Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest and fraud in employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding the validity of employment contracts. The appellants argued for contract validity, but the court found they had committed fraud by submitting false documents, justifying the employer's termination without compensation. Consequently, the court ruled that the appellants lacked legal interest to challenge the termination and ordered them to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7(3) and 106 of the Labor Code; The court established that where an employee terminates a contract due to fraud in submitting documents, the employer is justified in terminating the contract without compensation, thereby negating the legal interest to appeal the termination decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1101 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1101/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Σ. του Γ., … και 10) Ν. Κ. του Ν., απάντων κατοίκων Αθηνών. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 18-1-2021.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΟΣΥ Α.Ε.", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευρυδίκη Κουταβά και κατέθεσε προτάσεις στις 15-2-2024. Κατά τη δικάσιμο της 19ης-1-2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούρλο ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 22-1-2021.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 646/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6488/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2020 αίτησή τους, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 19ης Ιανουαρίου 2021, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 356/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 16 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 356/2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2' Τμήματος του Αρείου Πάγου, Νικολάου Πιπιλίγκα, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 10.6.2018 και με αριθμ.
καταθ. 3170/371/12.6.2020 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 19.1.2021, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου, στη σύνθεση της οποίας είχε μετάσχει ως Εισηγήτρια αυτή. 2.- Με την κρινόμενη από 10.6.2020 και με αριθ.
κατάθ. 3170/371/12.6.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 6488/22.11.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 646/2.5.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 27.1.2018 και με αριθμό κατ. 5151/385/18.1.2018 έφεση των [δέκα (10) εκ των αρχικά είκοσι πέντε (25)] εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και εξαφανίσθηκε, κατά τη μη ερευνηθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής περί καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία είχε θεωρήσει ως μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς το δέκατο τέταρτο των εναγόντων και είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες.
Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες (άρθ. 534 του ΚΠολΔ), απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απορριπτική κρίση ως προς την κύρια βάση της από 9.6.2014 και με αριθμό κατ. 74308/2467/2014 αγωγής, περί ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των (δέκα εκ των αρχικώς είκοσι πέντε) εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά τη μη ερευνηθείσα επικουρική βάση της αγωγής, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε αυτή (αγωγή) κατά την επικουρική της βάση ήτοι της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και υποχρέωσε την εναγομένη ανώνυμη εταιρία να καταβάλει σε έκαστο των (δέκα) εκκαλούντων - εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων τα αναφερόμενα αναλυτικά για τον καθένα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης των (δέκα εκ των αρχικώς είκοσι πέντε) εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο (μόνον ως προς την κύρια βάση της αγωγής) εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 12.6.2020, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 22.11.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι κατά της ίδιας απόφασης ασκήθηκε από την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "ΟΣΥ Α.Ε.", η από 3.7.2020 και με αριθμό κατ. 4053/482/3.7.2020 αίτηση αναίρεσης, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής που είχε γίνει δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία και έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 980/18.5.2021 απόφαση του παρόντος τμήματος, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 6488/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής, κρατήθηκε η υπόθεση και απορρίφθηκε η έφεση των (δέκα εκ των αρχικώς είκοσι πέντε) εναγόντων - εκκαλούντων και τότε αναιρεσιβλήτων, κατά το κεφάλαιο αυτό, κατ' ουσία. 3.- Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου.
Η δε σχετική επίκληση των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠλοΔ, που αφορά τον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, έχει όμως εφαρμογή και επί αποδεικτικών μέσων, όπως γίνεται παγίως δεκτό στη νομολογία, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Επομένως, δεν είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων για άμεση ή έμμεση απόδειξη με μόνη τη φωτοτυπική ενσωμάτωση στις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αυτοτελών ισχυρισμών και των εγγράφων (Ολ. ΑΠ 23/2008).
Δεν πρόκειται, όμως, για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο ολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντίστοιχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ 513/2024, ΑΠ 558/2021, ΑΠ 812/2021, ΑΠ 794/2017).
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου ισχυρισμών και εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση και ειδική επίκληση των ισχυρισμών και εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις, και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 513/2024, ΑΠ 558/2021, ΑΠ 812/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, επικαλούνται πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νομότυπα, καθόσον έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης που προτάθηκαν στο Πρωτοδικείο και δεν επαναφέρθηκαν με νομότυπο τρόπο στο εφετείο με τις υποβληθείσες προτάσεις της νέας συζήτησης, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με σύντομη περίληψη και με αναφορά στις περιέχουσες αυτούς σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζήτησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 240 ΚΠολΔ., και ότι ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της που κατέθεσε στο εφετείο ως εφεσίβλητη δεν επανέφερε νομίμως, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ τους ισχυρισμούς που είχε υποβάλλει πρωτοδίκως περί ακυρότητας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσίβλητων και, συγκεκριμένα, στις προτάσεις του εφετείου, στις οποίες δεν ενσωματώνονται οι πρωτόδικες προτάσεις της είτε ως περίληψη είτε ως αυτούσιο κείμενο.
Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι τον ισχυρισμό αυτό πρότειναν με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών τους στο Εφετείο, το οποίο τον απέρριψε σιωπηρά και έτσι έλαβε παρά το νόμο υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς της εναγομένης που είχε προβάλλει πρωτοδίκως, περί του ότι οι συμβάσεις εργασίας αυτών με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ήσαν άκυρες, μολονότι απαραδέκτως τους είχε επαναφέρει αυτή στο εφετείο.
Οι ισχυρισμοί αυτοί ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού κρίθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας τους με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ήσαν άκυρες, με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η έφεσή τους, κατά το κεφάλαιο που αφορούσε την κύρια βάση της αγωγής. Από την επισκόπηση των από 9.10.2018 προτάσεων τις οποίες νόμιμα και εμπρόθεσμα την προτεραία της συζήτησης είχε καταθέσει η αναιρεσίβλητη και τότε εφεσίβλητη, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) ότι αυτές αποτελούν ενιαίο κείμενο 45 σελίδων, που χαρακτηρίζονται ως προτάσεις (μόνο) ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο πράγματι περιλαμβάνονται οι αναλυτικά αναφερόμενοι στον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ισχυρισμοί, και δεν έχει συμπεριληφθεί σ` αυτές αυτούσιο το κείμενο των πρωτόδικων προτάσεων, ούτε γίνεται αναφορά σε τμήματα αυτών.
Από όσα, όμως, προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι δεν πρόκειται για απλή φωτοτυπική ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων, ως αυτοτελούς και διακριτής διαδικαστικής πράξης, στις εφετειακές προτάσεις, αλλά για συμπερίληψη του περιεχομένου του δικογράφου των προτάσεων της πρωτόδικης δίκης και για ενοποίηση αυτού σε ενιαίο ολικό κείμενο του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, στο οποίο επιπλέον ρητά περιέχεται ευθεία και άμεση επίκληση των ισχυρισμών της, περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων, κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο (βλ.
σελ. 7, 8 και 28 των από 9.10.2018 προτάσεων της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
4.- Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αρ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει, αλλά δεν είχε επικαλεσθεί νόμιμα η εφεσίβλητη - εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ενώπιόν του, ισχυρισμό που επίσης είχαν προβάλει νομίμως και παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου με την προσθήκη των προτάσεών τους (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, ειδικότερα, ότι το Μονομελές Εφετείο για να οδηγηθεί στην κρίση του ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν άκυρες, έλαβε υπόψη του έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει, αλλά δεν είχε επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, δεδομένου ότι στις κατατιθέμενες στο Εφετείο προτάσεις της, δεν προέβη σε παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων που προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς απόδειξη των ισχυρισμών της και προς αντίκρουση των δικών τους, ώστε να πραγματοποιηθεί η νόμιμη επαναφορά τους, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση, όμως, των από 9.10.2018 προτάσεων τις οποίες νόμιμα και εμπρόθεσμα την προτεραία της συζήτησης είχε καταθέσει η αναιρεσίβλητη ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) ότι η εφεσίβλητη - εναγομένη, επικαλέστηκε τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν έγγραφα κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου και καλυπτόμενου από την υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου της κειμένου των προτάσεών της, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο (μέρος) είχε ληφθεί και με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης στον πρώτο βαθμό και ειδικότερα συνιστά αντιγραφή αυτών (βλ.
σελ. 33 έως 45 των από 9.10.2018 προτάσεων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 5.- Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από την ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 796/2021, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 605/2015).
Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 309/2020, ΑΠ 199/2017). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1059/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η αιτίαση, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, την ένσταση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας τους, που πρότεινε απαραδέκτως η εναγομένη, αφού αυτή δεν προτάθηκε προφορικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού και σε κάθε περίπτωση δεν επαναφέρθηκε νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 240 ΚΠολΔ, ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται στον οικείο αναιρετικό λόγο, παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού τους (της μη νόμιμης πρότασης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και της μη νόμιμης επαναφοράς του ενώπιον του Εφετείου), ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε επικαλούνται το πρώτον προβολή αυτού ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο το παραδεκτό και βάσιμο του προταθέντος ισχυρισμού. 6.- Με το ν. 2175/1993 (ΦΕΚ Α' 211)ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ.
με έδρα την Αθήνα η εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στην περιοχή Αθηνών - Πειραιώς και Περιχώρων. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 § 4 του ως άνω ν. 2175/1993 ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α., ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011 (ΦΕΚ Α' 33), συστάθηκε η αναιρεσείουσα εταιρεία, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 5 περ. (α) και 6 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία.
Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011). Οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στην αναιρεσίβλητη ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, ο οποίος, κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου (Ολ ΑΠ 2/2009).
Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού: Άρθρ. 6 § 1) Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά. Άρθρ. 7 § 1 εδ. α') Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ.
της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. Άρθρ. 7 § 2) Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο η επικυρωμένο αντίγραφο:
α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...). Άρθρ. 7 § 3) Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.
Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, με τον οποίο κυρώθηκε ο άνω Κανονισμός "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται: 1.
Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιοσδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ., Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π.
και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο θέματα που διέπονται από τον παρόντα νόμο". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ της αναιρεσίβλητης εταιρείας, προκύπτει σαφώς ότι αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην ΟΣΥ προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 7 § 2 του ΓΚΠ, ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, η σύμβαση εργασίας του με την εργοδότριά του δεν καθίσταται εκ του λόγου τούτου άκυρη αλλά το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης.
Συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των ν. 3198/1955 και 2112/1920 περί καταβολής αποζημίωσης ανάλογα με το χρόνο διάρκειας της σχέσης εργασίας (που εφαρμόζονται και επί άκυρης σύμβασης), καθότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ΓΚΠ, κατισχύει κατά το άρθρο 12 του ν. 2669/1998 οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης (ΑΠ 980/2021).
Η ρύθμιση αυτή του ΓΚΠ, ως εκ της βαρύτητας της πράξης, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε η εφαρμογή της αυτή καθ' εαυτή καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, ούτε η εφαρμογή της προϋποθέτει την τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απόλυσης (ΟλΑΠ 43/2002).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης, αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επί μέρους λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, που με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκει την ανατροπή της επιβλαβούς για τον αναιρεσείοντα συνέπειας, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη.
Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 319/2022, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 342/2009). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση.
Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1136/2021, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 342/2009). 7.- Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 9.6.2014 και με αριθμό κατ. 74308/2467/25.6.2014 αγωγή τους οι (25 αρχικά) ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει των, από το χρόνο που ειδικά αναφέρεται για τον καθένα, συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθησαν μεταξύ αυτών και της εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΠΑΠ ΑΕ" ο15ος και της εταιρίας με την επωνυμία "Ε.ΘΕ.Λ.
ΑΕ" οι λοιποί, καθολικός διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΟΣΥ Α.Ε.", απασχολήθηκαν ως οδηγοί στην τελευταία μέχρι τους χρόνους που αναφέρεται για τον καθένα, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, επικαλούμενη κώλυμα διορισμού των εναγόντων, λόγω του γεγονότος ότι μετά από γενόμενο έλεγχο δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του τίτλων σπουδών που προσκόμισαν κατά την πρόσληψή τους, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης (ν.2669/1998).
Ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους είναι άκυρη διότι δεν προκάλεσαν με δόλο το διορισμό τους και υποβοήθησαν δολίως την παρανομία, αφού δεν δήλωσαν ψευδή στοιχεία ως αληθινά, δεδομένου ότι τυγχάνουν κάτοχοι τίτλων σπουδών, τα οποία προσκόμισαν κατά τη διαδικασία πρόσληψής τους ως τυπικό προσόν διορισμού.
Ότι επιπλέον η καταγγελία των συμβάσεών τους είναι άκυρη επειδή έγινε χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από τον ΓΚΠ πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της ποινής της οριστικής απόλυσης και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας αναφορικά με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος των υπό κρίση διατάξεων που παρέχουν στην εναγόμενη το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας τους και τη δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση στο πρόσωπο των εργαζομένου.
Ότι η καταγγελία των συμβάσεών τους έγινε κατά τρόπο που τους προκάλεσε προσβολή της προσωπικότητάς τους και σοβαρή ηθική βλάβη.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους απασχολεί στη θέση, ειδικότητα και με τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην υπηρεσιακή τους ένταξη, με τους ίδιους όρους που τους απασχολούσε πριν την άκυρη καταγγελία, γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει στον καθένα τους, το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον καθένα τους τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται για τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την υπ' αριθμ. 646/2017 οριστική του απόφαση α) θεώρησε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε από τον παραιτηθέντα από το δικόγραφο αυτής 14ο των εναγόντων και β) έκρινε αυτή παραδεκτή και νόμιμη, αλλά στη συνέχεια απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, χωρίς περαιτέρω να ερευνήσει την αγωγή κατά την επικουρική βάση.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που επιλήφθηκε της υπόθεσης κατόπιν άσκησης της από 27.1.2018 και με αριθμό κατ. 5151/385/2018 έφεσης, δέκα (10) εκ των αρχικώς είκοσι πέντε (25) εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6488/22.11.2019 απόφασή του, απέρριψε την έφεση κατ' ουσία, αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής και δέχθηκε αυτήν, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Ειδικότερα, ως προς την κύρια βάση της αγωγής κατά της οποίας βάλλουν οι προαναφερόμενοι δέκα (10) εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, το εφετείο δέχθηκε, κατά τον ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ., με έδρα την Αθήνα, η εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής.
Σε εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 του ως άνω ν. 2175/1993 ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α. ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε. ΘΕ.Λ. Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, Ο.Σ.Υ.
Α.Ε. [ήδη αναιρεσίβλητη], προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση - κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 6 του ως άνω νόμου - της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία. Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011).
Οι ενάγοντες - εκκαλούντες [ήδη αναιρεσείοντες] προσλήφθηκαν μέσω διαγωνισμών που διενήργησε ο ΑΣΕΠ, αρχικώς, με συμβάσεις εργασίας δόκιμων οδηγών ορισμένου χρόνου και κατόπιν της κρίσης αυτών ως κατάλληλων για ένταξή τους, υπήχθησαν στο μόνιμο προσωπικό. Ειδικότερα: 1) ο 2ος των εναγόντων - εκκαλούντων συμμετείχε στην με αριθμό 3/2002 Προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. (ΦΕΚ 120/ΑΣΕΠ/ 8.5.2002) και προσλήφθηκε στις 21.9.2002, δυνάμει της με αριθμό 11596/14.10.2002 απόφασης περί πρόσληψης οδηγών, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, έως τις 15.9.2003, οπότε, κατόπιν κρίσης, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό, 2) ο 3ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό 3/2002 Προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. (ΦΕΚ120/ΑΣΕΠ/8.5.2002) και προσλήφθηκε στις 30.9.2002, δυνάμει της με αριθμό 11596/14.10.2002 απόφασης περί πρόσληψης οδηγών, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, έως τις 15.9.2003, οπότε, κατόπιν κρίσης, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό, 3) ο 4ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό 3/2002 Προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. (ΦΕΚ 120/ΑΣΕΠ/8.5.2002) και προσλήφθηκε στις 23.6.2003, δυνάμει της με αριθμό 7610/4.7.2003 απόφασης περί πρόσληψης προσωπικού, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού, έως τις 15.6.2004, οπότε, κατόπιν κρίσης, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό, 4) ο 8ος αυτών συμμετείχε στη με αριθμό 1/316Μ/2004 προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. (ΦΕΚ 231/ΑΣΕΠ/23.6.2004) και προσλήφθηκε την 7.2.2005, δυνάμει της με αριθμό 2873/21.2.2005 απόφασης περί πρόσληψης προσωπικού, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, έως την 5.2.2006, οπότε, κατόπιν κρίσης, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό, 5) ο 11ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό 1/316Μ/2004 προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. (ΦΕΚ 231/ΑΣΕΠ/ 23.6.2004) και προσλήφθηκε στις 25.10.2004, δυνάμει της με αριθμό 15080/16.11.2004 απόφασης πρόσληψης προσωπικού, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, ενταχθείς εν συνεχεία στο μόνιμο προσωπικό, 6) ο 12ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό 192/3.9.1999 προκήρυξη του ΑΣΕΠ και προσλήφθηκε στις 29.2.2000, δυνάμει της με αριθμό 2937/17.3.2000 απόφασης πρόσληψης προσωπικού, ενταχθείς εν συνεχεία στο μόνιμο προσωπικό, 7) ο 13ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό ΦΕΚ 192/3.9.1999 προκήρυξη του ΑΣΕΠ και προσλήφθηκε την 1.2.2000, δυνάμει της με αριθμό 1833/22.2.2000 απόφασης πρόσληψης προσωπικού, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού, έως τις 15.1.2002, οπότε, κατόπιν κρίσης, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό, 8) ο 22ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό 3/2002 προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. (ΦΕΚ 120/ΑΣΕΠ/8.5.2002) και προσλήφθηκε στις 30.9.2002 δυνάμει της με αριθμό 11598/14.10.2002 απόφασης περί πρόσληψης προσωπικού, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, έως τις 15.9.2003, οπότε, κατόπιν κρίσης, εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό, 9) ο 23°ς αυτών συμμετείχε στην από έτους 2001 και με αριθμό ΦΕΚ 115/ΑΣΕΠ/30.4.2001 σε συνδυασμό με το με αριθμό ΦΕΚ 185/20.6.2002 προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. και προσλήφθηκε την 5.6.2002 δυνάμει της με αριθμό 7577/26.6.2002 απόφασης περί πρόσληψης οδηγών στην Περιφερειακή Διεύθυνση - Οργανωτική Μονάδα Ελληνικού, αρχικώς με σύμβαση δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου έως τις 31.5.2003, οπότε, κατόπιν κρίσης εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό και 10) ο 25ος αυτών συμμετείχε στην με αριθμό 1/316Μ/2004 προκήρυξη της Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. (ΦΕΚ231/ΑΣΕΠ/23.6.2004) και προσλήφθηκε την 6.12.2004 δυνάμει της με αριθμό 17175/22.12.2004 απόφασης περί πρόσληψης οδηγών, αρχικώς με σύμβαση εργασίας δόκιμου οδηγού ορισμένου χρόνου, έως την 1.12.2005, οπότε, κατόπιν κρίσης εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ - ΕΘΕΛ (που έχει εφαρμογή και για την εναγόμενη - εφεσίβλητη Ο.Σ.Υ.
Α.Ε., ως διάδοχο των εταιρειών αυτών): "1. Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει: α) Να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ. της εταιρείας ή απαιτούνται από το νόμο και τον υπηρεσιακό οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση. (...)".
Οι παραπάνω προκηρύξεις αφορούσαν την πλήρωση με σειρά προτεραιότητας συγκεκριμένων κάθε φορά, συνολικώς, θέσεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΔΕ) του κλάδου ΔΕ οδηγών. Ως κύρια προσόντα της κατηγορίας αυτής (ΔΕ) καθορίζονταν: (α) δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης I.E.Κ. ειδικοτήτων (ι) τεχνικού αυτοκινήτων οχημάτων ή (ιι) εκπαιδευτή υποψηφίων οδηγών αυτοκινήτων ή πτυχίο Α' ή Β' κύκλου σπουδών ΤΕΕ ειδικότητας Μηχανών και Συστημάτων Αυτοκινήτου ή απολυτήριος τίτλος ενιαίου πολυκλαδικού λυκείου τμήματος Μηχανικών Αυτοκινήτων ή τεχνικής επαγγελματικής σχολής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης ειδικότητας Μηχανών Αυτοκινήτου ή σχολής Μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ.
ειδικότητας Μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτου ή άλλος ισότιμος τίτλος σχολικής μονάδας της ημεδαπής ή αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας, (β) επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Δ' κατηγορίας ή Δ' και Ε' κατηγορίας συγχρόνως, ισχύουσα μέχρι και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, με την ειδικότερη πρόβλεψη ότι αν δεν καλύπτονταν οι θέσεις από υποψηφίους με τα προαναφερόμενα προσόντα, επιτρεπόταν ο διορισμός υποψηφίων με οποιοδήποτε απολυτήριο τίτλο σχολικής μονάδας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής και την προαναφερόμενη (β) επαγγελματική άδεια οδήγησης.
Όσον αφορά τα επικουρικά προσόντα, προβλεπόταν ότι σε περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψηφίους με τα προαναφερόμενα προσόντα, επιτρεπόταν ο διορισμός με: α) προσόν οποιονδήποτε απολυτήριο τίτλο σχολικής μονάδας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της ημεδαπής ή ισότιμο τίτλο σχολών της αλλοδαπής, β) επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Δ' ή Δ' και Ε' κατηγορίας, ισχύουσα μέχρι και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, γ) γνώση πληροφορικής και χειρισμού Η/Υ σε βασικό επίπεδο στα αντικείμενα:
α) επεξεργασίας κειμένων, β) υπολογιστικών φύλλων, γ) βάσεων δεδομένων, δ) παρουσιάσεων και ε) υπηρεσιών διαδικτύου, ενώ σε περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψηφίους με τα ανωτέρω προσόντα, θα γίνονταν δεκτοί υποψήφιοι με τα υπό στοιχ. (α) και (β) προσόντα. Άλλως, σε περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση των θέσεων από υποψηφίους με τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου, επιτρεπόταν ο διορισμός με:
α) απολυτήριο τίτλο υποχρεωτικής εκπαίδευσης (δηλαδή απολυτήριο τριταξίου γυμνασίου ή για υποψηφίους που έχουν αποφοιτήσει μέχρι το 1980 απολυτήριο δημοτικού σχολείου), β) επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτοκινήτου Δ' ή Δ' και Ε' κατηγορίας ισχύουσα μέχρι και την τελευταία ημέρα της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων, γ) εμπειρία επαγγελματία οδηγού αυτοκινήτου τουλάχιστον τριών (3) ετών μετά την απόκτηση οιασδήποτε επαγγελματικής άδειας οδήγησης αυτοκινήτου, δ) γνώση πληροφορικής και χειρισμού Η/Υ σε βασικό επίπεδο στα παραπάνω αντικείμενα.
Στις έγγραφες συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν σχετικώς οι ενάγοντες - εκκαλούντες, ως μισθωτοί, δήλωσαν ότι έλαβαν γνώση του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριας εταιρείας, αποδεχόμενοι αυτόν ανεπιφύλακτα και προσχωρώντας στις διατάξεις του. Σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 7 του ως άνω Κανονισμού: "(...) 2.
Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο:
α. (...) ε. Τίτλους σπουδών.(...)" και "3. Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/85, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.
Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων, κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. (...)". Συναφώς, για την πρόσληψή τους: 1) ο 2ος των εναγόντων - εκκαλούντων, με βάση την από 10.6.2002 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 11ου Γενικού Λυκείου Πειραιά, με αρ.
πρωτ. 790 και με αριθμό μητρώου μαθητών 74, με Γενικό Βαθμό Πολύ Καλά 17 και 7/12, διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 2) ο 3ος αυτών, με βάση την από 12.6.2002 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 3ου TEA Αμαρουσίου, με αρ. πρωτ. 1309 και με αριθμό μητρώου μαθητών 2294, με Γενικό Βαθμό Πολύ Καλά 16 και 8/11 και διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 3) ο 4ος αυτών, με βάση την από 27.5.2002 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 1ου Λυκείου Αγίων Αναργύρων, με αρ.
πρωτ. 1836 και με αριθμό μητρώου μαθητών 1805, με Γενικό Βαθμό Πολύ Καλά 16 και 6/13 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 4) ο 8ος αυτών, με την από 13.7.2004 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του Λυκείου Αμφιλοχίας, με αρ. πρωτ. 562, με αριθμό μητρώου μαθητών 733, με Γενικό Βαθμό Πολύ Καλά 17 και 5/11 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 5) ο 110ς αυτών, με την από 17.6.2002 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του Γενικού Λυκείου Βασιλακίου, με αρ.
πρωτ. 280, με αριθμό μητρώου μαθητών 163, με Γενικό Βαθμό Καλά 13 και 11/13 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 6) ο 12ος αυτών, με την από 11.10.1999 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του Λυκείου Ζάννειου Πειραματικού Σχολείου, με αρ. πρωτ. 827, με αριθμό μητρώου μαθητών 1079, με Γενικό Βαθμό Καλά 13 και 3/11 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 7) ο 130ς αυτών, με την από 28.9.1999 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 1ου Λυκείου Κερατσινίου, με αρ.
πρωτ. 146, με αριθμό μητρώου μαθητών 562, με Γενικό Βαθμό Καλά 15 και 5/10 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 8) ο 22ος αυτών, με την από 15.6.2002 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 4ου Λυκείου Πετρούπολης, με αρ. πρωτ. 589, με αριθμό μητρώου μαθητών 1942, με Γενικό Βαθμό Λίαν Καλώς 16 και 4/11 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση, 9) ο 23ος αυτών, με την από 7.6.2001 αίτησή του, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 1ου Λυκείου Αγίων Αναργύρων, με αρ.
πρωτ. 2156, με αριθμό μητρώου μαθητών 2037, με Γενικό Βαθμό Πολύ Καλά 16 και 2/14 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση και 10) ο 25ος αυτών, με την από 20.7.2004, υπέβαλε αποδεικτικό απόλυσης του 2ου Λυκείου Αγ. Αναργύρων, με αρ. πρωτ. 416, με αριθμό μητρώου μαθητών 896, με Γενικό Βαθμό Λίαν Καλώς 17 και 2/10 και με διαγωγή κοσμιοτάτη, δηλωμένο στη συνοδεύουσα την ως άνω αίτησή του υπεύθυνη δήλωση.
Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. πρωτ. ΔΙΔΑΔ/Φ.34/42/οικ. 33906/16.12.2013 Εγκυκλίου της Γενικής Διεύθυνσης Κατάστασης Προσωπικού του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας κλήθηκαν να ελέγξουν μέσα σε τρεις μήνες τη νομιμότητα πρόσληψης/μετάταξης και μετατροπής της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων τους και ειδικότερα να διενεργήσουν έλεγχο νομιμότητας όλων των πτυχίων, των πιστοποιητικών και των στοιχείων που σχετίζονταν με την πρόσληψη, τη μετάταξη ή τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της, καθώς και του συνόλου των στοιχείων που συμπεριλαμβάνονταν στο προσωπικό τους μητρώο (τίτλους σπουδών, πτυχία, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, πιστοποιητικά γνώσης Η/Υ, βεβαιώσεις προϋπηρεσίας κ.λ.π.), τα οποία αποδείκνυαν την κατοχή των κύριων, πρόσθετων ή επικουρικών προσόντων, βάσει των οποίων τεκμηριωνόταν η νομιμότητα της υπαλληλικής σχέσης και κατάστασης.
Σε εκτέλεση της ως άνω Εγκυκλίου, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης - εφεσίβλητης προέβησαν στον παραγγελθέντα ως άνω έλεγχο, αποστέλλοντας το σύνολο των τίτλων σπουδών των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και των ανωτέρω εναγόντων - εκκαλούντων, στις εκδούσες αυτούς αρχές. Σε απάντηση, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης - εφεσίβλητης παρέλαβαν τα ακόλουθα έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) όσον αφορά τον 2° των εναγόντων και ήδη 1° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π/ βάθμιας και Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιά, απάντησε στο Τμήμα Προσωπικού & Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ.
Α.Ε. με το υπ' αριθμ. πρωτ. 31024/7.2.2014 έγγραφό του, αποστέλλοντας έγγραφα της σχολικής μονάδας του παραπάνω υπαλλήλου, με τα οποία δεν επαληθευόταν η γνησιότητα του τίτλου. Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1921/23.1.2014 έγγραφο του 10ου Γενικού Λυκείου Πειραιά, μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε στο μητρώο του 11ου Γ.Ε.Λ.
Πειραιά, του οποίου τα αρχεία τηρούσε, δεν ανευρέθηκε κανένα απολύτως στοιχείο που να πιστοποιεί ότι ο Σταυρινός Νικόλαος του Γεωργίου υπήρξε μαθητής του παραπάνω Λυκείου. Στην Δ παράγραφο (Ειδικά Προσόντα Πρόσληψης), στο υπό στοιχεία 3 εδάφιο (στοιχεία τίτλου σπουδών), ο εν λόγω διάδικος (2ος ενάγων και ήδη 1ος εκκαλών) δήλωσε απολυτήριο λυκείου, με βαθμό 17 και 7/12 και έτος κτήσης το 1995. 2) Όσον αφορά τον 3° των εναγόντων και ήδη 2° των εκκαλούντων το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π.Ε. & Δ.Ε.
Αττικής της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β' Αθήνας, απάντησε στην Ο.Σ.Υ. Α.Ε. με το υπ' αριθμ. πρωτ. 330/9.1.2014 έγγραφό του, διαβιβάζοντας τις απαντήσεις των Διευθυντών Σχολείων της αρμοδιότητάς του, σχετικά με τη γνησιότητα των απολυτηρίων τίτλων των υπαλλήλων της τελευταίας και επισημαίνοντας ότι μεταξύ των απολυτηρίων που ελέγχθηκαν για τη γνησιότητά τους, δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα τεσσάρων (4) απ' αυτά, με επισύναψη των σχετικών απαντήσεων των Διευθυντών των Σχολείων.
Σύμφωνα δε με το υπ' αριθ. πρωτ. 26425/19.12.2013 έγγραφο του Διευθυντή του 2ου ΕΠΑΛ Αμαρουσίου, στο με αρ. πρωτ. 1309 απολυτήριο που απεστάλη με τα στοιχεία Κ. Ά. - Γ. του Γ. και της Ε. Κ., αφού διενεργήθηκε έλεγχος στο Μητρώο του 3ου TEA Αμαρουσίου και στο Ατομικό Δελτίου του ίδιου (τα οποία φυλάσσονται στο 2° ΕΠΑΛ Αμαρουσίου) διαπιστώθηκαν οι εξής διαφορές: 1.
Πράξη συλλόγου καθηγητών 13/5.3.99 αντί 13/8.6.93 που αναφέρεται στον τίτλο, 2. γενικός βαθμός απόλυσης "σχεδόν καλά" δώδεκα και τέσσερα ενδέκατα (12 & 4/11) αντί του "πολύ καλά" και δέκα έξι & οκτώ ενδέκατα (16 & 8/11) που αναφέρεται στον τίτλο, 3. βαθμός ιστορίας: δώδεκα (12) αντί δεκαέξι (16) που αναφέρεται στον τίτλο, 4. στοιχ.
δημ. πολ. δεκατρία αντί δεκαεννέα (19) που αναφέρεται στον τίτλο, 5. ξένη γλώσσα (αγγλ.), δέκα τέσσερα (14) αντί δεκαεννέα (19) που αναφέρεται στον τίτλο, 6. Φυσική αγωγή δεκαεννέα (19) αντί είκοσι (20) που αναφέρεται στον τίτλο, 7. φιλοσοφικά δέκα (10) αντί δεκαεπτά (17) που αναφέρεται στον τίτλο, 8. νεοελλ. Γλώσσα & γραμμ.
δώδεκα (12) αντί δεκαπέντε (15) που αναφέρεται στον τίτλο, 9. μαθηματικά δώδεκα (12) αντί δεκαέξι (16) που αναφέρεται στον τίτλο, 10. χημεία δέκα (10) αντί δεκαεπτά (17) που αναφέρεται στον τίτλο, 11. ιστορία έντεκα (11) αντί δεκαπέντε (15) που αναφέρεται στον τίτλο, 12. κοινωνιολογία έντεκα (11) αντί δεκαέξι (16) που αναφέρεται στον τίτλο, 13.
πολιτική οικονομία δώδεκα (12) αντί δεκαπέντε (15) που αναφέρεται στον τίτλο και 14. ημερομηνία σύνταξης του τίτλου αναφέρεται η 8/6/1993 η οποία είναι προγενέστερη της πράξης απόλυσης. Στην Δ παράγραφο (ειδικά προσόντα πρόσληψης) και στο υπό στοιχεία 3 εδάφιο της από 12.6.2002 αίτησης - υπεύθυνης δήλωσής του (στοιχεία τίτλων σπουδών) ο 3ος ενάγων και ήδη 2ος των εκκαλούντων είχε δηλώσει απολυτήριο του 3ου Τ.Ε.Λ.
Αμαρουσίου, με βαθμό τίτλου σπουδών 16 και 8/11 και έτος κτήσης το έτος 1993. 3) Όσον αφορά τον 4° ενάγοντα και ήδη 3° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων Γενικής Κατεύθυνσης της Περιφερειακής Διεύθυνσης Α/βάθμιας & Β/βάθμιας Εκπαίδευσης Γ' Αθήνας, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 23182/21.3.2014 έγγραφο (που κοινοποιήθηκε στην Ο.Σ.Υ.
Α.Ε. με αρ. πρωτ. 9445/28.3.14) απάντησε ότι δεν επαληθεύθηκε η γνησιότητα του τίτλου, μεταξύ άλλων, και του Π. Χ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με το από 16.1.2014 έγγραφο του Διευθυντή του 1ου ΓΕΛ Αγ. Αναργύρων, σχετικά με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1836 απολυτήριο, με βαθμό 16 και 6/13 του 1ου Λυκείου Αγ. Αναργύρων, ο τίτλος δεν έχει εκδοθεί, ενώ λυκειάρχης Κ.
Δ. δεν υπήρξε, ούτε οι υπογραφές των καθηγητών. Ο 4ος ενάγων και ήδη 3ος των εκκαλούντων, στην από 27.5.2002 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του, στην Δ παράγραφο (στοιχεία τίτλου σπουδών) και στο υπό στοιχεία 3 εδάφιο αυτής, είχε δηλώσει απολυτήριο Λυκείου με βαθμό 16 και 6/13 και έτος κτήσης το 2000. 4) Όσον αφορά τον 8° ενάγοντα και ήδη 4° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Δ/θμιας Εκπαίδευσης Αιτωλοακαρνανίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π/θμιας & Β/θμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ΦΕ11/287 αα/13.2.2014 έγγραφό του (που κοινοποιήθηκε στο Τμήμα Προσωπικού & Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού με αρ. πρωτ. 1254/24.2.2014) απάντησε ότι τίτλος με τα στοιχεία αυτά δεν έχει εκδοθεί από το Γενικό Λύκειο Αμφιλοχίας, επισυνάπτοντας φωτοαντίγραφο του με αρ. πρωτ. 44/22.1.2014 εγγράφου του Γενικού Λυκείου Αμφιλοχίας.
Σύμφωνα με το τελευταίο 1. ο τίτλος στο όνομα Πλάτανος Απόλλωνος δεν έχει εκδοθεί από την υπηρεσία αυτή, 2. ο ίδιος αριθμός μητρώου ανήκει σε άλλο μαθητή, 3. ο αριθμός πράξης απόλυσης είναι του σχολικού έτους 1984 - 85 και όχι του 1979 -80, 4. η πράξη απόλυσης κατά το σχολικό έτος 1979 -80 είναι η 26η/7.6.80, 5. ο αριθμός πρωτοκόλλου του απολυτηρίου ανήκει σε τίτλο άλλου μαθητή, 6.
στα στοιχεία του υπάρχει αριθμός δημοτολογίου και όχι αριθμός Μητρώου Αρρένων και 7. ο συντάκτης του τίτλου δεν υπηρετούσε στο σχολείο κατά το σχολικό έτος 1979 - 80. Ο 8ος ενάγων και ήδη 4ος των εκκαλούντων, στην από 13.7.2004 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση για την πρόσληψή του, στην παράγραφο που αφορούσε τον κατεχόμενο τίτλο σπουδών Δ.Ε., δήλωσε αντίστοιχο τίτλο, με βαθμό 17 και 5/11 και έτος κτήσης το 1980. 5) Όσον αφορά τον 11° ενάγοντα και ήδη 5° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Ηλείας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π/θμιας & Δ/θμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδος, απάντησε στο Τμήμα Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ.
Α.Ε., ότι ως προς το αποδεικτικό απόλυσης του Χ. Β. του Ι., σύμφωνα με το 16/10.2. 2014 έγγραφο του Διευθυντή του Γ.Ε.Λ. Βασιλακίου, το οποίο επισυναπτόταν, τα στοιχεία που περιέχονταν σε αυτό δεν αντιστοιχούσαν σε εκείνα που υπάρχουν στο Βιβλίο Μητρώου Μαθητών του σχολείου. Με βάση το τελευταίο αναφερόμενο έγγραφο, του Διευθυντή του Γενικού Λυκείου Βασιλακίου, για το αποδεικτικό του συγκεκριμένου διαδίκου, με Α.Π. 280/1984 που τους απεστάλη, όπως προέκυψε από τον έλεγχο του μητρώου του οικείου σχολείου, σε αυτά τα στοιχεία αντιστοιχούσε το αποδεικτικό και το απολυτήριο του Χ.
Κ. του Ι., με έτος γέννησης το 1966 και όλα τα άλλα στοιχεία ίδια. Στην από 17.6.2002 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του, για την πρόσληψή του στην Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. ο 11ος ενάγων και ήδη 5ος - των εκκαλούντων, στην Δ παράγραφο (ειδικά προσόντα πρόσληψης) και στο υπό στοιχεία 3 εδάφιο αυτής, δήλωσε ως τίτλο σπουδών το προαναφερόμενο απολυτήριο Λυκείου, με βαθμό 13 και 11/13 και έτος κτήσης το 1984. 6) Όσον αφορά τον 12° ενάγοντα και ήδη 6° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Πειραιά της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π/θμιας και Δ/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 30140/31.1.2014 έγγραφό του προς το Τμήμα Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ. Α.Ε. (που κοινοποιήθηκε στην τελευταία με αρ. πρωτ. 1189/20.2.2014) απάντησε αποστέλλοντας έγγραφα των σχολικών μονάδων των αναφερόμενων στο οικείο έγγραφο υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και του εν λόγω διαδίκου, με τα οποία δεν επαληθευόταν η γνησιότητα των τίτλων σπουδών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1834/16.12.2013 έγγραφο του Διευθυντή του Ζάννειου Πρότυπου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Πειραιά, με τα στοιχεία που βρίσκονταν στο αρχείο του οικείου σχολείου, το απολυτήριο με αριθμό πρωτοκόλλου 827/ 12.7.88, με αριθμό μητρώου μαθητή 1079 και Μητρώου Αρρένων, 148 Κερατσινίου Πειραιά, δεν αντιστοιχούσε στο Θ.
Σ. του Ν. και της Α.. Ο 12ος ενάγων και ήδη 6ος των εκκαλούντων, στην από 11.10. 1999 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του, για την πλήρωση θέσεων οδηγών, στην Β παράγραφο (προϋποθέσεις πρόσληψης), στο υπό στοιχείο 1 εδάφιο αυτής (βασικός τίτλος σπουδών) δήλωσε ότι ήταν κάτοχος του παραπάνω αναφερόμενου απολυτηρίου Λυκείου, με ημερομηνία κτήσης 11.7.88 και με βαθμό τίτλου σπουδών 13 και 3/11, όπως προαναφέρεται. 7) Όσον αφορά τον 13° ενάγοντα και ήδη 7° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Πειραιά της Περιφερειακής Διεύθυνσης Π/θμιας και Δ/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής, απάντησε στο Τμήμα προσωπικού & Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ.
Α.Ε. με το υπ' αριθμ. πρωτ. 31432/7.2.2014 έγγραφο (που κοινοποιήθηκε στην τελευταία με αρ. πρωτ. 1185/20.2.2014) αποστέλλοντας έγγραφα σχολικής μονάδας των αναφερόμενων στο έγγραφο αυτό υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και του συγκεκριμένου διαδίκου, με τα οποία δεν επαληθευόταν η γνησιότητα των τίτλων. Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 35/20.1.2014 έγγραφο (με αρ. πρωτ. Δ/νσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Πειραιά 1591/20.1.2014), στα πλαίσια του ελέγχου του αποδεικτικού απόλυσης του Τ. Π. του Α., διαπιστώθηκε ότι το όνομα δεν υπήρχε στο αρχείο τους και ότι συγκεκριμένα το αποδεικτικό απόλυσης με τη βαθμολογία, την πράξη απόλυσης, τον αριθμό πρωτοκόλλου απολυτηρίου και του αποδεικτικού ανήκαν στην Κ.
Γ. του Ι., γεννηθείσα το 1966, επισυνάπτοντας φωτοαντίγραφα μητρώου, πρακτικού, ευρετηρίου και πρωτοκόλλου. Ο 13ος ενάγων και ήδη 7ος των εκκαλούντων, στην από 28.9.1999 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του για την πλήρωση θέσεων οδηγών δευτεροβάθμιας ή υποχρεωτικής εκπαίδευσης, στην Β παράγραφο (προϋποθέσεις πρόσληψης) και στο εδάφιο 1 αυτής (βασικός τίτλος σπουδών), δήλωσε ότι ήταν κάτοχος αποδεικτικού απόλυσης τρίτης (Γ') τάξης Λυκείου, με ημερομηνία κτήσης 5.8.84 και με βαθμό τίτλου σπουδών 15 και 5/10, όπως προαναφέρεται. 8) Όσον αφορά τον 22° ενάγοντα και ήδη 8° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων Γενικής Κατεύθυνσης της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Γ' Αθήνας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Α/θμιας & Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 23182/21.3.2014 έγγραφο προς το Τμήμα Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ. Α.Ε. (που κοινοποιήθηκε στην τελευταία με αρ. πρωτ. 1997/ 28.3.2014), απάντησε ότι για τους τίτλους των αναφερόμενων στην ειδική παράγραφο του εγγράφου αυτού υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και του συγκεκριμένου διαδίκου, δεν επαληθεύθηκε η γνησιότητά τους.
Ο 22ος ενάγων και ήδη 8ος των εκκαλούντων, στην από 15.6.2002 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του, για την πρόσληψή του στην Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε., στην Δ παράγραφο (ειδικά προσόντα πρόσληψης) και στο εδάφιο 3 (στοιχεία τίτλου σπουδών), δήλωσε ότι ήταν κάτοχος του παραπάνω αναφερόμενου απολυτηρίου Γενικού Λυκείου, με βαθμό 16 και 4/11 και με έτος κτήσης 1990. 9) Όσον αφορά τον 23° ενάγοντα και ήδη 9° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων Γενικής Κατεύθυνσης της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Γ' Αθήνας, της Περιφερειακής Διεύθυνσης Α/θμιας & Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 22840/27.3.2014 έγγραφό του προς το Τμήμα Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ. Α.Ε. (που κοινοποιήθηκε στην τελευταία με αρ. πρωτ. 2235/7.4.2014), απάντησε ότι μετά από έλεγχο των τίτλων από τα αρχεία των σχολείων έκδοσής τους, ως προς τους ονομαστικά αναφερόμενους υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων και ο εν λόγω διάδικος, δεν επαληθεύθηκε η γνησιότητά τους, διαβιβάζοντας έγγραφα των Διευθυντών των σχολείων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το από 16.1.2014 έγγραφο του Διευθυντή του 1ου ΓΕΛ Αγ. Αναργύρων, ως προς τον Κ. Χ. του Ι., με αρ. πρωτ. 2156/1992, 1ου Λυκείου Αγ. Αναργύρων, δεν έχει εκδοθεί ο τίτλος, ενώ λυκειάρχης Κ. Δ. δεν υπήρξε, ούτε οι υπογραφές των καθηγητών. Ο 23ος ενάγων και εν προκειμένω 9ος των εκκαλούντων, στην από 7.6.2001 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του, ως υποψηφίου για την πρόσληψή του στην Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε., στην Δ παράγραφο (ειδικά προσόντα πρόσληψης), στο υπό στοιχεία 3 εδάφιο αυτής (στοιχεία τίτλου σπουδών), δήλωσε ότι είναι κάτοχος του προαναφερόμενου τίτλου, με βαθμό 16 και 2/14 και με έτος κτήσης το 1992, όπως ήδη προαναφέρεται. 10) Όσον αφορά τον 25° ενάγοντα και ήδη 10° των εκκαλούντων, το Τμήμα Εκπαιδευτικών Θεμάτων Γενικής Κατεύθυνσης της Διεύθυνσης Β/θμιας Εκπαίδευσης Γ' Αθήνας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης Αττικής, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 22217/3.4.2014 έγγραφό του προς το τμήμα Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της Ο.Σ.Υ. Α.Ε. (που κοινοποιήθηκε στην τελευταία με αρ. πρωτ. 2340/10.4.2014), απάντησε ότι ως προς τους τίτλους των κατονομαζόμενων στο έγγραφο αυτό υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και του εν λόγω διαδίκου, δεν επαληθεύθηκε η γνησιότητα των τίτλων, διαβιβάζοντας έγγραφα των Διευθυντών των Σχολείων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. 1147/16.12.2013 έγγραφο του Διευθυντή του 2ου Γενικού Λυκείου Αγ. Αναργύρων, από τα τηρούμενα αρχεία του σχολείου αυτού, στο όνομα του Κ. Ν. του Ν., δεν έχει εκδοθεί απολυτήριο με την πρ. 113/17.6.1992 του Συλλόγου, στον δε ΑΜΜ: 896 αντιστοιχούσε άλλος μαθητής, ενώ, επιπλέον, το σχολείο ανήκε πάντα στο 4° γραφείο και όχι στο 5°, όπως και οι καθηγητές που υπέγραφαν, δεν ανήκαν στον τότε Σύλλογο Διδασκόντων.
Ο 250ς ενάγων και εν προκειμένω 10ος των εκκαλούντων, στην από 20.7.2004 αίτηση - υπεύθυνη δήλωσή του, για την πρόσληψή του, στην παράγραφο που αφορούσε τους τίτλους σπουδών δήλωσε το προαναφερόμενο απολυτήριο Λυκείου, με βαθμό 17 και 2/10 και με έτος κτήσης το 1992, όπως προαναφέρεται. Ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθμ.
πρωτ. 6294/6.3.2014, 6916/6.3.2014, 9713/31.3.2014, 6958/6.3.2014, 6953/6.3.2014, 6922/6.3.2014, 6919/6.3.2014, 9706/31.3.2014, 10792/9.4.2014 και 11103/11.4.2014 ειδοποιήσεων - κλήσεων της Διευθύντριας Ανθρωπίνου δυναμικού της εναγομένης - εφεσίβλητης, ως άνω, εταιρείας, οι οποίες επιδόθηκαν στους ανωτέρω ενάγοντες-εκκαλούντες με τις υπ' αριθμ. 4345Ε/10.3.2014, 4364Ε/10.3.2014, 4081/3.4.2014, 4363Ε/10.3.2014, 4356Ε/10.3.2014, 4342Ε/10.3.2014, 4352Ε/10.3.2014, 4082/3.4.2014, 8147Ε/9.4.2014 και 8161Ε/11.4.2014 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Γ.
Π., Α. Τ. και Ι. Κ., των Πρωτοδικείων Πειραιώς και Αθηνών, αντίστοιχα, οι αμέσως προηγούμενοι ενάγοντες - εκκαλούντες κλήθηκαν να προσέλθουν εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερολογιακών ημερών, από την παραλαβή τους, προκειμένου να καταθέσουν τις απόψεις - ενστάσεις τους, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 20 Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και το άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, σχετικά με ψευδή δήλωση ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψή τους, τα οποία διαπιστώθηκαν μετά από εμπεριστατωμένο έλεγχο και διασταύρωση δικαιολογητικών - τυπικών προσόντων διορισμού τους (μέσω ΑΣΕΠ), σε εφαρμογή της προαναφερόμενης εγκυκλίου.
Κατόπιν αυτών, δυνάμει των υπ' αριθμ. 9235/27.3.2014, 9269/27.3.2014, 12334/24.4.2014, 9290/27.3.2014, 9260/27.3.2014, 9242/27.3.2014, 9225/27.3.2014, 12343/24.4.2014, 12353/24.4.2014 και 12359/24.4.2014 αντιστοίχως συνταχθεισών ειδοποιήσεων - γνωστοποιήσεων της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στους παραπάνω ενάγοντες και εν προκειμένω εκκαλούντες με τις υπ' αριθμ. 4056/28.3.2014, 4549Ε/28.3.2014, 8234Ε/25.4.2014, 4548Ε/28.3.2014, 4068/31.3.2014, 4049/28.3. 2014, 4069/31.3.2014, 8230Ε/25.4.2014, 8232/25.4.2014 και 8227Ε/25.4.2014 εκθέσεις επίδοσης των παραπάνω αναφερόμενων δικαστικών επιμελητών, γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς ότι καταγγέλονταν οι συμβάσεις εργασίας τους, για μεν τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο των εν προκειμένω εκκαλούντων από 1.4.2014, για δε τους τρίτο, όγδοο, ένατο και δέκατο αυτών από 1.5.2014, σύμφωνα με τα ανωτέρω σχετικά καθώς και βάσει των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, παρ. 3 άρθρου 7 αυτού.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου (άρθρου 7 παρ. 3 εδ. δεύτερο του Γενικού Κανονισμού ΟΑΣΑ - ΕΘΕΛ, που εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους για λογαριασμό της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, διαδόχου των εταιρειών αυτών): "(...) 3. "(...) Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων, κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης".
Επικαλούμενη δε την εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου άρθρου του ισχύοντος για το προσωπικό της Κανονισμού, η εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία κάλεσε, παραλλήλως, τους προαναφερόμενους ενάγοντες - εκκαλούντες να προσέλθουν στο Τμήμα Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου δυναμικού της για την εκκαθάριση τυχόν οικονομικών τους οφειλών, χωρίς περαιτέρω να τους καταβάλει αποζημίωση απόλυσης.
Από την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, προκύπτει ότι προϋπόθεση πρόσληψης των παραπάνω εναγόντων και τώρα εκκαλούντων ήταν να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα ως κύρια προβλεπόμενα προσόντα, για τις συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, και ειδικότερα τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Σε διαφορετική δε περίπτωση, η σύμβαση εργασίας τους ήταν άκυρη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 του ΑΚ και λογίζεται ως μη γενόμενη. Με τα δεδομένα δε αυτά, οι συναφθείσες μεταξύ των παραπάνω αναφερόμενων διαδίκων και της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν εξ αρχής άκυρες, εφόσον δεν τηρήθηκε για την πρόσληψη των συγκεκριμένων εναγόντων - εκκαλούντων η ως άνω διάταξη του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, καθώς αυτοί δεν διέθεταν τότε τα απαιτούμενα για την πρόσληψή τους τυπικά προσόντα [. . .], όπως βασίμως η τελευταία ισχυρίστηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα αυτές (καταρτισθείσες ως άνω συμβάσεις) να μην δεσμεύουν την εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία.
Οι άκυρες αυτές συμβάσεις, δεν έγιναν έγκυρες έστω κι αν οι παραπάνω ενάγοντες και τώρα εκκαλούντες προσλήφθηκαν και απασχολούνταν επί μακρόν, αφού η ανωτέρω έλλειψη (του προβλεπόμενου ως άνω τυπικού προσόντος τους) δεν διαπιστώθηκε παρά μόνον μετά τον διενεργηθέντα κατά τα προαναφερόμενα έλεγχο, ενώ μόνη η αποδοχή της εργασίας των διαδίκων αυτών δεν αρκεί για να επικυρώσει, έστω και σιωπηρά, την ακυρότητα των συμβάσεων αυτών.
Επειδή δε στην άκυρη σύμβαση εργασίας δεν υφίσταται θέμα ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγόμενη - εφεσίβλητη, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., που, κατόπιν του παραπάνω ελέγχου, προέβη στις καταγγελίες των αντίστοιχων συμβάσεων εργασίας και έπαυσε από τις ανωτέρω αναφερόμενες ημερομηνίες να αποδέχεται τις υπηρεσίες των προηγούμενων εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, δεν έγινε υπερήμερη και δεν υποχρεούνταν στη συνέχιση των σχέσεων εργασίας αυτών, οι οποίες λογίζονται λυθείσες από τους ανωτέρω χρόνους [. . .].
Για την ταυτότητα δε του λόγου (λόγω, δηλαδή, της ακυρότητας των καταρτισθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων και εφόσον εξαιτίας αυτής δεν μπορεί να αξιωθεί από την εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία η περαιτέρω απασχόληση των παραπάνω εναγόντων - εκκαλούντων), οι γενόμενες κατά τα ανωτέρω καταγγελίες δεν υπόκεινται στον περιορισμό της ΑΚ 281 [. . .].
Συνεπώς, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό απορριπτέα. Απορριπτέο, ως εκ τούτου, είναι και το συνδεόμενο με αυτή αίτημα περί επαναπρόσληψης των παραπάνω εναγόντων και ήδη εκκαλούντων. Ομοίως απορριπτέο κρίνεται και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης.
Κι αυτό γιατί, οι γενόμενες κατά τα ανωτέρω καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων - εκκαλούντων ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμες και δεν έφεραν τα στοιχεία της αδικοπραξίας, ώστε να ανακύπτουν αξιώσεις των εν λόγω διαδίκων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης [. . .]. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία επιτρεπτώς (άρθρο 534 του ΚΠολΔ) αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και, συνεπώς, οι λόγοι της έφεσης, με τους οποίους οι παραπάνω ενάγοντες και τώρα εκκαλούντες παραπονούνται για την απόρριψη της οικείας βάσης της αγωγής αυτής πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά την ανωτέρω έφεση, αλλά απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς την κύρια βάση της αγωγής, ενώ δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, που δεν ενδιαφέρει, όμως, εν προκειμένω. 8.- Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 180 ΑΚ και του άρθρου 7 παρ. 1 - 3 του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου ΓΚΠ της αναιρεσίβλητης, τις οποίες αν δεν είχε παραβιάσει, θα είχε καταλήξει στην παραδοχή ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ήταν καθόλα έγκυρες και θα είχε προβεί στον έλεγχο της εγκυρότητας της καταγγελίας τους από την αναιρεσίβλητη, τόσο εντός των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, όσο και ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955.
Ειδικά, δε για το δεύτερο αναιρεσείοντα Κ. Ά. - Γ., ο οποίος κατείχε απολυτήριο τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πλην, όμως, μετά τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της γνησιότητάς του βρέθηκε παραποιημένος, αυτός ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι και στην εν λόγω περίπτωση ελλείπει ο απαραίτητος για την εγκυρότητα της σύμβασης εργασίας απολυτήριος τύπος, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι ως προς αυτόν η σύμβαση εργασίας του ήταν έγκυρη και να προχωρήσει στον έλεγχο της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την αναιρεσίβλητη (πέμπτος λόγος αναίρεσης).
Αμφότεροι, όμως, οι λόγοι αναίρεσης, είναι σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες δικαιολογούν έννομο συμφέρον να ασκήσουν τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους, καθότι η κρίση περί της εγκυρότητας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών δεν επάγεται την ανατροπή της επιβλαβούς για τους αναιρεσείοντες συνέπειας, ήτοι της λύσης με καταγγελία των (έγκυρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, βάσει της ειδικής διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 του ΓΚΠ.
Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε λόγος ακυρότητας της καταγγελίας των (άκυρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειόντων αφού αυτοί προσκόμισαν πλαστούς τίτλους και βεβαίωσαν ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότριά τους υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, ότι οι τίτλοι τους είναι γνήσιοι.
Το γεγονός βέβαια αυτό δεν καθιστά εξ αρχής άκυρη τη σύμβαση εργασίας των αναιρεσειόντων, όπως δέχεται εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αλλά αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από την εργοδότριά τους οποτεδήποτε και αν διαπιστωθεί και μάλιστα χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 7 του έχοντος ισχύ νόμου Γ.Κ.Π.
της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια τη λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, όπως ήδη κρίθηκε αμετακλήτως μεταξύ των διαδίκων με την υπ' αριθ. 980/2021 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Έτσι ακριβώς, μέσα στα πλαίσια του άρθρου 7 παρ. 1 και 3 του ΓΚΠ της αναιρεσίβλητης, ενήργησε η τελευταία και κατήγγειλε της συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, η οποία (καταγγελία) για τους προαναφερόμενους λόγους δεν είναι άκυρη και, επομένως, επέφερε τη λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών.
Συνεπώς, είναι απορριπτέο και το συνδεόμενο με αυτή αίτημα επαναπρόσληψης των εναγόντων - αναιρεσειόντων, καθώς και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. 9.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημά της, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.6.2020 και με αριθμό κατ. 3170/371/12.6.2020 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 6488/22.11.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη
της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ