Supreme Court allows appeal regarding premature dismissal of promotion claim due to factual error on tenure requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of his promotion claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting his promotion request as premature, despite him meeting the statutory tenure requirements by 2007 or 2008. The court found the lower court's finding of inadmissibility based on the appellant's tenure status to be a legal error warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when a court of first instance fails to consider a submitted claim that, if accepted, would have fundamentally altered the case outcome, specifically regarding the admissibility of a promotion claim based on tenure requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 54 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 54/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Πετρόγλου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σουμέλα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 321/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5667/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/1/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 23/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης.
Πράγμα επομένως είναι, υπό την έννοια αυτή, και οι λόγοι της έφεσης, κύριοι και πρόσθετοι, που συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996). Ο εκ του άνω αριθμού λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όμως, εάν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/2010).
Περαιτέρω ο εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα ήδη προεκτεθέντα (ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008).
Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΑΠ 1586/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό κατά το πρώτο αυτού σκέλος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αφού επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, (κρίνοντας επί της από 9.9.2010 και με αριθ.
κατάθεσης .../2010 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας), με την οποία αναγνωρίσθηκε η αξίωση αυτού να προαχθεί από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας από 1.1.2003 αντί από 1.1.2004, οπότε είχε προαχθεί, και να λάβει τις εκ της αιτίας αυτής προκύψασες μισθολογικές διαφορές, κατά παραδοχή του περί τούτου πρώτου αιτήματος της αγωγής του, μειώνοντας μόνο το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αυτού από 10.000 ευρώ πρωτοδίκως σε 2.000 ευρώ, στη συνέχεια παρέλειψε να αποφανθεί επί του μοναδικού λόγου της από 8.7.2010 και με αριθμό κατάθεσης .../2010 αντίθετης έφεσης αυτού που αφορούσε την απόρριψη ως απαράδεκτης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής του κατά το δεύτερο αυτής αίτημα περαιτέρω προαγωγής αυτού από τον βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.1.2006, άλλως από 1.1.2007, άλλως από 1.1.2008.
Όπως όμως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετική αναφορά στο σκεπτικό και αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό απέρριψε την από 8.7.2010 αντίθετη έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Συνεπώς, ο μοναδικός κατά το πρώτο αυτού σκέλος αληθώς από τον αριθμό 9 (και όχι τον αριθμό 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον ως άνω μοναδικό λόγο της από 8.7.2010 αντίθετης έφεσης του αναιρεσείοντος, αφήνοντας αδίκαστο αυτό αναφορικά με το κεφάλαιο της περαιτέρω προαγωγής του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος απαραίτητη προϋπόθεση είναι το δικαστήριο της ουσίας με τη προσβαλλομένη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και διατύπωσης αποδεικτικού πορίσματος. Επομένως δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος, αν η εν λόγω πλημμέλεια αφορά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού βάσει της οποίας το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1208/2008, AΠ 121/2009).
Συνεπώς ο μοναδικός κατά το δεύτερο αυτού σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον μοναδικό λόγο της από 8.7.2010 έφεσης αυτού που αφορούσε το παραδεκτό ή μη του δευτέρου αιτήματος της αγωγής του για προαγωγή αυτού στο βαθμό του Υποδιευθυντή, χωρίς να περιέχει οποιαδήποτε αιτιολογία για την απόρριψη αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ.1, 9, 10 παρ. 1, 2, 3, 8 και 9 της από 1-12-1977 Ειδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "Περί Οργανισμού Προσωπικού ... Τραπέζης της Ελλάδος", της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία", η οποία (ΕΣΣΕ) εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.3239/1955, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 49468/10730/7.12.1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`1315/29.12.1977) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15868/10 Ιουλίου 1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β` 446/27.7.1981), γι` αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις, προκύπτει ότι οι προαγωγές από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης (προηγουμένως Υποδιευθυντή Β’ ) και περαιτέρω από τον εν λόγω βαθμό στο βαθμό του Υποδιευθυντή (προηγουμένως Υποδιευθυντή Α’ ) προς κάλυψη κενών οργανικών θέσεων γίνονται κατ` εκλογή και εφόσον έχει συμπληρωθεί τριετής ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.
Ενεργούνται δε από το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ύστερα από εισήγηση της γενικής διεύθυνσής της. Στις ανωτέρω περιπτώσεις το προαναφερόμενο όργανο αποφαίνεται κατά την ενέργεια των προαγωγών με ελεύθερη κρίση, εκτιμώντας τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου και ειδικότερα τα στοιχεία που υπάρχουν στον ατομικό του φάκελο και περιέχονται στα κατ’ έτος συντασσόμενα δελτία αξιολόγησης και ειδικότερα συνεκτιμώνται η ειδικότητα, οι γνώσεις, η επιμέλεια, η ικανότητα, η ευσυνειδησία, η επάρκεια στην εκτέλεση της εργασίας, οι τίτλοι σπουδών, το ήθος εν γένει και η συμπεριφορά έναντι των συναδέλφων του και του κοινού.
Η κρίση αυτή του άνω οργάνου υπόκειται μόνο στον εκ του άρθρου 281 Α.Κ. τιθέμενο περιορισμό και συνεπώς ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, αν συνιστά ενάσκηση δικαιώματος που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτού, γεγονός που συμβαίνει, όταν στερείται της προαγωγής στον ανώτερο βαθμό υπάλληλος που έχει αποκτήσει τα απαιτούμενα για τον ανωτέρω βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καίτοι υπερτερεί καταφανώς συναδέλφου του, προαχθέντος εκ του ιδίου βαθμού που κατείχε και ο παραληφθείς.
Τότε εκείνος που παραλήφθηκε δικαιούται να ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος του να προαχθεί στον βαθμό από τον οποίο παραλήφθηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ και να του επιδικασθούν οι εκ της αιτίας αυτής προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές, χωρίς να αποκλείεται και η επιδίκαση σ’ αυτόν ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη στην προσωπικότητά του από την παράνομη και υπαίτια παράλειψη προαγωγής του, παρά την καταφανή υπεροχή αυτού έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 1082/1980 ορίζεται ότι "η διά τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής υπαλλήλου, επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου, εις βαθμόν, εις τον οποίον εδικαιούτο να προαχθεί, βάσει του διέποντος αυτόν κανονισμού ή οργανισμού βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως, λογίζεται πραγματοποιηθείσα, αφού χρόνου έδει να είχε συντελεσθεί η προαγωγή τούτου".
Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ο ως άνω χρόνος, που κατά πλάσμα του νόμου θεωρείται ότι διήνυσε ο υπάλληλος στον βαθμό στον οποίο με τελεσίδικη δικαστική απόφαση προήχθη, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη για τις μεταγενέστερες προαγωγικές κρίσεις που θα διενεργηθούν πριν από τη δημοσίευση της σχετικής τελεσίδικης απόφασης, αλλά μόνον για εκείνες που θα ακολουθήσουν αυτής, καθόσον είναι αδιανόητο να θέλησε ο νομοθέτης, με τη θέσπιση της ως άνω διάταξης να υποχρεώσει το προαγωγικό όργανο της εναγόμενης Τράπεζας, με μόνη την άσκηση αγωγής εκ μέρους υπαλλήλου της για καταχρηστική παράλειψη του από συγκεκριμένη προαγωγή και ανεξάρτητα από την ύπαρξη σχετικής δικαστικής κρίσης, να θεωρεί αυτή, ως "εν δυνάμει καταχρηστική", ώστε σε κάθε μεταγενέστερη προαγωγική κρίση που θα γίνει πριν από τη δημοσίευση τελεσίδικης απόφασης σχετικά με προηγούμενη προαγωγή του, να κρίνει όχι με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τα οποία συγκεντρώνει ο υπάλληλος κατά τον κρίσιμο χρόνο της διενέργειας των αντίστοιχων προαγωγών, αλλά υπολαμβάνοντας ότι αυτός, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, να τον περιλάβει ως υποψήφιο να προαχθεί στον επόμενο εκείνου από τον οποίον παραλείφθηκε βαθμό.
Αντίθετη ερμηνεία της ως άνω διάταξης θα οδηγούσε μετά βεβαιότητας στην κατάλυση του διευθυντικού δικαιώματος της Τράπεζας να οργανώνει τις υπηρεσίες της επιχείρησης της, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και εκτιμώντας κατά τους κρίσιμους χρόνους διενέργειας των προαγωγών τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού της, με βάση τα θεωρούμενα από αυτήν ως πλέον αποτελεσματικά κριτήρια, υπό τον φόβο της κρίσης ως καταχρηστικής κάθε παράλειψης προαγωγής υπαλλήλου της, ενώ θα παραβίαζε ευθέως τον σκοπό των σχετικών με τη συνδρομή των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων προς προαγωγή διατάξεων του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου Οργανισμού αυτής, μεταξύ των οποίων κυρίαρχο χαρακτήρα για την κατ’ εκλογή προαγωγή έχει η συμπλήρωση τριετούς πραγματικής ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό (ΟλΑΠ 11/2010, ΑΠ 122/2011).
Τοιαύτη όμως περίπτωση δεν συντρέχει, οσάκις ο εν λόγω υπάλληλος προήχθη ήδη στον επόμενο βαθμό σε μεταγενέστερο χρόνο με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Τράπεζας ανεξάρτητα από σχετική δικαστική κρίση, οπότε κατά τις μετέπειτα προαγωγικές κρίσεις στον μεθεπόμενο βαθμό είχε πλέον τις κατά τον Οργανισμό της Τράπεζας τυπικές προϋποθέσεις της συμπλήρωσης του αναγκαίου χρόνου στο βαθμό αυτό για την εκλογή του στον μεθεπόμενο βαθμό προς κάλυψη κενής οργανικής θέσης και παρά ταύτα παραλείφθηκε εκ νέου της προαγωγής, παρότι υπερείχε καταφανώς προαχθέντος συναδέλφου του.
Τέλος ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο κήρυξης ή μη ακυρότητας, έκπτωσης από το δικαίωμα ή απαραδέκτου ιδρύεται και στη περίπτωση που επιτευκτική διαδικαστική πράξη, όπως είναι η άσκηση αγωγής, απορρίπτεται από το δικαστήριο της ουσίας ως απαράδεκτη, λόγω πρόωρης άσκησης αυτής (ΑΠ 388/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 1.12.2008 και με αριθμό κατάθεσης .../2008 ένδικης αγωγής ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι προσελήφθη από την ... Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας καθολική διάδοχος με απορρόφηση τυγχάνει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, στις 12.4.1973 ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου αυτής, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ετήσιας διάρκειας και, αφού αυτός στη συνέχεια εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό αυτής, εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α από 1.1.1993.
Ότι ενώ διέθετε τα κατά τον Οργανισμό Προσωπικού της Τράπεζας αναγκαία τυπικά, έχοντας συμπληρώσει τριετή υπηρεσία στον εν λόγω βαθμό, και ουσιαστικά προσόντα προς κάλυψη μίας εκ των σαράντα (40) κενών οργανικών θέσεων στον επόμενο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης με valeur από 1.1.2003, το αρμόδιο για τις προαγωγές Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης Τράπεζας κατά τη συνεδρίαση της 6ης Νοεμβρίου 2003 (πράξη ...7.11.2003 του Γενικού Διευθυντή) παρέλειψε να προαγάγει αυτόν στον εν λόγω βαθμού και αντ’ αυτού προήγαγε μεταξύ άλλων τους αναφερόμενους στην αγωγή εννέα (9) συναδέλφους του, έναντι των οποίων ο ενάγων υπερείχε καταφανώς ως προς τα προσόντα κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι αυτός τελικώς προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης με valeur από 1.1.2004. Ότι αν είχε προαχθεί κατά τις προαναφερόμενες κρίσεις του έτους 2003 στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης με valeur από 1.1.2003, κατά λογική ακολουθία θα είχε προαχθεί στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή με valeur από 1.1.2006 κατά τις κρίσεις του έτους 2006, οπότε με απόφαση του αρμοδίου Διοικητικού Συμβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 26.7.2006 (πράξη ...28.7.2006 του Διευθύνοντος Συμβούλου) προήχθησαν για την κάλυψη είκοσι (20) κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή συνάδελφοι αυτού, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι στην αγωγή εννέα (9) υπάλληλοι, έναντι των οποίων ο ενάγων υπερείχε καταφανώς ως προς τα προσόντα κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι επικουρικά, παρόλο που αυτός σε κάθε περίπτωση είχε ήδη προαχθεί στο προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης με valeur από 1.1.2004 και κατά συνέπεια διέθετε το προς προαγωγή από 1.1.2007 στο βαθμό του Υποδιευθυντή τυπικό προσόν της τριετούς παραμονής του στο προηγούμενο βαθμό, το αρμόδιο για τις προαγωγές Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης Τράπεζας κατά τη συνεδρίαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2007 (πράξη ...27.9.2007 του Διευθύνοντος Συμβούλου) παρέλειψε να προαγάγει αυτόν στον εν λόγω βαθμό του Υποδιευθυντή με valeur από 1.1.2007 προς κάλυψη μίας εκ των είκοσι (20) κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή και αντ’ αυτού προήγαγε μεταξύ άλλων τους αναφερόμενους στην αγωγή τέσσερις (4) συναδέλφους του, έναντι των οποίων ο ενάγων υπερείχε καταφανώς ως προς τα προσόντα κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Ότι επικουρικότερα, παρόλο που ο ενάγων είχε τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τη προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή και κατά τις επόμενες κρίσεις του έτους 2008, το αρμόδιο για τις προαγωγές Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης Τράπεζας κατά τη συνεδρίαση της 30ης Σεπτεμβρίου 2008 (πράξη ...30.9.2008 του Διευθύνοντος Συμβούλου) παρέλειψε εκ νέου να προαγάγει αυτόν στον εν λόγω βαθμού του Υποδιευθυντή με valeur από 1.1.2008 προς κάλυψη μίας εκ των έξι (6) κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή και αντ’ αυτού προήγαγε μεταξύ άλλων τους αναφερόμενους στην αγωγή τρεις (3) συναδέλφους του, έναντι των οποίων ο ενάγων υπερείχε καταφανώς ως προς τα προσόντα κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή.
Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα έπρεπε να προαγάγει αυτόν στον βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης από 1.1.2003 και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει τις εκ της αιτίας αυτής προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1.1 2003 έως 31.12.2003 συνολικού ύψους 256,41 ευρώ, ως και το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη στην προσωπικότητά του λόγω της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης προαγωγής του στον εν λόγω βαθμό και β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα έπρεπε να προαγάγει αυτόν στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.1.2006, άλλως και επικουρικά από 1.1.2007, άλλως και επικουρικότερα από 1.1.2008 και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει τις εκ της αιτίας αυτής προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1.1 2006 έως 31.12.2008 συνολικού ύψους 20.413,43 ευρώ, άλλως και επικουρικά τις εκ της αιτίας αυτής προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1.1 2007 έως 31.12.2008 συνολικού ύψους 12.321,83 ευρώ, άλλως και επικουρικότερα τις εκ της αιτίας αυτής προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1.1 2008 έως 31.12.2008 συνολικού ύψους 6.257,82 ευρώ, ως και το ποσό των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη στην προσωπικότητά του λόγω της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης προαγωγής του στον εν λόγω βαθμό.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ’ αριθμό 321/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφενός μεν δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή κατά το κεφάλαιο της αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας να προαγάγει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στον βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης από 1.1.2003 και της αναγνώρισης της οφειλής των εκ της αιτίας αυτής προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών συνολικού ύψους 256,41 ευρώ της χρονικής περιόδου από 1.1.2003 έως 1.1.2004, οπότε πράγματι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προήχθη στον ανωτέρω βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης, πλέον του ποσού των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση αυτού προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, αφετέρου δε απέρριψε στο σύνολό της ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το κεφάλαιο της αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας να προαγάγει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.1.2006, άλλως και επικουρικά από 1.1.2007, άλλως και επικουρικότερα από 1.1.2008 και της αναγνώρισης της οφειλής των εκ της αιτίας αυτής προκυπτουσών ανωτέρω μισθολογικών διαφορών της χρονικής περιόδου από 1.1.2006 έως 31.12.2008, άλλως και επικουρικά της περιόδου από 1.1.2007 έως 31.12.2008, άλλως και επικουρικότερα της περιόδου από 1.1.2008 έως 31.12.2008, πλέον του ποσού των 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση αυτού προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης με το ακόλουθο σκεπτικό: "το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τον προαγάγει στον αμέσως επόμενο του αρχικά αιτουμένου βαθμού του Εντεταλμένου Διεύθυνσης, που είναι ο βαθμός του Υποδιευθυντή, είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω προώρου ασκήσεως, αφού προϋποθέτει τελεσιδικία της απόφασης που αναγνωρίζει το δικαίωμα προαγωγής στον προηγούμενο βαθμό".
Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις. Ειδικότερα για την απόρριψη της αγωγής του κατά το κεφάλαιο προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 8.7.2010 και με αριθ. κατάθεσης .../2010 έφεση αυτού, με την οποία και με τους διαλαμβανόμενους στις προτάσεις του πρόσθετους λόγους παραπονείτο για την απόρριψη του ως άνω κεφαλαίου της αγωγής του ως απαράδεκτου τόσο κατά τη κύρια, όσο και κατά τις επικουρικές του βάσεις.
Από τη προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι το τελευταίο, μεταξύ άλλων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσία την ως άνω από 8.7.2010 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δεχόμενο χωρίς αιτιολογία στο σκεπτικό του ότι αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και έτσι επικύρωσε την οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιο ως απαράδεκτη.
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που απέρριψε το κεφάλαιο προαγωγής του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τη κυρία αυτού βάση από 1.1.2006 δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, δεδομένου ότι το ως άνω αίτημα της αγωγής αφορούσε προαγωγική κρίση πριν την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης που αναγνώριζε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στο προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης από 1.1.2003, με συνέπεια κατά την εν λόγω προαγωγική κρίση του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας της 26ης Ιουλίου 2006 (πράξη ...28.7.2006 του Διευθύνοντος Συμβούλου) ο ενάγων να μην είχε συμπληρώσει τον αναγκαίο κατά τον Οργανισμό χρόνο της τριετούς παραμονής στον προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι με την αγωγή του κατά το πρώτο αυτής κεφάλαιο ζητούσε κατ’ ουσία μόνο τη διόρθωση της valeur προαγωγής του στο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης από 1.1.2004 σε 1.1.2003 ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι με την αγωγή του έπληττε ως καταχρηστική την παράλειψη προαγωγής του στον εν λόγω βαθμό κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 6.11.2003 (πράξη ...7.11.2003 του Γενικού Διευθυντή) του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας με valeur προαγωγής από 1.1.2003 (σελ. 13 της αγωγής) και δεν ζητούσε μόνο τη διόρθωση της valeur προαγωγής του από 1.1.2004.
Κατά συνέπεια ο περί τούτου μοναδικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο αυτού σκέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθό μέρος αναφέρεται στη κύρια βάση του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής περί προαγωγής στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.1.2006. Κατά το μέρος όμως που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το κεφάλαιο προαγωγής του ενάγοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή ως απαράδεκτο (πρόωρο) και κατά την επικουρική αυτού βάση από 1.1.2007, άλλως και επικουρικότερα από 1.1.2008, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, δεδομένου ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007, άλλως του έτους 2008 ο ενάγων είχε ήδη συμπληρώσει τον αναγκαίο χρόνο τριετούς παραμονής στον προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης, τον οποίο κατείχε κατά την αγωγή με valeur προαγωγής από 1.1.2004 και κατά συνέπεια είχε τα κατά τον Οργανισμό προσωπικού αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τη προαγωγή του στον βαθμό του Υποδιευθυντή προς κάλυψη κενής οργανικής θέσης, ανεξαρτήτως του εάν έπρεπε ή όχι να είχε προαχθεί ενωρίτερα από 1.1.2003 στο προηγούμενο βαθμό του Εντεταλμένου Διεύθυνσης, που αποτέλεσε αντικείμενο διαφοράς του πρώτου κεφαλαίου της σχετικής δίκης.
Κατά συνέπεια ο περί τούτου μοναδικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο αυτού σκέλος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος καθό μέρος αναφέρεται στις επικουρικές βάσεις του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.1.2007, άλλως από 1.1.2008 και την αναγνώριση της οφειλής της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας προς καταβολή των προκυπτουσών μισθολογικών διαφορών για το διάστημα από 1.1.2007 έως 31.12.2008 συνολικού ύψους 12.321,83 ευρώ, άλλως για το διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2008 συνολικού ύψους 6.257,82 ευρώ, πλέον ποσού 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων στη προσωπικότητά του από την κατά τα άνω παράλειψη προαγωγής του στον εν λόγω βαθμό, παρά την με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή καταφανή υπεροχή του έναντι των στην αγωγή προαχθέντων συναδέλφων του, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη Τράπεζα στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας της (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 5667/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2016. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ