Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding the failure to rule on a vague claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the association's appeal against the single-member court of appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to rule on their claim of vague litigation, but the court found this objection inadmissible. The court held that a vague claim does not constitute a separate chapter of the case or create a pending litigation issue, thus failing to meet the statutory requirements for an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(9) KPolD; A vague claim does not constitute a separate chapter of the case or create a pending litigation issue, and therefore the failure of the court of first instance to rule on it does not constitute grounds for appeal under Article 559(9) of the Code of Civil Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1106 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1106/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενου με έδρα το ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Καϊμάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 140/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 515/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων συνεταιρισμός με την από 13/3/2019 αίτησής του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 13-3-2019 και με αριθ. κατ. 13/13-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 515/2-11-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 1-7-2016 και με αριθ. κατ. 84/1-7-2016 έφεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 140/21-12-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε επί της από 5-8-2013 και με αριθ. κατ. 156/ΕΓ 156/6-8-2013 αγωγής της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης.
Με την, ως άνω, ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αγωγή, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ισχυρίσθηκε ότι εργάσθηκε δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας στο σωματείο με την επωνυμία "..." από 1-7-2005 έως 23-3-2009, οπότε απολύθηκε εικονικά, για τη μείωση του κόστους της εργοδοσίας, χωρίς ωστόσο να παύσει στην πραγματικότητα να παρέχει την ίδια εργασία έως τις 2-5-2010, οπότε το σωματείο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας ακύρως, καθόσον δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο, ούτε της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση.
Ότι με τη με αριθ. 81/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 2-5-2010 καταγγελίας, υποχρεώθηκε το (εκεί) εναγόμενο σωματείο να την απασχολεί με τους ίδιους όρους εργασίας και αναγνωρίσθηκε το δικαίωμά της να λάβει μισθούς υπερημερίας από 3-5-2010 έως 3-5-2011, ύψους 10.813,08 ευρώ.
Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι το σωματείο διαλύθηκε στις 5-5-2010 με απόφαση της γενικής του Συνέλευσης, ενώ τα περιουσιακά του στοιχεία μεταβιβάσθηκαν στον εναγόμενο συνεταιρισμό, ο οποίος, αν και υπεισήλθε στην ίδια εργασιακή σχέση, αρνείται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, μη συμμορφούμενος στην, ως άνω, δικαστική απόφαση, από την οποία δεσμεύεται.
Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος συνεταιρισμός υποχρεούται να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επιδόματα αδείας από το έτος 2011 έως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής, καθώς επίσης και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίθνου, με την, ως άνω, με αριθ. 140/2015 απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 28.924 ευρώ και συγκεκριμένα για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 3-6-2011 έως 3-8-2013 το ποσό των 22.312,80 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων των ετών 2011 και 2012 το ποσό των 1.652,80 ευρώ, για επίδομα Πάσχα των ετών 2011, 2012 και 2013 το ποσό των 1.239,60 ευρώ, για αποδοχές αδείας, ομοίως, των ετών 2011, 2012 και 2013 το ποσό των 2.479,20 ευρώ και για επιδόματα αδείας των ιδίων ετών το ποσό των 1.239,60 ευρώ.
Η ασκηθείσα από τον εναγόμενο κατά της πρωτόδικης απόφασης από 1-7-2016 έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κρίθηκε ότι το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης αποδοχών αδείας, για το οποίο επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, το, ως άνω ποσό των 2.479,20 ευρώ, είναι αόριστο και περαιτέρω εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα για τις λοιπές αιτίες το συνολικό ποσό των 26.444,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚπολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο όρος "ζήτημα" αναφέρεται σε αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που συγκροτεί την ιστορική βάση (και στηρίζει το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης και έτσι η ανύπαρκτη, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία προκαλεί έλλειψη νόμιμης βάσης και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι λόγω παραβίασης κανόνα δικονομικού δικαίου. Τούτο δε ακόμη και αν η ευθεία παραβίαση του δικονομικού κανόνα δικαίου θεμελιώνει δικονομικό λόγο αναίρεσης, όπως, μεταξύ άλλων, τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 16, που αφορά στην παραβίαση δεδικασμένου (ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1333/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, με το να δεχθεί ότι, ως προς το ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, παράγεται δεδικασμένο από τη με αριθ. 81/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, την οποία χαρακτηρίζει ως τελεσίδικη, χωρίς όμως να προσδιορίζει αν εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων ή ερήμην κάποιου από αυτούς, αφού στην τελευταία περίπτωση η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη, υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν η παραβίαση δικονομικών κανόνων (όπως των σχετικών περί δεδικασμένου που δεν προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης) δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος κρίνοντας αντίστοιχα νόμιμη η μη νόμιμη την αγωγή.
Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί δε λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία, που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής, ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ανεξάρτητα από το είδος της αοριστίας, η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και, για να είναι ορισμένος και επομένως παραδεκτός ο σχετικός αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία επίσης πρέπει να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που πρέπει επίσης να παρατίθενται στην αίτηση αναίρεσης να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σ' αυτήν σφάλμα (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 1704/2018, ΑΠ 34/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα θεώρησε την ένδικη αγωγή ορισμένη, λαμβάνοντας υπόψη τον πραγματικό περιστατικό ισχυρισμό περί της ύπαρξης ενεργού σύμβασης εργασίας κατά το χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης, που δεν προτάθηκε με την αγωγή και αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωσή της, ενώ, λόγω της έλλειψης του στοιχείου αυτού, έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, είναι αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης: α) δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων πρότεινε τον περί αοριστίας ισχυρισμό παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε αυτόν νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή ότι πρότεινε αυτόν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (αρθ. 527 αρ. 3 ΚΠολΔ), β) δεν παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ορισμένη, ώστε από την αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης να μπορεί να διαπιστωθεί το αποδιδόμενο σ' αυτήν σφάλμα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 144/2019).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 176/2019, ΑΠ 871/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 2 π.δ. 572/1988 και 4 π.δ. 178/2002, που ρυθμίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, με το να δεχθεί ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "...", όπου παρείχε η ενάγουσα την εργασία της, προς τον αναιρεσείοντα, ενώ τούτο δεν συνέβη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από τον Αρειο Πάγο.
Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει από τον εργοδότη μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν κατά το διάστημα υπερημερίας του εργοδότη ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς για να εισπράττει μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει: α) ότι ο εργαζόμενος απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, παραθέτοντας και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του σε άλλη εργασία, β) την εργασία, που μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς και γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε εργαζόμενος αλλού.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο απέρριψε τη νομίμως προταθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ως αόριστη, ενώ ήταν ορισμένη, αφού περιείχε επαρκή έκθεση των στοιχείων που απαιτούντο για τη θεμελίωσή της.
Με την από 1-7-2016 έφεση, την οποία επισκοπεί ο Αρειος Πάγος κατά την έρευνα του, ως άνω, αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο εναγόμενος επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την προταθείσα πρωτοδίκως ένστασή του περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ισχυριζόμενος, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "....δεν είναι νόμιμο να επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας ενός έτους και τούτο διότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως έγινε τον Απρίλιο του 2010, οπότε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η ζήτηση για εργαζόμενους σε όλη την ...
ήταν τεράστια, αφού αρχίζει η πλήρης για το καλοκαίρι λειτουργία των ξενοδοχείων, των εστιατορίων, των καταστημάτων και των λοιπών εγκαταστάσεων. Ετσι η ενάγουσα, με τη συμπεριφορά της να μην ερευνήσει για την κατάλληλη εργασία ασκεί το δικαίωμά της περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, κατά τρόπο που προφανώς υπερβαίνει τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού.
Ετσι, ακόμη και εάν θεωρηθούμε διάδοχοι του σωματείου οι μισθοί πρέπει να περιορισθούν το πολύ μέχρι το Μάϊο του 2011". Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι αόριστη και, για το λόγο αυτό, απορριπτέα ως απαράδεκτη καθόσον δεν περιέχει επαρκή έκθεση των απαιτουμένων για τη θεμελίωσή της στοιχείων, αφού ο εναγόμενος δεν αναφέρει ότι η ενάγουσα απέφυγε αδικαιολόγητα και κακόβουλα να αναζητήσει άλλη εργασία, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, με παράθεση και των λόγων, για τους οποίους η αποφυγή της αναζήτησης άλλης εργασίας είναι κακόβουλη, και δεν προσδιορίζει την ωφέλεια, που θα αποκόμιζε αυτή.
Επομένως, ο, ως άνω, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, ειδικότερα, όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής, κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 455/2021, ΑΠ 869/2018, ΑΠ 54/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο άφησε αδίκαστη την ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής, την οποία πρότεινε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, κατά κύριο λόγο διότι η ένσταση αοριστίας δεν εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, ούτε δημιουργεί εκκρεμοδικία, οπότε, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί γι' αυτήν δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλο λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-3-2019 και με αριθ. κατ. 13/13-3-2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 515/2-11-2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ