ευρώ, η οποία εσύρθη από τον υπ' αριθ. ... τραπεζικό λογαριασμό της Τραπέζης … Α.Ε. Η ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω τραπεζικής επιταγής παρέμεινε εσκεμμένως ανοικτή (ασυμπλήρωτη) υπό την προφορική μεταξύ των αντιδίκων μερών συμφωνία να συμπληρωθεί κατά βούλησιν υπό της εναγούσης δανειστρίας, αφού το δάνειο είχε συμφωνηθεί αορίστου χρόνου.

Επειδή εντός του έτους 2010 ο εναγόμενος εις τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της εναγούσης προς απόδοσιν του δανεισθέντος χρηματικού ποσού εζήτει επιπλέον πίστωση χρόνου, κατά τον Ιανουάριο του έτους 2011 εντός των γραφείων της εναγούσης επί της οδού ... αριθ. 9 (δήμου …) οι αντίδικοι παρουσία και των πληρεξουσίων δικηγόρων αυτών συνεφώνησαν να γίνει η συμπλήρωση της (εσκεμμένως κατόπιν συμφωνίας μέχρι τότε αφεθείσης κενής) ημερομηνίας της ως άνω τραπεζικής επιταγής (διά μεταχρονολογήσεως αυτής) από τον ίδιον τον εναγόμενο, ο οποίος έθεσεν ως μεταχρονολογημένην ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής την 30-9-2011.

Ούτως, διά των προπεριγραφεισών μεταγενεστέρων συμφωνιών μεταξύ των αντιδίκων ως δήλη ημέρα αποδόσεως (επιστροφής) του πρώτου δανείου ωρίσθη η 30ή Αυγούστου 2011 και ως δήλη ημέρα αποδόσεως (επιστροφής) του δευτέρου δανείου ωρίσθη η 30ή Σεπτεμβρίου 2011. Μάλιστα διά της 25ης σελίδος της ενδίκου εφέσεως ο εκκαλών (εναγόμενος) συνομολογεί ότι η συμπλήρωση των μεταχρονολογημένων ημερομηνιών εκδόσεως των ως άνω επιδίκων τραπεζικών επιταγών έγινε υπό του ιδίου.

Διά της παρελεύσεως, όμως, των ως άνω προθεσμιών ο εναγόμενος δεν απέδωσε τα δύο δανείσματα. Ωσαύτως οι χάριν καταβολής υπ' αυτού εις διαταγήν της εναγούσης κατά τα ανωτέρω οπισθογραφηθείσες δύο τραπεζικές επιταγής (χρηματικών ποσών 80.000 και 87.000 ευρώ αντιστοίχως), οι οποίες ωπισθογραφήθησαν περαιτέρω υπό της εναγούσης λόγω πληρεξουσιότητος προς την Μ.

Κ. και ενεφανίσθησαν υπό της τελευταίας διά λογαριασμόν της εναγούσης εμπροθέσμως προς πληρωμή εις το επί της οδού 2ας ... εν ... Υποκατάστημα της πληρωτρίας Τραπέζης (… Α.Ε.) δεν επληρώθησαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων εντός του λογαριασμού καλύψεως αυτών. Προς τούτο συνετάγησαν επί του σώματος εκάστης αντιστοίχου τραπεζικής επιταγής η από 7-9-2011 και η από 4-10-2011 αντίστοιχες βεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων του ως άνω Υποκαταστήματος της Τραπέζης … Α.Ε.

περί μη πληρωμής των ως άνω τραπεζικών επιταγών. Ακολούθως βάσει των ως άνω τραπεζικών επιταγών εξεδόθη επί της από 18-11-2011 αιτήσεως της εναγούσης η υπ' αριθ. 2629/27-12-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας υπεχρεώθη ο εναγόμενος να καταβάλει προς την ενάγουσα συνολικό χρηματικό κεφάλαιο 167.000 (= 80.000 + 87.000) ευρώ νομιμοτόκως από της εμφανίσεως εκάστης τραπεζικής επιταγής προς πληρωμήν.

Η ως άνω διαταγή πληρωμή επεδόθη δις προς τον εναγόμενο αφ' ενός διά θυροκολλήσεως και αφ' ετέρου δι' αυτοπροσώπου παραλαβής εκ μέρους του εναγομένου εις το επί της οδού ... αριθ. … κείμενο γραφείο του κατά τις ημερομηνίες της 20ής Ιανουαρίου 2012 και της 2ας Μαρτίου 2012 αντιστοίχως [βλ. υπ' αριθ. 10590Γ'/20-1-2012 και 10734Γ'/2-3-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Θεμιστοκλέους Αλεξίου μετά των επί της πρώτης ως άνω εκθέσεως συνημμένων από 20-1-2012 αποδείξεως παραλαβής (επικυρωμένου αντιγράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής) της αστυφύλακος του Αστυνομικού Τμήματος ...

και από 23-1-2012 βεβαιώσεως παραλαβής (συστημένης επιστολής) του υπαλλήλου του Υποκαταστήματος ΕΛΤΑ … Θ. Σ.]. Αν και υπό του εναγομένου δεν εκτίθεται ότι κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής έχει ασκηθεί υπό αυτού ανακοπή, εν τούτοις δεν δύναται να διαγνωσθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι απορρέει βάσει του άρθρου 633§2 ΚΠολΔ εξ αυτών δεδικασμένο, αφού δεν προσεκομίσθη υπό της εναγούσης βεβαίωση του οικείου γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί μη ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και δή ανακοπής κατά κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής).

Εν συνεχεία, προς εξασφάλισιν της επιδίκου απαιτήσεως, διά την οποίαν, κατά τα προαναφερθέντα, εξεδόθη παραλλήλως η υπ' αριθ. 2629/27-12-2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα άσκησε εναντίον του αντιδίκου της την υπ' αριθ. καταθ. 8456 /27-12-2011 αίτηση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί συντηρητικής κατασχέσεως πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας του εναγομένου, επί της οποίας έχει ήδη εκδοθεί η υπ' αριθ. 145/2013 απόφαση διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διά της οποίας προς εξασφάλισιν της χρηματικής απαιτήσεως [εκ ποσού 167.000 (= 80.000 + 87.000) ευρώ] μετά τόκων εκ των ως άνω δύο τραπεζικών επιταγών, οι οποίες επεστήριξαν την έκδοση της προαναφερομένης διαταγής πληρωμής, διετάχθη μέχρι του ποσού των 180.000 ευρώ η συντηρητική κατάσχεση πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας του εναγομένου, ο οποίος μάλιστα δεν παρέστη αλλά εδικάσθη ερήμην κατ' εκείνην την δίκη.

Διά του δικογράφου της ενδίκου εφέσεως αλλά και διά των δευτεροβαθμίων προτάσεων ο εναγόμενος ισχυρίζεται τα ακόλουθα: α') ότι από του μηνός Απριλίου του έτους 2002 ο ίδιος, ως ναυπηγός μηχανικός διατηρών τεχνικό γραφείο, είχε επαγγελματική συνεργασία μετά του πατρός της εναγούσης (Σ. Η.), ο οποίος εντός του πλαισίου της ως άνω συνεργασίας είχε αναθέσει προς αυτόν την διεκπεραίωση όλων των ναυπηγικής φύσεως θεμάτων, ζητημάτων και προβλημάτων του ομίλου των (ιδίων αυτού οικονομικών συμφερόντων) ναυτικών εταιρειών, β') ότι ειδικώτερον ο ίδιος (εναγόμενος) είχε αναλάβει και διεκπεραιώσει διά λογαριασμόν του πατρός της εναγούσης:

ι. την διαδικασία αναγνωρίσεως (ήτοι διαπιστώσεως υπό του Κλάδου Επιθεωρήσεως Εμπορικών Πλοίων της συνυπάρξεως των απαραιτήτων τεχνικών προδιαγραφών εις συμμόρφωσιν προς την ελληνική νομοθεσία) των δύο πλοίων τύπου "καταμαράν" "Σ. ΚΑΤ" και "Υ. ΚΑΤ" (υπό αντιστοίχους αριθμούς νηολογίου 34 και 35 του Λιμεναρχείου …), η οποία αναγνώριση επετεύχθη (κατόπιν εκπονήσεως και υποβολής των απαιτουμένων μελετών και των αντιστοίχων τεχνικών εκθέσεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες αναγνωρίσεως εμπορικών πλοίων) εντός του μηνός Ιουλίου του έτους 2003, καθώς και ότι εν συνεχεία ανέλαβε και διεκπεραίωσε την εκπόνηση μετασκευής των ως άνω πλοίων προς τον σκοπόν εξαντλήσεως της δυνατότητος μεγίστης χωρητικότητος επιβατών, ιι.

την επιθεώρηση και την εκτίμηση της δαπάνης αποκαταστάσεως της γεφύρας του πλοίου "K.", η οποία κατεστράφη εκ πυρκαϊάς εντός του λιμένος …, ιιι. την διερεύνηση (διά συντάξεως και υποβολής αναλυτικών τεχνικών εκθέσεων) των αιτίων βυθίσεως του ρυμουλκού "Α." (υπό αριθμό νηολογίου … του λιμεναρχείου … ), ιν.

την μελέτη και σύνταξη τεχνικών εκθέσεων και παρατηρήσεων των πορισματικών εκθέσεων των Επιθεωρητών Επιθεωρήσεως Εμπορικών Πλοίων (ΚΕΕΠ) επί των πλοίων "Α. Φ. Ι.", "Α. Φ. Ι.", "Α. Φ. Ι." και "Α. Φ. Ι." (υπό αντιστοίχους αριθμούς νηολογίου …, …, … και …) του Λιμεναρχείου …, οι οποίες συνετάγησαν βάσει των από 2 & 3-11-2000 εκτάκτων επιθεωρήσεων των ως άνω Επιθεωρητών, ν.

την μελέτη και επιστημονική τοποθέτηση έναντι πλήθους καταγγελιών της Μ. Λ. (πρώην μεγαλομετόχου της πλοιοκτητρίας εταιρείας του πλοίου "Σ. Ρ.") αναφορικώς προς τεχνικές ελλείψεις των πλοίων του ομίλου των εταιρειών συμφερόντων του πατρός της εναγούσης, νι. τις μελέτες αναγνωρίσεως του πλοίου "Σ. Ρ.", νιι.

τις αναγκαίες ενέργειες προς εξασφάλισιν των από τεχνικής απόψεως απαιτουμένων προϋποθέσεων διά την έκδοση πιστοποιητικών αξιοπλοΐας του Ε/Γ πλοίου "Μ. R." και την μέριμνα εκδόσεως των οικείων πιστοποιητικών και νιιι. την διερεύνηση των αιτίων βυθίσεως του Φ/Γ πλοίου "E. Χ." κατά την θαλασσία περιοχή ... την 1η Σεπτεμβρίου 2000, γ') ότι ειδικώτερον εν σχέσει προς την τελευταία ως άνω υπόθεση εντός του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2002 επί της προτάσεως του πατρός της αντιδίκου προς αυτόν διά την διερεύνηση των αιτίων και περιστάσεων βυθίσεως του πλοίου "E. Χ." (σύνταξη μελέτης και επιστημονικού σχολιασμού της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των ναυπηγών Δ.

Π. και Α. Κ. και εμφάνιση αυτού ως τεχνικού συμβούλου και μάρτυρος κατά τις αντίστοιχες εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες και δίκες) ο ίδιος (εναγόμενος) συνεφώνησε αρχικώς μετά του πατρός της αντιδίκου να προβεί εις την σύνταξη προμελέτης αντί εργολαβικής αμοιβής 13.000 ευρώ προς τον σκοπόν προβεβαιώσεως του ιδίου (εναγομένου) περί της ανυπαρξίας ευθυνών της πλοιοκτησίας ως προς την βύθιση του συγκεκριμένου πλοίου, η οποία προϋπόθεση ετέθη υπό αυτού ως ναυπηγού αναγκαία διά την ανάληψη του ως άνω έργου, δ') ότι εντός του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2003 και δη μετά την διεκπεραίωση της συμφωνηθείσης προμελέτης και της υπό του ιδίου διαπιστώσεως ανυπαρξίας ευθυνών της πλοιοκτητρίας εταιρείας του ως άνω πλοίου εν σχέσει προς την βύθισή του συνεφωνήθη (προφορικώς και άνευ τηρήσεως εγγράφου τύπου εντός του πλαισίου των αψόγων σχέσεων) μεταξύ του εναγομένου και του πατρός της εναγούσης:

ι. η εκ μέρους του εναγομένου σύνταξη περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως μετά σχολίων επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των ως άνω πραγματογνωμόνων, ιι. η εν συνεχεία εκπόνηση πλήρους και ενδελεχούς μελέτης μετ' αιτιολογημένου πορίσματος περί των αιτίων του ατυχήματος βυθίσεως του προαναφερθέντος πλοίου, ιιι.

η εκ μέρους του εναγομένου ανάληψη καθηκόντων τεχνικού συμβούλου του πατρός της εναγούσης και η εξέταση αυτού ως μάρτυρος - εμπειρογνώμονος σε όλες τις στάσεις της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας [κατά των κατηγορουμένων Σ. Η. (πατρός της εναγομένης) και Ε. Κ. (συνεργάτιδός του)] αναφορικώς προς την βύθιση του ως άνω πλοίου, ιν.

η διερεύνηση και ο σχηματισμός γνώμης περί της τυχόν ευθύνης τρίτων φυσικών και νομικών προσώπων εν σχέσει προς την ρύπανση της θαλάσσης και των ακτών του … από την βύθιση του ως άνω πλοίου και δη περί της τυχόν στοιχειοθετήσεως ευθύνης των πλοιοκτητών και του πληρώματος του Φ/Γ πλοίου "Χ. Ε." [εν όψει και της εκδόσεως των διά του δικογράφου της εφέσεως αναφερομένων ατομικών διοικητικών πράξεων καταλογισμού των δαπανών (περί αντιμετωπίσεως της ρυπάνσεως) του Κεντρικού Λιμεναρχείου … και των οικείων πρωτοβαθμίων και δευτεροβαθμίας οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και επιβολής προστίμου υπό του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας εις βάρος του πλοιάρχου (S. M.) και της (υπό την επωνυμίαν "A.

F. I.") διαχειριστρίας εταιρείας του βυθισθέντος πλοίου "E. X."], ν. η από επιστημονικής απόψεως μελέτη και γνωμοδότηση επί τεχνικών ζητημάτων αναφυέντων εντός του πλαισίου ασκήσεως της αγωγής της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Τ. Χ. Α. Ε." κατά της πλοιοκτητρίας του βυθισθέντος πλοίου εταιρείας υπό την επωνυμία "S. M.

C. S.A.", κατά του πλοιάρχου του ως άνω πλοίου και κατά του πατρός της εναγούσης και νι. η σύνταξη των απαιτουμένων μελετών (μετά συνημμένης μεταφράσεως εις την αγγλική γλώσσα) προς τον σκοπόν υποβολής αυτών διά λήψη αποζημιώσεως από την (επί τη βάσει συμβάσεως ασφαλίσεως) καλύπτουσα τον κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος από το βυθισθέν πλοίο ασφαλιστική εταιρεία, ε') ότι η εντός του πλαισίου της (προφορικώς -λόγω της αψόγου επαγγελματικής συνεργασίας μετά του πατρός της εναγούσης- συναφθείσης) ως άνω συμφωνίας καθορισθείσα αμοιβή του εναγομένου (πέραν των καταβλητέων δαπανών συντάξεως) συνίστατο:

αφ' ενός σε χρηματικό ποσόν 80.000 ευρώ διά την σύνταξη της κυρίας τεχνικής εκθέσεως, η οποία προϋπέθετε την εκπόνηση και σύνταξη των ακολούθων επί μέρους μελετών και τεχνικών εκθέσεων [ήτοι, ι. σύνταξη μελέτης υπολογισμού ροπών κάμψεως και τεμνουσών δυνάμεων αναφορικώς προς το βυθισθέν πλοίο αντί αμοιβής 15.000 ευρώ, ιι.

εκπόνηση μελέτης αντοχής μεταλλικής κατασκευής του ως άνω πλοίου αντί αμοιβής 5.000 ευρώ, ιιι. εκπόνηση μελέτης επί της από 18-12-2001 αγωγής της εταιρείας υπό την επωνυμία "Α. Γ. Ε. Τ. Η." (πλοιοκτητρίας του πλοίου "Χ. Ε.") κατά της πλοιοκτητρίας του βυθισθέντος πλοίου εταιρείας υπό την επωνυμία "S. M. C. S.A." και κατά των πλοιάρχου και υποπλοιάρχου του βυθισθέντος πλοίου (S. M.

και Ν. Π.) καθώς και κατά του πατρός της εναγομένης (Σ. Η.) αντί αμοιβής 20.000 ευρώ και ιν. διερεύνηση της περιπτώσεως προκλήσεως (ή συμμετοχής) του προαναφερθέντος τρίτου πλοίου "Χ. Ε." εις την πρόκληση της προδιαληφθείσης θαλασσίας ρυπάνσεως αντί αμοιβής 40.000 ευρώ, η οποία (αμοιβή) και κατεβλήθη υπό του ιδίου του πατρός της εναγομένης (βλ.

ως προς την εξιστόρηση της καταβολής της αμοιβής του συγκεκριμένου έργου: 9η σελίδα - στοιχείο "δ" του δικογράφου της εφέσεως)], αφ' ετέρου σε χρηματικό ποσό 7.000 ευρώ διά μετάφραση εις την αγγλική γλώσσα της περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως μετά σχολίων επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Δ.

Π. και Α. Κ. και εν τέλει σε ποσοστό 3% επί του τυχόν καταβληθησομένου ασφαλίσματος (εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας του βυθισθέντος πλοίου), στ') ότι την 5η Δεκεμβρίου 2003 κατόπιν επιδεινώσεως της υγείας του απεβίωσε ο πατήρ της εναγούσης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε δώσει εντολή προς το λογιστήριον της εταιρείας του διά καταβολή των οφειλομένων υπολοίπων αμοιβών:

ι. της εκπονήσεως μελέτης εν σχέσει προς το Ε/Γ πλοίο "Μ. R.", η οποία εξωφλήθη την 10η Δεκεμβρίου 2003, ιι. των προ του θανάτου του πατρός της εναγούσης διεκπεραιωθεισών μελετών διά τα πλοία τύπου καταμαράν "Υ. ΚΑΤ" και "Σ. ΚΑΤ", οι οποίες εξωφλήθησαν την 17η Δεκεμβρίου 2003, ιιι. της τεχνικής εκθέσεως εν σχέσει προς τα αίτια βυθίσεως του Ρ/Κ πλοίου "Α.", η οποία εξωφλήθη την 17η Δεκεμβρίου 2003, ιν.

της περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως σχολιασμού της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των ως άνω πραγματογνωμόνων αναφορικώς προς την βύθιση του Φ/Γ πλοίου "E. X.", η οποία εξωφλήθη την 18η Δεκεμβρίου 2003 και ν. των μελετών διά την αναγνώριση του Ε/Γ πλοίου "Σ. Ρ.", οι οποίες εξωφλήθησαν την 29η Δεκεμβρίου 2003, ζ') ότι μετά τον θάνατο του πατρός της εναγούσης η αντίδικος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος (καθολικός διάδοχος) αυτού και διαχειρίστρια του προαναφερθέντος ομίλου εταιρειών, ανεδέχθη άπασες τις υποχρεώσεις του πατρός αυτής και ήλθε σε συζητήσεις και συμφωνίες μετά του ιδίου (εναγομένου), διά των οποίων αφ' ενός επεβεβαιώθη η ισχύς των ήδη συναφθεισών ως άνω συμβάσεων μεταξύ του ιδίου (εναγομένου) και του πατρός αυτής και αφ' ετέρου συνήφθησαν νέες συμβάσεις μεταξύ αυτού και της ιδίας της αντιδίκου διά διενέργεια και εκπόνηση περαιτέρω μελετών, η') ειδικώτερον δε ότι επανεβεβαιώθη διά συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων η αναγκαιότης πρώτον της πραγματοποιήσεως της προρρηθείσης μελέτης επί της αγωγής της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Τ.

Χ. Α. Ε." κατά της πλοιοκτητρίας του βυθισθέντος πλοίου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "S. M. C. S.A." κατά του πλοιάρχου του ως άνω πλοίου και κατά του πατρός της εναγούσης, δεύτερον της μεταφράσεως εις την αγγλική γλώσσα της περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως σχολιασμού και αντικρούσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Δ.

Π. και Α. Κ. και τρίτον της εκπονήσεως τεχνικής εκθέσεως σχολιασμού της πραγματογνωμοσύνης των Δ. Π. και Α. Κ. "περί των συνθηκών βυθίσεως του Φ/Γ "E. X.", η οποία τεχνική έκθεση (μετά των προαπαιτουμένων προς σύνταξιν αυτής μελετών αφ' ενός υπολογισμού ροπών κάμψεως και τεμνουσών δυνάμεων και αφ' ετέρου αντοχής μεταλλικής κατασκευής) ωλοκληρώθη την 12η Οκτωβρίου 2006, ενώ επί πλέον ο εναγόμενος ανέλαβε έναντι της εναγούσης την υποχρέωση εκτελέσεως των επιπροσθέτων κάτωθι έργων:

ι. της ολοκληρώσεως της μελέτης περί περαιτέρω μετασκευών των δύο πλοίων τύπου καταμαράν "Υ. ΚΑΤ" και "Σ. ΚΑΤ", ιι. της αναγνωρίσεως του Ε/Γ πλοίου "Σ. Ρ.", ιιι. της διενεργείας μελέτης εν σχέσει προς τις απαραίτητες εργασίες αποκαταστάσεως των υλικών ζημιών και τις δαπάνες αναγκαίων επισκευών λόγω συγκρούσεως του προαναφερθέντος πλοίου τύπου καταμαράν "Υ.

ΚΑΤ", ιν. της διενεργείας επιπροσθέτου (εν σχέσει προς την συμφωνηθείσα μετά του πατρός της αντιδίκου) μελέτης περί των ενεργειών, οι οποίες έδει να έχουν γίνει αλλά παρελείφθησαν από την πλοιοκτήτρια και το πλήρωμα του πλοίου "Χ. Ε." προς τον σκοπόν αποτροπής ή άλλως περιορισμού της εκτάσεως της θαλασσίας ρυπάνσεως από την βύθιση του πλοίου "Ε.

X.", ν. της εκπονήσεως τεχνικής εκθέσεως αφορώσης εις τις καταγγελίες των Μ. Λ. (πρώην μεγάλης μετόχου της πλοιοκτητρίας του πλοίου "Σ. Ρ.") και Ε. Κ. (πρώην συνεργάτου του πατρός της εναγούσης) εν σχέσει προς τα προαναφερθέντα πλοία "Υ. ΚΑΤ", "Σ. ΚΑΤ", Μ. R. I" και "Σ. Ρ.", η οποία τεχνική έκθεση ολωκληρώθη την 14η Μαΐου 2005 και παρεδόθη ακολούθως προς την ενάγουσα, νι.

της εκπονήσεως τεχνικής εκθέσεως εν σχέσει προς τους ισχυρισμούς της Μ. Λ. επί της από 4-2-2005 μηνύσεώς της κατά της Χ. Η. περί παραποιήσεως τεχνικών στοιχείων του πλοίου "Σ. Ρ.", η οποία τεχνική έκθεση ωλοκληρώθη την 14η Μαΐου 2005 και παρεδόθη ακολούθως προς την αντίδικον και νιι. της εκπονήσεως κεχωρισμένης επιπροσθέτου των προηγουμένων τεχνικής εκθέσεως, η οποία αφεώρα εις την αλληλουχία των αιτίων και περιστατικών της ρυπάνσεως της θαλάσσης και των ακτών διά πετρελαίου διαρρεύσαντος κατά την βύθιση του πλοίου "E. X." στο ...

την 1η Σεπτεμβρίου 2000 και η οποία ωλοκληρώθη την 1η Νοεμβρίου 2004 και παρεδόθη εν συνεχεία προς την αντίδικον, θ') ότι επιπροσθέτως (πέραν των ως άνω συμπεφωνημένων) ο ίδιος (εναγόμενος) παρέστη επανειλημμένως εις το Γραφείο Εσωτερικών Υποθέσεων του Λιμεναρχείου … διά παροχή γνωμοδοτήσεων και διευκρινίσεων εν όψει της υπηρεσιακής ερεύνης των προρρηθεισών καταγγελιών των Μ.

Λ. και Ε. Κ. και παρέσχε προς τους νομικούς παραστάτες των εταιρειών του ομίλου οικονομικών συμφερόντων της εφεσιβλήτου πληροφορίες και διευκρινίσεις επί τεχνικής φύσεως ζητημάτων, τα οποία απετέλεσαν αντικείμενο των τεχνικών εκθέσεων αυτού εν όψει των εκκρεμών δικών και διοικητικών διαδικασιών, δίχως να έχει καταβληθεί υπό της εναγούσης οιαδήποτε αμοιβή διά το (πέραν των ήδη συμπεφωνημένων) "πλήθος των τυπικών και ατύπων παρεμβάσεων και τεχνικής υποστηρίξεως του ιδίου", ι') ότι εντός της ανοίξεως του έτους 2006 είχαν διεκπεραιωθεί εκ μέρους του ιδίου (εναγομένου) άπασες οι μελέτες και τεχνικές εκθέσεις των προπεριγραφεισών εργασιών και ότι είχαν καταβληθεί εκ μέρους της εναγούσης οι συμβατικώς καθορισθείσες αμοιβές και οι αντίστοιχες δαπάνες δι' εκάστην των προαναφερομένων υπηρεσιών εξαιρέσει των αμοιβών και δαπανών, οι οποίες αφεώρων εις τις ακόλουθες εργασίες επί του εκκρεμούς θέματος της βυθίσεως του πλοίου "E.":

ι. εις την εκπόνηση της (επιπροσθέτου και ανεξαρτήτου των προηγουμένων συμφωνιών) τεχνικής εκθέσεως περί της αλληλουχίας των αιτίων και περιστατικών προκλήσεως της ρυπάνσεως της θαλάσσης και των ακτών από την διάρρευση πετρελαίου κατά την βύθιση του ως άνω πλοίου, ιι. εις την πραγματοποίηση της μελέτης προς αντιμετώπιση της προρρηθείσης αγωγής της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Τ.

Χ. Α. Ε." κατά της πλοιοκτητρίας του βυθισθέντος πλοίου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "S. M. C. S.A.", κατά του πλοιάρχου του ως άνω πλοίου και κατά του πατρός της εναγούσης, και ιιι. της μεταφράσεως εις την αγγλική γλώσσα της περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως σχολιασμού και αντικρούσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Δ.

Π. και Α. Κ. (διά την πρώτην εκ των ως άνω εργασιών ουδόλως προσδιορίζεται διά του δικογράφου της εφέσεως και διά των δευτεροβαθμίων προτάσεων του εναγομένου η συμφωνηθείσα αμοιβή και διά τις δευτέρα και τρίτη εξ αυτών η συμφωνηθείσα αμοιβή, κατά τα διά του δικογράφου της εφέσεως εκτιθέμενα, σε 20.000 ευρώ και σε 7.000 ευρώ αντιστοίχως), ια') ότι εντός του μηνός Μαΐου του έτους 2006 ο ίδιος εζήτησε από την ενάγουσα να καταβάλει προς αυτόν την εκκρεμή οφειλή και ότι επίσης επεσήμανε προς την αντίδικό του την συνδρομή απροσδοκήτων περιστάσεων, ένεκα των οποίων κατέστη επιβεβλημένη η εκπόνηση (μη διευκρινιζομένων) επιπροσθέτων μελετών και προσθέτων τεχνικών εκθέσεων, διά τις οποίες ωφείλετο επιπρόσθετος αμοιβή ύψους 85.000 ευρώ, ιβ') ότι τότε η ενάγουσα δεν κατέβαλε την εκκρεμή οφειλή, επειδή ισχυρίσθη αφ' ενός ότι τα δύο αδέλφια αυτής (ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι της κληρονομίας του πατρός αυτής) είχαν εκφράσει δριμύτατα παράπονα εναντίον της διά διάθεση μεγάλων χρηματικών ποσών άνευ αιτιολογίας ή επαρκούς αιτιολογίας και αφ' ετέρου ότι διά νεωτέρας, κατά τους ισχυρισμούς της, συμφωνίας μεταξύ των αντιδίκων είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί η εκκρεμής οφειλή μετά το πέρας των αντιστοίχων δικών, όπερ, όμως, ουδόλως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των αντιδίκων, οπότε και ο ίδιος εδήλωσε προς την αντίδικο ότι δεν επρόκειτο να παραδώσει προς εκείνη την προρρηθείσα κυρία τεχνική έκθεση περί των αιτίων βυθίσεως του πλοίου "E.", πλην, όμως, εκ λόγω δεοντολογίας παρέσχε τεχνικές συμβουλές προς τους νομικούς συμπαραστάτες της εφεσιβλήτου και προς τον νομικό συμπαραστάτη του κατηγορουμένου επιθεωρητού του νηογνώμονος του ως άνω βυθισθέντος πλοίου εν όψει της εκκρεμούς ποινικής δίκης, στην οποίαν και ο ίδιος είχε κληθεί ως τεχνικός σύμβουλος και μάρτυς υπέρ των πλοιάρχου και υποπλοιάρχου του ως άνω πλοίου, ιγ') ότι κατόπιν νέων διαπραγματεύσεων μετά της αντιδίκου η ενάγουσα, η οποία ετύγχανε διαχειρίστρια του ομίλου των προαναφερομένων εταιρειών του θανόντος πατρός αυτής, απεδέχθη να καταβάλει προς αυτόν (εναγόμενο) διά αμοιβή και έξοδα το τελικώς οφειλόμενο χρηματικό ποσόν των 167.000 ευρώ, πλην, όμως, ένεκα της δυσπιστίας των δύο αδελφών αυτής αναφορικώς προς την υπ' αυτής διενεργουμένη διαχείριση του ομίλου των εταιρειών αλλά και προς αντιμετώπιση και διασκέδαση της ανασφαλείας της διά την συνέχιση της εκ μέρους του ιδίου παροχής της επιστημονικής αρωγής εις όλες τις εξ αιτίας της βυθίσεως του πλοίου "E. X." ανοιγείσες δίκες, η αντίδικος συνεφώνησε επιπροσθέτως μετά του ιδίου (εναγομένου) αφ' ενός να συναφθεί μεταξύ αυτών εικονική σύμβαση δανείου, εντός του πλαισίου της οποίας να εμφαίνεται εικονικώς προς τους μη γνωρίζοντες αδελφό και αδελφή της εναγούσης ότι η ενάγουσα έχει δανείσει προς τον εναγόμενο χρηματικό κεφάλαιο 167.000 ευρώ (ισόποσο προς την υπ' εκείνης προς αυτόν ως άνω οφειλομένη αμοιβή παροχής υπηρεσιών), και αφ' ετέρου να εκδοθούν παραλλήλως υπό του ιδίου (εναγομένου) εικονικώς εις διαταγήν της εφεσιβλήτου δύο τραπεζικές επιταγές ισοπόσου προς το εικονικό δάνειο χρηματικού ποσού άνευ, όμως, συμπληρώσεως της ημερομηνίας εκδόσεως αυτών, ιδ') ότι πράγματι συνήφθησαν (αλλά εικονικώς) μεταξύ των αντιδίκων τα υπό της εναγούσης ως άνω επικαλούμενα δύο ιδιωτικά συμφωνητικά δανείου, διά των οποίων ενεφαίνετο εικονικώς ότι η ενάγουσα είχε δανείσει προς τον ίδιον χρηματικά κεφάλαια 80.000 ευρώ και 87.000 ευρώ αντιστοίχως, και επίσης εντός του μηνός Μαΐου του έτους 2006 εξεδόθησαν υπ' αυτού (εναγομένου) εικονικώς εις διαταγήν της εναγούσης οι (επιστηρίζουσες την επίδικη αδικοπραξία) δύο τραπεζικές επιταγές (υπ' αριθ. ...

και ... Τραπέζης Πειραιώς Α.Ε.) χρηματικών ποσών 80.000 ευρώ και 87.000 ευρώ αντιστοίχως, δυνάμει των οποίων ενεφαίνετο (εικονικώς) ότι η ενάγουσα εδικαιούτο να εισπράξει διά εμφανίσεως των σωμάτων αυτών προς πληρωμή τα επ' αυτών ανωτέρω αναγραφόμενα χρηματικά ποσά, ιε') ότι επιπροσθέτως συνεφωνήθη η επιστροφή των άνευ ημερομηνίας εκδοθεισών τραπεζικών επιταγών υπό της εναγούσης προς τον εναγόμενον αμέσως μετά το πέρας των ως άνω δικαστικών υποθέσεων, ιστ') ότι αμέσως μετά την σύναψη των δύο εικονικών συμβάσεων δανείου η ενάγουσα εξέδωσε εις διαταγήν του ιδίου τραπεζική επιταγή ποσού 80.000 ευρώ έναντι των υπ' εκείνης προς αυτόν οφειλομένων αμοιβών, την οποίαν ο ίδιος εισέπραξε, και ότι η αντίδικος υπεσχέθη να καταβάλει προς αυτόν σταδιακώς (αμέσως μετά την αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ εκείνης και των αδελφών της) αφ' ενός το υπόλοιπο χρηματικό ποσόν των 87.000 ευρώ, το οποίο αφεώρα εις την αρχική συμφωνία, και αφ' ετέρου το χρηματικό ποσόν των 85.000 ευρώ, το οποίο αφεώρα εις τις επιπρόσθετες μελέτες και εκπονήσεις νέων τεχνικών εκθέσεων, δίχως, όμως, εκείνη να τηρήσει τα ως άνω υπεσχημένα, ιζ') ότι διά τούτο, όταν περί τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2006 και την 24ην Οκτωβρίου 2006 εζητήθη προφορικώς και εγγράφως αντιστοίχως υπό του συνηγόρου πολιτικής αγωγής της (οικονομικών συμφερόντων της εναγούσης) πλοιοκτητρίας εταιρείας του πλοίου "E. Χ." η υπό του ιδίου (εναγομένου) εκπονηθείσα και συνταχθείσα κυρία έκθεση προσδιορισμού των αιτίων βυθίσεως του ως άνω πλοίου και ο ίδιος ηρνήθη την παράδοση αυτής λόγω μη καταβολής της ως άνω αμοιβής, τότε κατόπιν διαπραγματεύσεων κατεβλήθη υπό της εναγούσης προς αυτόν χρηματικόν ποσόν 15.000 ευρώ έναντι της συνολικής οφειλής και εδόθη η υπόσχεση προς αυτόν ότι αναμένεται να επακολουθήσουν και άλλες τμηματικές καταβολές προς εξόφλησιν του υπολοίπου, οπότε ο ίδιος παρέδωσε προς τους νομικούς συμπαραστάτες της εναγούσης την προδιαληφθείσα έκθεση και κατά την διεξαγωγή της ποινικής δίκης κατέθεσεν ως μάρτυς και τεχνικός σύμβουλος της ως άνω πλοιοκτητρίας εταιρείας, ιη') ότι επιπροσθέτως μέχρι το τέλος της ποινικής δίκης η ενάγουσα κατέβαλε προς αυτόν τμηματικώς το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου, κατ' εκτίμησιν της 23ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως, και του προκαταβληθέντος κατά την παράδοση της κυρίας τεχνικής εκθέσεως χρηματικού ποσού των 15.000 ευρώ) και ότι έκτοτε απομένει ανεξόφλητο υπόλοιπο χρηματικής οφειλής ύψους 122.000 ευρώ [(87.000 Ε + 85.000 Ε = 172.000 Ε) - 50.000 Ε = 122.000 Ε], ιθ') ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 2006 και 2011 η ενάγουσα και η οικογένεια αυτής είχαν να αντιμετωπίσουν τις ποινικές συνέπειες των καταγγελιών των εις ανωτέρω σημείον αναφερομένων Μ.

Λ. και Ε. Κ., θύμα της πολεμικής των οποίων υπήρξε και ο ίδιος καταμηνυθείς υπ' εκείνων διά ψευδορκία σε ποινική δίκη και αθωωθείς ενώπιον του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδος την 11ην Οκτωβρίου 2011, κ') ότι εντός του μηνός Φεβρουαρίου του έτους 2011 η ενάγουσα παρεκάλεσεν αυτόν να υπογράψει έγγραφο, διά του οποίου θα παρείχετο εις εκείνην το δικαίωμα αυτοβούλου θέσεως ημερομηνίας εκδόσεως επί των σωμάτων των επιδίκων τραπεζικών επιταγών και εντός της ανοίξεως του ιδίου έτους εζήτησε φορτικώς από αυτόν την συμπλήρωση της ημερομηνίας εκδόσεως των ως άνω αξιογράφων, οπότε ο ίδιος εκτιμήσας ότι τούτο εζητήθη εντός του πλαισίου διευθετήσεως των ενδοοικογενειακών διαφορών μετά των αδελφών της αντιδίκου συνεπλήρωσε την από πενταετίας ελλείπουσα ημερομηνίαν εκδόσεως επί του σώματος εκάστης εκ των ως άνω δύο τραπεζικών επιταγών, αφού επίστευσεν ακραδάντως κατόπιν αντιστοίχου διαβεβαιώσεως της αντιδίκου ότι μετά την χρήση των εικονικών επιταγών μόνον "διά το θεαθήναι" εκείνη είχε πρόθεση επιστροφής τούτων προς τον ίδιον και δεν επρόκειτο να επιδιώξει την είσπραξη αυτών προς βλάβην του και κα') ότι διά της (κατόπιν συμφωνίας μετά της αντιδίκου) εκδόσεως των επιδίκων τραπεζικών επιταγών ως εικονικών και της εν συνεχεία (κατά παράβασιν της ως άνω συμφωνίας) εμφανίσεως αυτών από την αντίδικο προς πληρωμήν και μη πληρωμής αυτών ως ακαλύπτων δεν στοιχειοθετούνται οι απαραίτητες διά την συνδρομή αδικοπραξίας προϋποθέσεις αφ' ενός του παρανόμου, αφ' ετέρου της υπαιτιότητος και εν τέλει της προκλήσεως ζημίας εις βάρος της εναγούσης, αφού η δήλωση βουλήσεως εκδόσεως των ως άνω τραπεζικών επιταγών ήτο εικονική και η διά των ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων αναφερομένη ως υποκειμενική σχέση εκδόσεως αυτών (χορήγηση δανείων υπό της εναγούσης προς τον εναγόμενο) ήτο ωσαύτως εικονική ελλείψει της συνάψεως οιασδήποτε πραγματικής συμβάσεως δανείου μεταξύ των αντιδίκων.

Όμως, τα υπό του εναγομένου ως άνω παρατιθέμενα δεν τυγχάνουν πρόσφορα να αποδυναμώσουν την ως άνω σχηματισθείσα κρίση περί της (σοβαρά βουλήσει) εκδόσεως εκ μέρους του ιδίου των διά της ενδίκου αγωγής αναφερομένων δύο τραπεζικών επιταγών χρηματικού ύψους 80.000 ευρώ και 87.000 ευρώ, καθ' ότι ακόμη και κατά αυτήν ταύτην την παράθεση της ως άνω αιτιολογημένης αρνήσεως της αγωγής υφίστανται οι κάτωθι αντιφάσεις:

α'') περί το τέλος της 12ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως ο εναγόμενος ισχυρίζεται (όπως ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "η'-ιι" της περιληπτικής αναπτύξεως του μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ότι μετά τον θάνατο του πατρός της, μεταξύ άλλων εργασιών, η ενάγουσα ανέθεσε προς αυτόν την αναγνώριση του πλοίου "Σ.

Ρ.", ενώ ήδη διά της 11ης σελίδος και της αρχής της 12ης σελίδος του ιδίου δικογράφου ο ως άνω διάδικος έχει προηγουμένως εκθέσει (όπως περιληπτικώς ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "στ'" της περιληπτικής αναπτύξεως του μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ότι την 29η Δεκεμβρίου 2003 κατόπιν προηγηθείσης εκκρεμούς εντολής του πατρός της εναγούσης, ο οποίος απεβίωσε την 5η Δεκεμβρίου 2003, εξωφλήθησαν από το λογιστήριο (της πλοιοκτητρίας εταιρείας οικονομικών συμφερόντων του ως θανόντος) τα οφειλόμενα διά τις μελέτες, οι οποίες είχαν ήδη συνταχθεί αναφορικώς προς την αναγνώριση του ιδίου ως άνω πλοίου, εξ ου καταδεικνύεται ότι αντιφατικώς ο εναγόμενος εκθέτει ότι η ενάγουσα (ως κληρονόμος του ως άνω θανόντος) είχε αναθέσει προς αυτόν την διενέργεια έργου, το οποίο είχε ήδη εκτελεσθεί και εξοφληθεί, και ότι συνακολούθως δεν παραθέτει σαφή και πλήρη εικόνα της συναλλακτικής σχέσεώς του μετά της αντιδίκου του, β'') ενώ διά των 8ης και 9ης σελίδων του δικογράφου της εφέσεως ο εναγόμενος εξιστορεί [όπως περιληπτικώς παρατίθεται υπό το ως άνω στοιχείο "ε'" της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω περί εικονικότητος (μη αυτοτελούς εν σχέσει προς την εξ αδικοπραξίας επίδικη αξίωση της εναγούσης) ισχυρισμού του εναγομένου] ότι εντός του πλαισίου της (προφορικώς) μετά του πατρός της εναγούσης συναφθείσης συμφωνίας εν σχέσει προς την βύθιση του πλοίου "E. X." η καθορισθείσα αμοιβή του εναγομένου (πέραν των καταβλητέων δαπανών συντάξεως) συνίστατο αφ' ενός σε χρηματικό ποσόν 80.000 ευρώ διά την σύνταξη της κυρίας τεχνικής εκθέσεως, η οποία προϋπέθετε την εκπόνηση και σύνταξη των ακολούθων επί μέρους μελετών και τεχνικών εκθέσεων [ήτοι, ι.

σύνταξη μελέτης υπολογισμού ροπών κάμψεως και τεμνουσών δυνάμεων αναφορικώς προς το βυθισθέν πλοίο αντί αμοιβής 15.000 ευρώ, ιι. εκπόνηση μελέτης αντοχής μεταλλικής κατασκευής του ως άνω πλοίου αντί αμοιβής 5.000 ευρώ, ιιι. εκπόνηση μελέτης επί της από 18-12-2001 αγωγής της εταιρείας υπό την επωνυμία "Α. Γ. Ε. Τ.

Η." (πλοιοκτητρίας του πλοίου "Χ. Ε.") κατά της πλοιοκτητρίας του βυθισθέντος πλοίου εταιρείας υπό την επωνυμία "S. M. C. S.A." και κατά των πλοιάρχου και υποπλοιάρχου του βυθισθέντος πλοίου (S. M. και Ν. Π.) καθώς και κατά του πατρός της εναγομένης (Σ. Η.) αντί αμοιβής 20.000 ευρώ και ιν. διερεύνηση της περιπτώσεως προκλήσεως (ή συμμετοχής) του προαναφερθέντος τρίτου πλοίου "Χ.

Ε." εις την πρόκληση της προδιαληφθείσης θαλασσίας ρυπάνσεως αντί αμοιβής 40.000 ευρώ] και αφ' ετέρου σε χρηματικό ποσό 7.000 ευρώ διά μετάφραση εις την αγγλική γλώσσα της περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως μετά σχολίων επί της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Δ. Π. και Α. Κ., εν τούτοις, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι το άθροισμα των ως άνω προαπαιτουμένων της κυρίας τεχνικής εκθέσεως επί μέρους μελετών ανέρχεται σε 80.000 (= 15.000 + 5.000 + 20.000 + 40.000) ευρώ, ήτοι τυγχάνει ισοϋψές προς το ύψος της αμοιβής της κυρίας τεχνικής εκθέσεως, δεν διευκρινίζεται επαρκώς και προσηκόντως υπό του ως άνω διαδίκου εάν οι προαπαιτούμενες επί μέρους εργασίες διά την σύνταξη της κυρίας τεχνικής εκθέσεως (περί της βυθίσεως του ως άνω πλοίου) συμπεριελαμβάνοντο εις την αμοιβή της ως άνω κυρίας τεχνικής εκθέσεως, ώστε η συναφθείσα συμφωνία του εναγομένου μετά του πατρός της εναγούσης να έχει καθορισθεί σε συνολική αμοιβή 87.000 ευρώ (ήτοι σε 80.000 ευρώ διά την κυρία τεχνική έκθεση συμπεριλαμβανομένων των προαπαιτουμένων επί μέρους μελετών πλέον 7.000 ευρώ διά την μετάφραση εις την αγγλική γλώσσα της ως άνω περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως προς σχολιασμόν της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των προαναφερομένων δύο πραγματογνωμόνων), ή εάν η διά τις ως άνω επί μέρους τεχνικές μελέτες αναγραφομένη αμοιβή εκ ποσού (15.000 + 5.000 + 20.000 + 40.000 =) 80.000 ευρώ είχε συμφωνηθεί ως επιπρόσθετη της αντίστοιχης αμοιβής της κυρίας τεχνικής εκθέσεως εκ ποσού 80.000 ευρώ, ώστε η συναφθείσα συμφωνία του εναγομένου μετά του πατρός της εναγούσης να αφορά (συμπεριλαμβανομένης και της εις την αγγλική γλώσσα ως άνω μεταφράσεως) σε συνολική αμοιβή 167.000 [= 80.000 + (15.000 + 5.000 + 20.000 + 40.000 = 80.000) + 7.000] ευρώ , γ'') ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, ενώ διά της 9ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως (όπως ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "ε'-ιν" της περιληπτικής αναπτύξεως του μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ο ως άνω διάδικος εκθέτει ότι διά την συμφωνηθείσα μετά του πατρός της εναγούσης επί μέρους εργασία της διερευνήσεως της περιπτώσεως προκλήσεως ή συμμετοχής εις την πρόκληση της ρυπάνσεως του Νοτίου Ευβοϊκού του Φ/Γ αποθηκευτικού πλοίου "Χ.

Ε." η αντίστοιχη επί μέρους αμοιβή ύψους 40.000 ευρώ είχε ήδη καταβληθεί προς αυτόν υπό του πατρός της εναγούσης και ενώ περαιτέρω διά των 12ης έως 15ης σελίδων του δικογράφου της εφέσεως εκθέτει ότι μετά τον θάνατο του πατρός της η ενάγουσα αφ' ενός επανεπιβεβαίωσε μετά του εναγομένου τις υπό του τελευταίου μετά του πατρός της ήδη συναφθείσες συμφωνίες και επιπλέον συνήψε και νέες αντίστοιχες (όπως ανωτέρω περιληπτικώς παρατίθεται υπό το στοιχείο "η'" της περιληπτικής αναπτύξεως του μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) και ενώ επιπροσθέτως διά της 18ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως εκθέτει (όπως και ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "ι'" της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ότι περί την άνοιξη του έτους 2006 είχαν διεκπεραιωθεί εκ μέρους του ιδίου (εναγομένου) άπασες οι μελέτες και τεχνικές εκθέσεις των υπό του πατρός της εναγούσης και υπό εκείνης προς αυτόν πάσης φύσεως ανατεθέντων ζητημάτων και ότι είχαν καταβληθεί αντιστοίχως προς αυτόν οι συμβατικώς καθορισθείσες αμοιβές και οι αντίστοιχες δαπάνες δι' εκάστην των μέχρι τότε προσφερθεισών υπηρεσιών του εναγομένου εξαιρέσει των αμοιβών και δαπανών, οι οποίες αφεώρων εις τις διά του δικογράφου της εφέσεως υπό στοιχεία "γ, δ και ε" κατονομαζόμενες τεχνικές εκθέσεις και εργασίες επί του εκκρεμούς θέματος της βυθίσεως του πλοίου "E.", ήτοι οι αφορώσες:

ι. εις την νέα μετά της εναγούσης συμφωνία της εκπονήσεως της (επιπροσθέτου και ανεξαρτήτου των προηγουμένων συμφωνιών) τεχνικής εκθέσεως περί της αλληλουχίας των αιτίων και περιστατικών προκλήσεως της ρυπάνσεως της θαλάσσης και των ακτών από την διάρρευση πετρελαίου κατά την βύθιση του ως άνω πλοίου, ιι.

εις την επαναβεβαίωση της μετά του θανόντος πατρός της εναγούσης συμφωνία της μελέτης προς αντιμετώπιση της προρρηθείσης αγωγής της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Τ. Χ. Α. Ε." κατά της πλοιοκτητρίας του βυθισθέντος πλοίου εταιρείας υπό την επωνυμίαν "S. M. C. S.A.", κατά του πλοιάρχου του ως άνω πλοίου και κατά του πατρός της εναγούσης, και ιιι.

εις την επαναβεβαίωση της μετά του θανόντος πατρός της εναγούσης συμφωνία της μεταφράσεως εις την αγγλική γλώσσα της περιληπτικής τεχνικής εκθέσεως σχολιασμού και αντικρούσεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Δ. Π. και Α. Κ. [ο διά της 18ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως προσδιορισμός εκ μέρους του εναγομένου ως ανεξοφλήτων των αμοιβών των υπό στοιχεία "γ, δ και ε" του δικογράφου της εφέσεως κατονομαζομένων τεχνικών εκθέσεων δεν αναφέρεται εις τις διά των 8ης και 9ης σελίδων του δικογράφου της εφέσεως υπό τα ως άνω στοιχεία "γ, δ και ε" (και κατά την ώδε περιληπτική ανάπτυξη του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού υπό το στοιχείο "ε'" παρατιθέμενες) αμοιβές διά τις μεταξύ του ιδίου και του πατρός της εναγούσης κατονομαζόμενες ως συναφθείσες συμφωνίες (αφού η υπό στοιχείο "δ" της 9ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως αναφερομένη αμοιβή εκ ποσού 40.000 ευρώ ρητώς αναφέρεται διά της ιδίας σελίδος του ως άνω δικογράφου ότι είχε καταβληθεί και εξοφληθεί από τον πατέρα της εναγούσης προς τον ίδιον) αλλά αναφέρεται εις τις διά των 14ης και 15ης σελίδων υπό τα ίδια ως άνω "γ, δ και ε" του δικογράφου της εφέσεως στοιχεία (και κατά την ώδε περιληπτική ανάπτυξη του ως άνω ισχυρισμού υπό το στοιχείο "η'" παρατιθέμενες και επίσης διά του απορριπτικού σκεπτικού του ισχυρισμού του εναγομένου αμέσως ως άνω αναφερόμενες) τεχνικές εκθέσεις και εργασίες (σημειωτέον ότι οι υπό στοιχεία "γ" και "ε" των 8ης και 9ης σελίδων του δικογράφου της εφέσεως εργασίες μελέτης αγωγής και μεταφράσεως περιληπτικής μελέτης εις την αγγλική γλώσσα ταυτίζονται προς τις υπό στοιχεία "δ" και "ε" αντίστοιχες των 14ης και 15ης σελίδων του ιδίου δικογράφου) και ενώ εν τέλει διά της 19ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως εκθέτει (όπως και ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "ια'" της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ότι εντός του Μαΐου του έτους 2006 επεσήμανε προς την ενάγουσα ότι εξ αιτίας απροσδοκήτων περιστάσεων κατέστη αναγκαία η διενέργεια (μη διευκρινιζομένων) επιπροσθέτων μελετών, διά τις οποίες οφείλεται κεχωρισμένη (επιπρόσθετος της αρχικώς συμφωνηθείσης) αμοιβή ύψους 85.000 ευρώ, ήτοι ενώ βάσει όλων των διά του δικογράφου της εφέσεως προεκτιθεμένων στοιχείων εξιστορείται εν τοις πράγμασιν ότι μέχρι τον Μάιο του έτους 2006 οι ανεξόφλητες εργασίες και αντίστοιχες αμοιβές του εναγομένου (άπασες σχετιζόμενες προς την βύθιση του πλοίου "E. X.") προσδιωρίζοντο σε ποσόν 20.000 ευρώ διά την σύνταξη μελέτης επί της από 18-12-2001 αγωγής της εταιρείας "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡAΚΛΗΣ" κατά της πλοιοκτητρίας, του πλοιάρχου και του υποπλοιάρχου του πλοίου "E. X.", σε ποσόν 7.000 ευρώ διά την εις την αγγλική γλώσσα μετάφραση της περιληπτικής μελέτης σχολιασμού της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Δ.

Π. και Α. Κ., σε μη προσδιοριζόμενο βάσει της εφέσεως ποσό διά την εκπόνηση επιπροσθέτου (από την αρχικώς συμφωνηθείσα) τεχνικής εκθέσεως "περί της αλληλουχίας των αιτίων και περιστατικών προκλήσεως της ρυπάνσεως της θαλάσσης και των ακτών από πετρέλαιο κατά την βύθιση του πλοίου "E. X." στο ... την 1η Σεπτεμβρίου 2000" και σε ποσόν 85.000 ευρώ διά εξ απροσδοκήτων περιστάσεων προκύψασες (αλλά μη προδιοριζόμενες) επιπρόσθετες μελέτες [ήτοι σε χρηματικό ύψος 112.000 (= 20.000 + 7.000 + 85.000) ευρώ διά τις πρώτη, δευτέρα και τετάρτη εκ των ως άνω εργασιών και σε μη προσδιοριζόμενο ποσό διά την τρίτη εξ αυτών], εν τούτοις διά της 20ής σελίδος του δικογράφου της εφέσεως ο εναγόμενος εκθέτει ότι κατόπιν συζητήσεων (διαπραγματεύσεων) η ενάγουσα εδέχθη (όπως και ανωτέρω παρατίθεται υπό τα στοιχεία "ιγ'" και "ιδ'"της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) να καταβάλει προς αυτόν χρηματικό ποσό 167.000 (= 80.000 + 87.000) ευρώ υπό το εικονικό περίβλημα αφ' ενός της συνάψεως δύο (ισοϋψών προς έκαστο αντιστοίχως από τα ως άνω δύο επί μέρους ποσά) συμβάσεων δανείου (ύψους 80.000 ευρώ και 87.000 ευρώ και αφ' ετέρου της (εντός του Μαΐου του έτους 2006) εκδόσεως υπό του ιδίου προς την ενάγουσα των δύο αντιστοίχως ισοϋψών προς τα ως άνω ποσά τραπεζικών επιταγών, οι οποίες στηρίζουν την αδικοπρακτική βάση της ενδίκου αγωγής, δ'') επιπροσθέτως, ενώ διά της 22ας σελίδος του δικογράφου της εφέσεως ο εναγόμενος εκθέτει (όπως ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "ιστ'" της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ότι αμέσως μετά την κατόπιν συζητήσεων επιτευχθείσα συμφωνία μετά της αντιδίκου περί προσδιορισμού της προς αυτόν οφειλής σε ποσόν 167.000 ευρώ η αντίδικος κατέβαλε προς αυτόν μέσω εισπραχθείσης τραπεζικής επιταγής χρηματικό ποσό 80.000 ευρώ, εν τούτοις εν συνεχεία αντιφατικώς εκθέτει ότι αμέσως μετά την ως άνω καταβολή η αντίδικος υπεσχέθη να καταβάλει προς αυτόν τμηματικώς ουχί μόνον το βάσει της ως άνω τελικής συμφωνίας εξαγόμενο υπόλοιπο εκ ποσού 87.000 (= 167.000 - 80.000) ευρώ αλλά και το εις ανωτέρω σημείον αναφερόμενο επιπλέον ποσόν 85.000 ευρώ διά τις υπ' αυτού μη προσδιοριζόμενες επιπρόσθετες εργασίες, ούτως ώστε διά της περαιτέρω τμηματικής καταβολής επιπροσθέτου ποσού άλλων 50.000 ευρώ μέχρι το πέρας της αντίστοιχης ποινικής δίκης το υπέρ αυτού τελικό υπόλοιπο να έχει διαμορφωθεί, όπως ακολούθως εκθέτει διά της 23ης σελίδος του δικογράφου της εφέσεως και (όπως ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "ιη'" της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου), σε ύψος 122.000 ευρώ και ε'') ενώ διά των 24ης και 25ης σελίδων του δικογράφου της εφέσεως ο εναγόμενος εκθέτει (όπως ανωτέρω παρατίθεται υπό το στοιχείο "κ'" της περιληπτικής αναπτύξεως του ως άνω μη αυτοτελούς ισχυρισμού του εναγομένου) ότι περί την άνοιξη του έτους 2011 η ενάγουσα εζήτησε φορτικώς από αυτόν την συμπλήρωση της ημερομηνίας εκδόσεως των επιστηριζουσών την επίδικη αδικοπρακτική απαίτηση δύο τραπεζικών επιταγών και ότι ο ίδιος (εκτιμήσας ότι τούτο εζητήθη εντός του πλαισίου διευθετήσεως των ενδοοικογενειακών διαφορών μετά των αδελφών της αντιδίκου και πιστεύσας ακραδάντως κατόπιν αντιστοίχου διαβεβαιώσεως της αντιδίκου ότι μετά την χρήση των "εικονικών" επιταγών μόνον "διά το θεαθήναι" εκείνη είχε πρόθεση επιστροφής τούτων προς τον ίδιον και δεν επρόκειτο να επιδιώξει την είσπραξη αυτών προς βλάβην του) συνεπλήρωσε την από πενταετίας ελλείπουσα ημερομηνίαν εκδόσεως επί του σώματος εκάστης εκ των ως άνω δύο τραπεζικών επιταγών, των οποίων η έκδοση (όπως και η σύναψη των αντιστοίχων συμβάσεων δανείου) είχε, κατά τα υπό του εναγομένου εκτιθέμενα, γίνει εντός του μηνός Μαΐου του έτους 2006, εν τούτοις ούτος δεν δύναται να εξηγήσει διά ποίον λόγον δεν συνήψε χάριν διασφαλίσεώς του παραλλήλως τόσο προς την σύναψη των δύο ιδιωτικών συμφωνητικών δανείου όσο και προς την έκδοση των ως άνω δύο τραπεζικών επιταγών κάποιο αντέγγραφο, διά του οποίου να βεβαιούται από την αντίδικο προς αυτόν ότι τόσο οι ως άνω δύο συμβάσεις δανείου όσον και οι προαναφερόμενες δύο τραπεζικές επιταγές είχαν συναφθεί και εκδοθεί αντιστοίχως εικονικώς (ήτοι μόνον κατά το φαινόμενον) και ότι εν τοις πράγμασιν η εικονική σύναψη και έκδοση αυτών αντιστοίχως αφεώρα εις συγκάλυψη της οφειλής από την ενάγουσα προς τον εναγόμενο ισοπόσου προς το συνολικό ύψος των "φαινομενικών" δύο δανείων (και των "εικονικών" δύο τραπεζικών επιταγών) αμοιβής από την διενέργεια των προαναφερομένων τεχνικών μελετών αναφορικώς προς την βύθιση του πλοίου "E.".

Ούτε δύναται επίσης να δικαιολογήσει προσηκόντως ο εκκαλών - εναγόμενος διά ποίον λόγον επείσθη και εδέχθη μετά πενταετίαν από της συνάψεως των προαναφερομένων δύο συμβάσεων δανείων και των προαναφερθεισών δύο επιδίκων τραπεζικών επιταγών να συμπληρώσει ως μεταχρονολογημένες ημερομηνίες εκδόσεως των προαναφερομένων δύο τραπεζικών επιταγών τις αντίστοιχες της 30ής Αυγούστου 2011 και 30ής Σεπτεμβρίου 2011, δίχως ο ίδιος να επιδιώξει να διασφαλίσει την είσπραξη της υπ' αυτού αναφερομένης ως οφειλομένης από την ενάγουσα προς αυτόν υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής εκ ποσού 122.000 ευρώ, η οποία, κατ' άρθρον 250περ.5 ΑΚ, εκινδύνευε να υποπέσει εις την πενταετή παραγραφή (βλ.

ως προς την πενταετή παραγραφή των απαιτήσεων μηχανικών κατά του εργοδότου αυτών: ΑΠ 1216 /2000, ΤΝΠΔΣΑ). Ωσαύτως και η ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως [περί του ότι τα εμπεριεχόμενα στις (επιστηρίζουσες την επίδικη αδικοπραξία) δύο τραπεζικές επιταγές χρηματικά ποσά 80.000 ευρώ και 87.000 ευρώ αποτελούσαν αμοιβή του εναγομένου εναντίον της εναγούσης από την εκπόνηση των προαναφερθεισών τεχνικών μελετών διά την βύθιση του πλοίου "E. X." και ότι η καταβολή αυτής επετεύχθη διά της δημιουργίας του εικονικού τύπου αφ' ενός της συνάψεως δύο ανυπάρκτων συμβάσεων δανείων περί δήθεν χορηγήσεως υπό της εναγούσης προς τον εναγόμενο ως δανεισμάτων δύο ισοϋψών προς την ως άνω αμοιβή επί μέρους χρηματικών ποσών (80.000 ευρώ και 87.000 ευρώ) και αφ' ετέρου της εκδόσεως υπό του εναγομένου προς την ενάγουσα (εικονικώς χάριν καταβολής των δύο εικονικών δανείων) των ως άνω ισοπόσων προς την προαναφερθείσα αμοιβή δύο τραπεζικών επιταγών, καθώς και ότι κατά τον μεταχρονολογημένο χρόνο εκδόσεως των προαναφερθεισών δύο τραπεζικών επιταγών (30-8-2011 και 30-9-2011) και κατά τον αντίστοιχο χρόνο εμφανίσεως αυτών προς πληρωμή (εντός οκταημέρου από της αναγραφομένης ημερομηνίας εκδόσεως) ο εναγόμενος είχε ακόμη ανεξόφλητο υπόλοιπον απαιτήσεως ύψους 122.000 ευρώ εναντίον της εναγούσης από αμοιβή διά τις προς αυτήν διεκπεραιωθείσες τεχνικές εκθέσεις και μελέτες εν σχέσει προς το ως άνω πλοίο] δεν δύναται να αποδυναμώσει την ως άνω σχηματισθείσα κρίση περί της σοβαράς και ουχί εικονικής εκδόσεως των ως άνω τραπεζικών επιταγών, αφού ουδόλως αιτιολογήθηκε υπό του ως άνω μάρτυρος διά ποίον λόγον ακόμη και μετά την έκδοση των δύο τραπεζικών επιταγών και την σφράγιση αυτών ως ακαλύπτων εκ μέρους της εναγούσης (περί τις αρχές Σεπτεμβρίου και τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2011) ο εναγόμενος δεν άσκησε εναντίον της αντιδίκου του οιανδήποτε αγωγή περί επιδιώξεως καταβολής της αναφερομένης ως οφειλομένης υπολοίπου αμοιβής εκ ποσού 122.000 ευρώ, η οποία δεν είχε ακόμη τότε υποπέσει εις την πενταετή παραγραφή, αφού η τελευταία συνεπληρώθη, κατά τα άρθρα 251 και 253 ΑΚ, διά τις εντός του έτους 2006 εκτελεσθείσες και παραδοθείσες τεχνικές εκθέσεις και αντίστοιχες μελέτες εις το τέλος του έτους 2011.

Ούτε ηδυνήθη ο ως άνω μάρτυς αλλά και ο ίδιος ο εναγόμενος να εξηγήσουν διά ποίον λόγον την 7ην Ιουλίου 2011 εν σχέσει προς την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή εκ ποσού 80.000 ευρώ της Τραπέζης … Α.Ε." (πρώτη από τις επιστηρίζουσες την αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου δύο ακάλυπτες τραπεζικές επιταγές) συνετάγη το από 7-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των αντιδίκων, διά του οποίου ο εναγόμενος δηλώνει ότι επειδή αδυνατεί να εξοφλήσει την αξία της ως άνω τραπεζικής επιταγής κατά την (εκ των υστέρων) συμπληρωθείσα αρχική ημερομηνία εκδόσεως της 30-6-2011, προτείνει προς την αντίδικό του και εκείνη αποδέχεται την μετάθεση (διόρθωση) της ημερομηνίας εκδόσεως υπό του ιδίου του εναγομένου από 30-6-2011 σε 30-8-2011 (όπως και έγινε), δίχως αντιστοίχως μετά πενταετία τόσο από της συνάψεως των, κατά τους ισχυρισμούς του, δύο "εικονικών δανείων" όσο και από της εκδόσεως των, κατά τους ιδίους ισχυρισμούς του, δύο "εικονικών τραπεζικών επιταγών (μία εκ των οποίων τυγχάνει η εντός του ως άνω από 7-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού διαλαμβανομένη) ο εναγόμενος να απαιτήσει και να λάβει κάποιο αντέγγραφο περί της εικονικότητος των ως άνω τραπεζικών επιταγών ή κάποιο έγγραφο περί αναγνωρίσεως εκ μέρους της εναγομένης της προς αυτόν φερομένης ως οφειλομένης υπολοίπου αμοιβής εκ ποσού 122.000 ευρώ.

Οφείλεται, επομένως, από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα χρηματικό κεφάλαιο 167.000 ευρώ από την υπ' αυτού παράνομη και υπαιτία έκδοση των ως άνω δύο επιδίκων τραπεζικών επιταγών εν γνώσει της ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο εκδόσεως και κατά τον χρόνο εμφανίσεως αυτών προς πληρωμή. Επί πλέον η ενάγουσα υπέστη στενοχωρία από την εις βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία, διά την χρηματική ικανοποίηση των οποίων, λαμβανομένων υπ' όψιν του μεγέθους της προκληθείσης ζημίας, του βαθμού πταίσματος του εναγομένου και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των αντιδίκων, κρίνεται εύλογο το χρηματικό ποσό των 3.000 ευρώ.

Εν τέλει πρέπει να απαγγελθεί εις βάρος του εναγομένου λόγω της αφερεγγυότητος αυτού προσωπική κράτηση διαρκείας τριών (3) μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της παρούσης. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, που είχε βάση την αδικοπραξία από την έκδοση των δύο ακάλυπτων επιταγών και υποχρέωσε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα να καταβάλλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το παραπάνω ποσό, των 167.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση, και το ποσό των 3.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από τη ζημία που υπέστη αυτή από την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, ενώ, απήγγειλε σε βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διαρκείας τριών (3) μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, αξιολογώντας το σύνολο των διαθεσίμων αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Την κρίση του αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) ότι χάριν καταβολής (αποδόσεως) του ποσού των δύο δανείων, ύψους 167.000,00 ευρώ, ο αναιρεσείων μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη τις αναφερόμενες μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (υπ' αριθ. ... και ... της Τράπεζας … Α.Ε., ποσών 80.000,00 ευρώ και 87.000,00 ευρώ αντιστοίχως), που εξέδωσε ο ίδιος εις διαταγήν του, ακολούθως δε, η τελευταία μεταβίβασε αυτές, λόγω πληρεξουσιότητας, προς την Μ.

Κ., η οποία, ως αντιπρόσωπος της εντολέως της, τις εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, β) λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων δεν πληρώθηκαν, γεγονός που σημειώθηκε επί του σώματος αυτών και γ) ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση ότι δεν διέθετε τα απαιτούμενα χρηματικά κεφάλαια στο λογαριασμό του κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής αυτών και δ) συνεπεία της άδικης και υπαίτιας, από πρόθεση, πράξεως του αναιρεσείοντος η αναιρεσίβλητη υπέστη θετική ζημία, ισόποση προς το συνολικό χρηματικό ποσό των τραπεζικών επιταγών.

Τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ανταποκρινόμενα πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων των άρθρων 79 του ν. 5960/1933, 914, 297 εδ.1, 298 εδ.1 ΑΚ, καταφάσκουν την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης και δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή αυτών παραδοχή της αγωγής αυτής κατά του ήδη αναιρεσείοντος και, ως εκ τούτου, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος τους, λόγοι του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους αποδίδεται, επικουρικά, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης των εν λόγω διατάξεων, με την έννοια της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της απόφασης, είναι αβάσιμοι.

Οι περαιτέρω, υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, διαλαμβανόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις περί πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την πραγματική καταβολή των ποσών των δύο δανείων με τις αναφερόμενες επιταγές, από τις οποίες μάλιστα οι αφορώσες το δεύτερο δάνειο είχαν εξοφληθεί σε χρόνο προγενέστερο της συνάψεως αυτού, είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του όρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.

ΚΠολΔ) και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην ανεπάρκεια αιτιολόγησης του αποδεικτικού πορίσματος ως προς την αβασιμότητα του προβληθέντος από τον αναιρεσείοντα αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού περί ανύπαρκτης της συγκεκριμένης αιτίας (από δάνειο), που να δικαιολογεί την έκδοση από αυτόν των δύο ένδικων επιταγών, καθώς και σε αντίθετα, ως προς τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς στήριξη του βασικού ισχυρισμού του για μη πρόκληση ζημίας στην περιουσία της αναιρεσίβλητης λόγω μη πληρωμής των ως άνω επιταγών.

Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι για την κατάρτιση του δανείου αρκεί το δάνεισμα να περιέρχεται από την περιουσία του δανειοδότη στην περιουσία του δανειολήπτη, το οικονομικό δε αυτό αποτέλεσμα επέρχεται και στην περίπτωση συμφωνίας των μερών, όπως εν προκειμένω, ότι το καταβληθέν σε χρόνο προγενέστερο στο δανειολήπτη και ήδη οφειλόμενο από αυτόν ποσό, ακόμη και από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με βάση τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1047 ΚΠολΔ, του άνω Συμφώνου, 2 παρ. 1, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Εξάλλου το Εφετείο για να απαγγείλει σε βάρος του αναιρεσείοντος την ως άνω προσωπική κράτηση συνεκτίμησε τη βαρύτητα της πράξης του, το πταίσμα του, καθώς και την αφερεγγυότητά του, σε συνδυασμό και με το ύψος της επίδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δηλαδή έλαβε υπόψη όλα τα πρόσφορα στοιχεία προκειμένου να απαγγείλει σε βάρος του αναιρεσείοντος το μέτρο της προσωπικής κράτησης, στηρίζουν δε αυτά τα στοιχεία με πληρότητα την κρίση του Εφετείου για την αναγκαιότητα της προσωπικής κράτησης αυτού, η οποία και από την άποψη του χρόνου διάρκειάς της τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς μέτρο πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για τη συμμόρφωσή του με την προσβαλλόμενη απόφαση, αν ληφθεί περαιτέρω υπόψη ότι με αυτή δεν γίνεται κατά τα λοιπά δεκτή η ύπαρξη εμφανών περιουσιακών στοιχείων του.

Επομένως, ο έκτος κύριος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1047 ΚΠολΔ, του άνω Συμφώνου, 2 παρ. Ι, 25 παρ. 3 του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/2015).

Τέλος, ο προβαλλόμενος από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης προϋποθέτει τη μη λήψη υπ' όψη πραγμάτων με την προαναφερθείσα έννοια, που έχουν προταθεί από εκείνον ο οποίος ζητεί την αναίρεση της απόφασης και όχι από τον αντίδικό του, διότι στη τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1231/2015, ΑΠ 1409/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος τους, κύριους λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα, από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Εφετείο, ισχυρισμό, περί εξόφλησης αξιώσεών του σε βάρος της από παρασχεθείσες υπηρεσίες (εκπόνηση μελετών, σύνταξη τεχνών εκθέσεων κλπ), διά της εκδόσεως και πληρωμής των υπ' αριθ. .../1-6-2006, .../15-12-2005 και .../7-2-2006 τραπεζικών επιταγών, ποσού 80.000,00 ευρώ, 15.000,00 και 17.000,00 ευρώ αντιστοίχως, της Τράπεζας E..

Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, διότι δεν υπέβαλε αυτός τον παραπάνω ισχυρισμό, που, κατά την αιτίαση, δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, αλλά η αναιρεσίβλητη αντίδικός του. Επίσης, οι ανωτέρω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, τα επικαλούμενα με αυτούς πραγματικά γεγονότα δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, προκειμένου να αντικρούσει την ιστορική βάση της αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον αναφέρονται σε αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, σχετικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εκ της εκδόσεως των ακαλύπτων υπ' αριθ. ... και ... ποσού 80.000,00 ευρώ και 87.000,00 ευρώ αντιστοίχως, τραπεζικών επιταγών της Τράπεζας … Α.Ε.. Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.

α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το από 31-5-2006 δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό δανείου ήταν επιβεβαιωτική σύμβαση δανείου, χορηγηθέντος κατά το έτος 2005 και στις αρχές του έτους 2006, ενώ ο ίδιος ουδέποτε συνομολόγησε τη χορήγηση δανείου σε χρόνο προγενέστερο της σύνταξης του ιδιωτικού συμφωνητικού.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το Εφετείο, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δέχθηκε ότι με το δεύτερο από 31-5-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε επιβεβαιωτική σύμβαση δανείου, αλλά ότι το αποτελούν αντικείμενο του εν λόγω δανείου χρηματικό ποσό είχε καταβληθεί στον αναιρεσείοντα σε προγενέστερο χρόνο με τις αναφερόμενες επιταγές, οι οποίες είχαν ήδη εισπραχθεί από αυτόν.

Επίσης, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα αναφερόμενα περιστατικά, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συμπεράσματα του δικάσαντος δικαστηρίου συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την τέλεση ή όχι από τον αναιρεσείοντα αδικοπραξίας με την έκδοση των δύο επίμαχων επιταγών, καθόσον, ειδικότερα, τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αφορούν σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών του χορηγηθέντος δεύτερου δανείου, που θεμελιώνουν την αξίωση της αναιρεσίβλητης προς αναζήτηση του δανεισθέντος ποσού και, συνακόλουθα, δικαιολογούν την έκδοση της αντίστοιχης επιταγής από τον αναιρεσείοντα, έστω και αν τα εν λόγω περιστατικά δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς ενόψει του ότι, αφορούν στην υπό του δικαστηρίου αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης του λόγου αυτού πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία, καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με τους τρίτο κύριο και τρίτο πρόσθετο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.

β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ότι δήθεν αυτός είχε συνομολογήσει την είσπραξη των τεσσάρων αναγραφόμενων στο δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγών, παρά τον ισχυρισμό του περί εικονικότητας των συμβάσεων δανείων, τον οποίο δεν έλαβε υπόψη. Οι λόγοι αυτοί είναι, επίσης, απαράδεκτοι, ως στηριζόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το Εφετείο ερεύνησε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον προβληθέντα αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εικονικότητας των συμβάσεων δανείων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, κρίνοντας, ακολούθως, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αμφισβητήσει την είσπραξη των αναγραφόμενων στο ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγών, ως προκύψαν περιστατικό από τις αποδείξεις, στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών που προέβαλε ο αναιρεσείων, αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 516/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα την εκ μέρους αυτού είσπραξη των τεσσάρων αναφερομένων στο ιδιωτικό συμφωνητικό επιταγών, παρά το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκαν τα σώματα των δύο εξ αυτών.

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008).

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 295/2018).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο προαναφερθείς λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρισίμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 709/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος του, κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του αναφερόμενου σ' αυτόν αποδεικτικού εγγράφου, καθόσον από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Ειδικότερα, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 31-5-2006 (δευτέρου) ιδιωτικού συμφωνητικού δανείου, αφού, λόγω εσφαλμένης ανάγνωσης του περιεχομένου του, διέγνωσε ότι περιέχει περιστατικά διαφορετικά από αυτά που πράγματι περιλαμβάνει και συγκεκριμένα ότι συνομολογήθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε ήδη χορηγήσει δάνειο ποσού 87.000 ευρώ στον αναιρεσείοντα και επίσης ότι ρητώς ανεγράφη ότι είχε ήδη καταβάλει (η αναιρεσίβλητη) το ποσό του δανείου σ'αυτόν (αναιρεσείοντα), μέσω των υπ' αριθ. .../15-12-2005, .../20-12-2005, .../30-12-2005 και .../7-2-2006 τραπεζικών επιταγών, ποσού 15.000,00 ευρώ και 17.000,00 ευρώ αντιστοίχως, της πρώτης και τετάρτης εξ αυτών, της Τράπεζας E., ενώ, από την απλή ανάγνωσή του, προκύπτει ότι η χορήγηση του δανείου συνομολογήθηκε την ημέρα υπογραφής αυτού (31-5-2006) και δεν βεβαιώνεται ότι το δάνεισμα είχε ήδη καταβληθεί, με αποτέλεσμα, στηριζόμενο κυρίως στο παραμορφωθέν ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό να καταλήξει στο επιζήμιο αποδεικτικό για τον αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς το χρόνο χορήγησης του δανείου, δεχόμενο, εσφαλμένως, ότι αυτό είχε ήδη χορηγηθεί.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από την επισκόπηση του περιεχομένου του από 31-5-2006 (δευτέρου) ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο στο δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του, αλλά, αφού ορθά το ανέγνωσε, κατέληξε στην κρίση, ότι το χρηματικό ποσό του δανείσματος κατεβλήθη από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα μέσω των υπ' αριθ. .../15-12-2005, .../20-12-2005, .../30-12-2005 και .../7-2-2006 τραπεζικών επιταγών, οι οποίες (συρθείσες από τον υπ' αριθ. ...

τραπεζικό λογαριασμό της Τραπέζης Γ. Α.Ε.) είχαν εκδοθεί διαδοχικώς υπό της, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης νομίμως εκπροσωπουμένης ανωνύμου εταιρίας, υπό την επωνυμία "Μ. Μ. S.Α.", εις διαταγήν της ιδίας (αναιρεσίβλητης), κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες της 15-12-2005, 20-12-2005, 30-12-2005 και 7-2-2006, εν συνεχεία, οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, ο οποίος εμπροθέσμως εμφάνισε αυτές προς πληρωμή στην ως άνω πληρώτρια Τράπεζα E. και τις εισέπραξε.

Στήριξε δε το Εφετείο το πόρισμά του ότι τα μέρη συνήψαν συμβάσεις δανείου στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού. Από το γεγονός δε ότι το πόρισμα του Εφετείου είναι διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, δεν ιδρύεται, ως προελέχθη, ο από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αφού δεν πρόκειται για διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτιμητικό, αναγόμενο δηλαδή στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο όμως εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008).

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρισίμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία, που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Όπως προκύπτει δε από τις διατάξεις των άρθρων 352 και 353 του ιδίου Κώδικα, ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, υπάρχει, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για εκείνον που ομολογεί (ΑΠ 587/2020, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 462/2008, ΑΠ 1573/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος, απευθύνεται στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 791/2017).

Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 1029/2019, ΑΠ 188/2017), όχι δε όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 115/2007).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκείμενη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε εκ της, ως άνω, διάταξης του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269, 527 του ΚΠολΔ, διότι η ανάκληση της ομολογίας "δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού" με την έννοια των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών.

Επομένως, αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου, με δήλωση του ομολογήσαντος, η οποία περιέχεται στην έφεση ή στο δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης ή στις προτάσεις αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος. Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ' αυτή και, κατ' ακολουθίαν, να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της (ΑΠ 319/2015, ΑΠ 81/2015, ΑΠ 1176/2009, ΑΠ 1414/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος τους, κύριους και το δεύτερο πρόσθετο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει, επικουρικά, με τους δυο πρώτους, στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της έφεσής του, αναφορικά με τον ισχυρισμό του, περί εικονικότητας, αφενός της συνάψεως δύο συμβάσεων δανείου, ποσού 80.000,00 και 87.000,00 ευρώ, αντίστοιχα, και αφετέρου της έκδοσης υπό του ιδίου (αναιρεσείοντος), κατά μήνα Μάϊο του έτους 2006, των υπ' αριθ. ...

και ... ισόποσων τραπεζικών επιταγών της Τράπεζας … Α.Ε. χάριν καταβολής των εικονικών δανείων, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, απορρέουσα εκ των προτάσεων αυτής, ότι η καταβολή του ποσού των 80.000,00 ευρώ (δια της υπ' αριθ. .../1-6-2006 ισόποσης επιταγής της τράπεζας E.) και των ποσών των 15.000,00 και 17.000,00 ευρώ (δια των υπ' αριθ. .../15-12-2005 και .../7-2-2006 αντιστοίχως επιταγών της ιδίας τράπεζας E.), συνιστούσε εξόφληση αντίστοιχης ισόποσης αμοιβής αυτού (αναιρεσείοντος) για την εκπόνηση τεχνικών μελετών και, συνεπώς, δεν εξεδόθησαν, στα πλαίσια αναληφθείσας υποχρέωσης χορήγησης δανείων και β) τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού του.

Οι πρώτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος τους, κύριοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται, επικουρικά, στο Εφετείο η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος τη δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, που, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, απέρρεε από τις προτάσεις αυτής, της προαναφερόμενης ένστασής του περί εικονικότητας της συνάψεως των δύο συμβάσεων δανείου και της έκδοσης ισόποσων τραπεζικών επιταγών χάριν καταβολής των δανείων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία, με την έννοια που προεκτέθηκε.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη, προς απόκρουση του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί οφειλόμενης αμοιβής του από την εκπόνηση τεχνικών μελετών, προέβαλε δια των από 21-4-2016 προτάσεών της ισχυρισμό εξόφλησης της εν λόγω απαίτησης του τελευταίου, περιλαμβάνοντας, κατά την απαρίθμηση των επιταγών και των σχετικών αποδείξεων πληρωμών, που ανέφερε προς επιστήριξή του, και τις υπ' αριθ. .../1-6-2006, .../15-12-2005 και .../7-2-2006 τραπεζικές επιταγές, ποσών 80.000,00, 15.000,00 και 17.000,00 ευρώ αντιστοίχως, της τράπεζας E., χωρίς ευθεία παραδοχή περί εικονικότητας των δανειακών συμβάσεων και έκδοσης εικονικών επιταγών και με πρόθεση αποδοχής του αμφισβητούμενου γεγονότος (της εικονικότητας των συμβάσεων δανείων).

Η συμπερίληψη, κατά την απαρίθμηση των επιταγών, προς επίρρωση του ισχυρισμού εξόφλησης της απαίτησης του αναιρεσείοντος, και των ανωτέρω επιταγών, δεν συνιστά δικαστική ομολογία. Σε κάθε δε περίπτωση, η αναιρεσίβλητη δια του δικογράφου της από 24-6-2016 προσθήκης-αντίκρουσης των προτάσεών της, που κατατέθηκε ώρα 12:55', όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού προκύπτει, προέβη σε διόρθωση των από 21-4-2016 προτάσεών της, όσον αφορά την αιτία έκδοσης των εν λόγω επιταγών εις διαταγήν του αναιρεσείοντος και παράδοσής τους προς αυτόν, διαλαμβάνοντας ρητώς ότι οι επιταγές της τράπεζας E. [(υπ' αριθ. .../1-6-2006 (ποσού 80.000,00 ευρώ), .../15-12-2005 (ποσού 17.000,00 ευρώ), .../7-2-2006 (ποσού 17.000,00 ευρώ), .../20-12-2005 (μη αναφερομένου ποσού) και .../30-12-2005 (μη αναφερομένου ποσού)] εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στον αναιρεσείοντα σε εκπλήρωση αναληφθείσας υποχρέωσης χορήγησης δανείων και όχι προς εξόφληση αμοιβής του τελευταίου για παρασχεθείσες υπηρεσίες του, συναγόμενης έτσι αναίρεσης (ανάκλησης) των πραγματικών περιστατικών, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, συνιστούν δικαστική ομολογία και, μάλιστα, πριν λάβει γνώση των ισχυρισμών του τελευταίου (αμφισβήτηση της διόρθωσης), που διαλαμβάνονται στο από 24-6-2016 δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης των προτάσεών του, που κατατέθηκε ώρα 13:30', όπως από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού προκύπτει.

Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος τους, κύριοι λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχομένη σε αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις, κατά τα ως άνω, και τα αναφερόμενα στον οικείο λόγο έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 917/2020) όχι, όμως, και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 209/2017, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 831/2013, ΑΠ 845/2009).

Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής (του αριθμού 9), για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό (ΑΠ 209/2017). Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 323/2017, ΑΠ 761/2017, ΑΠ 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 143/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος του, κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του, κατά τον οποίο, η αναιρεσίβλητη είχε απόλυτη γνώση της οικονομικής του κατάστασης και δη της ελλείψεως ρευστότητας κατά το χρόνο της συμπλήρωσης των ημερομηνιών έκδοσης των επιδίκων επιταγών, δηλαδή την άνοιξη του έτους 2011 και, ως εκ τούτου, ανέλαβε εξ ολοκλήρου τον κίνδυνο μη πληρωμής αυτών (επιταγών), εν γνώσει της αδυναμίας του να καταβάλει τα ποσά αυτά ανεξαρτήτως της ανυπαρξίας χρέους.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αφού αναφέρεται σε "πρόσθετο λόγο έφεσης" και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο παρών, από το άρθρο 559 αριθ. 9 εδ. γ' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Με τον ίδιο (πέμπτο), κατά το δεύτερο σκέλος του, κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει, επικουρικά, στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ.β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό (ένσταση), από το άρθρο 300 ΑΚ, που είχε προβάλλει με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της έφεσής του και, είχε, ως ιστορική βάση την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης γνώση, ελλείψεως ρευστότητας και αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή των επιδίκων επιταγών, κατά το χρόνο συμπληρώσεως των ελλειπόντων στοιχείων αυτών, παρά ταύτα πιεστικά και παραπειστικά, τον υποχρέωσε, την άνοιξη του έτους 2011, στη συμπλήρωση των ελλειπόντων στοιχείων, και, ως εκ τούτου, ανέλαβε εξ ολοκλήρου τον κίνδυνο μη πληρωμής αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι αφορά περιεχόμενο σε πρόσθετο λόγο έφεσης αλυσιτελή ισχυρισμό, στον οποίο το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, καθόσον η γνώση της αναιρεσίβλητης περί της ελλείψεως αντικρύσματος κατά το χρόνο συμπλήρωσης των ελλειπουσών (των πραγματικών) ημερομηνιών έκδοσης των επιταγών, ουδεμία νομική σημασία έχει προς θεμελίωση της ανωτέρω, από το άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης, αφού δεν διαλαμβάνεται ισχυρισμός ότι η αναιρεσίβλητη, όταν έλαβε τις ένδικες επιταγές στην κατοχή της κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι τον Μάϊο του 2006, γνώριζε την έλλειψη ρευστότητας του αναιρεσείοντος και αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων προς πληρωμή των ως άνω επιταγών και ότι αυτές ήταν χωρίς αντίκρυσμα (ακάλυπτες).

Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 28-4-2021 πρόσθετους λόγους αυτής του Γ. Κ. κατά της υπ' αριθ. 142/2019 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ