Legislator Case Law & Legislation
1105/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination, ruling facts clearly show no vindictive motive.

Case Number 1105/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision terminating his employment contract. The court found the lower court's reasoning sufficiently detailed regarding the bank's specific actions and the employee's prior conduct, thereby establishing that the termination was not vindictive. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The court held that an appeal is inadmissible when the lower court's decision clearly demonstrates the absence of vindictive motives for contract termination based on established facts.

Keywords

AI generated
labor contract termination vindictive motive appeal admissibility legal costs award employment law dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1105 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1105/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Γιαννακάκι, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-2-2024 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, είχε δε καταθέσει προτάσεις στις 14-5-2021 και προσθήκη στις 25-11-2021.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος είχε κατέθεσε προτάσεις στις 26-11-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-03-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 768/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2962/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-09-2020 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 23ης Νοεμβρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 371/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 936/2018) και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, 32/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 22 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 371/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 17.9.2020 με αριθμ. καταθ. 7674/918/9.10.2020 αίτησης αναίρεσης, καθόσον από τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 23.11.2021, παρήλθε ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, διαπιστωθείσας της αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αναίρεσης από την Εισηγήτρια Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, εν όψει και της συνταξιοδότησης της από την Υπηρεσία.

Με την από 17.9.2020 και με αριθμό κατάθ. 7674/918/9.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμ. 2962/30.4.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1.8.2012 (αριθμ. εκθ.

καταθ. 5466/1.8.2012) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 768/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσία η από 22.3.2011 (αριθμ. εκθ. καταθ. 53669/1687/28.3.2011) αγωγή αυτού. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. το από 28.11.2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Κ. Τ. στον Ιωάννη Πίκουλα, πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία όμως είχε παραστεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς δικάζεται αντιμωλία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 630/2020,1889/2017, 1683/2012).

Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης (ΟλΑΠ 43/2002,8/2007), πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 630/2020, 1173/2017, 244/2017, 769/2016, 601/2013, 904/2012).

Τέλος, κατά το Ν.3429/2005 (ΦΕΚ Α314), ο οποίος αφορά: Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς (Δ.Ε.Κ.Ο.), στις οποίες περιλαμβάνεται η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (4.5.2006), και καταγγελίας (18.1.2011), το άρθρο 17 παρ. 1 και 2, το οποίο αφορά:

Θέματα προσωπικού, ορίζει τα εξής: 1. Οι ανώνυμες εταιρείες του παρόντος κεφαλαίου μπορούν να προσλαμβάνουν το πάσης φύσεως προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μετά από δοκιμαστική περίοδο ή μη. Οι συμβάσεις αυτές διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. 2.

Οι συμβάσεις αυτές μπορούν να καταγγέλλονται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, κατά παρέκκλιση τυχόν αντιθέτων ρυθμίσεων υφισταμένου Κανονισμού Εργασίας, είναι δυνατή η πρόσληψη από τις πιο πάνω εταιρείες προσωπικού με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, μετά από δοκιμαστική περίοδο ή όχι, οι οποίες μπορούν να καταγγελθούν σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας εργατικής νομοθεσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020). Έτσι με βάση τον εν λόγω αναιρετικό λόγο επιτρέπεται αναίρεση όταν συντρέχει παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή εκείνων οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση των υποχρεώσεων, επιβάλλοντας κυρώσεις για την τήρηση αυτών (ΑΠ 22/2020, 1097/2019, 535/2015, 1399/2011).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 9/2016, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).

Τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία, ώστε στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 613/2022, 219/2020).Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 219/2020, 1261/2018).Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022, 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 231/2021, 1115/2021, 153/2019, 79/2018).

Πράγμα, υπό την έννοια αυτή αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την από 22.3.2011 αγωγή, ο ενάγων -εκκαλών [αναιρεσείων] εξέθεσε ότι από τις 3.5.2004 έως και τις 18.1.2011 απασχολήθηκε από την εναγόμενη- εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία [αναιρεσίβλητη], αρχικά με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ετήσιας διάρκειας, και από 4.5.2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως τραπεζικός υπάλληλος.

Ότι μετά από σειρά υπηρεσιακών μεταβολών στις οποίες ο ίδιος χωρίς τη θέλησή του υποβλήθηκε από τις 11.9.2006 έως και τις 10.7.2009 - για τις οποίες ο ίδιος έχει ασκήσει την από 22.12.2009 αγωγή - τοποθετήθηκε στις 10.7.2009 ως υπάλληλος με το βαθμό του Λογιστή Β' στη Διεύθυνση Προσωρινών Καθυστερήσεων της εναγόμενης - εφεσίβλητης.

Ότι στις 18.1.2011 η εναγόμενη του κοινοποίησε εγγράφως την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, καθόσον είχε ήδη καταθέσει δύο (2) μηνύσεις εναντίον του για πλημμεληματικής φύσης πράξεις, φερόμενες ως τελεσθείσες από τον ίδιο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Αρνούμενος δε τη συνδρομή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζονται οι ανωτέρω μηνύσεις και επικαλούμενος την ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας λόγω παράβασης του άρθρου 28 του Κανονισμού Εργασίας της εναγόμενης και επικουρικά την καταχρηστικότητα αυτής διότι υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια, ζήτησε, όπως περιορίστηκαν τα αιτήματα της αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη:

α) να αναγνωρισθεί ότι η από 18.1.2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη και καταχρηστική, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να τον επαναπροσλάβει στη θέση και στο βαθμό που κατείχε κατά την απόλυσή του, καταβάλλοντάς του τις νόμιμες αποδοχές, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 31.745 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας 12 μηνών, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και ε) να απειληθεί σε βάρος της εναγόμενης χρηματική ποινή 1.500 ευρώ ημερησίως, για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην απόφαση που θα εκδοθεί.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 768/2012 απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή. Κατά της παραπάνω απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 1.8.2012 (αριθμ. κατάθ. 5466/2012) έφεσή του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη με αριθμό 2962/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τον ουσιώδη αγωγικό του ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του, ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό του η ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και ότι εντεύθεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 28 του Κανονισμού αυτής για την εγκυρότητα της καταγγελίας για τη λύση της εργασιακής σύμβασης.

Ο λόγος αυτός με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο του πρώτου λόγου έφεσης περί καταγγελίας της σύμβασης κατά παράβαση του άρθρου 28 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, έλαβε υπ' όψη και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό δεχόμενο "ότι στις 4.5.2006 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μερών έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων παρείχε στην αναιρεσίβλητη τις υπηρεσίες του ως τραπεζικός υπάλληλος και ορίστηκε ρητά ότι μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε από καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, τηρουμένων των προϋποθέσεων του νόμου, δηλαδή με την κοινή εργατική νομοθεσία και όχι σύμφωνα με το άρθρο 28 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης".

Επίσης, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει την από τον αριθμό 8εδ.α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψη καταλυτικό της έφεσης και της αγωγής του πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, μη προταθέντα από την τελευταία και ο οποίος συνίστατο στο ότι αυτή [αναιρεσίβλητη] μπορούσε να καταγγείλει την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας σύμφωνα με την κοινή εργατική νομοθεσία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναίρεσης προκειμένου για μη αυτοτελή ισχυρισμό, όπως εν προκειμένω, καθ' όσον δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά συνιστά άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, ως προς την παραβίαση του άρθρου 28 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογίες άλλως ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες απέρριψε τον ισχυρισμό του περί του ότι ήταν μόνιμος υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθ' όσον δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, ενώ εξ άλλου δεν επικαλείται ο αναιρεσείων ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου.

Σημειώνεται μάλιστα ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 28 του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε. Λόγω δε των ελλείψεων αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο κρίνοντας ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν έγινε από λόγους εκδίκησης αλλά λόγω κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου της διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθ' όσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σχετικά με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο ενάγων-εκκαλών [αναιρεσείων] άσκησε εναντίον της εναγόμενης-εφεσίβλητης [αναιρεσίβλητης] την από 22.12.2009 (με αριθμό κατάθεσης 254562/7202/2009) αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ζήτησε:

α) να αναγνωρισθεί ότι η ανάκλησή του από τη θέση του Διευθυντή καταστήματος Τριπόλεως και η τοποθέτησή του αρχικά ως Συμβούλου και στη συνέχεια ως απλού υπαλλήλου, είναι παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις ως άνω υπηρεσίες του στο μέλλον, όπως τον απασχολούσε έως τις 14.5.2007, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 56.213,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να του χορηγεί την ειδική πιστωτική κάρτα που ανέφερε στην αγωγή καθώς και να του καταβάλει τα χρηματικά ποσά για λειτουργικά έξοδα και έξοδα τηλεφώνου ως και πριν τη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του και δ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1520/2012 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε, μετά την άσκηση κατ' αυτής εφέσεως από τον ενάγοντα, και την απόρριψη αυτής, με την υπ' αριθμ. 2251/2014 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν υπήρξε καταχρηστική συμπεριφορά των οργάνων της εναγόμενης ούτε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, όπως ο τελευταίος ισχυριζόταν με την πιο πάνω αγωγή, αλλά προσπάθεια της εναγόμενης για ομαλή ένταξη του ενάγοντος στο προσωπικό της Τράπεζας, λόγω των προβλημάτων και δυσκολιών που είχαν παρουσιαστεί στη συνεργασία του ενάγοντος με τους άλλους υπαλλήλους της εναγόμενης γενικότερα.

Εξ άλλου, εάν η αναιρεσίβλητη Τράπεζα είχε προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για λόγους εκδίκησης και δη επειδή ο ενάγων διεκδίκησε με τον ανωτέρω τρόπο δικαιώματά του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, η καταγγελία αυτή θα είχε συντελεστεί λίγες ημέρες μετά την άσκηση της πιο πάνω αγωγής, η οποία (άσκηση) έγινε στις 30.12.2009 και δεν θα άφηνε η εναγόμενη να παρέλθει χρονικό διάστημα ενός έτους και πλέον μέχρι τη συντέλεσή της (στις 18.1.2011).

Τέλος, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι επί των ανωτέρω δύο (2) μηνύσεων που η εναγόμενη υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος του ενάγοντος, επί της πρώτης από αυτές με την υπ' αριθ. 122033/16, 129156/16 οριστική απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, έπαυσε η ποινική δίωξη, κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 4043/2012, για απλή δυσφήμηση και κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας ενώ επί της δεύτερης από αυτές ο ενάγων κρίθηκε ένοχος για ηθική αυτουργία σε παράνομη λήψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών και σε χρηματική ποινή 2.000 ευρώ με την υπ' αριθ. 3824/14.1.2014 οριστική απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Συνεπώς, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε επειδή οι ενέργειες του ενάγοντος που περιγράφονταν στις πιο πάνω μηνύσεις, κλόνισαν την εμπιστοσύνη της εναγόμενης προς το πρόσωπο του ενάγοντος και διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία των διαδίκων μερών, ενώ ταυτόχρονα από τις ανωτέρω ενέργειες του ενάγοντος προκλήθηκε κλονισμός του κύρους της εναγόμενης και επηρεάστηκε αρνητικά η φήμη της έναντι τρίτων, όσον αφορά την εύρυθμη, ικανοποιητική και κυρίως ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση από την εναγόμενη συνήθων και καθημερινής φύσης τραπεζικών εργασιών, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμέvη".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος [αναιρεσείοντος], επικυρώνοντας ούτω την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή του ενάγοντος. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε ως προς το κρίσιμο ζήτημα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έγινε από λόγους εκδίκησης ή έχθρας την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προδιαληφθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος δεν έγινε από λόγους εκδίκησης ή έχθρας οπότε δεν εμπίπτει στη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή ακόλουθες παραδοχές, ήτοι α) ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα δεν είχε προβεί σε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος αλλά προσπάθησε στην ομαλή ένταξη αυτού στο προσωπικό της Τράπεζας, λόγω δυσχερειών που είχαν ανακύψει στη συνεργασία αυτού με άλλους υπαλλήλους, τούτο δε κρίθηκε τελεσιδίκως με δικαστική απόφαση, β) ότι εάν η αναιρεσίβλητη Τράπεζα είχε προβεί στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος για λόγους εκδίκησης και δη επειδή ο ενάγων διεκδίκησε με τον ανωτέρω τρόπο δικαιώματά του, η καταγγελία θα είχε συντελεστεί λίγες ημέρες μετά την άσκηση από τον αναιρεσείοντα στις 30.12.2009 αγωγής του για βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του από την αναιρεσίβλητη, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 2251/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και όχι μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος ενός έτους και πλέον, γ) ότι είχαν υποβληθεί εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δύο μηνύσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος και δ) ότι με βάση τα παραπάνω περιστατικά υπήρξε αφ' ενός κλονισμός του κύρους της αναιρεσίβλητης από τις ενέργειες του αναιρεσείοντος και αφ' ετέρου κλονισμός της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος με αρνητικό αντίκτυπο στην εύρυθμη, ικανοποιητική και ασφαλή ανάληψη και εκπλήρωση των τραπεζικών εργασιών της αναιρεσίβλητης.

Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας δεν απαιτείτο περαιτέρω ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, εφ' όσον το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός τέταρτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.9.2020 και με αριθμό εκθ. καταθ. 7674/918/9.10.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2962/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος

η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ